Page 1


01 Ρίζες τής Σύμπτωσης


Arthur Koestler

Oi Ρίζες της Σύμπτωσης

'Εκδόσεις I. Χατζηνικολη


" Κ υρίες καί κύριοι, φοβάμαι δ τι τό θέμα μου είνα ι μάλλον συναρπαστικό και έπειδή άπεχθάνομαι τις συγκινήσεις θά τό πλησιάσω μ’ έναν ήρεμο, δειλό καί εμμεσσ τρόπο” Ά π ό μιά ραδιοφωνική έκπομπή τοϋ M ax Beerbohm.


I To 'Ά λ φ α Βήτα της Παρ' Αίσθηση 'Αντίληψης

I O i μισοί φ ίλοι μου μέ ψ έγουν γ ιά τή σχολαστική μου έπιστημονικότητα. 01 άλλοι μισοί, γιά τΙς άντιεπ ιστημονικές κλίσεις μου πρός έξω φ ρ ενικά θέματα, δπως είνα ι ή παρ’ αίσθηση άντίληψ η (E S P )*, τήν όποία συγκαταλέγουν στην έπικράτεια τοΰ ύπερφυσικοΰ. Τό παρήγορο είνα ι 6τι οΐ ϊδ ιες κατηγορίες βαρύνουν καί μιά μερίδα τού άνθοΟ τοΰ έπιστημονικοΟ κόσμου καΐ έτσι έχω έξα ιρ ετικ ή συντροφιά στό έδώλιο του κατηγορουμένου. Α ύ τές οΐ κατηγορίες βασίζονται μ έχρ ις ένός σημείου σέ μιά πολύ δικαιολο­ γημένη άπ έχθεια γ ιά τις προλήψεις και γ ιά τά «παιχνίδια μέ τό άπόκρυφο», κυριώτερή τους δμως πηγή είνα ι μιά καποια άδυναμία παρακολούθησης τών πρόσφατων έξελ ίξεω ν τών θετικώ ν έπιστημών άπό τή μιά πλευρά και τής παρα­ ψ υχολογίας άπό τήν άλλη. Καί στά δύο αύτά στρατόπεδα, τό κλίμα άλλαξε σημαν­ τικά μέσα στις λ ίγ ες τελ ευ τα ίες δ εκ α ετίες: ή παραψυχολογική έρευνα έγ ιν ε πιό αύστηρή, πιό στατιστική καί πιό μηχανογραφ ημένη ένώ, άντίθετα, ή θεω ρητική φυσική γινόταν όλο καί πιό «άπόκρυφη» καί γ κ ρ έμ ιζε, χαρούμενα, κάθε σχεδόν προηγούμενο ιερό καί άπαραβίαστο «φυσικό νόμο». Τόσο, πού οΐ δροι θά μπορού­ σαν μ έχρις ένός βαθμού ν ’ άντιστραφοΰν καί νά κατηγορηθεί άνοιχτά ή παρα­ ψ υχολογία γ ιά τή σχολαστική της έπ ιστημονικότητα καί ή κβαντική φυσική γ ιά μιά τάση πρός τέτο ιε ς «ύπερφυσικές» έννο ιες, όπως είνα ι ή άρνητική μάζα καί ό χρόνος πού κυλάει πρός τά πίσω. Θά μπορούσε κανείς νά πει ότι αύτός είνα ι ένας άρνητικός τρόπος προσέγ­ γισης, άρνητικός γ ια τί τά άδιανόητα φ αινόμενα τής ESP μοιάζουν λιγώ τερο παράδοξα όταν φω τίζονται άπό τις άδιανόητες προτάσεις τής φυσικής. Καί σ’ αύτό τό σημείο άναγκάζομαι νά σταθώ καί νά μιλήσω κάπως πιό δ ιεξο δ ικά γύρω άπό τις άμοιβαίες α ύτές έ ξ ε λ ίξ ε ις , άρχίζοντας άπό τήν άνοδο τής παραΣημ. Μ εταφρ: ESP: Extra Sensory Perception: Παρ’ αϊσθηοη άντίληψη.

11


ψ υχολογίας πρός τήν έπιοτημονική της καθιέρωση. Τό 1960 είχ α γρ άψ ει μιά σειρά άρθρα στό O bserver του Λονδίνου γ ιά τήν προχωρημένη έρευνα πού γ ίν ετα ι στά ’Α μερικανικά Πανεπιστήμια. Ε ίχα έπ ισκεφθεϊ μεταξύ άλλων, καΐ τ6 ν Καθηγητή Rhine του Πανεπιστημίου Duke στή Βόρειο Καρολίνα. Στό κείμενο πού άκολουθεΐ περιγράφω (π εριληπτικά) έκείνη μου τήν έπίσκεψη. Ό άναγνώστης πού έχ ει μιά έξοικίω ση μέ τήν έ ξ έ λ ιξ η τής έρευνας γύρω άπό τά φ αινόμενα τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης (ESP), θά συνειδητοποιήσει πόσο πολύ έχουν προχωρήσει τά πράγματα μέσα στά δέκα χρόνια πού μεσολά­ βησαν : Τό 1932, ένας έκτακτος καθηγητής τής Ψ υχολογίας, ό Δρ. J.B. Rhine καί ή γυναίκα του Δρ. Louisa Rhine, πήραν τήν άδεια νά έγκαταστήσουν έπίσημα τό Παραψ υχολογικό τους ’Εργαστήριο στό τμήμα τής Ψ υχο ­ λογίας τοΰ Καθηγητή W illiam M cD ougall. Ή τα ν ένα γεγονός ύψίστης συμβολικής σημασίας- ή έρευνα γύρω άπό τά άπίθανα θέματα τής τη λ ε­ πάθειας καί τής διορατικότητας άποκτοΟσε γ ιά πρώτη φορά τήν άκαδημαϊκή της άναγνώριση. Γιά τήν έρ ευνα των άπιαστων αύτών φαινομένω ν, ό Rhine καί οΐ συνεργάτες του είσήγαγαν αύστηρές έπιστημονικές μεθόδους. Ή γνωστή είκόνα πού έμ φ ά ν ιζε τόν έρευνητή των ψυχικών φαινομένων σάν ένα φανατικό, στερημένο άπό κάθε κρίση, παραδομένο, καλοπροαίρετα, στά νύχια δόλιων μέντιουμ, έγ ιν ε άναχρονιστική. 'Η νέα σχολή τής παρα­ ψ υχολογίας πού δημιούργησε ό Rhine έφ θασ ε στήν άντίθετη ύπερθολή μέ τή φανατική της σχεδόν προσήλωση στις στατισ τικές μεθόδους, στήν μαθηματική άνάλυση και στόν μηχανοποιημένο έλεγχο. 01 πειρα­ ματισμοί μέ τά ζάρ ια και τά πειράματα τής καρτελλο-μαντικής, έπανελήφθησαν έκατομμύρια φ ορές άπό άτομα πού έπελέγησαν στήν τύχη. Πολλές φ ορές έπαιρναν μέρος σ’ αύτά τά πειράματα όλόκληρες τά ξεις μαθητών πού δέν είχαν τήν παραμικρή ιδέα γ ιά τό σκοπό τους. Τ ά όλο καί περισσότερο τελειοπ οιούμενα μηχανήματα πού άνακάτευαν αύτόματα τις καρτέλλες, έρριχναν τά ζάρια, τυχαιοποιοΰσαν, κατέγραφαν καί έρωτούσαν, μ ετέτρεψ α ν τελικά τή μελέτη τή ς παρ’ αίσθηση άντίληψ ης σέ μιά έμπειρική έπιστήμη, διαυγή, προσγειωμένη καΐ πάρα πολύ συχνά τόσο πληκτική, όσο είνα ι καΐ τό νά έκπ αιδεύεις ποντίκια νά διασχίζουν λαβύρινθους ή τό νά κόβεις σέ φ έτες γ ε ν ιέ ς όλόκληρες άπό πλατυέλμινθες σκώληκες. ’Α κόμα και ή όρολογία πού έπλασε ό Rhine: ESP, Φαινόμενο Ψ ί, Φαινόμενο παρακμής, ’Έ ντασ η, Bm(blind matching τυφλή σύνδεσ η), ВТ (Βασική Θ εω ρ ία ), SO(stim ulus O bject - έρ εθισ τικό) STM (screen touch match -όθόνη έπ αφ ής) καί οϋτω καθεξής, είναι χαρακτηριστική τής άντισηΓττικής άτμόσφαιρας πού έπ ικρατεί στά μον­ τέρνα έργαστήρια τής ESP. Α ύτό τό Νέο Κύμα τής Παραψυχολογίας άντικατοπ τρίζει τήν έπικρατούσα γενική γραμμή στήν έρευνα έχ ει όμως και ένα Ιδιαίτερο σ τοιχείο έπιμονής μέ τόν τρόπο πού γ υ ρ ίζει καί ξαναγ υ ρ ίζει γύρω άπό τό ϊδιο θέμα προσπαθώντας νά έξουδετερώ σει τΙς δυσπιστίες κα'ι ν ’ άντιμετω πίσει τόν σκεπτικιστή στόν ϊδιο του τόν έμπειρικό-στατιστικό χώρο. Στό σύνολό του, αύτός ό ψύχραιμος τρόπος προσέγγισης άποδείχτηκε άποτελεσματικός. ’Ό χ ι μόνον τά Πανεπιστήμια άλλά και οΐ κατ’

12


έξο χή ν συντηρητικοί όργανισμοί δπως ή Βασιλική ’Ιατρική Ε τ α ιρ ία , ό ’Α μερικανικός Φιλοσοφικός Σύνδεσμος καί τά Ιδρύματα Rockefeller, Fulbrlght καί Ciba, όργάνωσαν συμπόσια καί έδωσαν δ ια λ έξεις πάνω στήν παραψυχολογία. Ή πλειοψηφία τών άκαδημαϊκών ψυχολόγων παρέμ εινε έχθρική παρ’ δλον δτι οί γ ίγ α ν τες, άπό τόν Charcot, τόν Richet καί τόν W illiam Jam es μέχρι τόν Freud καί τόν Jung, είχαν ήδη παρα­ δ εχ τεί τήν τηλεπ άθεια καί τά σ χετικά της φαινόμενα σάν δεδομένα. Ό Freud πίστευε ότι ή τηλεπ άθεια έπ αιζε έναν άπσφασιστικό ρόλο στις σχέσεις τού άρρωστου μέ τόν ψυχαναλυτή του κ ι’ ό Jung έπλασε ένα νέο όνομα γιά τό άρχαΐο αύτό φαινόμενο, τό βάφ τισ ε Σ υγχρ ονιοτικότητα . Έ ν πάσει περιπτώσει· έκεΐνο ι οί άντρες άνήκαν σέ μιάν άλλη, ήρεμώ τερη γ εν ιά καί είχαν καταλήξει στά συμπεράσματα τους πολύ πριν κάνει ό Rhine τήν παραψυχολογία τής μόδας. ’Ανάμεσα στά νεώ τερα φ ω τεινά μυαλά, ή στάση τού H.J. Eysenck είναι σημαντική. Ό καθηγητής Eysenck έχ ε ι τήν έδρα τή ς Ψ υ χολογίας στό Πανεπιστήμιο τοΰ Λον­ δίνου καί είναι Δ ιευ θυν τή ς τοΰ Ψ υχολογικού Τμήματος τών Βασιλικών Νοσοκο­ μείων Maudsley καί Bethlem. "Οσοι γνω ρίζουν τό έργο του ξέρ ο υν δτι δέν μπορεί νά κατηγορηθεΐ οΰτε γ ιά έλλειψ η σκεπτικισμού οϋτε γ ιά ύπερβολική μετριοφροσύνη. 'Η συνοπτική του έκθεση πάνω στά προβλήματα τής τηλεπ άθειας άπαιτεί μιά κάποια ιδιαίτερη προσοχή: «’Ά ν άποκλείσουμε τήν περίτττωση μιάς γ ιγ ά ν τια ς συνωμοσίας, στήν όπσία θά πρέπει νά σ υμμετέχουν κάπου τριάντα Πανεπιστημιακά Τμ ή ­ ματα άπ’ δλα τά μέρη τού κόσμου καθώς κι’ έκατοντάδες επιστήμονες, σεβαστοί στούς δια φ ο ρ ετικο ύς το μ είς τους, πού άρχικά πολλοί άπό αύτούς άντιμετώ πιζαν έχθρ ικά τις άξιώ σεις τών έρευνητώ ν τών ψυχικών φαινομένων, ένας άμερόληπτος παρατηρητής δέν μπορεί παρά νά κατα λ ή ξει στό συμπέρασμα δτι πράγματι ύπάρχει ένας μικρός άριθμός άτόμων πού λαμβάνει γνώση τών δσων ύπάρχουν ε ίτ ε στό νού άλλων άτόμων ε ίτ ε στόν έξω τερ ικό κόσμο, μέ μέσα πού παραμένουν άκόμα άγνωστα στήν έπιστήμη. Αύτή ή άποψη δέν πρέπει νά έρ μ η νευτεί σάν νά ένισ χύει έννο ιες δπως ή μετά θάνατον ζωή, ό φιλοσοφικός ιδεαλισμός ή ό,τιδήποτε άλλο...»’

Ά π ό μία λοιπόν πλευρά, θά μπορούσε κανείς νά πεϊ δτι ή πρωτοποριακή έργασία τού Rhine έπ έταχε. Υ π ά ρ χ ει δμως καί ή άλλη δψη τού νομίσματος: ή στωϊκότητα μέ τήν όποία οί έρ ευ ν η τές τή ς παραψυχολογίας άνέχονται τίς περιοδικές δυσφημιστικές κα ταιγίδ ες πού ξεσπάν κάθε δύο τρία χρόνια πάνω στά κεφ άλια τους. 'Η κριτική μ οιράζεται σέ δύο κύριες κατηγορίες:. 'Η πρώτη όμάδα, πού θά μπορούσε κανείς νά όνομάσει «άκούραστους έραστές τή ς τελ ειό ­ τητας», κα ταφ έρετα ι, κυρίως, στίς πρώτες έργασ ίες γύρω άπό τϊήν ESP πού έγιναν σέ μιά έποχή πού ό πειραματικός έλ εγ χ ο ς δέν ήταν τόσο αύστηρός δσο είναι σήμερα. 'Η άλλη κατηγορία περιλαμβάνει τούς όπαδούς τού άπριορισμοϋ πού ύποστηρίζουν δτι ή παρ’ αίσθηση άντιληψ η είνα ι μία ύπόθεση πάρα πολύ άπίθανη· δτι μία άπάτη έπ ιβάλλεται πολύ εύκολώ τερα δταν πλαισιώνεται άπό έναν έπιστη-

13


μονικό σκελετό καί συνεπώς, άκολουθώντας τόν νομιναλισμό του Occam, άναγκάζονται νά δεχτούν τήν ύπόθεση τής άπάτης. Σ ’ αύτό συνήθως π ροσθέτουν: «Δέν έννοούμε νά θίξω με κανέναν προσωπικά, λύνομε, άπλούστατα, μία άσκηση λο­ γικής». Καί θ’ άναφερθώ πάλι στόν καθηγητή Eysenck: «01 έπιστήμονές. Ιδιαίτερα 6ταν άπομακρύνονται άπό τόν στενό χώρο τής ειδικότητά ς τους, είνα ι άκριβώς τόσο στενοκέφαλοι, συνηθι­ σμένοι καί παράλογοι όσο καί όποιοσδήποτε άλλος και στό μόνο πού χρησ ιμεύει ή άσυνήθιστα ύψηλή εύ φ υ ΐα τους είνα ι στό νά κάνει άκόμα περισσότερο έπ ικίνδυνες τις προκαταλήψεις τους...»*

Α ύτό γρ ά φ τη κε τό 1960. Ή κατάσταση όμως άλλα ξε στή δ εκα ετία πού άκολούθησε. Ό Rhine, σήμερα, θεω ρείται σάν ένας πατριάρχης καί παρ’ δλο πού οΐ «άκούραστοι έραστές τής τελειότητας» κατάφ εραν τελικά ν ’ άνακαλύψουν ά τέλ ειες στά πρώτα του πειράματα, ή άκεραιότητά του παραμένει πέρα άπό κάθε άμφισβήτηση. Ά ν τ ΐ γ ιά τά «κάπου τριάντα Πανεπιστημιακά Τμήματα» τού Eysenck σήμερα δέν ύπάρχ ει σχεδόν κανένα κράτος πού νά μήν έχ ε ι ένα ή και περισσότερα πανεπιστημιακά π αραψυχολογικά έργαστήρια, μέ έπ ικεφαλής τήν Ρωσσία. Καί ή ύπόθεση μιάς «γιγάντιας συνωμοσίας» θά προϋπέθετε τή συμμετοχή όχι έκατοντάδων άλλά χιλιάδω ν άξιόλογω ν έπιστημόνων. Τό 1967 ή ’Ακαδημία ’Επιστημών τής Νέας Ύόρκης διωργάνωσε ένα συμπόσιο μέ θέμα τήν παραψυχολογία. Τό 1969, ό Ά μ ε ρικάνικός Σύνδεσμος γ ιά τήν Προώθηση τών ’Επιστημών (τό άντίστοιχο τής ’Α γγλική ς Ε τ α ιρ ία ς ) έν έκ ρ ιν ε τήν αίτηση τής Π αραψ υχολογικής 'Ε τα ιρ ία ς καί τήν δ έχτηκε σάν μέλος τού μεγαλοπρεπούς αύτού σώματος. 01 δύο προηγούμενες αΐτήσεις της είχαν άπορριφθεϊ. Ή έγκριση τής τρ ίτη ς ήταν ένα σημείο τών καιρών καί ή τελική έπικύρωση τής παραψυχολογίας σάν σοβαρή έπιστήμη. 01 έκπληκτικώ τερες δμως έ ξ ε λ ίξ ε ις συνέβησαν σ ^ Σοβιετική 'Ένωση. Θά σκεφτόταν κανείς δτι ή παραψυχολογία θ’ άντιμετω πιζόταν έκ εί σάν μιά θανά­ σιμη αίρεση καΐ σάν προδοσία τού ύλιστικοΰ πιστεύω. Καί δμως. Ά π ό τό 1916 είχ ε άρχίσει νά π ειραματίζεται πάνω στήν ESP ό μεγάλος Bechterev, ό συνεργά­ της τού Pavlov. Τήν άποκαλούσε «βιολογική άκτινοβολία» πράγμα πού έ ξ η γ ε ϊ έν μέρει πώς κατάφ ερε νά ξεπ εράσει τις τυχόν δυσκολίες του. Πάντως καί αύτός καί οί συνεργάτες του κράτησαν μεγάλη σιωπή γύρω άπό τις άσχολίες τους. Σ τις ά ρχές δμως τού 1960 τά πράγματα ξα φ νικά άλλαξαν. Ό Leonid Vassiliev, Κ αθηγητής τής Φυσιολογίας στό Πανεπιστήμιο τού Λ ένινγκρ αντ καί μαθητής τού Bechterev, δημοσίευσε τις έκθέσ εις του στις όποίες π εριέγραφ ε μερικά άξιοσημείω τα πειράματα ύπνωσης έ ξ άποστάσεως. ’Ισχυριζόταν δτι ύπήρξαν ύπνωτισμένα άτομα πού ξύπνησαν άπό τήν ί)πνωσή τους ύπακούοντας σέ έντολές πού τούς δόθηκαν τηλεπαθητικά, άπό άπόσταση. "Ο τι άλλα ύπνωτισμένα άτομα, όρθά, ξαπλώθηκαν κατάχαμα ύπακούοντας σέ παρόμοιες έντολές. ’Ακολου­ θούσε ή περιγραφή άλλων πειραμάτων τηλεπ αθητικής έπικοινωνίας μεταξύ μακρι­ νών πόλεων, μετα ξύ π.χ. τής Μόσχας καί τού Λ ένινγκραντ. Τά π ειράματα/έγιναν en masse καί έλαβαν μέρος σ’ αύτά χιλιά δ ες άτομα. Στή Σοβιετική Ρωσσία τού 1958, τά έπιστημονικά παραψυχολογικά δημοσιεύματα ήταν μόνο δύο. Τό 1967 έγιναν τριάντα πέντε και τό 1969 έβδομήντα. ’ Ενώ τά έχθρικά πρός τήν παρα­

14


ψ υχολογία δημοσιεύματα έφθασαν άπό ένα τό 1958 σέ τέσσερα τό 1969.3 ΚαΙ άφοΟ στή Σοβιετική 'Ένωση κάθε δημοσίευμα έλ έγ χ ετα ι άπό τό κράτος, αύτή ή ξαφνική άνθιση τής παραψυχολογίας δέν μπορεί παρά νά ύποστηρίχτηκε ή άκόμα καί νά ύποκινήθηκε άπό πολύ ψηλά. Καί τό λόγο αύτής τής ύποστήριξης μπορούμε νά τόν μαντέψ ουμε άπό τό ότι ό Vassiliev, σέ μιά άπό τις πρώτες δημοσιεύσεις του, άναφ έρθηκε στά λό για «ένός έξέχ ο ν τα Σο βιετικο ύ έπ ισ ^ μ ο ν α στόν τομέα των πυραύλων» μέ τόν σκοπό «νά θέσει πιά έξω άπό κάθε άμφισβήτηση τά τηλεπαθητικά φαινόμενα». Α ύτή ή δήλωση, γ ιά κάθε Σ ο βιετικό έπιστήμονα πού έχ ε ι έξα σκηθεϊ νά διαβάζει μέσα άπό τις γραμμές, ή θελ ε νά πεϊ δτι ή παρ’ αίσθηση άντίληψη, δταν φτάσουμε στό σημείο νά τήν δαμάσουμε μέ τήν τεχνική καΐ νά τήν κάνουμε νά λ ειτο υ ρ γ εί μ’ έναν ύπεύθυνο τρόπο, θά μπορέσει νά έχ ει μεγάλη στρατηγική σημασία σάν μέσο άμεσης έπικοινωνίας. Α ύτή ή φαινομενικά έξω φ ρ ενική ίδέα έπιβεβαιώθηκε τό 1965 άπό έναν άνώτερο ύπάλληλο τής NASA, Τής ’Α μερικανικής ’ Εθνικής ’Α εροναυτικής Δ ιευθύνσεω ς τού Δ ιασ τήματος.’

Σύμφω να μέ τΙς ύπάρχουσες πληροφορίες, προτεραιότητα στις δραστηριότητες τού Σο βιετικο ύ - έπανδρωμένου διαστημικού προγράμ­ ματος έχ ει μιά πολύ σοβαρή έρ ευνα γύρω άπό ένα πρόβλημα τής σύγ­ χρονης έπιστήμης μέ τεράστιο ένδιαφ έρ ον, τήν φύση καί τό νόημα ώρισμένων ήλεκτρομαγνητικώ ν (sic) φαινομένω ν έπικοινωνίας μεταξύ ζώντων όργανισμών. Μ έχρ ι τώρα, άν καί ή παγκόσμιος λο γοτεχνία παρακολουθούσε μέ πολύ ένδ ιαφ έρ ον τις ποικίλες ύποθέσεις γύρω άπό αύτό τό θέμα, οΐ Δ υτικο ί έπιστήμονες τό άγνοοϋσαν. Σ τις ’Ηνωμένες Π ο λιτείες δ ιενεργο ΰνται ή προγραμματίζονται είδικά πειράματα πάνω στή μεταφ ορά τής έν έρ γ εια ς ή σ ^ σχέση πού ύπάρχει άνάμεσα στά φυσικά πεδία τών σωμάτιων και στό μή άποδεικνυόμενο «προσωπικό» πεδίο πλάσματος ψ ΐ {sic). ...Τά άποτελέσματα ένός έγκυρου πειραματισμού πάνω στή μ ετα­ φορά τής έν έρ γ εια ς θά μπορούσαν νά όδηγήσουν τούς Δ υτικούς έπι­ στήμονες και μηχανικούς πρός ν έα μέσα έπικοινωνίας, πρός μιά προ­ χω ρημένη τεχνική τα χεία ς έπέμβασης και πρός βιοκυβερνητικά βοηθή­ ματα γ ιά τήν έκπόνηση τελειοπ οιημένω ν συστημάτων πτήσεως. "Ε να τέτο ιο σχήμα θά μπορούσε νά προκύψει άπό τή μελέτη τών δεδομένων ύποσυστημάτων πού κάνει σήμερα ή NASA καί άπό ώρισμένα αύτοδύναμα συστήματα άνιχνεύσεω ς τών άστροναυτών. Ό Δρ. Konecci συνέχισε τήν όμιλία του διαβεβαιώ νοντας δτι τόσο ή NASA δσο καΐ ή Σο βιετική ’Ακαδημία ’Επιστημών άσχολούνται ένεργώ ς μέ τή μελέτη τών τηλεπαθητικών φαινομένω ν (τ ά όποια άποκαλεϊ πολύ ϋ εμ ν ά «μεταφορά ένέργειας» ή «ψυχο-φυσιολογική μεταβίβαση πληροφοριώ ν»). Καί π αρατηρεί:

* Ό Δρ. Eugene В. Konecci Διευθυντής τής Βιοτεχνολογικής "Ερευνας καί τών ’Ανθρω­ πιστικών ’Ερευνών τού Γραφείου Προχωρημένης "Ερευνας καΐ Τεχνολογίας τής ’Εθνικής Διοίκησης τού Διαστήματος καί τής ’Αεροναυτικής, a t λόγο του πού έξεφώνησε στήν Δεκάτη Τετάρτη Διεθνή ’Αστροναυτική 'Ομοσπονδιακή Συνεδρίαση (Παρίσι, 26 Σεπτεμβρίου 1 ’Οκτωβρίου).

15


Α ύτή ή ζω τικής σημασίας μελέτη του O ART (Γ ρ α φ είο Προχωρη­ μένης ’Έ ρ ευ ν α ς καί Τ εχ ν ο λο γ ία ς) καλύπτει τήν άπόκτηση τής ψυχοφυσιολογικής πληροφορίας, τήν διεργασία τη ς καί τά συστήματα έλ έγ χου της.“ 'Η μεταβίβαση τής παρ’ αϊσθησιν άντίληψ ης μέ ήλεκτρομαγνητικά κύματα, είνα ι, δπως θά δοΰμε καί πάρα κάτω, μιά μάλλον άπίθανη ύπόθεση. "Οσο γ ιά τό τί σημαίνει ένα «προσωπικό πεδίο πλάσματος ψί», αύτό είνα ι κάτι πού μπορεί νά τό φ ανταστεί ό κάθε ένας δπως αύτός ν ο μ ίζει. Τό δτι, πάντως, ώρισμένοι πα­ ράγοντες τής NASA άντιμετω πίζουν τίς δυνατότητες μιας τηλεπαθητικής έπικοινωνίας μέ δση σοβαρότητα τήν άντιμετω πίζουν και οΐ Σ ο β ιετικο ί άνταγω νιστές τους, είνα ι ένα γεγο νός πού δη μ ιο υργεί πολύ λ ίγ ες άμφ ιβολίες. Γιά εύνόητους δμως λόγους δέν συζητούν πολύ πρόθυμα πάνω σ’ αύτό - φοβούμενοι ϊσως τήν γελοιοποίηση ή, ϊσως, γ ιά λόγους «άσφαλείας» - καί έτσι, δταν μερικούς μήνες μετά τήν άποστολή τού ’Απόλλων 14 στή σελήνη, τόν Φεβρουάριο τού 1971, άνακοινώθηκε δτι σ’ αύτή του τήν πτήση, ό άστροναύτης Μ ίτσ ελ έπεχείρησε νά έπικοινωνήσει τηλεπαθητικά μέ τέσσερα ειδ ικά έπ ιλεγμένα άτομα στή γή, τό κοινό άκουσε αύτή τήν πληροφορία κατάπληκτο. Τ ά πειράματα άκολούθησαν τήν κλα­ σική διαδικασία τή ς καρτελλο-μαντικής τού Δρ. Rhine καΐ δταν ό σμηναγός Μ ίτσελ έπ έστρεψε, έπ ισκέφτηκε τόν Δ ρ. Rhine τού Πανεπιστημίου Duke γιά τήν σχετική άνάλυση τών άποτελεσμάτων. Α ύτά τά άποτελέσματα δέν έχουν άκόμα δοθεί ,στή δημοσιότητα, ό Τύπος* δμως δημοσίευσε μιά δήλωση τού σμηναγού Μίτσελ, σύμφωνα μέ τήν όποία «ξεπερνούσαν κατά πολύ κάθε προσδοκία». Ό πατέρας τής κυβερνητικής Norbert W iener, δταν προφήτευσε δτι ή με­ λέτη τής τηλεπ άθειας θ’ άποτελούσε κάποτε άναπόσπαστο τμήμα τής ψ υχολογίας, χρησιμοποίησε, κι’ αύτός, μιά πολύ διακριτική όρολογία: Π ολλές άπό τις σκέψ εις πού μέχρι σήμερα θεωρούνται σάν κάπως ύποπτης προελεύσεως, δπως είνα ι π.χ. ή μελέτη τής άμεσης έπικοινωνίας έ ξ άποστάσεως, πού ϊσως ό φ είλ ετα ι σέ κάποιο φαινόμενο άκτινοβολίας, στό μέλλον θά ύποβληθούν σέ ένα συστηματικό έπιστημονικό έλεγχο πού δέν θά έπ ηρεάζεται άπό τήν άντιεπιστημονική άποψη δτι διαπραγματευόμαστε μέ φαινόμενα χωρίς φυσικούς συσχετισμούς.®

Ε ίναι περιττόν νά λ εχ θ εί δτι ένας άριθμός έπιστημόνων έξα κο λου θεΐ νά παραμένει έχθρικός, άν καί παραδέχεται δτι έχ ε ι πολύ έντυπωσιαστεί άπό τις μαρτυρίες. Πιό πολεμοχαρής ϊσως άπ’ όλους είναι ό Καθηγητής Hansel πού έκα νε πρόσφατα μιά τελ ευτα ία έπ ίδειξη άδιαλλαξίας ύποστηρίζοντας τή θεωρία .τή ς συνωμοσίας καί τής άπάτης.* “Κάποιος άλλος ψ υχολόγος έγρ α ψ ε στήν Ά μ ε -

* στήν International Herald Tribune, 23 ’Ιουνίου 1971. · ’ G.E.M. Hansel, ESP: A Scientific .Evaluation, Λονδίνο, 1966. Σχετικά μέ τήν “ πολεμική τού Hansel" 6λ. τά Lectures on Physical Research του Καθηγητή C.D. Broad (Routlege & Kegan Paul,, 1962), Συμπλήρωμα στό Κεφάλαιο III. Gertrude Schneider, Extra-Sensory Per­ ception (Atherton Press, 1969) καί Science and ESP t o O S ir Cyril Burt, J.R. Smythies (Rout­ lege & Kegan Paul, 1967).

16


ρικανική έφ ημ ερ ίδα Science δτι «άκόμα καΐ χ ίλ ιες σειρές πειράματα μέ δέκα χιλιά δες δοκιμές καί έκατό ξεχω ριστούς πειραματιστές» δέν θά τόν έπειθαν νά παραδεχτεί τήν παρ’ αίσθηση άντίληψη. Μ έ τό ϊδισ πνεύμα δήλωσε άπερίφραστα και ό κορυφαίος όπαδός τής ψ υχολογίας τής συμπεριφοράς D.O. Hebb, καθηγητής τής ψ υχολογίας στό Πανεπιστήμιο M cG ill, δτι άρνεΐται τις άπ οδείξεις τής τηλεπά­ θειας, όσοδήποτε σοβαρές καί άν είναι, «γιατί αύτή καθ’ έαυτή ή Ιδέα δέν κάνει νόημα» καί π αραδέχτηκε ότι αύτή του ή άρνηση «ήταν μιά κυριολεκτική προκα­ τάληψη».® Τό ίδιο ειλικρινής υπήρξε και ό μαθηματικός W arren-W eaver, ένας άπό τούς Ιδρυτές τής σύγχρονης θεωρίας τής έπ ικοινω νίας: «Τήν βρίσκω (τήν ESP) τόσο ένοχλητική στή νοημοσύνη, πού καταντάει σχεδόν όδυνηρή. Καταλήγω λέγοντας δτι δέν μπορώ νά έξηγήσω τήν μαρτυρία τού καθηγητή Rhine καί δέν μπορώ νά δεχτώ τήν έρ μ η νεία το υ»7 Στό σύνολό της δμως ή άντίδραση έξα σ θ εν εΐ καί σ’ α ύτές άκόμα τις άρνήσεις της, άπό τις πιό έπ ιθετικές καί κατηγορηματικές μέχρι τις σχεδόν άπολογητικές, ά ρ χ ίζει κανείς νά διαβλέπει μιάν άνεπαίσθητη άλλαγή. Παράλληλα, ό άριθμός έκείνων πού άντιμετω πίζουν τήν παρ’ αίσθηση άντίληψ η - καί παραθέτομε άπό τήν συντηρητική N ew S cientist - «σάν ένα πολύ τολμηρό άλλά πιθανώς σημαντικό χώρο έρευνας»® α ύξά ν ετα ι σταθερά καί περιλαμβάνει μιά πολύ έντυπωσιακή παράταξη βραβείων Νόμπελ γ ιά τήν Φυσική καί τήν ’Ιατρική, καθηγητές τής Φιλοσοφίας, έταίρο υς τής Βασιλικής Ε τ α ιρ ε ία ς καί τής Σ ο β ιετική ς ’Ακαδημίας τών ’Επιστημών, θ ά μπορούσε σχεδόν νά προβλέψει κανείς ότι μιά μέρα ή ESP θά γ ίν ει μανία τής μόδας στό χώρο τής έπιστήμης καί τά έργαστήρια θά παραμε­ ρίσουν τις κλούβες τών ποντικών πρός χάριν τών τελευταίω ν παιχνιδιών της έγγρα φ ή ς. Καί γ ιά νά ξαναγυρίσουμε σέ μιά προγενέστερη μετα φ ο ρ ά, τό έδώλιο τών κατηγορουμένω ν μπορεί νά πάρει τις διαστάσεις μιάς διαδήλωσης.

Καί δμως. Γιά νά μετα χειρ ισ τούμε τά λό για τού W arren W eaver, ή «σχεδόν όδυνηρή αύτή όχληση στή νόησή μας» πού προκαλεϊ ή τηλεπ άθεια καί τά παρεμφερή της φαινόμενα, δέν ένο χλεϊ μόνο τή νόηση τής σκεπτικής άντιπολίτευσης άλλά κι’ έκείνω ν πού άναγκάστηκαν ν ’ άναγνωρίσουν άπρόθυμα τήν ύπαρξη αύτών τών φαινομένων - εϊτ ε μέ τήν έμπειρική άπόδειξη, ε ϊτ ε άπό μιάν άμεση προσωπική έμπειρία, εϊτ ε καί άπό τά δύο μαζύ. Τ ονίζουμ ε τή λ έξη «άπρόθυμα» γ ια τί οι παρατηρήσεις πού άκολουθούν άναφ έρονται σ’ αύτή τήν κατηγορία μόνον. Ο ί «έκ γ εν ετή ς πιστοί» δέν αίσθάνονται καμμιά όχληση στή νόησή τους καί παίρ­ νουν σάν δεδόμενα αύτά τά φ αινόμενα, άσχετα μέ τό άν μπορούν νά τά έρμηνεύσουν μέ τή λογική ή όχι. Ά λ λ ά γ ιά όσους έχουν προσηλυτισθει μέ άπροθυμία - κατη­ γορία στήν όποία ύπάγομαι και έγώ - τά πράγματα είνα ι πολύ πιό δύσκολα. Καί όπως τό έθεσ ε καί κάποιος φίλος έπιστημονικός συντάκτης, «ή ESP είνα ι ενας πονοκέφαλος. Θά ειμουνα εύτυχέσ τερ ος χωρίς αύτήν. Υ π ά ρ χει δμως.» Θά προσπαθήσω ν ’ άπαριθμήσω σύντομα μερικά άπό τά δυσάρεστα πού, καθώς φ α ίνεται, προκαλεϊ ή όδυνηρή αύτή όχληση, ή πού, έστω, παίζει κάποιο ρόλο στή πρόκλησή τους. ’Α καθόριστες άναμνήσεις άπό Ιστορίες μέ ύποπτα μέντιουμ

17


πού ξεφ ο υ ρνίζο υν έκτοπλασμικά φαντάσματα φ τια γμ ένα άπό τουλουπάνι, μιλάν μέ τή φωνή τού μακαρίτη ή μεταφ έρουν τά μηνύματά του μέ αύτόματη γραφ ή. Ή παραψυχολογία δμως είνα ι ένα πρόβλημα τελείω ς διάφορο άπό τόν πνευμα­ τισμό, ό όποιος ξεπ ερνάει τά όρια αύτής τής διατριβής. Ά π ό ένα αίσθημα δικαιο'σύνης δμως καί μόνο θά πρέπει νά τονίσουμε ότι άσχετα μέ τό άν πολλοί άπό τούς έπ αγγελματίες μέντιουμ ήταν άπατεώνες, ύπήρξαν μερικές περιπτώσεις «αυτόματης γραφής» πού γ ρ ά φ τη κε άπό μή έπ αγγελματίες άναμφισβήτητης άκεραιότητας, πού παραμένουν ένα άλυτο αίνιγμα καΐ άποτελοϋν τό άντικείμ ενο μιάς άτέρμονης πολεμικής τών άκαδημαϊκών.* Βολικώτερη έξήγηση τού φ α ινο μ έ­ νου φ α ίνεται νά είνα ι ή άποψη ότι οί π ειραματιζόμενοι έπεσαν θύματα μιάς αύτοεξαπάτησης, ότι έξέλα β α ν δηλαδή τά προϊόντα τής ύποσυνείδητης σκέψης τους σάν ένα μήνυμα άπό τό ύπερπέραν. Α ύτό καθ’ έαυτό τό θέμα τής ύπαρξης τού μέντιουμ έχ ε ι πάρα πολύ ταλαιπω­ ρηθεί άπό τΙς τεράσ τιες δυσκολίες πού άντιμετω π ίζονται όταν θέλει νά τρ α β ή ξει κανείς μιά διαχωριστική γραμμή καί νά χωρίσει τις περιπτώσεις έσκεμμένης άπάτης καί τις σποραδικές ζα β ο λιές σέ άτυχες μέρες άπό τήν άσυνείδητη αύτοεξαπάτηση. Έ ν πάσει περιπτώσει, τά έλεγχό μ ενα έργαστηριακά πειράματα τής σύγχρονης έρευνας τής ESP έχουν σάν σκοπό νά άποκλείσουν, δσο είνα ι άνθρωπίνως δυνατό, τήν παραπλάνηση-ουνειδητή ή άσυνείδητη. Καί ό έλεγχο ς είναι τόσο αύστηρός, όσο καί σέ όποιονδήποτε άλλο χώρο έρευνας. ’Αλλά οί παλιές παραδόσεις, τά παράξενα σούρτα φ έρ τα καί τά π αιχνίδια συναναστροφών τών Βικτωριανών σαλονιών, παραμένουν στοιχεία πού συμβάλλουν στήν όχληση τής νόησής μας. Καί αύτό έπ ιδεινώ νεται άπό τό γεγο νός ότι τά άτομα πού έχουν αύτού τού είδους τις «εύαιοθησίες» είνα ι «εύαίσθητα» - περισσότερο δηλαδή συγκινησιακά παρά όρθολογιστικά καί έχουν άρκετά συχνά ύστερικές τά σ ε ις .**

’ Ή πιό γνωστή περίπτωση ήταν ίσως τής Κυρίας Winifred Coombe-Tenant. τής πρώτης γυναίκας πού άντιπροσώπευσε τήν Βρεττανική Κυβέρνηση στά Ηνωμένα "Εθνη και ή όποια έγραψε κείμενα μέ αύτόματη γραφή μέ τό ψευδώνυμο Κυρία Willeft. Αύτό είχ ε κρατηθεί μυστικό καί άπό τήν οΐκογένειά της άκόμα. Γιά όσους ένδιαφέρονται γ ι’ αύτή τήν Ιστορία και γιά τά παρακλάδια της πού άπλώνονται μέχρι τόν πρώην Πρωθυπουργό Λόρδο Μπαλφούρ καί άλλες έξέχουσες προσωπικότητες ύπάρχουν τά ; The Palm Sunday Case: New Light on an Old Love Story τής Κόμησσας τοΰ Μπαλφούρ (Proceedings, SPR Vol. 52, Part 189, February 1960). The Sixth Sense τής Rosalind Heywood (London 1959) καί Swan on a Black Sea τής Geraldine Cummings (London, 1st edition, 1969, revised edition 1970). * * Ό Καθηγητής Burt, στις Myers Memorial Lecture του 1968 έχ ει μι6 διαφωτιστική ύποσημείωση πάνω σ’ αύτό: “ Μιά έρευνα άπέδειξε ότι τό άναλυτικό και νοήμον μυαλό ένός πολιτισμένου ένήλικου άντιδρά διαφορετικά σέ κάθε είδους παραφυσική γνώση. Τελευταία έγιναν έρευνες σέ μία έταιρεία γνωστή μέ τό όνομα Mensa. Τά τέστ έκαναν ό Robert καί ή Henie Brier. Μοναδική προϋπόθεση γ ιά νά γ ίν ε ι κανείς μέλος αύτής τής έταιρείας είναι νά τόν κατατάσσει ό δείκτης νοημοσύνης του στήν ύψηλότερη βαθμίδα νοημοσύνης ή όποια καί συγκεντρώνει ένα 2% μόνον τοΰ πληθυσμού. Τά πειράματα ESP πού δγιναν πάνω σέ αύτά τά άτομα έδωσαν άποτελέσματα πολύ κατώτερα άπό έκεΐνα πού θά δικαιολογούσε ή τύχη. Συμπτωματικά, αύτός ό τύπος τής έρευνας τόνισε τό γεγονός δ τι ή έλλειψη έπιτυχημένων εικασιών δέν είναι άναγκαστικά καί άρνητικό άποτέλεσμα. Σ’ αύτά τά πειράματα, κάθε δυσανάλογος άριθμός έχ ει ένδιαφέρον, όχι μόνον οί "έπ ιτυχίες ψ ΐ” άλλά καί οι "άποτυχίες ψ ί” (R καί Η. Brier “ ESP Experiments with High IQ Subjects” , J.B. Rhine καί R. Brier, Parapsychology Today, 1968).

18


Ό έπόμενος ένοχλητικός παράγοντας είνα ι ένα μάλλον θλιβερό παράδοξο πού έχω κι’ δλας ύπ αινιχθεϊ: Πρίν ένα α ιώ να,'ο ί φω τισμένοι άνθρωποι παρακο­ λουθούσαν μέ άποτροπιασμό τό μελόδραμα του άπόκρυφου πού παιζόταν στις π νευ μ α τίο τ^ές συγκεντρώσεις. Σήμερα, άφ οπ λίζεται κανείς άπό τήν άποστειρωμένη άτμόσφαιρα τών παραψυχολογικών έργαστηρίω ν μέ τά άντιπαθητικά τους παιχνιδάκια, τις μονότονες σειρές τους τά μηχανοποιημένα πειράματα καρτελλομαντείας καί τά περίπλοκα μαθηματικά πού χρησιμοποιούνται στήν έκτίμηση τών άποτελεσμάτων. Μπορεί νά καθρεφ τίζουν, οί σ τατισ τικές μέθοδοι τής μοντέρ­ νας παραψυχολογίας, τόν στατιστικό προσανατολισμό τών άλλων έπιστημών, δέν γίνονται όμως γ ι’ αύτό και πιό εύχάριστες στούς κοινούς θνητούς. Ο ΰτε καί είνα ι πάρα πολύ πειστικά τ ’ άποτελέσματά τους γ ιά όσους δέν σκέπτονται μαθηματικά. Ό τρόπος μέ τόν όποιο πλησίασε άρχικά τήν τηλεπ άθεια ό Rhine καί ή σχολή του ήταν μέ τά πειράματα τής καρτελλομίιντικής. Χρησιμο­ ποίησαν γ ιά τό σκοπό αύτό καρτέλλες ειδ ική ς κατασκευής, τις έπονομαζόμενες καρτέλλες Ζένερ, πού άπεικόνιζαν πέντε μονάχα σχήματα: κύκλο, τετράγω νο, σταυρό, άστρο καί κύματα. Κρυφά, ό «πομπός» ή «ένεργών» γ ύ ρ ιζε τήν μία καρτέλλα μετά τήν άλλη καί ό «δέκτης» ή «πάσχων» προσπαθούσε νά μαντέψ ει, τηλεπαθητικά, ποιάν άπό τις πέντε καρτέλλες κοιτούσε ό πομπός. Κατέγραφαν αύτές τις είκασίες και μετά άπό έναν ικανοποιητικό άριθμό δοκιμών (πού μπορούσαν ■νά διαρκέσουν καί μιά καί δυό ώ ρ ες ), γινό ταν ή έκτίμηση τών άποτελεσμάτων. Οί πιθανότητες πού ύπάρχουν νά ό φ είλ ετα ι μιά σωστή πρόβλεψη καθαρά στή τύχη, άνέρχονται, φυσικά, σέ ένα πρός πέντε, πράγμα πού μάς δίνει είκοσι έπιτυ■χημένες π ροβλέψεις σ’ ένα σύνολο έκατό δοκιμών. 'Έ ν α ς τώρα άπό τούς άκρογωνιαίους λίθους τής θεω ρίρς τών πιθανοτήτων καί τής μοντέρνας φυσικής γενικά, είναι ό «νόμος τών μεγάλων άριθμών» πού σέ άπλά λόγια λ έει ότι δσο μεγαλώνει ό άριθμός τών δοκιμών τόσο πλησιάζει ή σχέση μ ετα ξύ έπιτυχημένων καί άποτυχημένων προβλέψεων, στήν άναμενόμενη τιμή τύχης (.τις μαθηματικές προσδο­ κίες) καί συνεπώς δσο μεγαλώ νει ό άριθμός τών δοκιμών "ίόσο λιγοστεύουν οί πιθανότητες μιάς σταθερής άπόκλισης άπό αύτή τήν τιμή. ”Αν σέ μία σειρά άρκετών χιλιάδων δοκιμών έπ ιμένει νά έμ φ α ν ίζετα ι μιά σημαντική άπόκλιση άπό τήν άνα μενόμενη τιμή τύχης, τό τε τό μόνο λογικό καί έπιστημονικό συμπέρασμα είνα ι ότν έπεμβαίνει κάπο/ος άλλος παράγοντας, πέρα άπό τόν παράγοντα τύχη, ό όποιρ'.: καί εύθύνεται γχά τά άποτελέσματα. Καί άφοΰ οΐ π ειραματικές έγκαταστάσεις άποκλέίουν τήν όιτοιαδήποτε κα τ’ αίσθηση άντίληψ η τής καρτέλλας πού έχει ό δέκτης σάν «στόχο» ΐή ς πρόβλεψής του, δέν μπορεί κανείς παρά νά κα ταλή ξει στό συμπέ­ ρασμα 6τι ή σταθερή αύτή άπόκλιση θά πρέπει νά ό φ είλ ετα ι σέ κάποια μορφή παρ’ αίσθηση άντίληψ ης. Α ύτό, άπό τήν άποψη τής έπιστημονικής μεθοδολογίας είναι ένας αύστηρά όρθόδοξος έπαγωγικός συλλογισμός. Καί αύτό είνα ι τό στοιχείο πού έπεισε τόσους σκεπτικιστές, καί ιδιαίτερα φυσικούς, ότι ή παρ’ αίσθηση· άντίληψη (ESP) είναι μιά σκληρή άλήθεια. Ή άπόκλιση άπό τήν άναμενόμενη τιμή τύχης πού έπ έδ ειξαν τά πειράματα τού FWiine καί τών ’Ά γ γ λ ω ν όπαδών του ήταν πραγματικά άστρονομική, τής τά ξη ς τών έκατομμυρίω ν καί άκόμα πιό ψηλά.* Σύμφω να λοιπόν μέ τούς κανόνες τού.

' Μεταξύ τών ’'Αγγλω ν πειραματιστών, τά πιό έντυπωσιακά άποτελέσματα πραγματοποιή­ θηκαν άπό τόν έξέχοντα ψυχολόγο τοΰ Καϊμπριτζ Thouless καί άπό τόν μαθηματικό Δρ. Soal.

19


παιχνιδιού τών θετικώ ν έπιστημών, τό πρόβλημα «Υ π άρχει πραγματικά ή παρ’ αίσθηση ά ν τίλ η ψ η ;» θά επρεπε νά θεω ρείται λυμένο και ή άντίδραση θά έπρεπε νά μ ετα τεθεί στό έπόμενο πρόβλημα: «πώς λ ε ιτ ο υ ρ γ ε ί;» Και δμως, ή δυσφορία συνεχιζόταν. Πρώτα πρώτα, τό νά μαντεύει κανείς τήν μιά καρτέλλα μετά τήν άλλη έκατό, χ ίλ ιες φορές, είνα ι μιά πολύ μονότονη και πολύ πληκτική άσκηση. Πρός τό τέλος τής κάθε συνεδρίασης, άκόμα καί τά πιό ένθουσιώδη πειραματόζωα παρουσίαζαν μιά κάμψη στήν άπόδοσή τους καί μετά άπρ μ ερικές βδομάδες ή μήνες έντατικού πειραματισμού οΐ περισσότεροι έχαναν άλως διόλου τό είδ ικό τους αύτό χάρισμα. "Οπως ήταν φυσικό, αύτό τό «φαινόμενο τής παρακμής» (άπό τήν άρχή μιας συνεδρίασης μέχρι τό τέλ ο ς τη ς) θεω ρήθηκε σάν μιά έπ'ι πλέον άπόδειξη τού ότι κάποιος ένεργός άνθρώπινος παράγοντας έπ ηρέαζε τ ’ άποτελέσματα καί όχι μονάχα ή τύχη. Παρ’ όλα αύτά, όπως τό·εϊπ αμε και πριν, αύτό τό πειραματικό σχήμα άφ ηνε κατά κάποιο τρόπο βαθύτατα άνικανοποίητους όσους δέν σκέπτονται μαθηματικά. Κ ι’ αύτό θά μάς τό δ ε ίξ ε ι καλύτερα ένα παράδειγμα. Σ έ ένα ESP τέστ, ένα άτομο μαντεύει έκατό διαδοχικές καρτέλλες στή σειρά, (πού γ υ ρ ίζε ι μιά μιά ό πειραμα­ τιστής σ’ ένα άλλο δωμάτιο ή άκόμα και σέ ένα άλλο κ τ ίρ ιο ). Έ φ ’ όσον ύπάρχουν πέντε ειδών καρτέλλες, ή άναμενόμενη τιμή τύχης θά πρέπει νά ά νέρ χετα ι σέ μιά σωστή πρόβλεψη στις πέντε ή σέ είκοσι σωστές προβλέψεις στις έκατό. ”Ας ύποθέσομε δτι άντί γ ιά είκοσι σωστές π ροβλέψεις αύτός κάνει είκοσι δύο. Δ έν χάθηκε ό κόσμος. Τό πείραμα έξα κο ^ο υθεϊ, φ τάνει στις χ ίλ ιες προβλέψεις καί τό άτομό μας έξα κο λο υ θεί νά δίνει ένα δέκα τοϊς έκατό περισσότερες έπιτυχημένες π ροβλέψεις άπ’ όσες ό ρ ίζει ή άναμενόμενη τιμή τύ χ η ς: διακόσιες είκοσι έπ ιτυχημένες π ροβλέψεις άντί γ ιά διακόσιες. Τώρα, όπως μάς λ έει ό παγκόσμια παραδεδεγμένος λογισμός τών πιθανοτήτων (πού βασίζεται στό περίφημο θεώ­ ρημα τού Νεύτω νος, τό θεώρημα τού δυω νύμου) ο1 πιθανότητες πού ύπάρχουν έναντίον ένός τέτο ιο υ άποτελέσματος πού προκύπτει άπό τήν τύχη καί μόνο, είνα ι εϊκοσι πρός ένα. Τό άτομο έξα κο λ ο υ θεί τις προβλέψεις του, φ τάνει τις πέντε χιλιά δες καί σ υ νεχίζει νά φ έρ νει ένα δέκα τοΐς έκατό έπι πλέον τής άναμενόμενης τιμής τύχης, χ ίλ ιες έκατό έπ ιτυχίες άντί γ ιά χίλ ιες. 01 πιθανότητες πού ύπάρχουν τώρα έναντίον τού παράγοντα τύχη φθάνουν σέ δυό χιλιάδες πρός ένα. Φτάνει άδυσώπητα στις δέκα χιλιάδ ες π ροβλέψεις - καί φ έρ νει δυό χιλιάδ ες διακόσιες έπ ιτυχίες άντί γ ιά δυό χιλιάδες. 01 πιθανότητες πού ύπάρχουν τώρα νά ό φ είλονται αύτές oi έπ ιτυχημένες προβλέψεις σέ καθαρή τύχη είνα ι μία στά δύο έκατομμύρια. Τ έτο ιο ς είνα ι ό «νόμος τών μεγάλων άριθμών». Γιά τόν μαθηματικό καί τόν φυσικό δέν είνα ι παρά ένα στοιχειώ δες όργανο. Γιά τόν μή μαθηματικό, ή άπότομη άνοδος τής καμπύλης τού ισοζυγίου τών πιθανοτήτων έναντίον τής τύχης δέν είνα ι παρά ένα άκόμα παράδοξο και μία πρόσθετη πηγή όχλησης γ ιά τή νό­ ησή του. Ό πλησιέστερος τρόπος γ ιά νά ά γ γ ίξο υ μ ε ένστικτωδώς αύτό τό παρά­ δοξο είνα ι ν ’ άναλογισθοΟμε ότι γ ιά νά έπ ιμένει σέ τέτο ιο βαθμό αύτή ή όσο άσήμαντη κ ι’ άν είνα ι άπόκλιση τών δέκα τοίς έκατό μετά άπό χίλια, πέντε χιλιάδες, δέκα χιλιάδες πειράματα, θά πεϊ ότι θά πρέπει νά συντρέχει κάποιος λόγος. Α ύτό προσπαθεί νά άπ οδείξει ό λογισμός τών πιθανοτήτων. Τά πρώτα άποτελέσματα πού δημοσίευσε τό 1934 ό Rhine, καλύπτουν μία σειρά άπό όγδόντα πέντε χ ιλ ιά ­ δες πειράματα μέ θέμα τήν καρτελλομαντική καί έλαβαν μέρος σ’ αύτά είδ ικά

20


έπ ιλεγμένα άτομα.* Στό σύνολο, ό άριθμός τών έπιτυχημένω ν προβλέψεων Ισοδυναμοΰσε μέ ένα είκοσι όχτώ το ΐς έκατό άντ'ι γ ιά είκοσι το ΐς έκατό. 01 πιθανότητες έναντίον τοΰ παράγοντα τύχη είναι σ’ αύτήν τήν περίπτωση άστρονομικές και μ’ αύτά τά στοιχεία έκανε ή ESP τήν πρώτη πραγματικά άξιοπρεπή δημοσία της έμφάνιση. Καί πάλι δμως, γ ιά δποιον δέν εϊναι μαθηματικός, έξα κο λ ο υ θεΐ νά ύπάρχει κάτι τό βαθύτατα ένοχλητικό στήν ιδέα δτι ένα είκοσιοχτώ, άντ'ι γ ιά είκοσι, τοΐς έκατό, μπορεί νά έχ ει τόσο βαρυσήμαντα άποτελέσματα, έστω και άν αύτό άφορά μεγάλους άριθμούς. Φαίνεται ότι ένα μαθηματικά ά φ ελές άτομο έχ ει ό ξύτερη συνείδηση άπό έκείνην πού έχ ε ι ένας είδικός, του βασικού παράδοξου τής θεω ρίας τών πιθανοτήτων, πού τόσο προβλημάτισε τούς φιλόσοφους άπό τήν έποχή πού ό Pascal έγκαινίασ ε τόν έπιστημονικό αύτό κλάδο (γ ιά νά βελτιώ ­ σει τις χαρτοπ αικτικές προοπτικές ένός φίλου φιλόσοφου τού Chevalier de М ёгё). Τό παράδοξο, σέ γ εν ικ ές γραμμές, έγ κ ειτα ι στό γεγο νός ότι ή θεωρία τών πιθανοτήτων μπορεί και προβλέπει μέ μιά μυστηριώδη άκρίβεια τήν τελική έκ­ βαση μιάς διεργασίας πού άπ οτελεΐται άπό ένα μεγάλο άριθμό άνεξάρτητω ν περιστατικών πού δέν μπορούν αύτά καθ’ έα υτά νά προβλεφθούν. Μ έ άλλα λόγια, παρακολουθούμε ένα μεγάλο άριθμό άβεβαιοτήτω ν νά συγκροτούν μιά βεβαιό­ τητα, ένα μεγάλο άριθμό τυχαίω ν γεγονότω ν νά δημιουργούν ένα τελικό άποτέλεσμα πού ύπακούει σέ κανονισμούς. Παράδοξο όμως ή όχι, αύτό τό σύστημα είνα ι σωστό. Στή θερμοδυναμική μπορούμε νά προείπουμε μέ άκρ ίβεια τήν θερμοκρασία ένός άερίου κάτω άπό μιά δεδομένη πίεση παρ’ όλο πού τά μόριά του, πού άπό τήν ταχύτητά τους έξα ρ τάται ή θερμοκρασία τοΰ άερίου, πετάν, όλα τους, έδώ καί κεϊ, συγκρούονται καί έξοσ τρακίζονται στόν τρελλό δρόμο τους σάν ένα σμάρι σκνίπες κάτω άπό τήν έπήρεια τού LSD. Ό άρχαιολόγος πού προσδιορίζει μέ τό τέσ τ τού ραδιενεργού άνθρακα τήν ήλικία ένός άπολιθώματος, βασ ίζεται στό γεγο νός ότι οΐ ραδιενερ­ γ ές ούσίες διασπώνται μέ έναν αύστηρά σταθερό ρυθμό (τό ν έπονομαζόμενο χρόνο «ήμίσειας ζωής» το υ ς) * * παρ’ όλο πού ό χρόνος διάσπασης τών ξεχωριστών άτόμων τους δέν ύπόκειται, ο ύτε θεω ρητικά, σέ κανόνες καί είνα ι άπρόβλεπτος. Γενικά, στήν ύπο-άτομική φυσική, ή Ά ρ χ ή τής ’Απροσδιοριστίας τοΰ Heisenberg καί οί νόμοι τής κβαντικής μηχανικής άντικατέστησαν τήν αιτιότητα μέ τήν πι­ θανότητα. Στή γ ενετική , άπό τήν ήμέρα κιόλας πού ό Ά β β ά ς Mendel άρχισε νά καταγράφ ει τά μπιζέλια-νάνους του, βασιλεύει ή στατιστική. Καί τό ίδιο συμβαίνει στούς κοσμικώτερους κόσμους τών έπιχειρήσεων τών καζίνων και τών άσφαλειών. Καμμιά άπ’ αύτές τις έπ ιχειρήσεις δέν θά μπορούσε νά σταθεί, άν οΐ νόμοι τής τύχης δέν ήταν, τόσο παράδοξα, τόσο φ ερ έγγυοι. 'Έ να κλασσικό παράδειγμα στατιστικής μαγείας ά να φ έρ ετα ι στούς θανάτους τών στρατιωτών τού Γερμανικού Ιππικού πού πέθαναν άπό λάκτισμα άλόγου άπό τό 1875 μέχρι τό 1894. Μέσα σ’ αύτά τά είκοσι χρόνια, ό συνολικός ά ρ ι^ ό ς θανάτων σέ δέκα τέσσερα σώματα στρατού ήταν 196. Μ ’ αύτά μονάχα τά στοιχεία, ένας Γερ­ μανός μαθηματικός άνέλαβε νά ύπολογίσει τήν θεω ρητική συχνότητα σέ μηδέν, εναν, δύο ή καΐ περισσότερους θανάτους κατά σώμα στρατού κατ’ έτος. Ά κο λο υ* Στά άρχεΐα κρατήθηκαν καί οί έπιδόσεις τών άτόμων πού άπορρίφθηκαν μετά άπό μιά προκαταρκτική δοκιμή γ ια τί οί έπιδόσεις τους ήταν μέτριες ή κάτω τού μετρίου. “ * ό χρόνος πού άπαιτεϊται γιά νά διασπασθούν τά μισά άτομα μιάς δεδομένης ραδιενεργούς ούσίας.

21


θ εΐ ή σύγκριση μ ετα ξύ θεωρητικών κα'ι πραγματικών ά ρ ιθμ ώ ν: ’

’Αριθμός θανάτων κατά σώμα στρατού κα τ’ έτος Ο

1 2

5

Πραγματικός ’Αριθμός Περιστατικώ ν 144 91 32

3 4 ή περισσότεροι

11 2 Ο

Θεωρητικός ’Αριθμός Περιστατικών 139.0 97.3 34.1

8.0 1.4 0.2 Κατά τόν W arren W eaver’ »

Καί γ ιά νά καταστήσουμε κάπως σαφέστερο αύτόν τόν κάπως περίπλοκο π ίνακα: πόσο συχνά,μέσα σ’ αύτά τά είκοσι χρόνια, θά ε ίχ ε κάθε ένα άπό τά τέσ ­ σερα σώματα στρατού δύο παρόμοια δυστυχήματα μέσα στόν ϊδιο χρόνο; Ή θεω ρία λ έει δτι αύτό θά έπρεπε νά συμβεΐ 34.1 φορές. Στήν πραγματικότητα συν­ έβη 32 φορές. Τό μοναδικό σ τοιχείο πού χ ρ ειά ζετα ι ένας μαθηματικός γ ιά τούς ύπολογισμούς του, είναι ό συνολικός άριθμός άτυχημάτω ν σέ 1 4 X 2 0 = 2 8 0 «έτη σωμάτων στρατού». Μ ’ αύτό μόνο τό δεδoμέvto και μέ τή βοήθεια τής κατανομής Poisson μπορεί νά ύπολογίσει τήν σχετική συχνότητα τών Ο, 1, 2, 3, ή 4 άπωλειών πού θά ύποστεϊ ένα σώμα στρατού μέσα σέ ένα χρόνο. 'Έ να άλλο μυστήριο τής θεω ρίας τών τυχαίω ν γεγονότω ν μάς άποκαλύπτει ή άκόλουθος παράγραφος τού W arren W eaver: 01 συνθήκες, κάτω άπό τις όποιες ένας σκύλος φθάνει στό σημείο νά δαγκώσει κάποιον τόσο σοβαρά ώστε νά χρ εια σ τεί ν ’ άνα φ ερ θεϊ τό γεγο νός στις Υ γ ε ιο ν ο μ ικ ές Υ π ηρεσίες, φ αίνονται πράγματι νά είναι κα'ι περίπλοκες και άπρόβλεπτες. Στήν Π ολιτεία τής Νέας Ύόρκης, οΐ Υ γ ειο ν ο μ ικ ές Υ π ηρεσίες άνάφεραν γ ιά τό 1955 ένα μέσο δρο άπό 75.3 παρόμοια κρούσματα. Τό 1956 ό άντίστοιχος άριθμός ήταν 73.6. Τό 1957, 73.2 και τΙς δύο έπόμενες χρ ο νιές 74.5 και 72.6.’ ’ Ό W eaver π αρ ατηρ εί:

"Ε να άπό τά πιό χτυπητά και τά πιό θεμελιώ δη χαρακτηριστικά τής θεωρίας τών πιθανοτήτων είνα ι δτι μάς ό δ η γεΐ στήν κατανόηση {Sic) τής κατά τά άλλα παράξενης πραγματικότητας, σύμφωνα μέ τήν όποία, γεγονότα, πού δταν τά άντιμετω π ίζουμε τό κάθε ένα ξεχω ριστά, είναι, άπό τήν φύση τους, ιδιότροπα καί άπρόβλεπτα, δταν άντιμετω πίζονται όμαδικά μπορούν νά μάς δώσουν πολύ σταθερούς μέσους

δρους.^^ χρησιμοποίησε τήν έπωνομαζόμενη κατανομή Πουασσόν, πού κατάγεται άπό τήν εύρύτερα χρησιμοποιούμενη καμπύλη Gauss.

22


Μάς όδηγοΰν όμως πραγματικά οέ μιά κ α τα νό η σ η ; Πώς αύτά τά άλογα τού Γερμανικού Στρατού συντονίζουν τή συχνότητα των θανατηφόρων λακτισμάτων τους σύμφωνα μέ τις άπαιτήσεις τής κατανομής Poisson; Πώς ξέρουν οΐ σκύ­ λοι τής Νέας Ύ όρκης δτι τό ήμερήσιο «δαγκωματικό>? τους δελτίο έχ ει λ ή ξει; Στην περίπτωση πού τό καζίνο δέν θά έπαυε νά λ ειτο υρ γεί, πώς θά ή ξερ ε ή μπίλλια δτι σέ τελευτα ία άνάλυση θά έπρεπε τελ ικά νά έρ χ ετα ι μιά φορά στις τριάντα έπτά; Ή κατευναστική έρ μ η νεία ότι οί άπειρες μικροεπιδράσεις πού ύφ ίστανται τά άλογα, οΐ σκύλοι και οΐ μπίλλιες τής ρουλέττας στή μεγάλη διάρκεια άντισταθμίζονται, είνα ι μιά έρμηνεία πού στήν πραγματικότητα χρ ειά ζετα ι έξήγηση. Δ έν μάς έ ξ η γ ε ϊ τό πανάρχαιο παράδοξο πού προκύπτει άπό τό γεγονός ότι τό άποτέλεσμα πού φ έρ ν ει ό γκρουπιέρης, όταν ρίχνει τή μπιλλιά του, δέν συν­ δ έετα ι αΐτιακά μέ τά άποτελέσματα πού έφ ερ αν οΐ προηγούμενες του μπιλλιέςότι άν τό κόκκινο ήρθε είκοσιοχτώ φ ορές στή σειρά (πού, όπως νομίζω, είναι ή πιό έπίμονη έπανάληψη πού καταγράφ τηκε π ο τέ), οΐ π ιθανότητες πού έχ ει νά ξανάρθει άλλη μία φορά έξακολουθούν νά είνα ι ένα πρός ένα. 'Η θεω ρία τών πιθανοτήτων είναι παιδί τού παράδοξου άπό τούς γάμους του μέ τά μαθηματικά. Κ ι’ όμως δουλεύει. 'Ολόκληρο τό οικοδόμημα τής μον­ τέρνας φυσικής σ τηρ ίζεται άπάνω της, ό άρχαιολόγος β ασ ίζεται σ’ αύτήν, οΐ έπιχ ειρή σ εις βασίζονται σ’ αύτήν. Και δουλεύει, τό έπαναλαμβάνομε μία άκόμα φορά, μέ μιά μυστηριώδη άκρίβεια κάθε φορά πού άντιμετω πίζονται μεγάλοι άριθμοί μαζικά. Καί γ ι ’ αύτό άκριβώς όδηγούμαστε στό συμπέρασμα ότι θά πρέ­ πει νά ύπάρχει κάποιος άλλος παράγοντας, έκτός άπό τόν παράγοντα τής τύχης, κάθε φορά πού μιά μεγάλη σειρά γεγονότω ν άποκλίνει συστηματικά άπό τις μα­ θη μ ατικές προσδοκίες τής τύχης. Ό δη γούμα σ τε, δέν είμαστε όμως καί εύ τυ χ είς γ ι’ αύτό. "Αν ή παραψυχο­ λογία δέν ήταν τίποτα περισσότερο άπό μιά άπλή καρτελλομαντική, δέν θά ά ξ ιζ ε τόν κόπο ν ’ άσχοληθοΰμε κάν. Τ ά στατιστικά όμως άποτελέσματα τών πειρα­ ματισμών τού Rhine, τού Soal, τού Thouless καί οΰτω καθεξής, συγκροτούν άρκετά ισχυρές άπ οδείξεις γ ιά ν ’ άναστατώσουν ένα σκεπτικό έπιστήμονα. 'Έ νας τρόπος γιά νά πείσουμε ένα κουφό άνθρωπο ότι τό γραμμόφω νο παίζει μουσική, είναι νά τού δ είξο υ μ ε τά αύλάκια τού δίσκου μ ’ ένα μ εγεθυντικό φακό.

Μ ιά άλλη αύθόρμητη· άντίδραση πού ξεσηκώνουν ή καρτελλο-μαντική και τά στατιστικά πειράματα είνα ι ή άκόλουθη: «Πολύ καλά, τά τηλεπαθητικά σας ύποκείμενα έχουν ένα μέσο όρο άπόδοσης πού φ θάνει στις όχτώ έπ ιτυχίες στις είκοσιπέντε, άντί γ ιά τήν άναμενόμενη τιμή τύχης τών πέντε έπιτυχιών. Είναι πάρα πολύ έντυπωσιακό, δέν παύει όμως ν ’ άφ ήνει δέκα έπτά άποτυχίες στις είκοσι πέντε προβλέψεις. "Αν ύποθέσουμε ότι τό έπιπλέον τρία τοΤς έκατό τών έπιτυχιών ό φ είλ ετα ι στήν ESP, θά πρέπει νά είναι μιά πολύ ιδιόρρυθμη ιδιοσυ­ στασία, άφού πότε ύπάρχει και πότε δέν ύπάρχει — καί συνήθως δέν υπάρχει.» Α ύτό είναι, όπωσδήποτε, άλήθεια. Θά μπορούσε βέβαια ν ’ ά ν τιτά ξει κανείς ότι τά έπϊ μέρους μόρια τού άτμοΰ τής άτμομηχανής ή τά σωμάτια σ’ έναν άτομικό άντιδραστήρα, συμπ εριφέρονται έ ξ ίσου ιδιόρρυθμα και ότι μόνον τό τελικό άποτέλεσμα είναι βέβαιο. Ή άναλογία όμως δέν στέκει παρά μερικά, γ ια τί στήν ESP δέν μπορούμε νά είμαστε βέβαιοι ο ϋτε γ ιά τό τελικό άποτέλεσμα. 'Ό σ α καί νά μάς ύπόσχεται ένα ύποκείμενο, όσοδήποτε έντυπωσιακές καί άν ήταν οΐ προ­ ηγούμενες έπιδόσεις του, τίποτα δέν μάς έγ γ υ ά τα ι ότι θά λειτουργήσουν οΐ ESP

23


Ικανότητές του καΐ στην έπόμενη συνεδρίαση. Καί αύτό είνα ι στήν πραγματικό­ τη τα καί ένα άπό τά κυριώτερα έπ ιχειρήματα των σκεπτικιστών. Μ ιά άπό τις βασικές άπαιτήσεις τών θετικώ ν έπιστημών είνα ι δτι ένα πείραμα πρέπει όπωσδήποτε νά μπορεί νά έπαναλαμβάνετω καί τά άποτελέσματά του νά προβλέπονται (μέσ α σέ ώρισμένα στατιστικά δ ρ ια ). Αυτή κα θ’ έαυτή όμως ή φύση τών παρα­ ψυχολογικών πειραμάτων τά κάνει νά μήν μπορούν νά έπαναλαμβάνονται κατά βούληση καί νά λειτουργούν άπρόβλεπτα. Αύτή ή ιδιότητά τους είναι τό στοι­ χείο πού δαιμόνισε κα τ’ έξο χή ν τήν άντίδραση, άπό τήν άρχή. "Αν σ κεφ τούμε δμως ένα λεπτό, θά δούμε οτι ή κριτική τών σκεπτικιστών είνα ι άδικη. Μπορεί ή έπανάληψη καΐ ή πρόβλεψη νά είνα ι έγκυρα κριτήρια στις φυσικές έπιστήμες, έχουν όμως μικρότερη ά ξία στό χώρο τής Ιατρικής καΐ άκόμα μικρώτερη σ’ έκείνο υς τούς κλάδους τής ψ υχολογίας πού άσχολούνται μέ τ'ις διεργασίες τού άσυνείδητου καί μέ τό αύτόνομο νευρικό σύστημα. Ή στήση τού πέους είναι, άλλοίμονο, μάλλον άπρόβλεπτη και τό ϊδιο ισχύει και γ ιά τόν όργασμό τής γυναίκας. Καί άσφαλώς δέν θά διευκόλυνε τή λ ειτο υρ γία τους ούτε τό είδος τού αύστηρού πειραματικού έλεγχο υ τής ESP ούτε ή παρου­ σία σκεπτικών παρατηρητών. Και αύτή δέν είναι καμμιά άσχετη άναλογία, γ ια τί τόσο τό σ έξ όσο καί ή ESP έξα ρ τώ νται καί τά δύο άπό άσυνείδητες διεργασίες πού δέν ύπακούουν στόν έλ εγ χ ο τής βούλησης. Οί σ υνειδητές προσπάθειες έ ξ άλλου, θά μπορούσαν ν ’ άποθαρρύνουν τό ύποκείμενο. Μισό σχεδόν αιώνα τώρα, οΐ παραψυχολόγοι τής στατιστικής σχολής κυνηγάνε τό τέλ ειο πείραμα πού θά μπορούσε νά ικανοποιήσει τά αύστηρώτερα κριτήρια τής έπανάληψης και τής πρόβλεψης. Καί ή έμμονη αύτή ιδέα τους, μέχρι ν ’ άνακαλύψουν οί ψυχολόγοι τήν τεχνική πού θά μπορεί νά προκαλεί τήν παρ’ αίσθηση άντίληψ η κατά βούληση, κινδυνεύει νά μεταμορφ ω θεί σέ τελώνιο.

Λιγώ τερο έξα ντλη τική προσέγγιση στήν παραψυχολογία άπό τήν καρτελλομαντική στατιστική, είναι τά «κλασσικά», όπως θά μπορούσε κανείς νά τά άποκαλέσει πειράματα, πού έκανε, άπό πολύ παλιά, ή Βρεττανική Ε τ α ιρ ε ία Ψυχικών ’Ερευνών (British Society for Psychical Research, ή SPR). Τό 1880, δυό δ ια κεκρ ιμένα μέλη της, ένας είρηνοδίκης καί Δ ιευθυντής τού Πανεπιστημιακού Κολλεγίου, ό M alcolm Guthrie, καί ένας γυμνασιάρχης, ό Jam es Birchall, έκαναν μιά σειρά άπό 246 πειράματα μέ θέμα τήν τηλεπαθητική μετα­ βίβαση σχεδίων σέ ιδ ιαίτερ α προικισμένα άτομα. Ά φ ο ύ δημοσίευσαν τά πρώτα τους άποτελέσματα στήν Proceedings of the Society πλησίασαν τ6ν S ir O liver ■ Lodge, άπό τούς πιό έξέχ ο ν τε ς φυσικούς τής έποχής του, πού χρημάτισε, δια­ δοχικά, Πρόεδρος τής Φυσικής Ε τ α ιρ ε ία ς τού Βρεττανικού Συνδέσμου, τής Radio Society, τής 'Ε τα ιρ εία ς Rontgen, Ε τ α ίρ ο ς τής Βασιλικής 'Ε τα ιρ εία ς κ.ο.κ. καί τόν έπεισαν ν ’ άναλάβει τήν έποπτεία τών πειραμάτων. Τό άκόλουθο άπόσπασμα άπό τήν έκθεσή του θά μπορούσε ϊσως νά μάς δώσει κάπως τήν άτμόσφαιρα μέσα στήν όποία έκτελέσ τηκαν αύτά τά π ειρ άμ ατα:

24


"Αν είχ α παρακολουθήσει άπλώς τ ά γ εγο νό τα σάν ένας παθητικός θεατής, δέν θά έφ θανα άσφαλώς ποτέ στό σημείο νά έκτεθώ δημοσίως πάνω σ’ αύτό τό θέμα. "Οσο είμαι άναγκασμένος νά δέχομαι καταστάσεις πού μοΰ έπιβάλλονται καί νά τις περιγράφω σάν ένας άπλός μάρτυρας, δέν έχω καμμιά έμπιστοσύνη στην ό ξυ δ έρ κ ειά μου και είμαι άπόλυτα βέβαιος ότι ένας θαυματοποιός θά μπορούσε ώραιώτατα νά μέ έξαπατήσει, δημιουργώ ντας μου μάλιστα τήν έντύπωση ότι δέν μέ έξαπάτησε. "Ο ταν όμως κανείς έλ έγ χ ε ι τήν κατάσταση, όταν μπορεί ν ’ άλλάζει τις συνθήκες κατά βούληση καΐ νά προετοιμάζει μόνος του τά πειράματά του, άποκτά σιγά σιγά γ ιά τά φ αινόμενα πού παρατηρεί μιά πίστη τελείω ς άνάλογη μ ’ έκείνη πού προκαλοΰν οΐ έπαναλήψεις των κοινών φυσικών πειραμάτων.’ ^ Στήν άπάνω σειρά τού διαγράμματος πού άκολουθεί ύπάρχουν τά έξη σχέδια πού σχεδιάστηκαν αύθόρμητα άπό τόν Guthrie καί «μεταβιβάστηκαν» στήν δέκτρια «Δίδα Ε.»· ή κάτω σειρά παρουσιάζει τήν άναπαραγωγή τους άπό τήν δέκτρια. Είναι ή πλήρης σειρά τών διαδοχικώ ν τηλεπαθητικών μεταβιβάσεων πού έγιναν σέ μία μονάχα συνεδρίαση.

Ά η ο τήν πρωτότυπη άναπαραγωγή, όπως δημοσιεύτηκε ατά Proceedings of the Society for Psychical Research, (τόμ. II, 1884 (ύπό κλίμακα). Στό ίδιο έκεϊνο τεύχος τών Proceedings είχαν δημοσ ιευτεί άλλες δέκα μετα­ βιβάσεις σχεδίων πού είχαν έκ τελ εσ τεΐ μέ άπόλυτη έπ ιτυχία. Ό άριθμός τών πει­ ραμάτων πού έκτελέστηκαν μέ μερική έπ ιτυχία δέν μπορεί ν ’ άποδοθεί μέ άκρίβεια. Μ έ τήν μετριοπαθέστερη έκτίμηση, φθάνουν τις μισές σέ ένα άριθμό 246 δοκιμών. Σ ’ αύτό όμως τό είδος τών πειραμάτων, ή στατιστική δέν παίζει καί κα­ νένα σπουδαίο ρόλο. ’Ά λ λ ο είνα ι τό νά μ αντέψ εις σωστά μιά καρτέλλα στις πέντε καί τελείω ς άλλο τό νά άναπαραγάγεις ένα συγκεκριμένο σχέδιο μέσα άπό έναν άπειρο άριθμό πιθανών σχεδίων. Καί τά πειράματα τού Guthrie δέν ήταν

25


καθόλου τά μοναδικά στό είδος τους. Σ τά πρώτα τεύχη τών Proceedings of the Society for Psychical Research ά να φ έρ ετα ι έ\/ας άριθμός έ ξ ϊσου έντυπωσιακών άποτελεσμάτων. ’Ίσως θά επρεπε σ’ αύτό τό σημείο νά πώ δυό λόγια γ ιά τήν Βρεττανική Ε τ α ι­ ρεία Ψυχικώ ν ’Ερευνών. Ποιος είνα ι ό χαρακτήρας της καΐ ποιά ή άκαδημαϊκή καί κοινωνική της τοποθέτηση τό δ είχ ν ει μέ τόν άπλσύστερο τρόπο ή κατάσταση πού άκολουθεΐ καί πού ά να φ έρ ει τούς Προέδρους της πού πήραν, όλοι τους, ένα ένεργό μέρος στήν έρ ευνα τής ESP. Αύτή ή κατάσταση περιλαμβάνει τρία βραβεία Νόμπελ, δέκα Ε τα ίρ ο υ ς τής Βασιλικής 'Ε τα ιρ εία ς, ένα Πρωθυπουργό καί ένα γ α ­ λ α ξία καθηγητών, φυσικών ώς έπί τό πλείστον, καί φ ιλο σ ό φ ω ν:

1 8 8 2 -4 Henry Sidgwick, Καθηγητής τής ’Ηθικής, Καϊμπριτζ. 1 8 8 5 -7 Balfour Stewart, P.R.S. Καθηγητής τής Φυσικής, Πανεπιστήμιο τού Μάντσεστερ. 1888 - 92 Henry Sidgwick — 1893 A rthur Earl of Balfour K.G., O.M., Φιλόσοφος. Πρωθυπουργός. 'Υπουργός τών ’ Εξωτερικών. Πρόεδρος τού ΒρεττανικοΟ Συνδέσμου. 1894 —5 William James Καθηγητής τής Ψυχολογίας καί τής Φιλοσοφίας στό Χάρβαρντ. 1896 —7 Sir William Crookes, О.М. F.R.S., ’Ανακάλυψε τό θάλλιον. ’ Εφεύρε τό ραδιόμετρο κ.λ.π. 1900 Frederic W.H. Myers Φιλόλογος. Συνέλαβε τήν έννοια τού υποσυνείδητου Έγώ, έπλασε τοΐις όρους τηλεπάθεια, ‘‘ύπερκανονικό” και “ άληθοφανές” . 1 9 0 1 -3 Sir Oliver Lodge, F.R.S. (βλ. άνωτέρω) 1904 Sir William Barrett, F.R.S., Καθηγητής τής Φυσικής στό Δουβλίνο. Τό 1876 διά­ βασε στό άνθρωπολογικό τμήμα τοΰ ΒρεττανικοΟ Συνδέσμου ένα κείμενο σχε­ τικό μέ τήν τηλεπάθεια υπνωτισμένων άτόμων, ό Σύνδεσμος όμως άρνήθηκε νά δημοσιεύσει τό κείμενό του ή νά συγκροτήσει μία ’ Εξεταστική ’ Επιτροπή γιά νά έρευνήσει τά λεγόμενά του. 1905 Charles Richet, Καθηγητής τής ’Ιατρικής. Γάλλος φυσιολόγος, άνακάλυψε τήν όροθεραπεία. Βραβείο Νόμπελ (1913) γιά τή έργασία του πάνω στήν άναφυλαξία. 1 9 0 6 -7 Rt. Hon. Gerald Balfour (νεώτερος άδελφός τού "Αρθουρ Μπαλφούρ). 'Εταίρος τού Trinity College, Καϊμπριτζ. Υπουργός 1895-6. Πρόεδρος τού ’Εμπορικού ’Επιμελητηρίου 1900-5. 1908 —9 Mrs. Henry Sidgwick (Έλεονώρα, τό γένος Μπάλφουρ). Πρύτανις τού Κολλεγίου Νηούμαν, Καϊμπριτζ, 1892-1910. 1910 Η. Arthur Smith Μ.Α., L.LB., Δικηγόρος 1911 Andrew Lang Πρώτος έπιμελητής τού Gifford. Αύθεντία στήν μυθολογία καί στήν λαογραφία. 1912 Bishop W. Boyd Carpenter, ’ Επίσκοπος τού Ripon, Canon of Westminster. 1913 Henri Bergson, Φιλόσοφος. Καθηγητής τής Σορβόννης. ’Ακαδημαϊκός. Βραβείο Νόμπελ 1927. 1914 F.C.S. Schiller, Βρεττανός Φιλόσοφος, Πραγματιστής. ’Οξφόρδη. Καθηγητής τού Πανεπιστημίου τού Λός ’Ά ν τζελ ες. 1 9 1 5 -6 Gilbert Murray, LL.D., Καθηγητής τών 'Ελληνικών στήν ’Οξφόρδη. 1 9 1 7 -8 L.P. Jacks. LL.D.. D.D.. ’ Εκδότης τής έφημερίδος Hibbert. Καθηγητής τής Φιλο­ σοφίας, κολλέγιο Μάντσεστερ, ’Οξφόρδη. 1919 Lord Rayleigh, Ο.Μ., F.R.S., Βραβείο Νόμπελ 1904. Καθηγητής τής Πειραματικής Φυσικής στό Καϊμπριτζ 1879-84. Πρόεδρος τής Βασιλικής 'Εταιρείας. ’Ανακάλυψε τό άργόν (σέ συνεργασία μέ τόν Sir William Ramsey).

26


1920 —1

William McDougall, ’Ιατρός ψυχολόγος. Καθηγητής τής Ψυχολογίας στό Χάρβαρντ και άργότερα στό Πανεπιστήμιο Duke στή Β. Καρολίνα. 1922 T.W. Mitchell, M.D., ’Εκδότης τής Βρεττανικής ’Εφημερίδας τής ’Ιατρικής Ψυχο­ λογίας. 1923 Camille Flammarion, Γάλλος άστρονόμος. ‘Ιδρυτής καί διευθυντής τού ’Αστερο­ σκοπείου Juvisy. 1924 —5 J.G. Piddington, ’Επιχειρηματίας, διαχειριστής των οικονομικών τής 'Εταιρείας. 1926 —7 Hans Driesch, Καθηγητής τής Φιλοσοφίας. Πανεπιστήμιο τής Χαϊδελβέργης. ’Από τούς πρωτοπόρους τής πειραματικής βιολογίας. 1 9 2 8 -9 Sir Lawrence Jones B t„ B.A. (Oxon), F.R.S.L. 1 9 3 0 -1 Walter Franklin Prince, PH.D., ’Αμερικανός δικηγόρος, μελετητής τής πολλαπλής προσωπικότητας. 1932 Mrs. Henry Sidgwick, (Τιμητικός Πρόεδρος) συγχρόνως μέ τόν S ir Oliver Lodge. 1 9 3 3 -4 The Hon. Mrs. Alfred Lyttelton, ( ’Έ ντιθ, τό γένος Μπάλφσυρ). D.B.E., G.B.E. ’Εκπρόσωπος στήν ’ Εθνοσυνέλευση. 1935 —6 C.D. Broad, LITT.D., FBA., Καθηγητής τής ’Ηθικής, Πανεπιστήμιο τού Καΐμπριτζ, Πρόεδρος τής^’Αριστοτέλειας 'Εταιρείας 1927-8. 1937 —8 Lord Rayleigh, F.R.S., Φυσικός. Πρόεδρος τού Β ρεττανικο'ι Συνδέσμου, γιός τοΟ τρίτου Λόρδου Ράλεϋ. 1939-41 Η.Η. Price, F.B.A., Καθηγητής τής Λογικής, ’Οξφόρδη.* 1 9 4 2 -4 RJ-1. Thouless, PH.D., Ψυχολόγος. Καΐμπριτζ. 1945 —6 G.N.M. Tyrell, Β.Α. London, Φυσική καί Μαθηματικά. Συνεργάστηκε μέ τόν Μαρκόνι γιά τήν άνάπτυξη τής ραδιοφωνίας. 1 9 4 7 -8 W.H. Salter, LL.B., Φιλόλογος. 1949 Gardner Murphy, Καθηγητής τής Ψυχολογίας, Χάρβαρντ. 195 0 -1 S.G. Soal, Μ.Α., D. SC., Μαθηματικός. 1952 Gilbert Murray Ο.Μ. 1953 —5 F.J.M. Stratton D.S.O., F.R.S., Πρόεδρος τού Βασιλικού ’Αστρονομικού Συνδέσμου. Καθηγητής τής ’Αστροφυσικής, Καΐμπριτζ. Διευθυντής τού Παρατηρητηρίου τής Ή λιοφυσικής, Καΐμπριτζ. 1956 —8 G.W. Lambert, С.8., 'Υφυπουργός τών ’ Εξωτερικών, Γραφεΐον Πολέμου. Διετύπωσε τήν γεωφυσική θεωρία τών “ poltergeists” . 1 9 5 8 -6 0 C.D. Broad 196 0-1 Н.Н. Price 1961 - 3 E.R. Dodds, F.B.A, M.A, D. LITT., Καθηγητής τών 'Ελληνικών στήν ’Οξφόρδη. 1963 —5 D.J. West, M.D., CH.В. P.D.M., Ψυχίατρος καί έγκληματολόγος. 1 9 6 5 -9 Sir Alister Hardy, F.R.S., Καθηγητής τής Ζωολογίας, ’Οξφόρδη. 1970 W.A.H. Rushton, F.R.S., Διευθυντής ’Ιατρικών Σπουδών, Κολλέγιο Τρίνιτυ, ΚαΙμπριτζ. Καθηγητής ’Οπτικής Φυσιολογίας, Καΐμπριτζ. 1971 G.W.K. Mundle, Β.Α. (Οχοη) Μ.Α., Διευθυντής, Τμήμα Φιλοσοφίας, Πανεπιστη­ μιακό Κολλέγιο τών North Wales, Bangor.

Α ύτή ή λίστα θά γινόταν άκόμα πιό έπικίνδυνη άν συμπεριλαμβάναμε σ’ αύτήν καί τούς άνώ τερους άξιω ματούχους τοΰ Συμβουλίου τής Ε τα ιρ ε ία ς (τόν Sir J.J. Thomson π.χ, πού άνακάλυψ ε τό ή λεκτρ ό ν ιο ). Ά λ λ ά και σ’ αύτήν τήν πρό­ χειρη της σκιαγράφηση, είνα ι άρκετά άποκαλυπτική γ ιά νά μάς δ ε ίξ ε ι δτι ή έρευνα τής ESP δέν είνα ι ένας χώρος παιχνιδιού γ ιά προληπτικούς εύφ υολόγους και δτι ή Ιδέα μιάς συνωμοσίας άπατεώνων είνα ι παράλογη. * Δέν πρέπει νά συγχέεται μέ τόν διαφωνσύντα πνευματιστή Harry Price..

27


'Έ ν α ς άπό τούς πιό έπ ιτυχημένους πειραματιστές τής «προστατιστικής» περιόδου, πριν κάνει τήν έμφάνισή του ό Rhine, ήταν ό Καθηγητής Gilbert Murray, πού έπ αιζε γ ιά πολλά χρόνια «τή μεταβίβαση τής σκέψης» μ’ ένα κύκλο έκλεκτών φίλων του σάν ένα είδος παιχνίδι συναναστροφής. Ό Murray άνάφερε γ ιά πρώτη φορά τά πειράματά του στήν Ε τ α ιρ ε ία τών Ψυχικώ ν ’ Ερευνών στόν Προεδρικό Λόγο του τού 1915 καί ξαναμίλησε τελ ευ τα ία γ ι’ αύτά όταν ξα ναεκλέχτη κε Πρό­ εδρος, στό Λόγο του τού 1952. Θά πρέπει λοιπόν νά συνέχισε τούς πειραματι­ σμούς του γιά είκοσι τουλάχιστον χρόνια. Τ ά πειράματά του έχουν π εριγράφ ει άναλυτικώ τερα άπό τήν Κυρία Α. Verral (Κ αθηγή τρ ια ’Αρχαίω ν Γλωσσών στό Πανεπιστήμιο Νηοΰμαν τού Κ α ίμ π ρ ιτζ)’ "* και άπό τήν Κυρία Henry Sidgw ick τό 1924,’ s Σ ’ αύτά τά πειράματα, ό Murray έπ αιζε τόν ρόλο τού δέκτη. Τόν ρόλο τού πομπού άναλάμβαναν διάφορα κάθε φορά μέλη τής όμάδας. Ή έκθεση τής κυρίας Sidgwick άνο ίγει ώς έξή ς : Τά πειράματα τού Καθηγητή βαση τής σκέψης είνα ι ϊσως τά στήν κρίση τής Ε τ α ιρ ε ία ς μέχρι λεσαν περισσότερο τήν προσοχή νομίζω, έκπληκτικό.

G ilbert M urray γύρω άπό τήν μεταβί­ σημαντικώτερα πού έχουν ύποβληθεϊ οήμερα... Τό γεγο νός ότι δέν προκάάπ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, είναι,

Είναι πράγματι έκπληκτικό. Τό κάτω κάτω, ό G ilbert Murray δέν ήταν μόνον ό μεγαλύτερος φ ιλόλογος τής έποχής του άλλά καί μιά δημόσια μορφή πού θά μπο­ ρούσε νά παραβληθεί μέ τόν Bertrand Russell. Σ υ ν έτα ξε τό Σύμφωνο τής Κοινω­ νίας τών ’Εθνών. Τόν κατέκλυσαν μέ δλες τις δυνατές τιμ ές όλες οΐ γνω στές 'Ε τα ιρ είες σοφών τού κόσμου. Κ ι’ δμως, τά πειράματά του γύρω άπό τήν τηλεπά­ θεια μένουν σχεδόν άγνωστα μέχρι σήμερα. Γι’ αύτό, άλλά καί γ ια τί μάς δίνει νά διαισθανθούμε μιά άτμόσφαιρα τελείω ς διαφ ορετική άπό τήν άτμόσφαιρα τής καρτελλομαντικής βιομηχανίας τής ESP, ά ξ ίζ ε ι νά τού άφιερώ σουμε μ ερ ικές παρα­ γράφ ους. Ό ρ ίσ τε μερικά άποσπάσπασματα άπό τό Λόγο του τού 1952: ’Επ ιτρέψ τε μου νά δηλώσω δτι τά πειράματά μου άνήκουν στό προστατιστικό στάδιο τής ψυχικής έρευνας... Και πάλι, δμως, δέν βλέπω πώς θά μπορούσε νά μάς ε ίχ ε ξε φ ύ γ ε ι ό έλεγχο ς... Ή συμπαιγνία, νομίζω ότι δέν σ υ ζη τεϊτα ι καί όσοδήποτε κ ι’ άν μού ξεγλυσ τροϋσε ή συμπεριφο­ ρά τού ύποσυνειδήτου μου θά έπρεπε νά έχ ε ι γ ιά συνενόχους του ύπερβο­ λικά πολλούς εύϋπόληπτους άνθρώπους... Ή μέθοδός μας ήταν πάντα ή ϊδια. Μ ’ έστελναν στήν τραπεζαρία ή στήν άλλη άκρη τού διαδρόμου καί έκεΐνο ι έμεναν στό λίβ ινγκ ρούμ, άφού, φυσικά, έκλειναν τις πόρτες. Κά­ ποιος τους δ ιά λ εγ ε ένα θέμα και τό έγραφ αν, άμέσως, λέξη πρός λέξη . Τ ό τε μέ φώναζαν καί κατέγραφ αν τά λεγόμενό μου. Ά π ό τά πρώτα πεντακόσια πέντε πειράματα, ένα έξή ν τα περίπου τοις έκατό θεω ρήθηκε άπό τήν όμάδα σάν άποδεικτικό και τά ύπόλσιπα σάν άποτυχίες. Παρα­ θέτο υμ ε μερικά παραδείγματα «άποδεικτικών» περιπτώσεων. (Σύμφ ω να μέ τό πρωτόκολο πού τηρήθηκε, πρώτο ά να φ έρ ετα ι τό όνομα τού πομπού, άκολουθεΐ τό θέμα πού θά έπρεπε νά μ αντέψ ει ό δέκτης καΐ τελ ευτα ία άναφ έρονται οί άπαντήσεις τού Murray στήν έπιστροφή του στό λίβινγκ ρ ο ύ μ ):

28


Κ Ο Μ Η Σ Σ Α CARLISLE (π ο μ π ό ς): «Τούς στρατιώ τες τής Κριμαίας, στήν έπιστροφή τους, δταν παρασημοφοροΟνται άπό τήν Βασίλισσα Βικτωρία στήν ’Έφιππη Βασιλική Φρουρά». Κ Α Θ Η ΓΗ Τ Η Σ MURRAY: «Είναι κάτι σχετικό μέ τόν Βασιλέα; Δ ίν ει κάτι ό Βασιλεύς στόν κόσμο; Ναί, νομίζω ότι πρόκειται γ ιά κάποιου είδους παρασημοφόρηση». Κ Ο Μ Η ΣΣΑ CARLISLE (πομπός) : /«Προτείνω τό «Λουζίτάπ α». Κ Α Θ Η ΓΗ Τ Η Σ M URRAY: «Αύτό μοΰ ήρθε βίαια στό μυαλό. ’Έ χ ω τήν τρομακτική αίσθηση μιάς ναυτικής καταστροφής. Νομίζω δτι πρόκειται γ ιά τόν τορπιλισμό τού Λ ο υ ζ ιτά ν ιο ’’ . Η ΚΟΡΗ Τ Ο Υ MURRAY, ROSALIND: «Φαντάζομαι ότι χορεύω σ’ ένα cafe chantant τής Χάγης μέ τόν Γενικό Γραμματέα τού Υ π ο υρ γείο υ τών ’Εξωτερικών τής 'Ολλανδίας». Κ Α Θ Η ΓΗ Τ Η Σ MURRAY: «Διαισθάνομαι άμυδρά δτι πρόκειται γ ιά κάτι πού έχ ει σχέση μέ τό τα ξίδ ι σου στό ’Εξω τερικό.... Κάτι έπίσημο θά έλεγα, κάτι σάν έπίσημη έσπερίδα, σάν χορός, κάτι τέτο ιο . ΑΙσθάνομαι δτι θά πρέπει νά έχ ε ι συμβεϊ στήν 'Ολλανδία».

Μ ερικές φ ορές, τά πειράματα πού θεω ρήθηκαν άποτυχημένα είναι έ ξ ίσου ά π ο δεικτικά : M A RG AR ET DAVIS (πομπός) : «Τό παρεκκλήσια και τούς τάφ ους τών Μεδίκων. ’Απότομη παγωνιά. ’Απόλυτη άκινησία. Π έτρινες φυσιογνω μίες πού φαίνονται σάν νά έχουν περάσει τή νύχτα έκεϊ». Κ Α Θ Η ΓΗ Τ Η Σ M URRAY; «Διερωτώμαι άν είνα ι σωστό. Μοΰ θυ μ ίζει μιά σκηνή άπό τό ποίημά μου N efrekepta, δταν ό ήρωας περνάει τόν ένα διάδρομο μετά τόν άλλο και φθάνει στόν έσω τερικό χώρο όπου ό N efrekepta κείτετα ι νεκρός, π εριτριγυρισμένος άπό τις σκιές τής γυναίκας του καί τών παιδιών του. Νομίζω δμως δτι έχ ε ι σχέση μέ τις ’Ινδίες». Καί ό Murray παρατηρεί: «Είχα έμπ νευσθεΐ τό ποιήμα μου άπό μιά Α ιγ υ ­ πτιακή Ιστορία. Φαντάζομαι ότι θά εννοιωσα δτι τό θέμα δέν ήταν Αιγυπτιακό». Προηγούμενα, στό λόγο του, έγ ρ α φ ε: 01 προσωπικές έντυπώσεις τοΰ ίδιου τού δέκτη δέν άποτελοΰν βέβαια άναμφισβήτητη μαρτυρία κ ι’ δμως, αισθάνομαι πολύ έντονα δτι σ’ αύτοϋ τοΰ είδους τις μ αντείες μου ύπάρχει μιά ποιότητα σχεδόν παγκόσμια, πού δέν μπορεί ν ’ άνήκει παρά στήν τηλεπ άθεια καΐ πού κανενέ^ άλλου είδους έρμηνεία δέν έξη γ ε ϊ. ’Α ρχίζουν πάντοτε μέσα σέ μιά άμυδρά συγκινησιακή ποιότητα ή άτμόσφαιρα... Και οί άποτυχημένες εικασίες, γίνο νται κ ι’ α ύτές συχνά μέσα στήν ίδια άτμόσφαιρα. Τ ί θέλω νά πώ μ’ α ύ τ ό ; "Ο τι δέν μοΰ μ ετα βιβά ζεται τόσο ή πράξη τής γνώσης ή ή πληροφο­ ρία, όσο. μάλλον, ένα συναίσθημα ή μία συγκίνηση. Καί ά ξ ίζ ε ι νά σημειω­ θ εί ότι δέν πέτυχα ποτέ στούς άπλούς άριθμούς ή στις καρτέλλες, όπως ποτέ δέν διάβασα και τή σκέψη ένός άτόμου πού δέν ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ένδιαφ έρ ον ή διασκεδαστικό. "Ας σκεφθοϋμε τ ί έννοοΰμε δταν λ έμ ε τηλεπάθεια. Πιστεύω δτι σ’ αύτή τήν Ε τ α ιρ ε ία , οί περισσότεροι τείνο υμ ε νά συμφωνήσουμε μέ τό Berg­

29


son, στό δτι είναι πιθανώς ένα κοινό φαινόμενο τής καθημερινής μας ζωής πού περνάει άπαρατήρητο, Ιδ ιαίτερ α μεταξύ οίκείων προσώπων. “Ολοι ξέρ ο μ ε πόσο συχνά έχουν δυό φ ίλοι τήν ϊδια σκέψη τήν ίδια στιγμή. Ό πιό όξύς άπό τούς παρατηρητές, ό Τολστόϊ, μιλάει γ ιά τήν ένστικτώδη έκείνη αίσθηση μέ τήν όποία ένα άνθρώπινο πλάσμα μαντεύει τις σκέ­ ψεις ένός άλλου...».

Ξαναγυρίζοντας στις πρόσφατες έ ξ ε λ ίξ ε ις τής παραψυχολογικής έρευνας βλέπομε ότι τά συχνότερα άναφερόμενα ESP φ αινόμενα άφοροϋν τά τηλεπαθητικά όνειρα. Μ ιά θαρραλέα όμάδα του M aim onides M edical C entre τής Νέας Ύόρκης (ο ΐ δόκτορες Stanley Krippner καΐ M ontague Ullman μέ τούς σ υνεργάτες το υ ς ), ίδρυσαν τό 1960 ένα «έργαστήριο όνείρου» πού είχ ε σκοπό νά θέσει κάτω άπό τόν έλ εγ χόμενο πειραματισμό τά τηλεπ αθητικά όνειρα. Σ ’ αύτά τά πειράματα, ο1 δ έκτες κοιμούνται σέ μοναχικά δωμάτια, μέσα στό ’Ιατρικό Κέντρο. Πριν κοιμηθούν, συνδέονται, μέ ήλεκτρικά καλώδια, μέ μιά συσκευή καταγραφής των κυμάτων τού έγκεφ άλο υ (ήλεκτρο-έγκεφ α λογρ ά φ ο , E E G ). Σ ’ ένα άλλο δωμάτιο, ό πομπός συγ­ κεντρώ νει τήν προσοχή του σέ κάποιο πολύ γνωστό πίνακα ζω γραφ ικής πού έχ ει μπροστά του έκείνη τή στιγμή και π εριμένει νά τόν ειδοποιήσει ό ήλεκτρο-έγκεφαλογράφος ότι ό δέκτης έφ θασ ε στό στάδιο REM (rapid eye movement, γρήγορο παίξιμο τών ματιών, σημάδι δτι ό ν ε ιρ ε ύ ε τ α ι). Τ ό τε ό πομπός ξυπνάει τόν δέκτη κ ι’ έκεϊνος τού έξισπ:ορεϊ τό όνειρό του ή ό,τι μπορεί νά θυμ ηθεί άπό αυτό. ’Α ργότερα χρησιμοποιήθηκαν άκόμα πιό περίπλοκοι πειραματικοί τρόποι. Ή προηγούμενη δμως παράγραφος μάς β ά ζει κάπως στό νόημα αύτών τών πειρα­ μάτων. Δυστυχώς, γ ιά μιά άκόμα φορά δέν μπορούν νά έκτιμηθούν στατιστικά οΐ όμοιότητες πού παρουσίαζαν οί πίνακες μέ τά όνειρα, πού δσο σημαντικά κ ι’ άν ήταν τ ’ άποτελέσματά τους, δέν προκαλούσαν έκείνη τήν ένστικτώδη πεποίθηση πού δίνουν τά πειράματα τού Guthrie, στά όποία, όταν ό πομπός σχεδίαζε ένα σταυρό, ό δέκτης σ χεδ ίαζε κ ι’ έκεϊνος ένα σταυρό κ ι’ όταν ό πομπός ζω γ ρ ά φ ιζε ένα ψάρι ζω γρ ά φ ιζε κ ι’ ό δέκτης ένα ψάρι. Γιατί ή έκτίμηση τής «όμοιότητας» γ ίν ετα ι άκόμα πιό περίπλοκη καί λιγώ τερο Ικανοποιητική στήν περίπτωση πού ένώ ό πί­ νακας παρίστανε μία λίμνη ό δέκτης όνειρευόταν ένα πλοίο, ή μιά μπανιέρα μέ νερό ή ένα ψάρι, άν καί οΐ συνειρμικές άλληγορίες πού προκαλούνται τηλεπαθη­ τικά θά έπρεπε νά θεω ρούνται έ ξ ίσου σημαντικές μέ τις κατά γράμμα μεταβι­ βάσεις.

Σημαντικώ τερη πηγή νοητικής όχλησης είνα ι τό έπ ιχείρημα δτι ή ESP έρ χεται σέ άντίθεση μέ τούς φυσικούς νόμους καί, άρα, δέν είνα ι δυνατόν νά ύπάρχει. ”Αν ή τηλεπ άθεια ήταν τό μοναδικό παραψυχολογικό φαινόμενο, θά μπορούσε ίσως νά έξη γ η θ ε ϊ άπό κάποια έξεζη τη μ έν η θεω ρία άκτινοθολίας, καί προτάθηκαν

30


άρκετές μέχρι σήμερα, καί άπό Δυτικούς, καί άπό Ρώσους έπιστήμονες. Ή τη λ ε­ πάθεια όμως δέν είνα ι τό πιό άκατάληπτο άπ’ αύτά τά φαινόμενα. "Ενας άριθμός έρευνητώ ν, άρχίζοντας άπό τόν ϊδιο τόν Rhine, άναγκάστηκαν νά δεχτούν μέ μεγάλη άπροθυμία ότι τό Ισοζύγιο των πιθανοτήτων έναντίον τής τύχης πού έφ ε ρ ­ ναν μερικοί άπό τούς άσ τέρες δ έκτες τους στ’ άποτελέσματά τους, ήταν τό ϊδιο καί στήν περίπτωση πού ό πομπός τους δέν είχ ε δ ει τήν καρτέλλα στόχο. Κατά τά φ αινόμενα, δέν διάβαζαν τήν σκέψη τού πομπού, διάβαζαν, άπ’ εύθείας, τά τυ­ πωμένα σύμβολα τής καρτέλλας· έφθασαν νά διαβάζουν κλειστά πακέτα καρτέλλες μόλις έφ θαναν άπό τό έργοστάσιο, χωρίς τήν μεσολάβηση ένός άλλου άνθρώπινου πνεύματος. Αύτό τό φαινόμενο ώνομάστηκε διορατικότης (Clairvoy­ ance), και καθωρίστηκε σάν «μία παρ’ αίσθηση άντίληψη τών άντικειμενικώ ν περιπτώσεων» γ ιά νά διακρίνεται άπό τήν «τηλεπαθητική άντίληψη τής πνευμα­ τικής κατάστασης ένός άλλου προσώπου». Πάντοτε ύπήρξαν πλατύμυαλοι άνθρω­ ποι πού δέχτηκαν άπό ένα ένστικτο τήν ύπαρξη μιάς «πνευματικής άκτινοβολίας» κάποιας μορφής, βέβαιοι δτι, άργά ή γρήγορα, ή έπιστή*μη θά άνακάλυπτε τόν τρόπο λειτο υργίας της. Τήν έ ξ άποστάσεως όμως άντίληψη τών άψυχων, είναι πολύ δύ­ σκολο νά τήν καταπιείς άκόμα κ ι’ άν ό ούρανίσκος σου δέν έχ ει προκαταλήψεις. Ό G ilbert Murray άπόρριψε τήν έκδοχή τής διορατικότητας. ’Ά λ λ ο ι έρευνη τές τής ESP, όπως, π.χ. ό Sir Alister Hardy δέχτηκαν τις έν δ ε ίξε ις της μέ μεγάλη έπ ιφύλαξη. Ύπήρξαν όμως, όπως θά δούμε, και διακεκριμένοι φυσιολόγοι, όπως ό Sir John Eccles ή ψ υχολόγοι, όπως ό S ir Cyril Burt, πού δέν άντιμετώπισαν τό φαινόμενο μέ τήν ίδια πνευματική άποστροφή. Θά άκολουθούσαν δμως χειρότερα. Τό 1934, ό Δρ. Soal, πού έκείνη τήν έποχή δίδασκε μαθηματικά στό Πανεπιστημιακό Κολλέγιο τού Λονδίνου, διάβασε γιά τά πειράματα τού Rhine καΐ προσπάθησε νά τά έπαναλάβει. ’Από τό 1934 μέχρι τό 1939, π ειραματίστηκε μέ 160 άτομα πού προσπάθησαν νά μαντέψουν, συν­ ολικά, 128. 350 καρτέλλες Ζένερ. Τ ά άποτελέσματα ήταν άπογοητευτικά. Δ έν ση­ μειώθηκε καμμιά σημαντική άπόκλιση άπό τήν άναμενόμενη τιμή τύχης. «Ε ίχε φθάσει στό σημείο νά συμπεράνει» παρατηρεί ή Louisa Rhine «είτε ότι οΐ άνακοινώσεις μας άπό τις Η ν ω μ έν ες Π ο λιτείες ήταν πλαστές ε ίτ ε δτι οΐ ’Ά γ ­ γλοι δέν έχουν παρ’ αίσθηση άντίληψη». Καί σ υ νεχίζει προτείνοντας σάν αίτία τής άποτυχίας τού Δόκτορα Soal τό γεγο νός ότι έπαιρναν μέρος στά πειράματά του συναισθηματικά άμέτοχα άτομα. « Ό Soal προμηθευόταν τούς δέκτες του άπό τις μικρές ά γ γ ελ ίες πού έβ α ζε στις έφ η μ ερ ίδ ες. ^Ηταν άγνωστοί του άνθρωποι, είχαν δμως όλη τήν καλή διάθεση νά πάρουν μέρος σ’ έκεΐν α τά πειράματα πού τούς ύποβαλλόταν μ’ ένα μεθοδικό καί μονότονο τρόπο άπό έναν εύσυνείδητο καί προσεκτικό πειραματιστή πού προσπαθούσε, έπίμονα, νά έπαναλάβει τά πειρά­ ματα κάποιου άλλου [τού Rhine]. Τό κάτω κάτω, έξερ ευνο ϋσ ε τό άγνωστο μέ τή φλόγα τού πυρσού ένός άλλου. Ή προσπάθειά του, όπως ήταν έπόμενο, θύ μ ιζε τις προσπάθειες πού κάνει ένα αύτοκίνητο πού δέν έχ ει μπουζί».’ ^ ’Αηδιασμένος ό Soal ε ίχ ε φθάσει πιά στό σημείο νά παραιτηθεί δταν ένας συν­ άδελφός του έρευνητής, ό W hately Carington, τού έβαλε τήν Ιδέα νά έ λ έ γ ξ ε ι τά άποτελέσματά του γ ιά μιά πιθανή «μετατόπιση» τών εικασιών - νά έξετά σ ει δηλαδή μήπως ή έκάστοτε εικασία δέν άφοροϋσε τήν καρτέλλα στόχο άλλά τήν καρτέλλα πού ό πομπός γ ύ ρ ιζε πριν άπό τήν καρτέλλα στόχο ή μ ετά άπ’ αύτήν — ό C a­ rington, πού π ειραματιζόταν στήν τηλεπαθητική μεταβίβαση εΙκόνων, ε ίχ ε τήν έντύπωση ότι σέ ώρισμένες περιπτώσεις ε ίχ ε προσέξει μιά κάποια παρόμοια μετατόπιση. Χωρίς κανέναν Ιδιαίτερο ένθουσιασμό, ό Soal καταπιάστηκε μ’ αύτόν

31


τόν άνιαρό άθλο καΐ δταν έξέτα σ ε τις χιλ ιά δ ες στήλες του πειραματικού του άρχείου άνακάλυψε, πολύ Ικανοποιημένος άλλά καί πολύ άναστατωμένος, δτι ένας δέκτης του, ό Basil Shackleton, μάντευε, συστηματικά, τήν έπόμενη καρτέλλα, — έκανε, δηλαδή μιά πρόγνωση — μέ τόσο μεγάλη έπιτυχία, πού ό παράγοντας τύχη δέν μπορούσε παρά ν ’ άποκλειστεΐ.* Τώρα ό Soal ξεκίνησ ε μιά ν έα σειρά πειραμάτων μέ τόν Basil Shackleton κάτω άπό τήν παρακολούθηση έμπειρων έρευνητώ ν τής 'Ε τα ιρ εία ς των Ψυχικώ ν Ε ρ ευ ν ώ ν (έτσ ι ώστε νά έπ εκτείνεται άναγκαστικά ή περίπτωση τής συμπαιγνίας σέ τέσσερα ή καί σέ πέντε ά το μ α ). Τά άποτελέσματα ήταν τόσο σημαντικά άπό στατιστικής άπόψεως πού παρακίνησαν τόν Κ αθηγητή τής φιλοσοφίας τού Καϊμπριτζ C.D. Broad νά γ ρ ά ψ ει ό τ ι; Κατά τήν γνώμη μου, ή ψυχική έρ ευνα είνα ι πάρα ίτολύ σχετική μέ τήν Φιλοσοφία.·.. Θ ’ άρκεσθώ, πρός τό παρόν, ν ’ άναφερθώ σ’ ένα μονάχα περιστατικό, στά πειράματα μέ τΙς καρτέλλες πού έκα νε ό Δόκτωρ Soal μέ δέκτη τόν κύριο Shackleton, πού περιγράφω λεπτομερώς στήν φιλοσοφία τού 1944. Τ ά γ εγο νό τα αύτά συνέβησαν καί περιγράφτηκαν μέ άκρίβεια, δέν ύπάρχει καμμιά άμφ ιβολία πάνω σ’ αύτό. Ο ϋτε ύπάρχει καμμιά άμφ ιβολία δτι οΐ π ιθανότητες έναντίον τού παράγοντα τύχη έφ θασαν σέ δισεκατομμύρια πρός ένα, ο ϋτε δτι ή φύση τών φαινομένω ν πού π ερικλείουν και τηλεπ άθεια καί πρόγνωση συγκρούεται μέ μιά και περισ­ σότερες βασικές άπ αγορευτικές άρχές [τών φυσικών έπιστημών].’ ® "Ε να Ιδιαίτερ α ιδιόρρυθμο σ τοιχείο προέκυψε άπ’ αύτά τά πειράματα. 01 έπιδόσεις τού Shackleton ήταν καλύτερες δταν άνάμεσα σέ δυό εικασίες μεσολα­ βούσε ένα χρονικό διάστημα 2-6 δευτερολέπτων. Μ ’ αύτό τόν ρυθμό, μάντευε συ­ στηματικά τήν έπόμενη καρτέλλα. ”Αν δμως έπιταχυνόταν κ ι’ άλλο ό ρυθμός καί οΐ καρτέλλες άνοιγαν στό μισό χρόνο (πράγμα πού άφ ηνε 1-4 δευτερόλεπ τα άνά­ μεσα σέ κάθε είκασ ία) τό τε μάντευε τό ίδιο συστηματικά τήν καρτέλλα πού άνοιγε τρίτη. Μ έ άλλα λόγια, ήταν κατά κάποιο τρόπο συντονισμένος μέ τό γεγο νός πού έπρόκειτο νά συμβεΐ σέ δυόμιση δευτερόλεπτα, στό μέλλον. Πρέπει νά προσ­ θέσουμε δτι τά πειράματα αύτά ώργανώθηκαν κατά τέτο ιο τρόπο, πού ο ϋτε ό ίδιος ό πομπός (πού βρισκόταν κλεισμένος σ’ ένα διαφορετικό δωμάτιο άπό τού Shackleton) ήταν σέ θέση νά γ νω ρ ίζει ποιά θά ήταν ή έπόμενη καρτέλλα καί ποιά ή τρίτη. "Αν ό πομπός έπιθυμούσε νά κλέψ ει, τό κλέψιμό του θά έπρεπε νά ήταν προγνωστικό. Καί οϋτε έξα ρ τό τα ν ή σειρά τους άπό τό άνακάτεμμα. Τήν σειρά πού είχαν οΐ καρτέλλες τήν καθώριζαν οΐ έπωνομαζόμενοι «πίνακες τυχαίω ν άριθμών» — πίνακες μέ στήλες άριθμών πού παρασκευάζονται γ ιά είδικούς σκο­ πούς άπό τούς μαθηματικούς σέ μιά θελημένα τυ χα ία σειρά, ή, μάλλον, μέ μιά θελημένη έλλειψ η όποιασδήποτε σειράς.

* S.G. Soal and F. Bateman, Modern Experiments in Telepathy. Faber & Faber, London, 1954.

32


Ά λ λ α θά άκολουθοΰσαν άκόμα χειρότερα. ’Από τΙς πρώτες κιόλας μέρες, άπό τό 1930, ό Rhine και οΐ συνεργάτες του έκαναν στό Πανεπιοττήμιο Duke πειράματα μέ ζάρια, έρριχναν δηλαδή τά ζάρ ια «θέλοντας» νά φέρουν μιά συγκεκριμένη τους όψη. "Οπως μάς δ ιη γείτα ι ή Louisa Rhine, τό 1934, μετά άπό τέσσερα χρόνια έπιτυχημένου πειραματισμού στόν το μ έα τής καρτελλομαντικής, «ό J.B. Rhine άναρωτήθηκε μήπως τό πνεύμα, άφού μπορούσε και γνώ ρ ιζε πέρα άπό τούς συνηθι­ σμένους τρόπους τής γνώσης, μπορούσε καί νά κινεί άντικείμενα πέρα άπό τούς συνηθισμένους τρόπους τής κίνησης. Μ ’ άλλα λόγια, μπορεί τό μυαλό νά κινήσει άμεσα^β τήν ϋλη, [χω ρίς, δηλαδή μιά φανερή μεταφορά έ ν έ ρ γ ε ια ς ]; Τού είχαν άνα φ έρει ώρισμένες έμπ ειρίες πού άφηναν νά π ιστευτεί ότι κάτι τέτο ιο ε Ιχ έ ήδη συμβεί. Παρά τό γεγο νός ότι αύτές οί έμπ ειρίες έχουν μιό έντονη χροιά πρό­ ληψης — στήν πραγματικότητα πολύ έντονώ τερη άπό τά άλλο σχετικά μέ τήν ESP φαινόμενα, σέ ώρισμένες περιπτώσεις δέν μπορεί κανείς παρά ν ’ άναρω τηθεί «ΐνΙήπως, σ’αύτήν έδώ τήν περίπτωση, ύπάρχει άναμεμιγμένη κάποια άγνωστη δύ­ ναμη Ά ν α φ ερ ό τα ν , φυσικά, στό σχετικό μέ τά Poltergeists φολκλόρ, στά κάδρα πού πέφτουν μονάχα τους άπό τόν τοίχο, στά ρολόγια πού σταματάν μέ τό θάνατο κά­ ποιου συγγενικού προσώπου κ.ο.κ. Τήν άπόφαση όμως νά ξεκινήσουν μιά σοβαρή ερευνά μέσα σ’ ένα χώρο πού καί οϊ ά γγελο ι άκόμα φοβούνται νά πατήσουν, τήν πήραν, τυχαία, τήν ήμέρα πού ενας νεαρός χαρτοπαίκτης παρατήρησε ότι «ώρι­ σμένες φορές, όταν ήταν στις φόρμες του, μπορούσε νά φ έρνει τά ζά ρ ια όπως ήθελε».20 Στό Πανεπιστήμιο Dul^e, π ειραματιζόταν μέ τά ζάρ ια ρίχνοντάς τα ε ϊτ ε μόνα τους εϊτ ε έξη μαζύ. Στήν άρχή τά ερριχναν μ’ ένα χειροκίνητο δοχείο, μετά χρη­ σιμοποίησαν γ ι’ αύτό τό σκοπό ήλεκτροκίνητα π εριστρεφόμενα κλουβιά. Ή περί­ πτωση τού έλαττω ματικού ζαριού άποκλείσθηκε γ ια τί δοκίμαζαν τό κάθε ζάρι ρίχνοντάς το είκοσιτέσσερες διαδοχικές φ ορές άπό τήν κάθε του όψη ώστε ν ’ άποκλεισθεΐ μιά περίπτωση μετάθεσης τού κέντρου τού βάρους τού κάθε ζαριού. Γιατί στήν περίπτωση πού ένα ζάρι είχ ε τήν τάση νά φ έρ νει τόν άριθμό έξη , αύτό τό έπ ηρέαζε θετικ ά όταν τό έξη ήταν ό θελημένος στόχος ένώ τό έπ ηρέαζε άρνητικά στις άλλες περιπτώσεις. Γιά μιά άκόμα φορά, τά άποτελέσματα έμοιαζαν νά ύπονοούν ότι κάποιος άλ­ λος παράγοντας έπ ηρέαζε τά ζάρια, έξω άπό τόν παράγοντα τύχη. ’Αλλά πολύ σοφά, ό Rhine δέν τά δημοσίευσε παρά μετά άπό δέκα όλόκληρα χρόνια, στά 1943-4: «σκέφτηκα ότι θά ήταν φρονιμώ τερο νά περιμένω λίγο πριν σκάσω μιά δεύτερη 6όμβα».2ΐ Σ έ περισσότερες άπό μισό έκατομμύριο δοκιμές, ή «θελημένη» όψη τού ζαριού ήρθε σημαντικά περισσότερες φορές άπ’ όσες θά δικαιολογούσαν οί μαθηματικές προσδοκίες, τό νά έπ ιμένουμε όμως σέ μιά στατιστική πού μπορούμε νά τή βρούμε στήν πρωτότυπη έκδοσή της, δέν έχ ει νόημα. Τά πειράματα τού Rhine έπανέλαβε ό Haakon Forwald τού Πανεπιστημίου Duke, ό Δρ. R.A. M cC on­ nell στό Πανεπιστήμιο τού Πίτσμπουργκ, ό Δρ. R.H. Thouless στό Καίμπριτζ καί ό G.W. Fisk, μέλος τού Συμβουλίου τής Ε τ α ιρ ε ία ς Ψυχικώ ν ’Ερευνών. "Ολα τά πειράματα έδωσαν θετικ ά άποτελέσματα. (ό δέκτης τού Fisk, στά πειράματά τους

33


πού διάρκεσαν έξη συνεχή χρόνια, έφ θασ ε σέ πιθανότητες άντι-τύχης πενήντα χιλ ιά δ ες πρός έ ν α ) . Τό φαινόμενο αύτοΰ τοΰ τύπου βαφτίσ τηκε PK(psychokinesis), δηλαδή τηλεκίνηΟη, γ ιά νά ξεχ ω ρ ίζει άπό τήν ESP (τή ν παρ’ αίσθηση ά ν τίλ η ψ η ). Καί τά δυό αύτά φ αινόμενα μαζύ, άκοΰνε στό γενικό όνομα ψ ι: μιά όμορφη καί ούδέτερη λ έξη , βϊκοστό τρίτο γράμμα τού Ε λ λ η ν ικ ο ύ ’Αλφαβήτου. Γιά νά παρα­ φράσουμε τόν Γ κ α ίτ ε : "Οταν τό μυαλό πελαγώνει 'Α ρπάζεται άπό μιά καινούργια λ έξη *

8

Τό ρίξιμο των ζαριώ ν άκόμα και μέ μηχανικά μέσα δέν παύει νά είνα ι μιά τελείω ς πρωτόγονη διαδικασία. Παραμερίστηκε λοιπόν άπό ήλεκτρονικά όργανα άσύγκριτα μεγαλύτερης έ ξ ^ ή τ η σ η ς . Σκαπανέας αύτής τής οϋλτρα-μοντέρνας ερευνάς ήταν ό Helmut S c tim id t** ένας λαμπρός φυσικός πού ε ίχ ε στό παρελθόν έργασ θεΐ στά Έ ρ γα σ τή ρ ις ’Επιστημονικής ’Έ ρ ευ ν α ς τής Boeing καί δ ια δ έχτηκε τόν Rhine στήν διεύθυνση τοΰ Παραψ υχολογικού ’Ινστιτούτου τού Πανεπιστημίου Duke. ’Αρχική του ιδέα ήταν νά έπ ιτρ έψ ει στούς δ έκτες του νά προβλέψουν, σέ μιά στοι­ χειώδη κβαντική στάθμη, γ εγο νό τα ό φ ειλόμ ενα στήν ραδιενεργό διάσπαση — δη­ λαδή γεγο νότα πού σύμφωνα μέ τήν μοντέρνα φυσική είνα ι θεω ρητικά άπρόβλεπτα. Και έπειδή γ ιά νά κατανοήσει κανείς τις διεργασ ίες καί τις συσκευές πού χρη­ σιμοποίησε τού είνα ι άπαραίτητη μιά κάποια έξοικείω ση μέ τή θεω ρία τών κβάντα, θά περιοριστώ σΛ)ν παράθεση μιάς περίληψης τής πρώτης του άνακοίνωσης^^ πού δημιούργησε μεγάλη αίσθηση σ’ ένα κύκλο φυσικών πού δέν είχαν ποτ» άλλοτε έν δ ια φ ερ θ εί γιά τήν παραψυχολογία.

ΠΡΟ ΓΝΩ ΣΗ ΐνΐΙΑΣ Κ Β Α Ν Τ ΙΚ Η Σ Δ ΙΕ Ρ Γ Α Σ ΙΑ Σ Π ερίληψ η: Σ έ δυό σειρές πειραμάτων πρόγνωσης, οΐ δ έκτες ήταν καθισμένοι μπροστά σέ τέσσερες λάμπες μέ διαφορετικό χρωματισμό πού άναβαν μέ μία τυχαία σειρά. ’Α ντικειμ ενικό ς τους σκοπός ήταν νά μαντέ­ ψουν τήν σειρά μέ τήν όποίβ θά άναβαν αύτές οί λάμπες καί νά πατήσουν τό άντίστοιχό τους κουμπί. Στήν πρώτη σειρά πειραμάτων ελαβαν μέρος τρ εις δέκτες, πού έκαναν, συνολικά, 63.066 δοκιμές. Ο ί συνδυασμένες τους προσπάθειες έφ ερ αν πολύ ύψ ηλά άποτελέσματα ( ρ < 2 χ 1 0 “ ®) [ϊσοζύγιο ν πιθανοτήτων (odds) έναντίον τού παράγοντα τύχη 2.000.000.000 πρός 1.]. * Denn da wo die Begriffe fehlen Stellt ein Wort zur rechten Zeit sich ein. ** Πρόδρομοί του σ’ αύτό τό πεδίο ύπήρξαν οΐ Beloff και Evans (JSPR 1961, 41, καί Cheuvin και Genthon, Zeltschrift fiir Parapsychologie und Grenzgebiete der Psychologie, 1965, 8).

34


Στήν δεύτερη σειρά των πειραμάτων έλαβαν μέρος δύο άπό τούς δ έκτες τής πρώτης σειράς πειραμάτων καθώς και ένας τρίτος δέκτης καί πειραματίστηκαν πρός δύο δ ια φ ο ρ ετικές κ α τευ θ ύ ν σ εις: ύψηλό άποτέλεσμα καΐ χαμηλό άπστέλεσμα. Μπορούσαν δηλαδή νά δ ια λέξο υν άνάμεσα στήν πρόγνωση τής λάμπας πού θά άναβε αμέσως μετά (ύψ ηλό άπστέλεσμα) καί τής λάμπας πού δέν θά άναβε άμέσως μετά (χαμηλό άπ στέλεσμα). Σ ’ ένα σύνολο 20.000 δοκιμών οΐ δέκτες σημείωσαν πολύ σημαντικές έπ ιτυχίες ( ρ < 1 0 " ’ ®). Γιά νά έξα σ φ αλισ τεί ή άπόλυτα τυχαία συνέπεια τού στόχου χρη ­ σιμοποίησαν άπλές κβαντικές δ ιεργασίες πού θά μπορούσαν ν ’ άντιπροσωπεύσουν τήν πιό θεμελιακή πηγή τυχαιότητας τής φύσης, [τήν ά φ ιξη και καταγραφή ένός ήλεκτρονίου πού έξεπ έμφ θη άπό μιά πηγή ραδιενεργού Στροντίου 90]. "Ε να πρακτικό άποτέλεσμα αύτού τού τεχνάσματος ήταν δτι ήταν γρήγορο κι’ δτι μπορούσε νά έ λ έ γ ξ ε ι τήν τυ χαιό τητα μέ τόν ήλεκτρονικό έγκέφ αλο .

Μπορούμε νά δώσουμε περιληπτικά αύτά τά άποτελέσματα λέγο ντα ς δτι οΐ δέκτες έκαναν σωστές προγνωστικές εικασίες θεω ρητικά άπρόβλεπτων έκβάσεων ύπο-άτομικών διεργασιών μ ’ ένα ποσοστό πιθανοτήτων άντι-τύχης πού φθά­ νει στό ένα έκατομμύριο πρός ένα. Τό έπόμενο πείραμα ε ίχ ε σάν σκοπό τήν έρ ευ να τού κατά πόσον θά μπορού­ σαν οΐ π ειραματιζόμενοι νά έπηρεάσουν μέ τις έκούσιες προσπάθειές τους, μέ τήν τηλεκίνηση δηλαδή, τήν πορεία τυχαίω ν γεγονότω ν σέ μιά ύπο-άτομική στά­ θμη. Θά πρέπει νά περιορισθώ ξανά στήν συνοπτική άφήγηση τού Schmidt:

Ε Ν Α Τ Ε Σ Τ Τ Η Λ Ε Κ ΙΝ Η Σ Η Σ Μ Ε Η Λ Ε Κ Τ Ρ Ο Ν ΙΚ Ε Σ Σ Υ Σ Κ Ε Υ Ε Σ

Π ερ ίληψ η : Τ ά άτομα πού πήραν μέρος σ’ αύτήν τήν έρευνα, έξετάσ θηκαν γ ιά τ'ις τη λ εκιν η τικ ές τους Ικανότητες μέ μιά ήλεκτρονική συσκευή πού τήν άποτελούσε μιά γεν ν ή τρ ια τυχαίω ν άριθμών συνδεδεμένη μέ μιά όθόνη. 'Η γ εννή τρ ια παρήγαγε τυ χα ίες σειρές δύο άριθμών, πού κα­ θοριζόταν άπό μιά άπλή κβαντική διεργασία (τή ν διάσπαση τού πυρήνα τού ραδιενεργού στροντίου -9 0 ). Πάνω σ’ αύτή τήν όθόνη ύπήρχε ένας κύκλος άπό έν ν έα λάμπες πού άναβαν, μιά μιά, μέ τή φορά τών δεικτών τού ρολογιού ( + 1 ) , ή μέ τήν άντίθετη φορά (- 1 ), άνάλογα μέ τό είδος τού άριθμού πού παρήγαγε ή γεννήτρια. Ό πειραματιζόμενσς, άφού δ ιά λεγε τήν φορά πού θά άκολουθούσε, προσπαθούσε νά στρέψ ει τηλεκινητικά τό φώς πρός αύτήν τήν κατεύθυνση. Μ ιά σειρά δοκιμών κάλυπτε 128 «άναβοσβυσίματα» και γινόταν τέσσερες τέτο ιες σειρές σέ κάθε συνεδρίαση. Σ έ μιά προκαταρκτική έργασία 216 τέτοιω ν σειρών, τά 18 άτομα πού έλαβαν μέρος σημείωσαν μιά άρνητική άπόκλιση 129 σημείων. Συνεπέραναν, συνεπώς, δτι ή κύρια δοκιμή θά έδ ιν ε ά ρ νη τικές τιμ ές καί ένεθάρρυναν τά άτομα πού έπαιρναν μέρος στά πειράματα ν ’ άκολουθήσουν μιά κατεύθυνση άρνητική.

35


Τά δέκα πέντε άτομα πού υποβλήθηκαν σέ 256 σειρές δοκιμών, έδωσαν μιά σημαντική άρνητική άπόκλιση 302 σημείων (Ρ = 001) [Ισ οζύγιο πιθανο­ τήτων έναντίον τύχης 1 στά 1.000] Τό άποτέλεσμα τού πειράματος δ είχ ν ει δτι ό δυαδικός τυχαίο ς άριθμός πού παρήχθη δέν ε ίχ ε πολωθεί πρός τήν θετική ( + ) ή τήν άρνητική ( - ) παραγωγή δσο παρέμενε άπαρατή ρητός (στό τέσ τ τής τυχαιότητ α ς ). "Οταν δμως τά άτομα πού έπαιρναν μέρος στό πείραμα συγκέν­ τρωναν τήν προσοχή τους στήν όθόνη, πολωνόταν σημαντικά, κλίνοντας πρός μιά ηύξημένη τιμή παραγωγής τού ένός άριθμοΰ. Τό πείραμα συζητήθηκε σάν τηλεκίνηση, θά μπορούσε δμως τό ίδιο καλά ν ’ άποδοθεΐ στήν πρόγνωση τού πομπού καί τού δέκτη. Έ φ ’ δσον ή σειρά των άριθμών πού παρήγαγε ή γεννή τρ ια ε ίχ ε άπόλυτη έξά ρ τηση άπό τόν χρόνο πού θά άρ χιζε τό πείραμα καί έ φ ’ όσον ό πομπός άπό κοινού μέ τόν δέκτη του, άποφάσιζαν γ ιά τό πότε θά πατούσαν τήν μίζα, δέν άπ οκλείεται νά υπέβαλε και τόν πομπό και τόν δέκτη ή πρόγνωση τής εύνοϊκής στιγμής πρός μιά ώρισμένη κ α τ ε ύ θ υ ν σ η . 2 5 Ή ίδια άσάφ εια — πρόγνωση ή τηλεκίνηση — ύπάρχει καί στό πρώτο πείραμα. Μπορεί αύτά τά φαινόμενα ν ’ άνάγονται σέ μιά στάθμη όπου συνυπάρχουν καί οΐ δυό σέ τέτο ιο βαθμό, πού νά μήν διακρίνεται ή μιά άπό τήν άλλη. Ή άντίληψή μας, σ’ αύτά τά θέματα, βρίσκεται άκόμα στό προ-Κοπερνικό στάδιο ’Ά σ χ ε τ α όμως, τά πειράματα τού νέου Δ ιευθυντή τού ’Ινστιτούτου έντυπωσίασαν τήν έπιστημονική παροικία πολύ περισσότερο άπό τήν πρωτοποριακή έργασία τού προκατόχου του Καθηγητή Rhine — παρά τό γεγο νός ότι ή τη λεκί­ νηση και ή πρόγνωση είναι πιό δυσκολοκατάπιωτες άπό τήν καρτελλομαντική, τήν κοινή τηλεπ άθεια ή τήν τηλεπ άθεια τών συναναστροφών. Ή έπίδραση τής έργασίας τού Schm idt μπορεί νά ό φ είλ ετα ι μέχρι ενα σημείο στις ήλεκτρονικές συσκευές πού χρησιμοποιήθηκαν καί στά τελείω ς αύτόματα συστήματα έγγρ α φ ή ς πού άποκλείουν τήν δυνατότητα τού άνθρώπινου λάθους. Ι\ΛπορεΤ δμως νά ό φ είλετα ι και στό γεγο νός δτι αύτά τά πειράματα έγιναν σέ μιά ύπο-άτομική στάθμη, έκ εϊ όπου τά φ αινόμενα είναι, σύμφωνα μέ τά ϊδια τά λόγια τού φυσικού, άπρόβλεπτα, έκ εϊ όπου ό αϊτιακός ντετερμινισ μός έκμ η δ ενίζετα ι και «ό Θεός παίζει ζάρ ια μέ τό σύμπαν». "Οπως καί νά ήταν, οΐ άναφ ορές τού Schm idt δημοσιεύ­ τηκαν στά συντηρητικώ τερα έπιστημονικά φύλλα καί ώδήγησαν σέ άτέλειω τες καί σφοδρές θεω ρητικές συζητήσεις πού συνεχίζονται μέχρι αύτή τή στιγμή πού οΐ γραμμές α ύτές πάνε στόν τυπογράφο *. Προκάλεσαν σκεπτικισμούς, όπως ήταν έπόμενο, κανείς δμως δέν ύπαινίχθηκε, καλυμένα ή φανερά, άπάτη ή «λάθη έγγραφ ής». Α ύτές οΐ άντιδράσεις χάθηκαν — δπως σηκώνεται μιά άσκημη όμίχλη πάνω άπό ένα τοπίο.

* New Scientist and Science Journal, Λονδίνο, 24 Ίουνίου1971 (ϋρθρο той Η. Schmidt σχε­ τικό μέ τήν «’Επίδραση τοΰ Πνεύματος πάνω στά Τυχαία Γεγονότα») καί ή άλληλογραφία τής 15ης ’Ιουλίου, 29 ’ Ιουλίου καί 5 Αύγουστου 1971.

36


Τελικά καί ή έρ ευνα τής «κλασσικής» τηλεπάθειας ξεπέρασε κ ι’ αύτή τό στάδιο τής καρτελλομαντικής. Τά πιό πρόσφατα, μέχρ ι τή στιγμή πού γ ρ ά φ ετα ι αύτό τό βιβλίο, πειράματα, έγιναν άπό μιά όμάδα έπιστημόνων μέ έπικεφαλής τόν Καθη­ γητή W illiam MacBain στό Πανεπιστήμιο τής Χαβάης. Γιά μιά άκόμη φορά ό New Scientist τοΰ Λονδίνου δημοσίευσε τά άποτελέσματα σέ μιά περίοπτη θέση, άν κάί, γενικά, δέν δεχόταν τήν ESP. ’Α κολουθεί ενα άπόσπασμα άπό τήν άνακοίνωσή του τής 20ης Αύγούστου 1970. Θέλοντας νά κάνουν ένα νέο ξεκίνη μα ( καί ϊοως νά περιπλέξουν καί τήν άντίθεσ η ) έγκα τέλ ειψ α ν [ό MacBain καί ή όμάδα του] τόν δρο ESP μέ τις μάλλον άρνητικές του έννοιες κ ι’ έπλασαν τόν νέο όρο Quasi — Αισθητήριος ’Α ντίληψ ης ή, γ ιά συντομία, QSC. Διετύπωσαν, έπίσης, μιά άπλή βασική ύπ όθεση: «’Εάν ένα άτομο λαμβάνει πληροφορίες πού δέν είναι προσιτές σ’ ένα άλλο άτομο, κάτω άπό ώρισμένες συνθήκες κα'ι κάτω άπό έναν αύστηρό έλεγχο τών γνωστών αίσθητηρίων όδών, τό δεύτερο αύτό άτομο θά μπο­ ρούσε νά έπ ιδ είξει μιά γνώση αύτών τών πληροφοριών σ’ ένα βαθμό πολύ μεγαλύτερο άπό έκεϊνο ν πού θά δικαιολογούσε ή τύχη». Καί μετά βάλθηκαν νά τό άποδείξουν — μέ άποτελέσματα πού κεντρίζουν σ’ ένα έξα ιρετικό βαθμό τό ένδ ιαφ έρ ον μας. Σ ’ αύτά τά πειράματα χρησιμοποίησαν 22 έθελοντές φ ο ιτη τές τής ψ υχολογίας πού έργάσθηκαν κατά ζεύ γη. Ή πληροφορία πού έπρόκειτο νά μεταβιβασθεί άπ ετελείτο άπό 23 συνολικά έννοιες, ικανές νά προκαλέσουν μιά εύρ εία σειρά συγκινησιακών άντιδράσεων, πού μπορού­ σαν νά συμβολιστούν άπό άπλά σκίτσα (π.χ. τό σπίτι, τόν ϋπνο, τήν λύπη, τήν λιακάδα καί τό Χ άπ ι). Κάθε ζευ γ ά ρ ι φοιτητών χρησιμοποιούσε πέντε άπ’ αύτές τις έννοιες. Ό πομπός καθόταν μπροστά σέ πέντε όθόνες πού ή κάθε μιά της φω τιζόταν γ ιά 25 δευτερόλεπτα. Ό δέκτης είχ ε μπροστά του μιά παρόμοια διάταξη τών πέντε συμβόλων πού ήταν, όμως, φω τισμένα καί τά πέντε. Κάτω άπό κάθε φω τεινό σύμβολο ύπήρχε ένα κουμπί καί ό δέκτης πατούσε έκεΐνο πού άντιστοιχούσε στήν έννοια πού, όπως νόμιζε, τοΰ μ εταβίβαζε ό πομπός. Ό πομπός έπρεπε νά συγ­ κεντρω θεί στό φω τεινό σύμβολο γ ιά 25 δευτερόλεπτα καί μετά άναπαυόταν 5 δευτερόλεπ τα ένώ ό δέκτης έκανε τήν έκλογή του. Πομπός καί δέκτης βρισκόταν σέ ξεχω ριστά δωμάτια πού άπείχαν τό λιγώ τερο 10 μέτρα μ ετα ξύ τους... Τ ά πραγματικά άποτελέσματα... ήταν σημαντικά διάφορα άπό... τυ ­ χαία κατανομή. Αύτό ύπονοεί ότι μόνη ή τύχη δέν άρκεΐ γ ιά νά έξη γή σ ει τά άποτελέσματα, μιά κατάληξη πού έπιβεβαιώ νεται άκόμα περισσό­ τερο άπό τό γεγο νός ότι ώρισμένα ψ υχολογικά χαρακτηριστικά τών φ ο ι­ τητών είχαν ένα συσχετισμό μέ τόν βαθμό τής έπ ιτυχίας τους σάν πομ­ ποί ή δέκτες.26

37


10 Κλείνοντας αύτήν τήν ένοχλητικά περιληπτική έπισκόπηση τής σύγχρονης παρα­ ψ υχολογίας θά έπρεπε νά τονίσουμε δτι τά σχεδόν τεχνη τά φ αινόμενα πού προκαλοΟνται στά έργαστήρια δέν είνα ι άπαραίτητα και τά τυπικά, άβίαστα παραψυχο­ λογικά φ αινόμενα πού άπαντώνται στήν καθημερινή μας ζωή. Π αρ’ δλο πού αύτά δέν μπορούν νά θεωρηθούν σάν έπ ιστημονικές άπ οδείξεις — μέ τήν έξα ίρ εο η ώρισμένων σπάνιων άπολύτως έξακριβω μένω ν περιπτώσεων — δέν παύουν νά μάς έντυπωοιάζουν μέ τό βάρος τους. Θά μπορούσε νά ταξινομήσει κανείς αύτό τό «άνεκδοτικό» ύλικό σέ άρκετές κατηγορίες όπως: στις έμπ ειρίες άπό πρώτο χ έρ ι πού άσχετα μέ τό άν συγκροτούν ή όχι άπ οδείξεις, άσυζητητϊ π είθο υν στις έμπ ειρίες πού έχουν δ ιη γ η θεϊ άνθρωποι στήν κρίση καί τήν άκεραιότητα τών όποίων κανείς βασίζεται, γ ιά τις όποιες όμως δέν ύπάρχουν άκλόνητες άποδείξεις· τρίτον, σέ αύτο βιογρ α φ ικές άναφ ορές, β λητές στις ίδ ιες άντιρρήσεις· καί τέλος, στόν σκληρό πυρήνα τών άπόλυτα άπ οδεδειγμένω ν περιπτώσεων πού έχουν έ λ έ γ ξ ε ι άρμόδιοι έρευνη τές. "Ε να άπό τά πρώτα κλασσικά π αραδείγματα μιάς παρόμοιας συλλογής είναι τό Phantasms of the Living, πού δημοσιεύτηκε τό 1886 άπό τούς Myers, Guerney and Podmore. Ά π ό τήν σύγχρονη βιβλιογραφ ία έντυπωσιακώτερο είνα ι τό βιβλίο τής γυναίκας τού Κ αθηγητή Rhine, τής Δρ. Louisa Rhine, τό Hidden Channels of the Mind (1961) καί τό ESP in Life and Lab 0 9 5 7 ).

38


Ή Διαστροφή της Φυσικής*

I "Αν τά γεγο νό τα πού άναφ έρονται στό προηγούμενο κεφάλαιο προκαλοΰν τήν δυσπιστία καί κάποια διανοητική άπέχθεια, αύτό ό φ ειλ ετα ι στό δτι φαίνονται σά νά συγκρούονται μέ όσα ό περισσότερος κόσμος πιστεύει γιά άκλόνητους φυσι­ κούς νόμους. Κ ι’ όμως, κύριο στήριγμά τους, είνα ι ή ϊδια ή μοντέρνα φυσική. Αύτό δέν είνα ι καμμιά παραδοξολογία άλλά συνέπεια τής βαθειάς μεταμόρφωσης τής κοσμοθεωρίας τού φυσικού πού άρχισε νά συντελεϊται στά τέλη τού δεκάτου ένάτου αΙώνα καΐ γκρέμισ ε όλες τις βασικές του ά ντιλή ψ εις γύρω άπό τήν φύση τής π ραγματικότητας, τό νόημα τών φυσικών νόμων καί τήν ά ξία πού είχαν οΐ ιδέες μας γ ιά τό χρόνο, τό διάστημα, τήν ύλη καί τήν αιτιότητα. "Οταν ό Einstein προλόγιζε τό M ental Radio τού Upton S inclair εκανε, στήν ούσία, μία συμβολική πράξη. Και δέν φιγουράρουν τυχαία δλοι οΐ κορυφαίοι φυσικοί άνάμεσα στά όνόματα τών Προέδρων καί τών μελών τού Δ ιοικητικού Συμβουλίου τής Ε τ α ι­ ρείας Ψ υχικώ ν ’Ερευνών. Γιατί όσο βαθύτερα εισχωρούσε ό φυσικός μέσα στά βασίλεια τής ύπο-άτομικής καί τής ύπερ-γαλαξιακής διάστασης, τόσο έντονώτερα ποτιζόταν άπό τήν γνώση τής παράδοξης δομής τους πού έρχόταν σέ άντίθεση μέ τήν κοινή λογική καί τόσο πλατύτερα άντιμετώ πιζε τήν δυνατότητα τού φ αινομενικά άδύνατου. Ό δικός του ό κόσμος, ό βασισμένος στήν σχετικό­ τη τα και στήν θεω ρία τών κβάντα, είνα ι, στήν πραγματικότητα, ενας κόσμος άδύνατου. Παίρνομε τήν παράξενη και βασανιστική γεύση του άπό μιά παρατή­ ρηση τού J.R. O ppenheim er, Προέδρου τού Προγράμματος τού Λός "Αλαμος: Στό έρώτημα... κατά πόσον ή θέση τού ήλεκτρόνιου μένει ή ίδια, πρέπει νά πούμε «’Ό χ ι» . ”Αν ρωτηθούμε κατά πόσον άλλά ζει ή θέση τού

* Αύτό τό κεφάλαιο είναι κάπως στριφνό. Ελπίζω ό τι κ ι’ άν άκόμα σαστίσει σέ ώρισμένα σημεία ό άναγνώστης πού είναι ξένος πρός τήν μοντέρνα φυσική, θά κερδίσει τουλάχιστον μιά γενική ιδέα αύτής τής παράξενης Χώρας τών Θαυμάτων.

39


ήλεκτρόνιου μέ τόν καιρό, πρέπει νά πούμε «’Ό χ ι» . Στό έρώ τημα άν τό ήλεκτρόνιο βρίσκεται σέ ήρεμία, πρέπει νά πούμε «’Ό χ ι» . ’Ά ν ρωτηθούμε κατά πόσον κινείτα ι, πρέπει νά πούμε «’Ό χ ι» .’ Μ ’ ένα παρόμοιο πνεύμα, ενας άπό τούς γ ίγ α ν τες τής κβαντικής φυσικής, ό W erner Heisenberg, το ν ίζει και ξα ν α το ν ίζει στήν αύτοβιογραφία του ότι «τά άτομα δέν είναι ά ν τικ ε ίμ ε ν α *. Τ ά ήλεκτρόνια πού σχηματίζουν τόν άτομικό φλοιό δέν είνα ι πιά άντικείμ ενα μέ τήν έννοια τής κλασσικής φυσικής, άντικείμ ενα πού θά μπορούσαν νά καθορισθούν άναμφ ιοβήτητα άπό έννο ιες οπως είναι ή θέση, ή ταχύτητα, ή ένέρ γ εια , τό μέγεθος. 'Ό τα ν κατεβαίνουμε στήν άτομική στάθμη, ό άντικειμ ενικό ς κόσμος δέν ύφ ίσταται πιά σέ χώρο και χρόνο και τά μαθηματικά σύμβολα τής θεω ρητικής φυσικής άναφ έρονται σέ πιθανότητες κ ι’ όχι σέ γ ε ­ γονότα ».^ Ό Heisenberg δέν άπ οκλείεται νά περάσει στήν Ισ το ρ ία σάν ό άνθρωπος πού έθ α λε ενα τέλος στόν αίτιακό προσδιοριστικισμό (ντετερ μ ινισ μ ό ) στήν φυσική καί, συνεπώς, και στήν φιλοσοφία μέ τήν πασίγνωστη Ά ρ χ ή του τής ’Απροσδιο­ ριστίας (πού άνα φ έρ εται άλλοιώς και σάν Ά ρ χ ή τής Α β ε β α ιό τη τα ς ) γ ιά τήν όποία πήρε τό 1931 τό Βραβείο Νόμπελ.” Ό καλύτερος τρόπος γ ιά νά καταλάβει κάπως ό άναγνώστης τήν θεω ρία του, είνα ι μέ μιά χοντροκομμένη παραβολή. Μ ιά κάποια στατική ποιότητα πού χαρ α κτη ρ ίζει τήν ζω γραφ ική τής Α να γ έν ν η σ η ς, ό φ είλετα ι στό γεγο νός ότι τόσο οΐ άνθρώπινες μορφές της όσο και τά μακρινά τους φόντα είνα ι, καΐ τά δύο, τό ϊδιο έντονα νεταρισμένα, πράγμα πού είνα ι άδύνατο άπό τήν προοπτική άποψη: όταν νετάρομε ενα κοντινό άντικείμενα τό φόντο φ α ίνεται κάπως θολό και άντίοτροφ α. 'Η Ά ρ χ ή τού Heisenberg έν ν ο εϊ ότι ό φ υ­ σικός βρίσκεται σέ μιά άνάλογη δύσκολη θέση όταν μ ελετά ει τά στοιχειώδη συστα­ τικά τής ΰλης (άν καΐ φυσικά γ ιά διαφ ορετικούς λ ό γ ο υ ς ). Στήν κλασσική φυσική, ένα σωμάτιο ό φ είλ ει νά έχ ει μιά θέση και μιά τα χύτητα πού νά μπορούν νά προσ­ διοριστούν σέ μιά όποιαδήποτε στιγμή. Σ έ μιά ύπο-άτομική όμως στάθμη ή κατά­ σταση άπ οδεικνύεται ριζικά άντίθετη. "Οσο άκριβέοτερα π.χ. μπορεί νά προσδιοορίσει ό φυσικός τήν θέση ένός ήλεκτρόνιου, τόσο άβεβαιώτερη γ ίν ετα ι ή τα χύ­ τη τά του. ΚαΙ άντίστροφα, δταν γνωρίσει τήν τα χύτη τά του, ή θέση του γ ίν ετα ι άχνός. 'Η έφ υτη άπροσδιοριστία των ύπο-άτομικών φαινομένων ό φ είλ ετα ι στήν άμφισβητήσιμη καί διφορούμενη φύση έκείνω ν των μικρότατων ύλικών σωμάτιων πού στήν π ραγματικότητα δέν είναι, καθόλου, ούτε σωμάτια ούτε «άντικείμενα». Είναι όντότητες μέ δύο πρόσωπα, σάν τόν Ίανό, πού συμπεριφέρονται σέ ώ ρισμένες περιπτώσεις σάν μικρά, σκληρά σκάγια καί σέ άλλες περιπτώσεις σάν κύματα ή σάν δονήσεις πού μεταδίδονται σ’ ένα μέσο στερημένο άπό κάθε φυσική ιδιότητα. 'Όπως τό θέτει καΐ ό S ir W illiam Bragg, Δ ευτέρα, Τετάρ τη καί Παρα­ σκευή μοιάζουν μέ κύματα Τρίτη, Πέμπτη καί Σάββατο μέ σωμάτια. Σ τις άρχές τού αιώνα μας, ό Λόρδος Rutherford καί ό μεγάλος Δανός φ υ­ σικός Niels Bohr έφ τια ξα ν ένα άπλό καί διασκεδαστικό μοντέλο τού άτόμου. Τό παρουσίασαν σάν μιά μικρογραφία τού ήλιακού συστήματος, όπου άρνητικά φορ­ τισμένα ήλεκτρόνια γύ ρ ιζα ν σάν πλανήτες γύρω άπό έναν θετικά φορτισμένο * Ό άναγνώστης μπορεί νά βρει κουραστική αυτήν τή συχνή έπανάληψη τών βραβείων Νόμπελ. "Ε χει δμως σάν σκοπό της νά τόν βεβαιώσει δτι μερικές άπό τις περίεργες θεωρίες τής σύγχρονης φυσικής καί ψυχολογίας πού συζητούνται σ’ αύτέ τό κεφάλαιο, δέν άναπτύχθηκαν άπό παραδοξολόγους άλλά άπό έπιστήμονες πού ήταν σεβαστοί στόν τομέα τους.

40


πυρήνα. Τό μοντέλο δμοος άρχισε νά π έφτει άπό τό ένα παράδοξο στό ά λ λ ο : ή συμ­ περιφορά των ήλεκτρονίω ν δέν θύ μ ιζε σέ τίποτα τήν συμπεριφορά ένός πλανήτη πήδαγαν άσταμάτητα άπό τή μιά τροχιά στήν άλλη χωρίς νά διασχίζουν κανένα ενδιάμεσο διάστημα - σά νά μεταφερόταν ξα φ νικά ή γή, χωρίς νά χρ εια σ τεί νά τα ξιδ έψ ει γ ι’ αύτό, στήν τροχιά τοΰ ’Ά ρ η . Α ύ τές καθ’ έα υ τές oi τρ ο χιές, δέν ήταν γραμμ ικές τρο χιές άλλά θολές κι’ έκ τετα μ έν ες έκτάσ εις κι’ ένα έρώ τημα δπως π.χ. σέ ποιό σημείο τής τροχιάς του βρίσκεται τό ήλεκτρόνιο ένός άτόμου ύδρογόνου σέ μιά δεδομένη στιγμή, δέν είχ ε πιά κανένα νόημα. Βρισκόταν, τό ίδιο, παντού. 'Όπως έγρ α ψ ε και ό Bertrand Russel τό 1927; Σύμφω να μέ τά όσα γνω ρίζομε, ένα άτομο μπορεί ν ’ άπ οτελείται έ ξ όλοκλήρου άπό τις άκτινοβολίες πού έκπέμπει. Τό νά ύποστηρίζει κανείς ότι δέν είνα ι δυνατόν νά παράγονται άκτινοβολίες άπό τό τίποτα, είνα ι άνώ φελο... Ή ιδέα ότι ύπάρχει, κάπου έκεί, ένας μικρός σκληρός όγκος πού είναι τό ήλεκτρόνιο ή τό πρωτόνιο, είναι μιά άστήρικτη αύθαιρεσία των άντιλήψεω ν τής κοινής λογιΐίή^; πού ξεκινάν άπό τήν άφή... 'Η ΰλη είνα ι ένας βολικός τύπος γ ιά νά πε^ίιγράφομε τί συμβαίνει, ένώ δέν είνα ι έτσι.^ Θ’ άκολουθοϋσαν όμως χειρό τερα. ’Αναγκαστικά, τό όμορφο μοντέλο τών Rutherford καί Bohr παραμερίστηκε πρός χάριν μιάς μαθηματικής θεω ρίας πού ξεφ ορτώ θηκε τά χειρ ό τερ α παράδοξα - παραιτούμενη σ’ άντάλλαγμα άπό κάθε άπαίτηση σαφήνειας ή έκφρασης σέ όρους τρισδιάστατου χώρου, χρόνου, ΰλης ή αιτιότητας. «Καί μόνον ή προσπάθεια νά φαντασθοΰμε τήν εικόνα (τώ ν στοι­ χειωδών σωμάτιων) καί νά τά σκεφτούμε όπτικά», έγ ρ α ψ ε ό Heisenberg, «σημαί­ νει ότι τά έχο μ ε τελείω ς παρερμηνεύσει.»“ Ή μοντέρνα φυσική μοιάζει σά νά ύπακούει στήν Δ εύτερ η ’Ε ν το λ ή : Ού ποιήσεις σεαυτώ εϊδωλον — ούδέ τών θεών, ούδέ τών πρωτονίων. Στό εργο του The Nature of the Physical W orld (1928) ό Sir Arthur Eddington είσήγαγε τήν περίφημη του «παραβολή τών δύο γραφ είω ν». Τό ένα άπό τά δύο γραφ εία ήταν τό πατροπαράδοτο έκείνο έπιπλο στό όποιο στερέωνε τούς άγκώνες του γιά νά γράψ ει. Τό άλλο ήταν τό γ ρ α φ είο δπως τό άντιλαμβάνεται ό φυσικός, σχεδόν άποκλειστικά φ τια γμ ένο άπό κενό χώρο καί άπόλυτη άνυπαρξία, πασπα­ λισμένο άπό άφάνταστα μικροσκοπικές κουκίδες, τά ήλεκτρόνια, πού σ τριφ ογύ­ ριζαν γύρω άπό τόν πυρήνα τους άπό τόν όποιο όμως τά χώ ριζε μιά άπόσταση έκατοντάδες χιλ ιά δ ες φ ορές μεγαλύτερη άπό τό ίδιο τους τό μέγεθος. Κ ι’ άνάμεσά τους, τίποτα. Πέρα άπό τις λ ίγ ες αύτές μ ελαγχο λικές κουκίδες, τό έσωτερικό τοΰ άτόμου είνα ι άδειο. Ό Eddington κατάληγε; "Ο ταν παρακολουθούμε άπό τόν κόσμο τής φυσικής τήν καθημερινή ζωή, είνα ι σά νά παρακολουθούμε μιά παράσταση θεάτρου σκιών. 'Η σκιά τού άγκώνα μου σ τηρίζεται στό τραπέζι-σκιά όση ώρα ή σκιά-μελάνη τρ έχ ει άπάνω στή σκιά-χαρτί... 'Η άνυπόκριτη συνειδητοποίηση τοΰ γ ε ­ γονότος δτι οΐ φυσικές έπιστήμες άναφ έρονται σ’ ένα κόσμο σκιών, είναι μιά άπό τις σημαντικώ τερες προόδους πού εχομε κάνει τελευταία.®

41


Τήν Ιδ ια δμως ώρα πού γραφ όταν α ύτές οΐ γραμμές, τό γραφ εϊο-σ κιά περνούσε άπό μιά άκόμα στοιχειω μένη μεταμόρφωση. Ά π ο δ είχ τη κ ε δτι οΐ μικροσκοπικές κουκίδες πού ήταν, ύπ οτίθεται, τά ϋστατα συστατικά του, δεν ήταν «άντικείμενα» άλλά «διεργασίες», άνάλογες μέ τις δονήσεις των πνευστών. Τ ά ύλικά κύματα πρωτοαναφέρθηκαν άπό τόν Πριγκηπα de Broglie - ένα λάτρη τής μουσικής δωμα­ τίου - σάν μιά άποψη πού θά βοηθούσε τό μοντέλο τού άτόμου τού Bohr νά ξεπεράσει τις δυσκολίες πού άντιμετώ π ιζε. Λ ίγο άργότερα, ό Αύστριακός Erwin Schrodinger* διατύπωνε τήν θεω ρία τής «κυματομηχανικής» πού πήρε τήν τελική της μορφή άπό τόν ’Ά γ γ λ ο Paul Dirac. Ά λ λ ά κ ι’ άν άκόμα τά συστατικά τής ύλης συμπεριφερόταν σάν άϋλα κύματα, δέν έπαυαν, δπως τό έχο μ ε ξαναπεΐ, νά συμπ εριφέρονται σέ άλλες περιπτώσεις σάν σωμάτια μέ μάζα. «Τό ήλεκτρόνιο». Ισχυρίστηκε ό Broglie, «είναι, ταυτόχρονα, και σωμάτιο και κύμα.»® Α ύτόν τόν δυϊσμό, πού είνα ι θεμελιώ δες στοιχείο τής μοντέρνας φυσικής, ό Bohr τόν ώνόμασε « Ά ρ χή τής Συμπληρωματικότητας». Στήν λεγάμενη «Σχολή τής Κοπεγχάγης» - τήν κυριώτερη Σχολή θεω ρ ητική ς Φυσικής πού ιδρύθηκε άπό τόν Bohr - ή Συμπληρωματικότης έγ ιν ε ένα είδος πιστεύω. Ό Heisenberg πού ήταν ένας άπό τούς στυλο6άτες αύτής τής Σχολής, παρατήρησε: «Νόημα τής έννοιας τής Συμπληρωματικότητας είνα ι ή περιγραφή μιάς κατάστασης στήν όποία μπορούμε ν ’ άντιμετωπίσουμε ένα καί τό αύτό φ α ι­ νόμενο άπό δύο δ ια φ ο ρετικά συστήματα άναφοράς. Αύτά τά δύο συστήματα άλληλοαποκλείονται άλλά και άλληλοσυμπληρώνονται καί μόνο μέ τήν άντιφατική τους παράθεση έχο μ ε τήν λεπτομερή εικόνα τού φαινομένου δπως αύτό έμφ ανίζεται».^ Σ ’ ένα άλλο σημείο, κάνει μιά παρατήρηση πού έ ξ η γ ε ΐ τόν ένανΙ άπό τούς λόγους τής έκδρομής μας στή πυρηνική φυσική. « 'Ό ,τι ή Σχολή τής Κοπεγχάγης άποκαλεΐ Συμπληρωματικότητα, τα ιρ ιά ζει όλοκάθαρα μέ τόν Κ αρτε­ σιανό δυϊσμό τής ΰλης καΐ τού πνεύματος».® Τήν ίδια ίδέα ε ίχ ε διατυπώσει νω ρίτερα καί ό W olfgang Pauli, ένας άλλος γίγα ντα ς τών κβάντα, πού θά μάς άπασχολήσει περισσότερο άργότερα. Δ έν μπορεί νά πει κανείς δτι ή έννοια τού ψυχο-φυσικού παραλλη­ λισμού πού διατυπώθηκε τόν περασμένο αιώνα έλυσε τό γεν ικ ό πρόβλημα τής σχέσης πού ύπάρχει άνάμεσα στό πνεύμα και στό σώμα, άνάμεσα στό έσώτερο καί στό έξώ τερο. Μ έ τό νά εισ αγάγει τήν έννοια τής συμ­ πληρωματικότητας στήν ϊδια τήν φυσική, ή μοντέρνα έπιστήμη μάς έφ ερ ε ίσως πλησιέστερα σέ μιά Ικανοποιητικώτερη κατανόηση αύτής τής σχέ­

* Ό De Broglie πήρε τό Νόμπελ τό 1929, ό Sohrodlnger τό 1931. Καί οί δυό έπαιξαν ενα ρόλο στή ζωή μου. Εϊμουν τό τε ξένος άνταποκριτής στό Παοίσι καί ή τύχη τά έφερε νά πάρω τήν πρώτη συνέντευξη άπό τόν de Broglie λίγες ώρες μετά τήν άπονομή τού βραβείου Νόμπελ. Σ’ αύτή τήν έπιτυχία μου χρωστούσα τόν διορισμό μου σάν ’ Επιστημονι­ κός Συντάκτης τού Συγκροτήματος Ευρωπαϊκών ’ Εφημερίδων Ullstein. Τόν Schrodinger τόν είχα γνωρίσει πριν άπό τόν πόλεμο στό Βερολίνο. Μετά, συναντηθήκαμε ξανά τό 1957, συνδεθήκαμε στενά καί μέχρι τόν θάνατό του, τό 1961, περνούσαμε μαζύ τά καλοκαίρια μας στό όρεινό χωριό Alpbach τού Τυρόλου. ” Av τό Alpbach εγινε ένα είδος τόπος προσκυνήματος τών θεωρητικών φυσικών, τό χρωστάει στήν παρουσία τού Schrodinger.

42


σης. Ή πιό Ικανοποιητική λύαη θά ήταν μιά έρμηνεία τού πνεύματος καί τού σώματος σάν συμπληρωματικές ό ψ εις τή ς ίδιας πραγματικότητας.® Αύτά, καθώς καί ή συνεχής έμφαση πού δ ίνεται στά θέματα: «τά άτομα δέν είναι άντικείμενα» καΐ «ό ά ντικειμ ενικό ς κόσμος παύει νά ύφ ίοταται στήν άτομική στάθμη», δίνουν μιά Ιδέα τής μετα-ύλιστικής κατεύθυνσης τής μοντέρνας φ υ­ σικής, πού παρέσυρε πολλούς φυσικούς στις έρωτοτροπεϊες τους μέ τήν παρα­ ψ υχολογία ή, εστω, σέ μιά άνεκτική στάση άπέναντί της. 'Η σχέση αύτή θά γ ίν ει άκόμα πιό καθαρή μετά άπό λ ίγ ες άκόμα ματιές στή Χώρα τών θαυμάτω ν τών στοιχειωδών σωμάτιων.

Ή πειραματική έπιβεβαίωσε ώραιώτατα τις έξισώ σεις πεδίου τών ήλεκτρονίων πού άντιμετώ πιζαν τά συστατικά τού ύλικού κόσμου σάν συναρτήσεις κυμάτων. Ή θεω ρία εύσταθούσε. Εύσταθούσε δμως μέ τήν προϋπόθεση τή ς παραδοχής τών άντιφάσεώ ν της. Ό νέος δρος «συμπληρωματικότης» έγ ιν ε μία άκόμα σχεδία γ ιά τά πελαγωμένα μυαλά. "Οταν ένα ήλεκτρόνιο έρχόταν σέ σύγκρουση μ’ ενα άλλο σωμάτιο, συμπεριφερόταν συνήθως σάν μιά μικροσκοπική μπάλλα κανονιού. "Οταν δμως έκτο ξευό τα ν σ’ ένα παραπέτασμα μέ δυό τρύπες, δημιουργούσε τό χαρακτη­ ριστικό σχήμα συμβολής πού προκύπτει 6ταν συναντώνται δύο μέτωπα κύματος (άφ ού, π.χ. ρίξομε δυό πέτρες μαζύ στό ίδιο π ηγά δ ι). Μήπως θά έπρεπε νά συμπεράνομε δτι αύτό τό ένα και μοναδικό ήλεκτρόνιο περνοϊισε, ταυτόχρονα, κι’ άπό τις δυό τρύπες; Στόν Προεδρικό Λόγο πού άπηύθυνε τό 1960 στήν Βρεττανική Ε τ α ιρ ε ία , ό Sir George Thomson πού έκανε άπό τούς πρώτους αύτό τό κλασσικό σήμερα πείραμα, παρατήρησε; [Σύμφ ω να μέ τήν Κοινή Λ ο γ ι­ κή] δταν ένα σωμάτιο δ ια σ χίζει μιά έπίπεδη όθόνη πού έχ ε ι δύο τρύπες, θά πρέ­ πει νά περνάει άπό τήν μία τρύπα άποκλείοντας τήν άλλη. Αύτό δέν συμβαίνει μέ τό ήλεκτρόνιο.’ ®* Ό Sir Cyril Burt, μ ετα χειρίσ τη κε μιά καυστικώτερη διατύ­ πωση δταν π εριέγραψ ε αύτό τό βασικό παράδοξο: «"Αν έπιχειρήσουμε νά περι­ γράφ ουμε τήν φαινομενική συμπεριφορά ένός μόνον ήλεκτρόνιου πού έκ το ξεύ τηκε σ’ ένα λεπτό μετάλλινο παραπέτασμα μέ δύο μικροσκοπικές τρύπες, θ’ άναγκαστούμε νά συμπεράνομε δτι τό σωμάτιο πέρασε σέ δύο ταυτόχρονα σημεία τό παραπέτασμα, ένα κατόρθωμα πού κανένα φάντασμα τού φολκόρ ή τή ς ψυχικής έρευνας δέν πραγματοποίησε, άπ’ όσο γνω ρίζω , μέχρι σήμερα>.’ ’ ’Ά λ λ η έξήγησ η ήταν δτι τό ήλεκτρόνιο μεταμορφωνόταν άπό σωμάτιο σέ κύμα τήν ώρα πού περνούσε άπό τις δύο τρύπες, ένώ σέ άλλες περιπτώσεις συμ­ πυκνωνόταν κατά κάποιο τρόπο άπό κύμα σέ σωμάτιο. Αύτό, βέβαια, δέν είναι παρά ένα λογοπαίγνιο. Ή μόνη βεβαιότητα πού κερδήθηκε ήταν δτι τά στοιχειώδη συστατικά τής ΰλης - ήλεκτρόνια, πρωτόνια κι’ άκόμα καΐ όλόκληρα άτομα - μπο­ ρούν νά συμπ εριφέρονται σάν κύματα δταν δέν τυ χα ίν ει νά συμπεριφέρονται σάν σωμάτια.

* Γιά τό νόστιμο τής ύποθέσεως άς προσθέσουμε ό τι πατέρας τοΰ Sir George Thomson ήταν ό S ir Joseph J. Thomson πού άνακάλυψε τό 1890 τό ήλεκτρόνιο. Και δτι είχ ε ύπάρξει ενα άπό τά πρώτα μέλη τής 'Εταιρείας Ψυχικών ’ Ερευνών.

43


’Ά ν καί τά συστατικά τής ύλης θά μπορούσαν νά περιγραφοΰν μέ μεγάλη μαθηματική ά κρίθεια σάν σχήματα δονήσεων, π αρέμενε τδ έρώ τημα: τ'ι είνα ι έκεΐνο πού δ ο νεϊται; Ά π ό τήν άποψη τής φυσικής, αύτά τά υλικά κύματα προκαλοΟσαν πραγματικά φ αινόμενα, δπως σχήματα συμβολής σέ μιά όθόνη ή ρεύματα σ’ ένα ραδιόφωνο τρανζίστορ. Ά π ό τήν άλλη πλευρά, ή δλη άντίληψ η τών ύλικών κυμάτων άποκλείει ρητά όποιοδήποτε μέσο μέ φυσικές ιδιότητες σάν φ ορ έα τών κυμάτων. "Ε να κύμα, είνα ι κίνηση. Ποιό είνα ι δμως έκείνο τό κάτι πού κινείτα ι ρίχνοντας τήν σκιά του πάνω στό γραφ εΐο-σ κιά τού Eddington; Γιά νά μήν άναγκαστοΟν νά τό ποΰν «ήλικία τοΟ πλοιάρχου», τό είπαν «πεδίον ψι» ή «συνάρτηση ψι». Ό Henry Margenau Κ αθηγητής τή ς Φυσικής στό Πανεπιστήμιο τού Yale παρατή­ ρησε πρόσφατα δ τ ι: Πρός τά τέλη τού περασμένου αΙώνα, γεννήθηκε ή άποψη δτι κάθε άλληλεπίδραση άφορά ύλικά άντικείμ ενα. Αύτό, σήμερα, δέν σ τέκει. Γνω­ ρίζομε ότι ύπάρχουν πεδία άπόλυτα μή ύλικά. 01 κβαντικές άλληλεπιδράσεις τού φυσικού πεδίου ψι - κατά ένα ένδ ιαφ έροντα καί ίσως καί διασκεδαστικό τρόπο τό ψι τού φυσικού έχ ει, στήν έρ μ η νεία του, μιά κάποια κοινή άφαίρεση και άοριστία μέ τό ψι τού παραψυχολόγου είνα ι άπόλυτα μή ύ λικές άλληλεπιδράσεις, κ ι’ δμως π εριγράφονται άπό τις σημαντικώ τερες καί βασικώ τερες έξισώ σεις τής σημερινής κβαντομηχανικής. Α ύ τές oi έξισώ σεις δέν άναφέρουν καθόλου κινού­ μενες μάζες. Ρυθμίζουν τήν συμπεριφορά πολύ άφηρημένω ν πεδίων, συχνά τόσο άραχνοΰφαντω ν όσο μπορεί νά είναι ή τετραγω νική ρίζα μιάς πιθανότητας.’ ^

Κ ι’ δμως, τό παράδοξο τού πεδίου ψι τού φυσικού σάν άϋλο ύπόστρωμα τής ύλης, δέν είνα ι άλλο άπό μιά πιό έσώτερη έπανάληψη τού παλαιώτερου παράδο­ ξου τού ήλεκτρομαγνητικού πεδίου καί τού πεδίου βαρύτητας. Τό φώς, και όλες οί άλλες ή λεκτρομαγνητικές άκτινοβολίες, συμπεριλαμβανομένων καί τών δαμα­ σμένων ραδιοφωνικών κυμάτων τών μαζικών μέσων ένημέρωσης, έμ φ ανίζο υν τόν ϊδιο διττό χαρακτήρα μικρών σφαιριδίω ν συμπυκνωμένης έν έρ γ εια ς - φω το­ νίων - καί κυμάτων, μέσα σ’ ενα μή-μέσον στερημένο άπό κάθε φυσική ιδιότητα. Αύτό, κάποτε, τό άποκαλούσαν αιθέρα, ό όρισμός δμως άτόνισε σάν χωρίς νόημα, γ ια τί ένα μέσο στερημένο άπό κάθε φυσική Ιδιότητα δέν είνα ι μέσο. Τότε, σάν μιά άκόμα λεκτική σχεδία, προτάθηκε ό όρος «πεδίον», πού άνα φ έρ εται στόν έξαί3λωμένο αιθέρα. Σύμφω να μέ τήν φόρμουλα τού Einstein E = m c 2 (φ όρμουλα πού ε ίχ ε σάν ύποπροϊόν της τήν άτομική β ό μ β α ), ή μάζα ήταν κιόλας τό παρα­ δεγμένο ισοδύναμο συμπυκνωμένων πακέτων έν έρ γ εια ς. Καί ή γενική θεωρία τής σχετικότητας ύποβίβασε καί τήν μάζα και τήν άδράνεια καί τήν βαρύτητα καί τις κατάντησε, όλες τους, βρόχους, τάσεις κα'ι κόμβους μέσα σ’ ένα άδειο, πολυδιάστατο χώρο. Τ ά μή άντικείμ ενα λοιπόν τής κβαντικής θεω ρίας καί τής κυματομηχανικής δέν είνα ι μεμονω μένα άξιοπ ερίεργα τής σύγχρονης φυσι­ κής άλλά τό άποκορύφωμα μιάς άνάπτυξης πού άρχισε πρός τά τέλη τού περα­ σμένου αιώνα. Ό S ir Jam es Jeans τό συνώψισε σ’ ένα άξιοσημείω το σημείο τών Rede (.ectures του. 'Η φυσική πλευρά τής έπιστήμης συμφωνεί σ’ ένα μεγάλο βαθμό

44


και σχεδόν όμόφωνα οτι ό χείμαρρος τής γνώσης κατευθύνεται σή­ μερα πρός μιά μή μηχανική άλήθεια. Τό σύμπαν ά ρ χ ίζει νά φ αίνεται περισσότερο σάν μιά μεγάλη σκέψη παρά σάν μιά μεγάλη μηχανή.’ ^ Τό δεύτερο μέρος αύτής τής παραγράφου, μετά τήν τελεία, θά μπορούσε νά φ α νεί σάν ένα non sequitur ή σάν μιά σκέτη ποιητική μεταφορά. 'Η ιδέα δμως προ­ χω ρεί βαθύτερα. Τ ά περιεχόμενα τής συνειδητής έμπ ειρίας δέν έχουν χωροχρον ικ ές διαστάσεις- άπ’ αύτήν τήν άποψη μοιάζουν μέ τά μή άντικείμενα τής κβαντι­ κής φυσικής πού άψ ηφάν, κι’ αύτά, κάθε προσδιορισμό σέ όρους χώρου, χρόνου καί σύστασης - ή, γ ιά νά παραθέσουμε καί πάλι τόν Jeans, π εριγράφονται μόνο «βγαίνοντας έξω άπό τόν χώρο καί τόν χρόνο». Τ ά άύλα όμως περιεχόμενα τής συνείδησης συνδέονται κατά κάποιο τρόπο μέ τό ύλικό μυαλό' και τό άϋλο πεδίο ψι τού φυσικού, σ υνδέεται κατά κάποιο τρόπο μ έ-τίς υλικές πλευρές τών ύλικών σωμάτιων. Αύτόν τόν παραλληλισμό ύπαινίσσεται ή παρατήρηση τού Heisenberg όταν μάς λ έει ότι ή συμπληρωματικότης σωμάτιων και κυμάτων τής Κοπεγχάγης καί ό Καρτεσιανός δυϊσμός ϋλης και πνεύματος, ταιριάζουν «πολύ καθαρά». Κ ι’ αύτό υπαινίσσεται καί ή παρατήρηση τού Jeans όταν λ έει ότι τό σύμπαν φ αίνεται περισσότερο σάν μιά σκέψη παρά σάν μιά μηχανή. «Περισσότερο» και όχι «τό ϊδιο» - γ ια τί τόσο στόν κόσμο τού Einstein όσο καί στόν ύπο-άτομικό μικρόκοσμο, κυριαρχούν οΐ μή ύλικές πλευρές. Και στούς δύο, ή ύλη άναλύεται σέ έν έρ γ εια καί ή έν έρ γ εια στις μεταβλητές παραστάσεις κάποιου άγνωστου, πού ό Eddington συνώψισε στό έπίγραμμά τ ο υ : «Τό ύλικό άπό τό όποιο είνα ι φτιαγμένος ό κόσμος, είνα ι νοητικό ύλικό». Ή σκληρή, άπτή έμφάνιση τών άντικειμένω ν, ύπάρχει μόνο στόν μετρίου μ εγέθο υς κόσμο μας, τόν ύπολογισμένο σέ μέτρα καί σέ γυάρδες, μέ τόν όποιο έχουν έναρμονισ τεί οι αισθήσεις μας. Τόσο σέ μιά κοσμική όσο καί σέ μιά ύπο-άτομική κλίμακα, αύτή ή οικεία μας καί άπτή σχέση άπ οδεικνύεται χίμα ιρ α .· ■ Δ έν μπορώ ν ’ άντισταθώ στόν πειρασμό νά μήν προσθέσω δλλη μιά διαφωτιστική ύποσημείωση άπό τό δοκίμιο τοΟ S ir Cyril Burt πάνω στην «Ψυχολογία <α'ι Παραψυχολογία».'■* «Πόσο μακρυά βρίσκονται τά βασικά κατασκευάσματα τής μοντέρνας φυσικής άπό τό περιεχόμενο τών κατ’ αίσθηση έμπειριών πού μπορούν νά παρατηρηθούν, μάς τό δεί­ χ ν ει ή Ιστορία τής «ένέργειας» και ή άναπάντεχη ταύτισή της μέ τήν «ΰλη» ή τήν «μάζα» άπό τόν Einstein... βέβαια ένας ψυχολόγος μπορεί νά προτείνει δτι ή παλιά διάκριση μεταξύ ϋλης καί ένέργειας προέκυψε άπό τόν τρόπο μέ τόν όποιο καθώριζαν οί βιολογικές άνάγκες μας τήν άνάπτυξη τών αίσθήσεών μας. Ή άπτή άντίληψη πού έχομε τών έλκτικών ιδιοτή­ των τής μάζας (ένας κόκκος άμμου π.χ., πάνω στό δέρμα μας) χρειάζεται έναν έρεθισμό τουλάχιστον 0.1 γραμ. πού είναι, άς πούμε, 10*® έργια. Ή κιναισθητική μας αίσθηση (δταν π.χ. σηκώνουμε ένα βάρος), είναι άκόμα πιό τραχειά. Άπό τήν άλλη μεριά, τό μάτι μας, σέ μιάν άκτίνα δράσης 5 ’Λ περίπου μέτρων, είναι ευαίσθητο σέ λιγώτερο άπό 5 κβάντα άκτινοβολούμενης ένέργειας, πού είναι περίπου 10-’ ® έργια και λιγώτερο. Τά αίσθήτήρια συνεπώς όργανα τού άνθρώπου είναι 10^° φορές πιό εύαίσθητα στήν ένέργεια άπ’ όσο είναι στή μάζα. "Α ν άντιλαμβανόμαστε τή μάζα μέ τήν Ιδια όξύτητα πού άντιλαμβανόμαστε τήν ένέργεια θά βρίσκαμε τήν ταύτισή τους αύταπόδειχτη καί καθόλου παράδοξη. ‘Ό τα ν, βλέποντας τό φώς, αισθανόμαστε ταυτόχρονα καί τήν πίεση τών φωτόνιων, τό τε θ’ άντιμετωπίζαμε τήν μάζα καί τήν ένέργεια σάν δυό διαφορετικούς τρόπους άντίληψης τού Ιδιου πράγματος ...». θά μπορούσε νά προσθέσει κανείς ό τι άν ή αίσθησή μας τής άφής ήταν δσο εύαίσθητη είναι καί ή όρασή μας, τό στέρεο γραφείο του Eddington θά μεταμορφωνόταν κατά κάποιο τρόπο (άν καί όχι άπόλυτα), σέ γραφεΐο-σκιά.

45


Σ τις ά ρχές τού 1930, τρία ήταν τά γνωστά «στοιχειώδη σωμάτια» πού, ύποτιθεται άποτελοΟσαν τά ΰστατα συστατικά τής ϋλης: τό άρνητικά φορτισμένο ήλεκτρόνιο, τό θετικ ά φορτισμένο πρωτόνιο και τό άφόρτιστο νετρόνιο. Πρωτόνια και νετρόνια άποτελοΟσαν τόν άτομικό πυρήνα, πού στήν πραγματικότητα συγκέντρω ­ νε όλόκληρη τήν μάζα τοΰ άτόμου. Τά περιστρεφόμενα ήλεκτρόνια - ή ήλεκτρονιακά κύματα-άποτελοϋσαν τόν έξω τερικό φλοιό του. Σήμερα γνω ρίζομε έκατό τουλάχιστον στοιχειώδη σωμάτια, πού άλλα πηγάζουν άπό τήν κοσμική άκτινοβολία καί άλλα κατασκευάζονται στά έργαστήρια. Μ ερικά άπ' αύτά ζοϋν πάρα πολύ λίγο, όχι πιό πολύ άπό ενα άπειροελάχιστο κλάσμα τού δευτερόλεπτου. ’Ά λ λ α , όπως τό φωτόνια, έχουν μιά κυριολεκτικά άπεριόριστη διάρκεια ζωής. Μ ερικά άπ’ αύτά τά σωμάτια είναι, πραγματικά, πολύ παράδοξα - μιά άπό τΙς πολλές και ποικίλες Ιδιό τη τές τους άκούει στόν τεχνικό δρο «παραδοξότης». Στό λ εξιλό γιο τής μοντέρνας φυσικής ύπάρχουν μερικοί άλλοι δροι πού είνα ι άκόμα πιό περί­ εργοι. Ό Μ. G ell-M ann άνάπτυξε μιά θεω ρία σχετική μέ τά στοιχειώδη σωμάτια πού άπό έκτίμηση πρός τόν Βούδδα βάφ τισ ε «Ό κτάδιπλο καί Ε ύγενή Δρόμο», πράγμα πού ϊσως τόν διευκόλυνε νά προβλέψει τήν ύπαρξη ένός άγνωστου τότε άκόμα σωμάτιου, τού ώμέγα μεΐον - και νά κερδίσει τό 1969 τό Βραβείο Νόμπελ γ ι’ αύτά. Έ πΐ πλέον, ό G ell-M ann καί οΐ σ υνεργάτες του πρότειναν δτι τά «στοι­ χειώδη» σωμάτια μπορεί στήν π ραγματικότητα νά μήν είναι καθόλου «στοιχειώδη» άλλά ν ’ άποτελούνται άπό άκόμα πιό σ τοιχειώ δεις όντότητες πού άποφάσισαν νά βαφτίσουν «κουάρκς» — σέ δ είγμ α έκτίμησης γ ιά τό Finnegan’s Wake τού Jam es Jo yce*. Μ έχρι τήν στιγμή πού γ ρ ά φ ετα ι αύτό τό βιβλίο, οΐ ύπ οθετικές αύτές όντό­ τη τες δέν έχουν, ή δέν έχουν άκόμα, άνακαλυφ θεί. 'Η έκφραση όμως «κυνηγώντας τό κουάρκ» έχ ει καθιερω θεί στήν έργαστηριακή άργκό τής φυσικής. Κ ι’ όλα αύτά σημαίνουν δτι οΐ θεω ρητικοί φυσικοί έχουν άπόλυτη έπίγνωση τής σουρρεαλιστικής φύσης τού κόσμου πού δημιούργησαν. Ε ίναι, δμως, ένας κόσμος μεγάλου μυστήριου καί μεγάλης όμορφιάς αύτός πού άποκαλύπτεται στις φαντασ τικές φω τογραφ ίες τών δσων συμβαίνουν στόν θάλαμο φυσσαλίδων, καί πού μαντεύομε άπό τις καμπύλες καί τις έλ ικο ειδ είς τρ ο χιές άφ άνταστα μικροσκοπικών σωμάτιων πού κινούνται μέ άσύλληπτη τα χύ­ τητα, πού συγκρούονται, όπιοθοχωρούν ή έκρήγνυνται, γεννώ ντας άλλα σωμάτια ή κυμάτια. 01 ήθοποιοί αύτής τή ς φαντασμαγορίας είνα ι άόρατοι, άφήνουν δμως τά ίχνη τους, σειρές άπό μικροσκοπικές φυσσαλίδες μέσα στό ύγρό, πού θυ μ ί­ ζουν τήν ύγροποιημένη γραμμή πού άφήνουν πίσω τους τά τ ζ έ τ όταν πετάνε ψηλά. Μ έ τήν διαφορά δτι τά ϊχνη τών σωμάτιων είναι λεπτές καί κοφ τερές γραμ μές πού τό μήκος τους, οι γω νιές τους καί οι καμπυλότητες τους μπορούν νά ύπολογιστοΰν μέ άρκετή άκρίβεια γ ιά νά προσδιορίσουν τήν έν έρ γ εια τοΰ σωμάτιου ή τήν τα χύτη τά του, τό ήλεκτρικό του φορτίο κλπ. Αύτή ή τεχνική έπιτρέπει στόν φυσικό νά παρακολουθήσει τό άδιανόητο — τήν μετατροπή τής μάζας σέ έν έρ γ εια καί τής έν έρ γ εια ς σέ μάζα. "Οταν ένα φωτόνιο, ένα συμπυκνωμένο δηλαδή «πακέτο φώς», χωρίς μάζα ήρεμίας, περάσει δ ίπ \α σ’ έναν άτομικό πυ­

* Quark, στά Γερμανικά, σημαίνει τυρόπηγμα καί έτσι λέγετα ι συνήθως ένα ειδικά μαλακό τυρί μέ φοβερή μυρωδιά.

46


ρήνα, αύτό τό φωτόνιο μετατρέπ εται σέ ένα ήλεκτρόνιο και ένα π οζιτρόνιο,* ή άκόμα καΐ σέ δυό ζευ γ ά ρ ια ήλεκτρόνια καΐ ποζιτρόνια πού έχουν, καΐ τά δύο μάζα. Και άντίστροφα, όταν ένα ήλεκτρόνιο συναντηθεί μέ ένα ποζιτρόνιο άλληλοεξοντώ νονται μετατρέποντας τήν κοινή μάζα τους σέ άκτίνες γάμμα ύψηλής έν έρ γεια ς. Τό δτι φθάσαμε νά διεισδύσουμε τόσο βαθειά κάτω άπό τόν έπιφανειακό κόσμο, είνα ι ένας άπό τούς μεγαλύτερους θριάμβους τής άνθρώπινης εύφ υΐας. Και παρ’ δλο πού οΐ ϊδιο ι οΐ φυσικοί δέν παύουν νά μάς προειδοποιούν δτι τά φαντάσματα πού βρίσκομε έκ ε ΐ κάτω ξεφ εύ γ ο υ ν άπό τά δ ίχ τυ α τή ς άντίληψής μας, μπορούμε, τουλάχιστον, νά τά ύπολογίσουμε άπό τά ϊχνη πού άφήνουν τά πατήματά τους στό θάλαμο φυσσαλίδων.

Ά π ’ Ολα τά έκθαμβω τικά στοιχειώδη σωμάτια τής άπογραφής ένός φυσικού, πιό στοιχειω μένο φ α ίνετα ι νά είναι τό λεγόμενο νετρίνο. Θεωρητικά, ή ύπαρξή του προειπώθηκε τό 1930 άπό τόν W olfgang Pauli. Μόνο δμως μετά τό 1956, μετά δη­ λαδή είκοσιπ έντε όλόκληρα χρόνια, οΐ F. Reines καί C. Cowan παγίδευσαν στό έργαστήριό τους πραγματικά νετρίνα, πού είχαν ξε φ ύ γ ε ι άπό τούς πελώριους πυρηνικούς άντιδραστήρες τής ’Επιτροπής ’Α τομικής ’Ε νέρ γεια ς στόν ποταμό Σαβάννα. Ό λόγος γ ιά τόν όποίο άργησαν τόσο πολύ νά τό άνακαλύψουν ήταν για τί τό νετρίνο δέν έχ ει κυριολεκτικά καμμιά φυσική ιδιότητα- οΰτε μάζα οϋτε ήλεκτρικό φορτίο οΰτε μαγνητικό πεδίο. Δ έν έλκετα ι άπό τήν βαρύτητα καί δέν συλλαμβάνεται ο ϋτε άπωθεΐται άπό τά ήλεκτρομαγνητικά πεδία των άλλων σωμάτιων όταν περνάει δίπλα τους. ’Έ τσ ι λοιπόν, όταν ένα νετρίνο ξεκ ιν ά ει μέ τήν ταχύτητα τού φωτός άπό τόν Γαλαξία μας, ή άπό κάποιον άλλον γ α λ α ξία , μπορεί νά μπαίνει στό τα ξίδ ι του στή στέρεη γή μας άπό τήν μιά της πλευρά καί νά βγαίνει άπό τήν άλλη σά νά δ ιέσ χ ιζε έναν άδειο χώρο — σά νά περνούσε μέσα άπό τό γρ α φ είο τού Eddington. "Ε να νετρίνο, μόνο μιά άμεση μετωπική σύγ­ κρουση μ ’ ένα άλλο στοιχειώ δες σωμάτιο μπορεί νά τό σταματήσει καί οί πιθανό­ τητες πού έχ ει γ ιά μιά τέτο ια σύγκρουση στή γήινη διαδρομή του ύπολογίζονται σέ ένα περίπου στά δέκα χιλιάδ ες έκα τομμύρια .* * «Εύτυχώς» όπως παρατηρεί ό συγγραφ έας έπιστημονικών έργων M artin G ardner «ύπάρχουν άρκετά νετρίνα γύρω μας γ ιά νά μπορούν νά συγκρούονται. Ά λ λ ο ιώ ς δέν θά τά έντοπ ίζαμε ποτέ. Τώρα πού δια β ά ζετε αύτή τή φράση, δισεκατομμύρια ν ετρ ίν α άπό τόν ήλιο κ ι’ άπό άλλα άστέρια, ϊσως κ ι’ άπό άλλους γ α λ α ξίες , περνάν μέσα άπό τό κρανίο σας κι’ άπό τό μυαλό σας».’ ® 'Η άνακάλυψη τού νετρίνου δέν ερέθισε μονάχα τούς φ υ­ σικούς. Γιά νά γιορτάσ ει τό γεγο νός, ό μυθιστοριογράφ ος John U pdike έγρ α ψ ε ένα ποίημα πού τό όνόμασε «Κοσμική ’Έ κ κ ρ ισ η » :’ ® ‘ "Ενα ήλεκτρόνιο μέ θετικό φορτίο ή άντι-ήλεκτρόνιο. ' · Ό Reines κι’ ό Cowan, πού άνακάλυψαν τό νετρίνο, έγκατέστησαν τελευταία έργαστήρια στά βάθη χρυσορυχείων καΐ όρυχείων άλατιοϋ, γιά νά παγιδεύσουν άγνούς καταρράκτες άπό νετρίνο. άμόλυντους άπό άλλα σωμάτια τού διαστήματος πού δέν είσχωροΰν σέ τέτοια βάθη.

47


Τ ά νετρ ίνα είνα ι μικρά Χωρίς καμμία φόρτιση Χωρ'ις κάν μάζα Χωρίς άλληλεπίδραση Καμμία Γι’ αύτά ή γή είναι Μπάλλα χωρίς άντίαταση Χωρίς καμμία αημασία ‘Απλούστατα περνάνε μέσα της Σάν καμαριέρες σ’ άδεισυς Διαδρόμους Φωτόνια σ’ ένα σκέτο τζάμ ι ΠεριφρονοΟν Βαρύγδουπα άέρια Π εριφρονοΰν τούς τοίχους Τ ’ άτσαλιοϋ Τοΰ μπρούτζου Π εριφρονοΰν τό σ έξ ’Α τα ξικά Δ έν νοιάζονται Γιά μένα καί γ ιά σένα ’Α διαφ ορούν Γ ιά κάθε σύγκρουση Κοινωνική Σάν λαιμητόμοι ’Α φ ανείς Σχίζο υν άνώδυνα Κ εφ άλια Σώ ματα Καί π έφτουνε Στή χλόη

Γιά ένα μυαλό χωρίς προκαταλήψεις, τά νετρ ίνα έχουν πραγματικά μιά κά­ ποια σ υ γγένεια μέ τά φαντάσματα — πράγμα πού δέν τά έμπ οδίζει δμως γ ι’ αύτό καί νά ύπάρχουν. Κ ι’ αύτό δέν είνα ι μιά άπλή παραδοξολογία. Ή άπουσία κάθε φυσικής Ιδιότητας τού νετρίνου καί ό σχεδόν αΙθέριος χαρακτήρας του ένεθάρ^ρβναν τήν διακινδύνευση ύποθέσεων γύρω άπό τήν πιθανή ύπαρξη άλλων σωμάτιων πού θά μπορούσαν νά είνα ι ό συνδετικός κρίκος ΰλης και πνεύματος πού λείπει. ’Έ τσ ι, ό διακεκριμένος άστρονόμος V.A. Firsoff πρότεινε δ τι: «ό νούς είνα ι μιά παγκόσμια όντάτητα ή άλληλεπίδραση, τής ίδιας τά ξη ς μέ τόν ήλεκτρισμό ή τήν βαρύτητα κ ι’ δτι θά πρέπει νά υπάρχει ένα modulus of transformation άνάλογο μέ τήν περίφημη ισότητα τοΰ Einstein E = mc2 πού νά έξισ ώ νει τό 'νοητικό ύλικό ’ μέ άλλες ό ντότητες τοΰ φυσικού κόσμου».'^ Προχώρησε λέγοντας ότι θά πρέπει νά ύπάρχουν στοιχειώδη σωμάτια αύτοΰ τοΰ νοητικού ύλικού πού πρότεινε νά βαφτίσουν «νοόνια», μέ Ιδιότητες κάπως όμοιες μέ τοΰ ν ε τρ ίν ο υ :

48


Τό σύμπαν θά πρέπει νά φ α ίνετα ι πολύ παράξενο μέ τά μάτια ένός νετρίνου. Ή γη μας και οί άλλοι πλανήτες, άπλούστατα δέν θά φαίνονται ή τό τε θά διακρίνονται σάν λεπτές λουρίδες καταχνιά. Ό ήλιος καί άλλα άο τέρια μπορεί νά διακρίνονται άμυδρά, άνάλογα μέ τόν άριθμό τών νετρίνω ν πού έκπέμπουν... Ό έγκέφ α λ ο ς ένός νετρίνου θά μπορούσε ϊοως νά ύποψιαστεϊ τήν ϋπαρξή μας άπό μερικούς δευτερ εύοντες παράγοντες, θά δυσκολευόταν ομως πολύ νά τήν άπ οδείξει, γ ια τί θά ξεγλυστρούσε άπό τά όργανα πού δ ια θέτει. Ό κόσμος μας δέν είναι άληθινότερος άπό τόν κόσμο τού νετρίνου· ύπάρχουν και οί δυό, άλλά σ’ ένα δ ια φ ο ρ ετι­ κού είδους χώρο, όπου κυβερνάν δ ια φ ορ ετικοί νόμοι.... Στό δικό μας χώρο κανένα ύλικό σώμα δέν μπορεί νά ξεπεράσει τήν τα χύτη τα τού φωτός, γ ια τί σ’ αύτή τήν τα χύτη τα ή μάζα του καί συνεπώς ή άδράνειά του καθίσταται άπειρη. Τό νετρίνο δμως, πού δέν ύπόκειται οΰτε σέ πεδία βαρύτητας οΰτε σέ ήλεκτρομαγνητικά πεδία, δέν δεσμεύεται άπ’ αύτό τό όριο τα χύτητας καί μπορεί νά έχ ε ι ένα δικό του, διαφ ορετικό χρόνο. Δ έν άποκλείεται νά μπορεί νά τα ξιδ εύ ε ι γρηγορώ τερα άπό τό φώς, πράγμα πού, σχετικιστικά, θά τό ύποβίβαζε στή δική μας χρονική κλίμακα. ... Ά π ό τήν προηγούμενη άνάλυση πού κάναμε τών νοητικών όντοτήτων, βλέπομε ότι δέν έχουν ώρισμένη θέση στόν έπιλεγόμενο «φυσικό» χώρο, ή, άκόμα καλύτερα, σ’ ένα χώρο βαρύτητας καί ήλεκτρομαγνητισμού. Ά π ’ αύτήν τήν άποψη μοιάζουνε μέ νετρ ίνα ή μέ γρήγορα ήλεκτρόνια. Αύτή ή άποψη προί)ποθέτει ένα ξεχω ριστό είδος νοητικοϋ χώρου μέ διαφ ορετικούς νόμους καί ένισ χύθηκε άπό τά παραψυχολογικά πειράματα πού έγιναν καί στό Πανεπιστήμιο Duke καί άλλοΰ... Φαίνεται... ότι αύτοΰ τοΰ είδους ή άντίληψη άφορά μιά νοητική άλληλεπίδραση πού ύπόκειται σέ δικούς της νόμους καί καθορίζει ένα δ ιαφ ορετικό χωροχρονικό τύπο».’ ®

Τά «νοόνια» τοΰ Firsoff ήταν πάντως ένα μάλλον πρωτόγονο δείγμα, δ ε­ σμευμένο άπό τις άτομιστικές έρ μ η νείες τών πνευματικών φαινομένων πού ή ψυ­ χολογία άρχισε έπί τέλους νά ξεπερνά. Μ ιά πιό έκλεπτυσμένη προσέγγιση έπιχείρησε ό Sir Cyril Burt πού τά «ψ υχόνιά»* του έχουν περισσότερο παραστατικό παρά σωματιακό χαρακτήρα, δέν τήν έπ εξεργάσ τηκε δμως λεπτομερώς. Οί τελ ευ ­ ταίες προσπάθειες πρός τήν άνακάλυψη τοΰ κρίκου πού θά συνέδεε τόν συντελε­ στή ψι τής κβαντικής μηχανικής μέ τά φ αινόμενα ψι τής παραψυχολογίας, έγιναν άπό τόν φυσιολόγο S ir John Eccles καί τόν μαθηματικό Adrian Dobbs. Γιά νά τις κατανοήσομε όμως, θά πρέπει νά έκδράμουμε σ’ άκόμα πιό άπρόσιτες ά κτές τής μοντέρνας φυσικής άπ’ δσες έπ ισκεφθήκαμε μέχρι τώρα.

Ό Paul Adrian M aurice D irac τοΰ Καίμπριτζ, διατύπωσε τό 1931 μιά θεωρία, πού θά είχ ε άπ ορριφθεί σάν πρώτης γραμμής π αραδοξολογία άν δέν τήν είχ ε προτείνει * Ό δρος ψυχόνια προτάθηκε άρχικά άπό τόν Whately Carington.

49


ένας άπό τούς έξοχώ τερους φυσικούς τής έποχής του, πού κυριώτερη προηγού­ μενη έπ ίτευξή του (γ ιά τήν όποια πήρε καί τό Νόμπελ τό 1933) ήταν ή ένοποίηοη τής θεωρίας τής Σ χετικό τη τα ς τού Einstein μέ τήν κυματομηχανική τού Schrbdinger. Έ ν πάοει περιπτώσει, ή ένοποιημένη θεω ρία του συνάντησε καινούργιες δυσκολίες στό δρόμο της καί γ ιά νά τις ύπερπηδήσει, ό Dirac άξίω σε δτι ό χώρος δέν είνα ι στήν πραγματικότητα κενός, άλλά γεμ άτος άπό μιά άπύθμενη θάλασσα ήλεκτρόνια άρνητικής μ άζας (κ α ί συνεπώς καί άρνητικής έ ν έ ρ γ ε ια ς ). *Η άρνητική μάζα, φυσικά, ξεπ ερνάει τήν άνθρώπινη φαντασία. Τό μόνο πού θά μπορού­ σαμε νά πούμε γ ιά ένα σωμάτιο τέτο ιο υ είδους θά ήταν δτι άν προσπαθήσετε νά τό σπρώξετε μπρός, αύτό-θά γυρ ίσ ει πίσω κ ι’ άν τό φυσ ήξετε, θά ρ ο υ φ η χτεϊ μέσα στούς πνεύμονές σας. Έ φ ’ δσον, σύμφωνα μέ τήν ύπόθεση, τά άρνητικής μάζας ήλεκτρόνια καταλαμβάνουν όλες τις δυνατές θέσεις μέσα στό χώρο, δέν άλληλοεπιδροΰν και δέν έκδηλώνουν τήν ϋπαρξή τους. Τ υχαίνει όμως καμμιά φορά νά χτυπήσει μιά κοσμική άκτίνα ύψ ηλής έν έρ γ εια ς κάποιο ήλεκτρόνιο-φάντασμα και νά τού μεταδώσει τήν έν έρ γ ειά της, πράγμα πού έχ ε ι σάν άποτέλεσμα νά ξεπηδήσει τό ήλεκτρόνιο-φάντασμα άπό τήν θάλασσα πού βρισκόταν καί νά μεταμορ­ φ ω θεί σ’ ένα κανονικό ήλεκτρόνιο μέ θετική έν έρ γ εια και μάζα. Στό σημείο όμως τής θάλασσας άπ’ όπου ξεπήδησε, μένει τώρα μιά φυσσαλίδα ή «τρύπα». Αύτή ή τρύπα θά είναι μιά άρνηση άρνητικής μ ά ζ α ς : θά έχ ει άρα θετική μάζα. θ ά είναι έπίσης μιά άρνηση τού άρνητικού ήλεκτρικοϋ φορτίου τοΰ πρώην ένοίκου τ η ς : θά έχ ει λοιπόν θετικό φορτίο. Ή τρύπα στόν κοσμικό ώκεανό θά ήταν στήν πραγματι­ κότητα, όπως είπε ό Dirac τό 1931, «ένα νέου είδους σωμάτιο, άγνωστο στήν πει­ ραματική φυσική, πού θά ε ίχ ε τήν ίδ ια μάζα και τό άντίθετο φορτίο μ’ ένα ήλε' κτρόνιο. Θά μπορούσαμε νά όνομάσουμε ένα τέτο ιο σωμάτιο, άντι-ήλεκτρόνιο». Ά λ λ ά τό άντι-ήλεκτρόνιο, συνέχισε στις π ροβλέψεις του, θά ήταν βραχύβιο. Πολύ γρήγορα, ή «τρύπα» θά έλ κεε κάποιο κανονικό ήλεκτρόνιο, αύτό θά έπ εφ τε μέσα της καί τά δυό σωμάτια θά άλληλοεξουδετερω νόνταν, έξα ϋλο ύμ ενα μέσα σέ μιά άστραπή άκτίνων ύ ψηλής ένέρ γεια ς. Αύτή ή θεωρία άκούστηκε τόσο τρελλή πού ό Niels Bohr έγ ρ α ψ ε ένα εύθυμογράφ ημα μέ τόν τίτλ ο : «Πώς νά πιάνετε έλέφ α ντες». Μ έ τό χιούμορ πού φ α ίνεται πώς είνα ι χαρακτηριστικό τών μεγάλων φυσικών, πρότεινε στούς κυνηγούς θηρίων νά στήσουν ένα μεγάλο πόστερ στά σημεία πού συγκεντρώνονται οί έλ έφ α ν τες γιά νά πιούνε νερό, στό όποιο ν ’ άναφέρουν, συνοπτικά, τήν θεωρία τοΰ Dirac. «'Ό τα ν ό έλέφ αντας, πού είνα ι ένα παροιμιωδώς σοφό ζώο, έρ θ ει νά πιεί νερό καί διαβάσει τό κείμενο, θά μ είνει, γ ιά άρκετά λεπτά, σύξυλος». ’ Επωφελούμενος άπό τήν καταληπτική σχεδόν κατάσταση στήν όποία θά είχ ε πέσει τό ζώο, ό κυνηγός θά ξετρύπωνε άπό τήν κρυψώνα του, θά έδ εν ε μέ γερ ά σκοινιά τά πόδια τού έλέφαντα καί θά τόν φόρτωνε κατ’ εύθείαν γ ιά τό ζοω λογικό κήπο τής Κοπεγχάγης.* * Χρωστάω αύτήν τήν Ιστορία στόν George Gamow’ ® και νομίζω δτι έπϊ τή ευκαιρία θά μπορούσα νά διηγηθώ άκόμα ένα άπό τ ’ άνέκδοτά του: 'Ένα άλλο παράδειγμα τής άξείας παρατηρητικότητας τού Dirac έχ ει λογοτεχνική χροιά. Ό φίλος του Peter Kapitza, ό Ρώοσος φυσικός, του δάνεισε κάποτε μιά ’Α γγλική μετάφραση του «"Εγκλημα καί Τ ι­ μωρία» τοΰ Ντοστογιέφσκη. «Λοιπόν; πώς σοΰ φάνηκε;» τόν ρώτησε ό Kapitza δταν ό Dirac τοΰ έπέστρεψε τό βιβλίο. «Καλό ήταν, είπε ό Dirac. Σέ κάποιο δμως κεφάλαιο ό συγγραφέας έκανε λάθος. Περι­ γράφει τόν ήλιο ν’ άνατέλει δυό φορές τήν Ιδια μέρα. «Αύτό ήταν τό μοναδικό του σχόλιο πάνω στό μυθιστόρημα τοΰ Ντοστογιέφσκη».

50


Κι’ όμως... ένα χρόνο μετά τήν άνακοίνωοη τοΰ D irac δ Carl D. Anderson, του Τεχνολογικού ’Ινστιτούτου τής Καλιφόρνιας, μελετούσε στό θάλαμο φυσσαλίδων τις τρ ο χιές ήλεκτρονίων κοσμικών άκτίνων όταν άνακάλυψε ότι μερικά άπ’ αύτά, διασχίζοντας ένα ισχυρό μαγνητικό πεδίο, έκτρέπονταν πρός μιά άντίθετη κα­ τεύθυνση άπό έκείνη πού θά έπρεπε ν ’ άκολουθήσει ένα φυσιολογικό ήλεκτρόνιο μέ άρνητικό φορτίο. Ό Anderson συνεπέρανε δτι τά μυστηριώδη του σωμάτια έπρεπε νά είναι θετικ ά φορτισμένα ήλεκτρόνιο καΐ τά βάφτισε ποζιτρόνια. Στην πραγματικότητα δέν ήταν άλλα άπό τά άντι-ήλεκτρόνια ή «τρύπες» πού προφήτευαν τά κείμενα τού Dirac και πού δέν είχ ε διαβάσει ποτέ ό Anderson. Μ ετά άπό τήν άνακάλυψη τού άντι-ήλεκτρόνιου, οΐ φυσικοί άνακάλυψαν ή παρήγαγαν στά έργαστήριά τους άντι-σωμάτια πού άντιστοιχοΰσαν σέ κάθε γνωστό σωμάτιο. Τά πενήντα σωμάτια πού γνω ρίζομε σήμερα καί τά πενήντα «άντί» τους είνα ι, άπό κάθε άποψη, πανομοιότυπα, έχουν όμως άντίθετο ήλεκτρικό φορ­ τίο, μαγνητική ροπή, «σπίν» (σ υστροφ ή) καί «παραδοξότητα».* Τά άντισωμάτια όμως είνα ι σπάνια σέ φ υσιολογικές συνθήκες- παράγονται είτε άπό άκτινοβολίες τοΰ έξω τερικού χώρου ε ϊτ ε άπό τόν βομβαρδισμό τής ύλης μέ έξα ιρ ετικά ισχυρά όπλα. Καί ζούν, οπως τό έχο υμ ε ξαναπεΐ, πάρα πολύ λίγο- γ ια τί μόλις συναντήσει ενα άντι-σωμάτιο τό γήϊνο alter ego του ή Doppelg'anger του-άλληλοεξαϋλώ νονται. Πάντως ή σύσταση άλλων γαλαξιώ ν άπό άντι-σωμάτια πού συνθέτουν άντι-ΰλη, θεω ρείται πολύ πιθανή. "Οπως πιθανή θεω ρείται και ή ή άπόδσση ώρισμένων θεαματικών ούράνιων φαινόμενων, όπως οί σούπερ νόβες καί οί Ισχυρές άόρατες πηγές τών άκτίνων X, στήν σύγκρουση καί άμοιβαία έξαΰλωση σύννεφων Ολης καί άντι-ϋλης. Α ύ τές οΐ άποκαλυπτικές προοπτικές έχουν γ ίν ε ι τό προσφιλές θέμα τών συγγραφέω ν έπιστημονικής φαντασίας κ ι’ έχουν έμπνεύσει καΐ λίγη άκόμα κβαντική ποίηση. Τό 1956, ό Edward T e lle r («πατέ­ ρας τής ύδρογονοβόμβας») έδωσε μιά δ ιά λεξη στήν όποία έξ έ θ ε τ ε τις άπόψεις του γύρω άπό τις έκρ η κτικές συνέπειες πού μπορεί νά έχ ε ι ή ύλη όταν έρ χετα ι σέ έπαφή μέ άντι-ΰλη. “ Ενας φυσικός άπό τήν Καλιφόρνια, ό Harold Ρ. Furth, έγ ρ α ψ ε τότε ένα ποίημα πού δημοσίευσε τό N ew Yorker τόν Νοέμβριο τοΰ 1956;^’

Πέρα πιό πέρα πολύ πιό πέρα άπ’ τήν Τροπόσφαιρα ύπάρχει χώρος κρύος, άστρικός Κ ι’ όπου σέ μιά μονάδα χώρου άντι-ϋλης ό Ά ν τι-Τ έ λ λ ε ρ ’Έ ν το υα ρ ν τ ό Δόκτωρ ζ ε ΐ κ ι’ άνυποψίαστος περνά Μ ακρυά άπ’ τήν ’Αρχή τής Σ ύντηξης μαζύ μέ άλλους άντι-σ υγγενεΐς και άντί-φ ιλους

* Άπό συμπόνοια γιά τόν άναγνώστη μου δέν έπιχειρώ νά έξηγήσω αυτούς τούς δρους.

51


Κ ι’ опои ένα πρωί καθώς ά γνά ντευε τή θάλασσα Ε ίδ ε ένα τεράστιο τεν εκέ άπίθανης διαμέτρου πού εφ ερ ε τεράστια έμφ ανή προβεβλημένα γράμματα А .Е.С.* Καί π’ άπό μέσα του ξεπήδησ’ έπισκέπτης άπ’ τήν Γή. Και μ ’ «άχα» «οΰχα» «γειά σου» κ ι’ άλλα τέτο ια ξεφ ω νίζοντας σά φασουλήδες μέσ’ στό χώρο τόκα κολήσανε τά χ έρ ια άφήνοντας περίοεμμα στήν άμμουδιά λίγες ά κτίνες Γάμμα.

Τήν θεωρία δμως ένός ώκεανοΰ οωμάτιων άρνητικής μάζας, άν καί άρκετά έντυπωσιακή γ ιά ν ’ άφ ήσει σύξυλο έναν έλέφ αντα, πολλοί φυσικοί τήν άκουσαν μέ άντιπάθεια. ’Ό χ ι γ ια τί τούς φάνηκε φανταστική, άλλά γ ια τί δέν μπορούσε ο ΰτε νά έπ αληθευθεί ο ύτε ν ’ άντικρουσ θεϊ άπό καμμιά παραδεδεγμένη μέθοδο. Καί είχ ε καί μιά ύποπτη σ υ γγένεια μέ τόν αιθέρ α τού δέκατου ένατου αίώνα. Τά άντισωμάτια ήταν γεγονός, οί φυσικοί δμως ήθελαν μιά θεωρία πού νά έ ξ η γ ε ί τήν συμ­ περιφορά τους μέ πιό κομψό τρόπο. Μιά παρόμοια θεω ρία προτάθηκε τό 1949 άπό τόν Richard Phillipps Feynman τού Τεχνολογικού ’Ινστιτούτου τής Καλιφόρνιας, πού πρότεινε ότι τό ποζιτρό­ νιο δέν είναι τίποτα άλλο άπό ένα ήλεκτρόνιο πού κινείται, γ ιά ένα διάστημα, πρός τά πίσω μέσα στόν χρόνο, καί δτι ή ϊδια έξήγηση ισχύει καί γ ιά άλλα άντισωμάτια. Στό επιλεγόμενο διάγραμμα Feynman, πού έγ ιν ε πολύ γρήγορα γ ιά τούς φυσικούς ένα άντικείμ ενο καθημερινής χρήσης, ό ένας άξονας άντιπροσωπεύει τό χρόνο, ό άλλος τό χώρο. Τά σωμάτια έχουν τήν εύ χ έρ εια νά κινούνται μπροστά καί πίσω μέσα στό χρόνο κ ι’ ένα ποζιτρόνιο πού τα ξιδ εύ ει, σάν όλους έμάς, πρό τό μέλλον, συμπ εριφ έρεται μέ τόν ϊδιο άκριβώς τρόπο πού συμπεριφέρεται καί ένα ήλεκτρόνιο πού τα ξιδ εύ ε ι πρός τό παρελθόν. 01 άντισ τροφ ές τού χρό­ νου πού ύποστήριζε ό Feynman ήταν βραχύβιες, γ ια τί, στόν κόσμο μας, τά άντι-οωA.E.C. = Atomic Energy Commission. ’ Επιτροπή ’Ατομικής ’ Ενέργειας.

52


μάτια είναι κ ι’ αύτά βραχύβια. Τό κατά ποσόν σ’ ενα γ α λ α ξία άντι-ϋλης, ό χρόνος θά έρ εε, σέ σχέση μέ τόν δικό μας, συνεχώς πρός τά πίσω, είναι καθαρά θέμα όραματισμοΰ. "Οσο όμως άφορά τήν έπ ίγεια φυσική μας, ή άντίληψη τής άντιστροφής του χρόνου τού Feynman άπ οδείχτηκε τόσο παραγωγική, πού τό 1953 τιμήθηκε μέ τό μετάλλιο A lbert Einstein και τό 1956 μέ τό βραβείο Νόμπελ. Ό φιλόσοφος των έπιστημών Hans Reichenbach έγρ α ψ ε ότι ή θεω ρία τού Feynman άντιπροσώπευε «τό σοβαρώτερο χτύπημα πού έλαβε ποτέ ή έννοια τού χρόνου στή φ υ σ ι κ ή » .22

8 Κ ι’ όμως, ή Ιστορία τής έπιστήμης έχ ει ξανά καί ξανά άποδείξει δτι τό γεγονός ότι μιά θεωρία «έφαρμόζεται» καί δ ίνει χειροπιαστά άποτελέσματα, δέν άποδεικνύει δτι καί οί εικασίες στις όποιες σ τηρίζεται είνα ι σωστές. Ή θεωρία τού Feynman, άκόμα καί γ ιά τά άνεκτικά στάνταρτ τής μοντέρνας μικροφ υσικής,* πα­ ρουσιάζει τερά σ τιες δυσκολίες άπό τή λογική άποψη. Μ ιά άπό τις ποικίλες άπόπειρες πού έγιναν γ ιά νά νά τις κατανικήσουν ήταν και ή ύπόθεση του Adrian D ob b s,** πού έχο μ ε κιόλας άνα φ έρ ει, και πού είσ ήγαγε δυό χρονικές διαστάσεις άντί γ ιά μιά. 'Έ νας κόσμος μέ πέντε διαστάσεις, τρ εις χω ρικές καί δυό χρονικές, είχ ε κιόλας προταθεΐ και άπό τόν Eddington καί άπό άλλους. 'Η θεωρία όμως τού Dobbs είχ ε ραφιναρίσματα πού έπαιρναν ύπ’ όψη τους τήν άπρσβλεπτικότητα και τήν άπροσδιοριστία τού κβαντικού μέλλοντος κ ι’ έτσι όταν τό τόξο τού χρόνου άκολουθούσε τήν δεύτερη διάσταση τού χρόνου, έκινεΐτο μέσα άπό ένα πιθανοκρατικό κ ι’ όχι ντετερμινισ τικό κόσμο· και έμ ο ια ζε λιγώ τερο μέ τόξο καί περισσότερο μέ μέτωπο κύματος. ’Εν πάσει περιπτώσει, ή ύπόθεση τού Dobbs μάς έν δ ια φ έρ ει κυρίως γ ιά τήν προσπάθειά της νά έρμηνεύσει μ ’ ένα πιό φυσιοκρατικά πολυπράγμονα τρόπο άπ’ όσους είχαν προταθεΐ στό παρελθόν, τήν τηλεπ άθεια καΐ τήν πρόγνωση. Τόσο πολυπράγμονα στήν σύσία, πού θά ήταν σχεδόν άδύνατον νά τήν καταλάβει κανείς χωρίς μιά κάποια έξοικίω ση μέ τήν θεωρία τών κβάντα. "Οσον άφορά πάντως τήν πρόγνωση, τό νόημα είνα ι ότι ή πρόβλεψη μελλον­ τικών γεγονότω ν άκολουθεϊ τή δεύτερη χρονική διάσταση, στήν όποία οί «άντικειμ ενικές πιθανότητες» παίζουν τόν ϊδιο ρόλο πού παίζουν στήν κλασσική φυσική οί αιτιοκρατικές σχέσεις. Π ροτείνει, γ ιά νά έπαναλάβουμε τά ϊδια τά λόγια τού Dobbs, «μιά δεύτερη χρονική διάσταση, στήν όποία οί ά ντικειμ ενικές πιθανότητες τών μελλοντικών έκβάσεων π εριέχονται σάν συνυπάρχοντες διαθέσιμοι συντε­ λεστές, καί κάνουν τό μέλλον νά κλίνει ή τό, προδιαθέτουν νά συμβεΐ μ ’ έναν ώρισμένο ειδικό τρόπο».2з ’Ά π ο ψ η πού έχ ε ι κα τ’ άρχήν τό προσόν νά παρακάμπτει τό παλιό παράδοξο τής λογικής ότι ή έκ τών προτέρων γνώση ένός μελλοντικού γεγονότος προϋποθέτει μιά συμβολή μ’ αύτό πού έκμ η δ εν ίζει τήν πρόγνωση. * Βλέπε, π.χ. τήν κριτική του G.J. Whitrow στό The Voices of Time, έκδ. J.T. Fraser, Λον­ δίνο, 1968. ■* Ό Adrian Dobbs, πού στήν διάρκεια πού γραφόταν αύτό τό βιβλίο πέθανε σέ δυστύ­ χημα, ήταν ενας λαμπρός φυσικομαθηματικός τοί5 Καιμπριτζ. Στήν συγκινητική νεκρολογία πού τού έγραψε ό Καθηγητής C.D. Broad 6τό Journal of the Society for Psychical Researrb τόν Δεκέμβριο τού 1970 άποκάλυψε δτι ό Dobbs έργαζόταν μέ άπόλυτη μυστικότητα γιά τήν ’ Εθνική ’Ά μυνα τής Χώρας.

53


Ό Dobbs, χρησιμοποιεί τόν όρο «προσχέδιο» άντϊ γιά τόν όρο «πρόγνωση», γ ιά νά τονίσει ότι δέν άνα φ έρεται σέ π ροφητείες άλλά σέ μιά άντίληψη πιθανοκρατικών παραγόντων μέσα στό σύστημα, πού τό προδιαθέτουν πρός μιά δεδομένη μελλοντική κατάσταση. Α ύτά όμως τά προσχέδια δέν βασίζονται ο ϋτε σέ μαντείες ο ΰτε σέ όρθολογιστικά συμπεράσματα άφοΟ οΐ «διαθέσιμοι συντελεστές» τοΰ συ­ στήματος οϋτε παρατηρούνται οϋτε συμπεραίνονται. Ό δέκτης παίρνει τις πλη­ ροφορίες του γ ι ’ αύτούς άπό ύποθετικούς άγγελιοφ όρους, πού 6 Dobbs άποκαλεϊ «ψιτρόνια» και δρούν στήν δεύτερ η χρονική του διάσταση. Είναι σωμάτια μέ μάλ­ λον έκπ ληκτικές ιδιότητες, όχι όμως κ ι’ έκπ ληκτικώ τερες άπ’ αύτές πού έχουν τά ήλεκτρόνια άρνητικής μάζας τού D irac, τά νετρ ίνα τού Pauli ή τά ήλεκτρόνια τοΰ Feynman, πού τα ξιδ εύ ο υν μέσα στό χρόνο πρός τά πίσω — καί πού τό καθένα τους κέρδισε κ ι’ άπό ένα βραβείο Νόμπελ. Ή άντίληψη των «ψιτρονίων» τού Dobbs είναι στήν πραγματικότητα κοινό προϊόν των κατευθύνσεων πού έπικρατούν σήμερα στή θεωρία τών κβάντα καί στήν ερ ευνά τού έγκεφ άλου. Τό ψιτρόνιο τού Dobbs έχ ει φανταστική μάζα (μ έτή νμ α θη μ α τική έν ν ο ια ) * κα ί,σ ύμ φ ω ναμ έτή Θ εω ρ ίατή ςσ χετικό ­ τητας, μπορεί καί τα ξιδ εύ ει έπ’ άόριστον τα χύτερ α άπό τό φώς, χωρίς άπώλεια τής ( φανταστικής τ ο υ ) όρμής. Στήν μοντέρνα κβαντική θεωρία, οΐ δ ιεργασίες πού έχουν σχέση μέ τήν άρνητική ή τήν φανταστική μάζα είνα ι σέ ήμερησία διάταξη. Ό Καθηγητής M argenau τού Πανεπιστημίου Y ale μάς εδωσε μιά πολύ γραφ ική περιγραφή αύτής τής κατά­ στασης : Σ τις γρ αμ μ ές τού πυρός τής τρέχουσας φυσικής έρευνας, άναγκαζόμαστε νά έπ ικαλεστούμε τήν ϋπαρξη «πλασματικών διεργασιών» έξα ιρετικά σύντομης διάρκειας. Γιά ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κάθε φυσική διεργασία μπορεί καί προχωρεί μ ’ ενα τρόπο πού άψ ηφ άει τούς γνωστούς νόμους τής φύσης, κρυμένη, πάντοτε, πίσω άπό τό πρό­ σχημα τής άρχής τής άβεβαιότητας. "Οταν πρωτοαρχίζει όποιαδήποτε φυσική διεργασία, σ τέλνει πρός όλες τις κατευθύνσεις «άνιχνευτές», καί γ ιά όσο διάστημα αύτοί άνιχνεύουν, ό χρόνος μπορεί ν ’ άντισ τραφ εί, οϊ φυσικοί νόμοι νά παραβιάζωνται καί νά συμβαίνουν γ εν ικ ά τά πιό άναπάντεχα πράγματα. Μ ετά, αύτές οΐ πλασματικές διεργασίες ξεψ υ χ ά ν ε καί μετά άπό ένα άλφα διάστημα τά πράγματα καταλαγιάζουν καί πάλι^^ [περίληψη]. Ό Καθηγητής Bohm τού Κολλεγίου Birkbeck τού Πανεπιστημίου τού Λον­ δίνου, στό βιβλίο του Quantum Theory το ν ίζει τό ϊδιο σημείο: Ή προηγούμενη περιγραφή [ώρισμένων κβαντικών φαινομένων] άφορά τήν άντικατάσταση τής κλασσικής άντίληψης ότι ένα σύστημα βα­ δ ίζει άκολουθώντας ένα συγκεκριμένο μονοπάτι μέ τήν ίδέα ότι κάτω άπό τήν έπήρεια τού δυναμικού διαταράξεω ς, τό σύστημα άποκτά άμέ* Τό τετράγωνο τών φανταστικών άριθμών είναι άρνητικό παρ’ δλο πού τά τετράγωνα κάθε φυσικού άριθμού, άσχετα μέ τό άν είναι θετικός ή άρνητικός, είναι πάντοτε θετικά, ,ί π>ήν έπΐ πλήν ίσον σύν ). Οί φανταστικοί όμως αριθμοί θεωρούνται χρήσιμα όργανα τής κβαντικής φυσικής στις περιπτώσεις πού μιά πρόσθετη διάσταση, πέρα άπό τήν κοινή ένέργεια, μάζα ή χρόνο, μπαίνει στή θεωρία.

54


σως μιά τάση νά μεταβαίνει πρός δλες τις κατευθύνσεις. Μόνο δμως ώρισμένοι τύποι μεταβάσεων προχωρούν έπ’ άόριστον πρός τήν ίδ ια κα­ τεύθυνση, καί Ιδ ιαίτερα έκεΐν ες πού... όνομάζονται πραγματικές μετα­ βάσεις γ ιά νά διακρίνονται άπό τις έπ ιλεγόμενες πλασματικές μεταβάσεις στις όποιες δέν δ ια τη ρ είτα ι ή έν έρ γ εια και γ ι ’ αύτό ύποχρεώνονται ν ’ άντιστραφούν πριν προχωρήσουν πολύ μακρυά. Αύτή ή όρολογία είνα ι μάλλον άτυχη, γ ια τί ύπονοεΐ δτι οΐ πλασματικές μεταβάσεις δέν έχουν πραγματικά άποτελέσματα. ’Α ντίθετα , έχουν πολύ συχνά τεράστια σπουδαιότητα γ ια τί πάρα πολλές άπό τις φ υσικές διεργασίες είνα ι άποτε­ λέσματα τών πλασματικών μεταβάσεων Στό κείμενό του, ό Dobbs π αραθέτει τήν άκόλουθη παράγραφο καΐ παρα­ τη ρ εί: Παράθεοα αύτήν τήν παράγραφο όλόκληρη γ ια τί ή κβαντική θεωρία τών πλασματικών μεταβάσεων είνα ι πολύ σχετική μέ τήν έννοια πού πρότεινα τής πραγματικής κατάστασης μιάς όντότητας... πού π εριτριγυ­ ρ ίζετα ι σ’ ένα φανταστικό χρόνο άπό ένα πλήθος ά ντικειμ ενικές πιθανό­ τη τες, πού, χωρίς νά πραγματοποιούνται άπαραίτητα, έπηρεάζουν παρ’ δλα αύτά τήν πραγματική πορεία τών γεγονότω ν... "Οπως λ έει κ ι’ ό Bohm, πρέπει ν ’ άντιμετω π ίζομε τό σύστημα σάν νά δοκίμαζε άς πούμε δλες του τις δυνατές δυνατότητες άπό τις όποΐες θά ξεπηδούσε ή μιά πραγματικότητα. Μπορούμε τώρα νά δούμε α ύτές τις πλασματικές δυ­ νατότη τες ή έκταση πιθανοτήτων, σάν ένα σμήνος σωμάτιων φαντα­ στικής μάζας, πού άλληλεπιδρούν όλα μαζύ σάν ένα άέριο χωρίς τρι-

βές...26

'Ό τα ν αύτό τό σμήνος ή σύννεφο ή «τυποποιημένο σύνολο» ψιτρονίων φαντα­ στικής μάζας προσκρούει στά σέ Ιδ ιαίτερ α έπ ιδεκτική κατάσταση νεύρα τού έγ κεφάλου ένός δέκτη, θά πρέπει νά τούς μ ετα δ ίδ ει πληροφορίες πού δέν άφορούν μο­ νάχα τήν πραγματική κατάσταση τού συστήματος άλλά καί τά «προσχέδια» τής συνυπάρχουσας πιθανής μελλοντικής κατάστασης, προσχέδια πού άντικατοπτρίζονται άπό τούς «άνιχνευτές πρός δλες τις κατευθύνσεις» πού έ χ ε ι έξαπ οστείλει τό σύστημα. ’Έ τσ ι, λ έει ό Dobbs, τά ψ ιτρόνια θά πρέπει νά παίζουν ένα ρόλο άνάλογο μ ’ έκεϊνον πού παίζουν τά φω τόνια στήν κοινή όραση. Μέ τήν διαφορά δτι τά ψ ιτρόνια θά έπιδρούν άπ’ εύθεία ς πάνω στόν έγ κέφ α λ ο κ ι’ όχι στόν όφθαλμό, θά έχουν φ ανταστική μάζα ήρεμίας ένώ τά φω τόνια έχουν μάζα ήρεμίας μηδέν καί θά μετα­ φ έρουν πληροφορίες πού θ ’ άφορούν καί τις π ραγματικές καί τις πλασματικές διερ­ γασ ίες, οί όποιες πλασματικές θά «προσχεδιάζουν» τό άμεσο μέλλον. "Αν ό άναγνώστης βρίσκει ένα μεγάλο μέρος άπ’ δλα αύτά όμιχλώδες, άς β ρ εϊ παρηγοριά στή σκέψη ότι ή όμίχλη είνα ι γ ιά τήν κβαντική φυσική δ,τι οί τρύπες γ ιά ένα τυρί Γραβιέρα. Γιά νά άντιμετω πίσει τήν κρίσιμη έρώτηση πώς θά μπορούσαν τά ύποθετικά ψ ιτρόνια νά μεταδώσουν τις πληροφορίες τους άπ’ εύθείας στόν έγ κέφ α λ ο τού δέκτη, πού είναι μιά συσκευή άνιχνεύσεοας ιδ ιαίτερα εύαίσθητη ατά βραχυκυκλώματα, ό Dobbs κ α τέφ υ γ ε σέ μιά θεω ρία πού ε ίχ ε διατυπωθεί πριν μερικά χρόνια άπό τόν S ir John Eccles. Αύτός ό διακεκριμένος φυσιολόγος πήρε τό 1963 τό Νόμπελ

55


γ ιά τήν πρωτοπορειακή έργασία του πάνω στή μετάδοση τών νευρικών ώσεων μέσ’ άπό τις συνάψεις πού ύπάρχουν άνάμεσα στά έγκεφ αλικά κύτταρα. Στό τελευτα ίο κεφ άλαιο τοϋ έργου του The Neurophysiological Basis of Mind έξετό ξευ σ ε αύτό πού άποκάλεσε «Μιά Υπόθεση γύρω άπό τόν τρόπο λειτο υργίας τής «Θέλησης» στόν έγκεφ α λικό φλοιό». Αύτή ή ύπόθεση δέν άσχολεϊται μέ τήν πρόγνωση, όσα όμως μάς λ έει γύρω άπό τις άλληλεπιδράσεις τής ϋλης καί του πνεύματος είνα ι σχετικά μέ τό θέμα μας καί γ ι ’ αύτό θά πρέπει νά τά παραθέσω κάπως διεξοδικά. Τό ότι πιστεύουμε ότι έχο μ ε τήν Ικανότητα νά έλ έγ ξο υ μ ε ή νά τρο­ ποποιήσουμε τις π ράξεις μας μέ τήν άσκηση τής «θέλησής» μας, ή Ψ υ­ χο λο γία τό θεω ρεί γεγο νός καΐ στήν πρακτική μας ζωή όλοι οί άνθρωποι συμπεραίνομε ότι εχομε μιά τέτο ια ικανότητα.· ’ Ε ρεθίζοντας τά κινητικά κέντρα [στόν άνοιχτό έγ κέφ α λ ο ένός άσθενούς πού χειρο υρ γεΐται] μπορούμε νά προκαλέσομε σύνθετες κινητικές πράξεις σ’ ενα συνειδητό άτομο. Ό άσθενής ά να φ έρ ει ότι ή έμπ ειρία είναι τελείω ς διάφορη άπό κείνην πού δ οκιμά ζει όταν ό ϊδιος έχ ει «θελήσει» μιά κίνηση... Στήν μιά περίπτωση ύπάρχει ή έμπ ειρία τής «θέλησης» πού λείπ ει άπό τήν άλλη.* „ Μ ’ αύτό δέν ύποστηρίζσυμε ότι κάθε μας πράξη είνα ι καί «θελημένη». Δ έν ύπάρχει άμφ ιβολία ότι μεγάλο μέρος τής έξειδ ικ ευ μ έν η ς μας δραστηριότητας πού έξα ρ τά τα ι άπό τόν έγκεφ αλικό φλοιό, είναι στε­ ρεότυπη καί αύτόματη καί ό έλεγχό ς της είνα ι σχετικός μέ τόν τρόπο πού έλέγ χο υ ν τήν άναπνοή τά άναπνευστικά κέντρα. Υ π οσ τηρίζομε όμως ότι μπορούμε νά ύποτάξσυμε μέ τή θέλησή μας α ύτές τις πράξεις, άκόμα καί τις πιό άσήμαντες, στόν έλεγχό μας, άκριβώς όπως μπο­ ρούμε νά έλ έγ ξο υ μ ε μέχρι ενα σημείο καί τήν άναπνοή μας μέ τή θ έ­ λησή μας... "Ε να σοβαρό νευροφ υσ ιολογικό πρόβλημα προκύπτει μόλις έπ ιχειρήσουμε νά δούμε λεπτομερώς όσα συμβαίνουν στόν έγκεφ α λικό φλοιό όταν άλλά ζει κάπως, μέ τήν άσκηση τής «θέλησής» μας, ή άνταπόκρισή μας σέ μιά δεδομένη κατάσταση. Ό Eccles σ υ νεχίζει μέ τήν άνάπτυξη μιάς συνοπτικής θεωρίας γύρω άπό τό πώς μιά έλάχιστη «έπιρροή τής θέλησης» πού έπιδρά άπάνω σ’ ένα μονάχα νεύρο τού φλοιού, δ ίνει τό σύνθημα γ ιά πολύ σημαντικές άλλαγές στις δραστηριότητες τοϋ έγκεφ άλου. Αύτή ή πράξη-σύνθημα έπ ηρεάζει νεύρα πού βρίσκονται, όπως τό θ έτε ι ό ϊδιος, σέ μιά «καίρια θέση», σέ μιά άσταθέστατη ισορροπία, στό σημείο άκριβώς πού ξεκιν ά ει ή έκτονωτική ούδός τής νευρικής έκφ όρτισ ης.* * "Αν λάβει κανείς ύπ’ όψη * Γιά μιά λεπτομερέστερη περιγραφή αύτών τών πειραμάτων, πού πρωτοαναφέρθηκαν άπό τόν W ilder Penfield βλέπε τό The Ghost in the Machine, σελ. 203 - 4. * * Γιά τό περίεργο той πράγματος, ας μου έπιτραπεϊ ν ’ άναφέρω ότι σ’ ενα παλαιότερο βιβλίο μου, στό Γιόγκι καί στόν Κομισσάριο πού δημοσιεύτηκε τό 1943, έκανα μιά πρόταση πού σέ ώρισμένα σημεία της συμμερίζεται τήν θεωρία τοϋ Eccles γύρω άπό τήν έπιρροή τής «θέλησης» πάνω σέ ώρισμένα «καίρια τοποθετημένα» έγκεφαλικά κύτταρα, μέ συνέπεια τήν πρόκληση συνειδητών πράξεων: «Ή θέληση μπορεί νά θεωρηθεί σάν μιά ψυχολογική όψη ή προβολή τής πάλης τών

56


του δτι ύπάρχουν κάπου σαράντα χιλ ιά δ ες νεύρα πακεταρισμένα σέ κάθε τετραγω νικό χιλιοστό (κάπου ν?οο τής τετραγω νικής ϊντσας) τού ε γ κ ε φ α ­ λικού φλοιού, καί δτι τό κάθε νεύρο έχ ει ά ρ κ ετές έκατοντάδες συνάψεις μέ άλλα νεύρα, θά καταλάβει δτι έδώ έχομε νά κάνομε μ ’ ένα τόσο πυκνό και τόσο περίπλοκο δίκτυο πού : Στόν έγκεφ α λικό φλοιό, ό τύπος έκφόρτισης έκατοντάδω ν ή χ ι­ λιάδων νεύρων θά άλλαζε μέσα σέ είκοσι χιλιοστά τού δευτερόλεπτου σάν άποτέλεσμα μιάς «έπιρροής» πού άρχικά προκάλεσε τήν έκφόρτιση ένός μονάχα νεύρου. Ή νευροφυσιολογική λοιπόν ύπόθεση είνα ι δτι ή «θέληση» τροπο­ ποιεί τήν χωροχρονική λειτο υ ρ γ ία τού νευρικού δίκτυου μέ χωροχρονικά «πεδία έπιρροών», πού έπ ηρεάζονται άπό τόν μοναδικό αύτό κυκλω­ τικό συντελεστή τού ένεργού έγκεφ αλικο ύ φλοιού.®® Ό Eccles είνα ι ένας άποφασισμένος άντίπαλος τού θετικιστικού έπ ιχειρήματος ότι ένώ τό «μυαλό» είνα ι μιά πραγματικότης, τό «πνεύμα» δέν είναι παρά μιά φαντασία — ένα φάντασμα μέσα στή μ η χ α νή ; Θά μάς ά ν τιτα χ θ εϊ [γράφ ει] ότι άφού ούσία αύτής τής ύπόθεσης είναι δτι τό πνεύμα προκαλεΐ άλλαγές στό σύστημα ΰλης-ένέργειας τού έγ κ έφαλου, θά πρέπει ν ’ άνήκει, κ ι’ αύτό, στό ίδιο σύστημα... Α ύτό όμως τό συμπέρασμα β ασ ίζεται μονάχα στις ύπάρχουσες φυσικές ύποθέσεις. Καί έπειδή οΐ «έπιρροές τής θέλησης» δέν έξακριβώ θηκαν άπό κανένα ύπάρχον φυσικό όργανο, πολύ φυσικά παραμελήθηκαν στήν κατασκευή των ύποθέσεων τής φυσικής... Τουλάχιστο παραδέχονται ότι ό έγκεφ αλικό ς φλοιός είνα ι σέ θέση νά πιάνει αύτές τις «έπιρροές» σέ μιά ένταση πολύ χαμηλώ τερη άπό κείνην πού μπορούν νά πιάσουν τά όργανα τής φυσικής. Φαίνεται πώς έχο μ ε νά κάνομε μέ μιά μηχανή πού μπορούν νά τήν λ ε ι­ τουργήσουν φαντάσματα.3'

ένστικτων καί ιώ ν άναστολών. "Α ν αύτή ή πάλη συμβαίνει σέ μιό συνειδητή στάθμη, τότε ή έμπειρία της δέν εχ ει τήν αίσθηση τού έξαναγκασμοϋ καί τού άναπόφευκτου. Αύτό τό ύποκειμενικό συναίσθημα έλευθερίας, όσο πιό κοντά στήν έστία τής προσοχής γίνετα ι ή διεργασία τής θέλησης, τόσο μεγαλύτερο είναι. Οί έμπειρίες τών πράξεων πού προκύπτουν άπό τις διεργασίες τού προσυνειδήτου δοκιμάζονται σάν «άφηρημένες» καί σχεδόν-αύτόματες πράξεις καί άπό τις διεργασίες τού έξωσυνειδησιακοΰ χώρου σάν τελείω ς αύτόματες. «Ή έμπειρία τής έλευθερίας πού προκύπτει άπό τις διεργασίες πού γίνονται στήν έστία τής προσοχής, είναι, ισως, συνώνυμη μέ τήν ίδια τήν συνείδηση. Τό θεμελιωδέστερο χαρακτηριστικό της είναι δτι δοκιμάζεται σάν νά λειτουρ γεί άπό μέσα πρός τά έξω κ ι’ όχι σάν κάτι πού μπαίνει μέσα μας άπό έξω· φ αίνεται σάν νά άποφασίζεται στόν πυρήνα του άνθρώπου κ ι’ όχι στό εξω τερικό περιβάλλον. Άπό μία ψυχολογική άποψη, ή έμπειρία τής έλευθερίας είναι ενα δεδομένο ή μιά «άλήθεια» τό ίδιο υπαρκτή μέ τήν κατ’ αίσθηση άντίληψη τού πόνου... Παρεμπιπτόντως, ή κατάσταση τής «έπισφαλούς ισορροπίας» πού χαρακτηρίζει τό συναίσθημα τής έλευθερίας, χαρακτηρίζει, έπίσης καί τήν άρχική άστάθεια τών όργανικών μορίων καί άλλων βιολογικών έπιπέδων».^®

57


Ώ ς έδώ, ό Eccles συζητούσε γύρω άπό τή δράση πού έχουν τά ξεχω ριστά πνεύματα πάνω στόν «προσωπικό» τους έγκέφ αλο . Στά συμπερασματικά δμως τμήματα τού βιβλίου του κα ταρ γεί αύτόν τόν περιορισμό καί συμπεριλαμβάνει στή θεω ρία του τήν παρ’ αϊσθηση άντίληψ η και τήν'τηλεκίνησ η. Δ έχ ε τα ι τά πει­ ράματα τών Rhine, Thouless, Soal κλπ. σάν μαρτυρίες τής ύπαρξης μιάς γ ενικ ευμένης «κυκλοφορίας διπλής διάβασης» άνάμεσα στό πνεύμα και στήν ΰλη καί μιάς άμεσης έπικοινωνίας άνάμεσα σέ πνεύμα καί σέ πνεύμα. Π ιστεύει δτι τόσο ή παρ’ αίσθηση άντίληψη όσο και ή τηλεκίνηση είνα ι και οΐ δυό τους άδύναμες κι’ άκανόνιστες έκδηλώ σεις τής αύτής άρχής πού έπιτρέπει στή θέληση τοΟ πνεύ­ ματος νά έπ ηρεάζει τό ϊδιο του τό ύλικό μυαλό, πού έπιτρέπει στό ύλικό μυαλό νά γεν νά συνειδητές έμπ ειρίες. Μάς ύπ ενθυμίζει έπίσης μιά ύπόθεση πού διατύ­ πωσε ό Eddington τό 1939 και πού έχ ε ι, άδίκως, παραμεληθεϊ, τήν «ύπόθεση» μιάς συσχετισμένης συμπεριφοράς τών ξεχωριστών ύλικών σωμάτιων πού συνεπέρανε ότι ύπήρχε σάν άπστέλεσμα μιάς σχέσης ύλης καί πνεύματος. Ή συμπερι­ φορά μιάς τέτο ια ς ύλης θά έρχόταν σέ σφοδρή άντίθεση μέ τήν άσχετη ή τυ χα ία συμπεριφορά τών σωμάτιων πού παραδέχεται ή φυσική».®^ ’Ά ς ξαναγυρίσουμε τώρα στόν Dobbs. Ό Eccles δίνει τήν έντύπωση ότι άπόφυγε θεληματικά νά δώσει μιά όποιαδήποτε ερμηνεία γύρω άπό τήν ύποτιθέμενη φύση αύτών τών «έπιρροών» ή «πεδίων έπιρροών» πού έχουν σκοπό νά χρησιμεύσουν σάν μέσα μεταφοράς στήν κυκλοφορία μεταξύ ϋλης καί πνεύ­ ματος ή πνεύματος και πνεύματος. Ό Dobbs π ρότεινε σάν τέτο ιο μέσον τό ψιτρόνιο, πού όταν συγκρούεται μέ τά «σέ κρίσιμη θέση» νεύρα τού έγκέφ αλο υ, μπορεί νά έξαπολύσει «ενα καταρράκτη ή μιά άλυσίδα άντιδράσεις» νευρικής ύφής. Παρ’ όλο πού ό Dobbs συμπεριλαμβάνει στήν ύπόθεση του τήν τηλεπάθεια, τήν διορατικότητα και τήν πρόγνωση, δέν ά να φ έρ ει λ έξη πάνω στό πώς άλληλεπιδρούν τό πνεύμα και τό μυαλό ένός και τού αύτού κοινού άνθρώπου — πού ήταν τό σημείο έκκίνησης τού Eccles. Τόν Dobbs δέν τόν άπασχολεΐ άμεσα τό πρόβλημα πνεύμα - σώμα. Τό ότι ώρισμένες διεργασίες τού έγκέφ αλο υ δημιουρ­ γούν «μιά κάποια κατάσταση έναισθησίας» τό δ έχ ετα ι σάν δεδόμενο, άσχετα άπό τό κατά πόσον αύτές οΐ διεργασίες έχουν σχέση μέ τήν παρ’ αίσθηση ή μέ τήν κ α τ’ αίσθηση άντίληψη. Ή χωρική άπόσταση πού πρέπει νά τα ξιδ έψ ει τό ψ ιτρόνιο δέν παί­ ζ ε ι κανένα ρόλο — όπως δέν παίζει ρόλο καί γ ιά τά νετρίνα. ’Έ τσ ι φθάνομε στήν παράδοξη κατάληξη ότι όσοδήποτε εύ φ υ εϊς κ ι’ άν είναι οΐ φυσιοκρατικές θεω ρίες, όπως τού Adrian Dobbs, μπορούν καί έξη γ ο ύ ν τό «παρά» τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης άλλ’ άφήνουν τό βασικό μυστήριο τής κοινής, κα τ’ αίσθηση άντίληψ ης, έκ ε ί άκριβώς πού βρισκόταν και πρίν. Α ύτές τουλάχιστον ο'ι θεω ρίες βασίζονται πάνω σέ συμπεράσματα πού ναι μέν άκούγονται περίεργα, άκούγονται δμως πολύ λιγώ τερο π ερίεργα άπό τά συμπεράσματα τής μοντέρνας φυσικής. Κ ι’ έχουν προχωρήσει πολύ πρός μιά κατεύθυνση όπου δέν χωρούν προλήψεις, άπαλλάσσοντας τό «παρά» τής παρ’ αίσθηση άντίληψης άπό τό φω τοστέ­ φανο τής πρόληψης. 'Η μυρωδιά τής κουζίνας τού άλχημιστή άντικαταστάθηκε άπό τή μυρωδιά τού έργαστηριακού «κουάρκ». Ή προσέγγιση τού έννοιολογικού κόσμου τής παραψυχολογίας μέ τόν κόσμο τής μοντέρνας φυσικής είνα ι ενα σημαν­ τικό βήμα γ ιά τό γκρέμισμα τής μεγαλύτερης πρόληψης τού αιώνα μας — τού ύλιστικού κόσμου πού δούλευε σά ρολόϊ τής φυσικής τής άρχής τού δεκάτου ένατου αιώνα. «Τό νά ύποστηρίζομε ότι δέν ύπάρχει πνεύμα άλλά μόνο ϋλη», έγρ α ψ ε ό Firsoff, «είναι ή πιό παράλογη πρόταση πού έχ ει γ ίν ει, κι’ αύτό χωρίς νά ύπολο-

58


γίσ ουμε δτι τά ευρήματα τής μοντέρνας φυσικής δείχνουν ότι δέν ύπάρχει ϋλη μέ τήν παραδοσιακή σημασία τής λέξη ς» .” “ Η, δπως μάς λέει καί πάλι ό S ir Gyril Burt, (πού εχ ει μιά άκατανίκητη έπιδραση πάνω στους συγγραφείς πού πάσχουν άπό «παραθεσομανία») : Κ ι’ έτσι έρχόμαστε στήν τρέχουσα άντίληψη, σύμφωνα μέ τήν όποία ό έγκέφ α λο ς δέν είνα ι παρά ένα είδος κομπιοΟτερ καί οΐ άνθρώπινες υπάρξεις άπλά αύτόματα μέ συνείδηση. «"Αν νομίζεις δτι είμαστε κέρινα όμοιώματα», είπε ό Tw eeldledum στήν ’Αλίκη [στή Χώρα των θα υμάτω ν], «θά πρέπει νά πληρώσεις γ ι’ αύτό». Και ή σύγχρονη ψ υχολογία άναγκάστηκε νά πληρώσει πολύ άκριβά τήν προσκόλλησή της σ’ αύτό τό μηχανιστικό δόγμα. Γελοιοποιεί δχι μόνο τήν παραψυχολογία, άλλά (κ α ί διαμαρτυρόταν πολύ καιρό οΐ ψυχολόγοι γ ι’ α ύ τ ό ), κάθε κλάδο έφαρμοσμένης ψ υχολογίας — τήν έγκληματολογία, τήν ψυχοθεραπευτική, τήν έκπ αιδευτική καί έπ αγγελματική καθοδήγηση κ ι’ όλες τις β λέψ εις και τις ά ξίε ς τής ήθικής και τής αίσθητικής. Σά θεωρία σχέσης σώματος καί πν/;ύματος [ύλισμός] σ τηρίζεται σέ μιά έκθαμβωτική άσυνέπεια... Σ ’ ένα καθαρά μηχανικό κόσμο αίτιου καί αίτιατοΰ πού κυβερνάται άπό τό νόμο τής διατήρησης τής έν έρ γ εια ς, κανένα «φαινόμενο»... δέν θά μπορούσε νά έμ φ α ν ίζετα ι χωρίς τήν κάποια άντίστοιχή του αιτία. Σ υ ν ε­ πώς, μέσα στό νευρικό σύστημα, ή έν έρ γ εια θά έπρεπε νά «μεταμορφώ­ νεται» μέ κάποιον ά ν εξή γ η το τρόπο σέ συνείδηση. Θά έπρεπε νά τήν «παράγει» τό χημείο τού μυαλού μέ τόν ίδιο πάνω κάτω τρόπο πού παρά­ γ ει τό σηκώτι χολή. Τό πώς θά ήταν δυνατόν νά «παράγουν» οϊ κινήσεις τών ύλικών σωμάτιων αύτήν τήν «άijλη φαντασμαγορία», παρέμενε μυστή­ ριο. Ό ποιαδήποτε παρόμοια διεργασία θά ήταν φανερά ψυχοφυσική καί όχι άπλά φυσική, πράγμα πού θά παραβίαζε αύτόματα καί βίαια τήν τελ ειό ­ τη τα ένός καθαρά φυσιοκρατικού σύμπαντος.^*

Στήν άρχή αύτής τής μ ελέτη ς ισχυρίστηκα ότι οΐ φ αινομενικά άπίστευτες προ­ τάσεις τής παραψυχολογίας μοιάζουν λιγώ τερο έξω φ ρ εν ικ ές κάτω άπό τό φώς τών π ραγματικά άπίστευτων άντιλήψεω ν τής μοντέρνας φυσικής. Σκοπός μου, οταν π εριέγραφ α τήν στά πλαίσια τής κβαντικής μηχανικής θεωρία τού Dobbs,* ήταν μονάχα ν ’ άπεικονίσω αύτό τό σημείο — χωρίς νά ισχυρίζομαι ότι ή θεω ρία είναι σωστή ή έστω ότι άκολουθεί ένα σωστό δρόμο. Θά μπορούσα ν ’ άναφέρω κ ι’ άλλες ύποθέσεις γ ιά τόν ίδιο άκριβώς λόγο. 01 φυσικοί, όπως είδαμε, δέν ντρέπονται νά γεννάν ύποθέσεις ad hoc — ή νά σπεκουλάρουν — γ ιά νά στεγάσουν τά φ αι­ νόμενα πού άνακαλύπτουν πρόσφατα καί πού δέν χωράν στά πλαίσια πού ύπάρχουν. Ο ί "Ε λληνες γνώ ριζαν τις η λεκτρικές ιδιότητες τού ήλεκτρου — δέν τούς Ό Dobbs, στό τέλος τού ούσιαστικώτερου κειμένου του,^® προτείνει ένα πειραματικό πρόγραμμα πού θά περιλαμβάνει, ταυτόχρονα μέ τά πειράματα τής παρ’ αίσθησης άντίληψης, κ ι’ ένα ώρισμένο τύπο EEG πειραμάτων, πού δπως υποστηρίζει θά έπιθεβαίωναν ή θά κατέρριπταν τή θεωρία του. "Ας εύχηθούμε ό τι αύτά τά πειράματα θά γίνουν παρά τόν πρόωρο θάνατό του (άν καί γ ιά τεχνικούς λόγους πού δέν μπορούν ν ’ άναλυθοΰν, προβλέπω ένα άρνητικό άποτέλεσμα).

59


έν δ ιέφ ερ α ν όμως. Γιά δυό περίπου χιλ ιά δ ες χρόνια, κανείς δέν ένδιαφ έρόταν. Καί ξα φ νικά, στόν δέκατο έβδομο αιώνα, τά πειράματα μέ τόν ήλεκτρισμό έγιναν τής μόδας, άνακαλύφθηκαν φ αινόμενα πού δέν είχαν ποτέ πρίν ό ν ειρ ευ τεί οΐ άνθρωποι καί οί έπιστήμονές συναγω νιζόταν σέ ύπ οθέοεις πού θά μπορούσαν νά τά έρμηνεύσουν, προτείνοντας μέ μεγάλη άνεση «ρευστά», «ύγρόν πύρ», ρεύματα και πεδία. Ό μαγνητισμός και ή βαρύτητα είχ α ν μιά παρόμοια Ιστορία: όταν ό Ke­ pler πρότεινε δτι ο1 παλίρροιες θά πρέπει νά όφ είλω νται στις δυνάμεις έλξεω ς τής σελήνης, ό Γαλιλαΐος σήκωσε τά χ έρ ια ψηλά κ ι’ άπόρριψε τήν ιδέα σάν μιά «μυ­ στικοπαθή φαντασιοπληξία» γ ια τί προϋπέθετε έν έρ γ ε ια έ ξ άποστάσεως καΐ άντέκρουε συνεπώς τούς «νόμους τή ς φύσεως». Α ύτό δμως δέν έμπόδισε τόν Νεύτωνα νά διατυπώσει τήν θεωρία του τής παγκόσμιας έλξη ς. Ή «Hypothesis non fingo^ είνα ι ϊσως ή θρασύτερη φράση ύποκρισίας πού ξεσ τόμισ ε ποτέ ένας μεγάλος έπι­ στή μονας. Αύτό δέν σημαίνει βέβαια ότι όποιος θέλ ει μπορεί νά γεν ν ά υποθέσεις. Πρέπει νά είναι κανείς πολύ έπ ιδέξιος ταχυδακτυλουργός γ ιά νά β γ ά ζει ζω ντανούς λα­ γούς άπό τό καπέλλο του. Μπορεί ν ’ άκούγεται ή κβαντική φυσική τρελλή, έχ ει όμως μέθοδο καί δ ίνει άποτελέσματα. Νω ρίτερα μίλησα γ ιά αρνητική προσέγγιση τής κβαντικής φυσικής μέ τήν παρ’ αίσθηση άντίληψη. Μ ’ αύτό έννοούσα ότι οΐ σουρρεαλιστικές άντιλή ψ εις τής πρώτης θά σταματήσουν εύκολώ τερα τις δυσπιστίες γ ιά τή δεύτερη· έ φ ’ όσον έπ ιτρέπεται στήν πρώτη νά παραβιάζει τούς «νόμους τής φύσης» όπως τούς έννσούσε ή κλασσική φυσική τού περασμένου αιώνα, γ ια τί νά μήν άξιώ σει καί ή δεύτερη τό ϊδισ δικαίω μα; ’Αλλά, τό ξα νατονίζομε, δέν είναι παρά μιά άρνητική συμφωνία, δέν σημαίνει παρά μιά κοινή άψ ηφησιά γ ιά τά άρχ αΐα ταμπού και γ ιά μιά μηχανιστική κοσμοθεωρία πού έχ ει καταντήσει άναχρονιστική. Μ έχ ρ ι έδώ, πάνε όλα καλά. Υπ άρχουν όμως ωρισμένα παραψυχολογικά φ α ι­ νόμενα πού κανένας φυσικός, όσο πλατύμυαλος κ ι’ άν είναι, δέν μπορεί νά παρα­ δ εχ τεί στήν όνομαστική τους ά ξ ία ; ’Εννοώ τήν ΡΚ — τήν τηλεκίνηση. Τό «παρά» κάτι τι τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης δέν άποκλείεται νά γ ίν ει, σ’ ένα όχι καΐ τόσο μακρινό μέλλον, άντικείμ ενο θεω ρητικής μεταχείρησης άπό τήν κβαντική φυσική, νά πλουτιστεί μέ ν έα «πεδία», πού θά προστεθούν στά όσα ύπάρχουν καί μέ καινούργιους τύπους «άλληλεπιδράσεων» πού θά προστεθούν στό σημερινό ρεπερτόριο τών τεσσάρων.* Δ έν δ ικαιολο γείται όμως μιά παρόμοια αισιοδοξία καί γιά τήν τηλεκίνηση. Ό Dobbs σιωπά, τό ίδιο καί ό Margenau καί — μέσα στά περιωρισμένα όρια γνώσης μου τής παραψυχολογικής βιβλιογραφ ίας — δέν γνω ρίζω καμμιά σοβαρή άπόπειρα φυσιοκρατικής έρμηνείας τού πώς θά μπο­ ρούσε νά έπηρεάσει τήν κίνηση ένός ζαριού πού κυλάει μιά πνευματική προσπά­ θεια. Ό λόγος είνα ι ά’π λό ς: ή παρ’ αίσθηση άντίληψη καΐ ή τηλεκίνηση λειτο υρ ­ γούν σέ δ ια φ ο ρ ετικές διαστάσεις- κ ι’ όπως οί άκαμπτοι νόμοι τής μηχανικής τού μακροσκοπικού κόσμου δέν έφ αρμόζονται στήν μικροφυσική, έτσι καί ή έλευ θερ ία πού χαίρονται στούς χώρους τής μικροφυσικής δέν έφ α ρ μ ό ζετα ι σέ μιά μακρο­ σκοπική στάθμη. "Ε να άτομο είνα ι «έλεύθερο» νά κάνει ό,τι τού καπνίσει μέσα στή σχέση τής άπροσδιοριστίας τού Heisenberg και όλες μας οΐ σ χετικές δηλώ­ σεις άναφ έρονται σέ π ιθανότητες, όχι σέ βεβαιότητες. Σύμφω να δμως μέ τό νόμο * Ή σύγχρονη φυσική γνω ρίζει τέσσερις τύπους άλληλεπιδράσεων: τις «ισχυρές» καί «άσθενείς» πυρηνικές άλληλεπιδράσεις- τις ήλεκτρσμαγνητικές και τής βαρύτητας. Κάθε τύπος υπακούει στούς δικούς τους νόμους.

60


τών μεγάλων άριθμών, σ’ ένα μακροσκοπικό σώμα τρισεκατομμυρίω ν άτόμων, οί άποκλίσεις άντισ ταθμίζονται, τό άθροισμα τών πιθανοτήτων δ ίν ει μιά β εβα ι­ ότητα καί τά παλιά ταμπού έξακολουθοΟν νά ισχύουν.* ’Έ τσ ι, όταν ενα μήνυ­ μα παρ’ αίσθηση άντίληψ ης μέ τήν μορφή τού νοονίου, τού ψιτρονίου ή ό,τιδήποτε άλλου, προσκρούει σ’ ένα «κρίσιμα τοποθετημένο» νεύρο, λ ειτο υ ρ γ εί σέ μιά στά­ θμη κβαντικής άπροσδιοριστίας και μπορεί, άς πούμε, νά κάνει θαύματα. Αύτή όμως ή διαδικασία δέν ά ντισ τρ έφ ετα ι. Δ έν μπορείς νά έπηρεάσεις τήν πορεία ένός μακροσκοπικού σώματος, όπως ενα ζάρ ι πού κυλάει, μέ μικροφυσικά σωμάτια ή κυμάτια φανταστικής μάζας. ’Έ τσ ι ό νόμος τών μεγάλων άριθμών πού δίνει τόση έγκυ ρ ότητα στά έπ ιχειρήματα τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης, είναι, ταυτόχρονα, τό μεγαλύτερο έμπόδιο γ ιά κάθε φυσιοκρατική έξήγηση τής τηλεκίνησ ης.* * Α ύτό βέβαια δέν- σημαίνει ότι θά πρέπει ν ’ άγνοήσουμε τήν άποδεικτική ά ξία τών μακροσκοπικών πειραμάτων τηλεκίνησης πού έκαναν ό Rhine καί οί άλλοι. Ση μ αίνει μονάχα ότι παρ’ όλο πού πρέπει νά δ εχτο ύ μ ε τήν μαρτυρία τους, θά πρέπει νά π αραιτηθούμε άπό κάθε λογική έλπίδα μιάς φυσικής έξήγησ ης, άκόμα καΐ μέ τήν μορφή τής πιό προχωρημένης και άνεκτικής κβαντικής μηχα­ νικής. Τό ϊδιο δίλημμα άντιμετω π ίζομε όταν στρεφόμαστε πρός ένα τύπο φαινομένων πού έχ ει σαστίσει τόν άνθρωπο άπό τήν αύγή τής μυθολογία ς: Τό σπάσιμο τής μακρυάς καΐ μονότονης άλυσσίδας τών αίτιακώ ν φαινομένω ν άπό συμπτώσεις μιάς άπίθανης φύσης, πού ένώ δέν συνδέονται αϊτιακά, φ αίνονται νά έχουν ένα με­ γάλο νόημα. Όποιαδήποτε θεω ρία έπ ιχειρήσ ει νά πάρει στά σοβαρά αύτά τά φ α ι­ νόμενα, θά πρέπει νά έρ θει σέ μιά ριζοσπαστικώτερη άκόμα ρήξη μέ τις παρα­ δοσιακές μας κατηγορίες τής σκέψης άπό τίς π ροκηρύξεις τού Heisenberg, τού D irac ή τού Feynman. ’Ασφαλώς δέν ήταν τυχαίο δτι ό W olfgang Pauli — πατέρας τού νετρίνου καί τής ’Α ρχής Pauli, πού είνα ι ένας άπό τούς άκρογω νιαίους λίθους τής μοντέρνας φυσικής — έξέ θ ε σ ε μιά τέτο ια θεω ρία σέ συνεργασία μέ τόν C.G. Ju n g . Ή θεω ρία τής «Συγχρονιστικότητας» τών Jung - Pauli, σύλληψη ένός φυσικού καΐ ένός ψυχολόγου πού ήταν καΐ οΐ δυό φυσιογνω μίες στόν το μ έα τους, άντιπροσωπεύει τήν ριζοσπαστικώτερη ϊσως άπομάκρυνση άπό τήν κοσμοθεωρία τών μη­ χανιστικώ ν έπιστημών τού καιρού μας. Κ ι’ όμως, ε ίχ ε ενα προάγγελο πού οΐ ίδέες του έπηρέασαν σημαντικά τόν Jung: μιά καταπληκτική μεγαλοφ υΐα, τόν Αύστριακό βιολόγο Paul K am m erer πού αύτοκτόνησε τό 1926, σέ ήλικία σαράντα πέντε χρονών.

* Γιά νά έξηγήσουμε αύτό τό σημείο, κάθε ήλεκτρόνιο ένός άτόμου ύδρογόνου σέρνει τήν άβεβαιότητα πού τό χαρακτηρίζει σ’ δλο τό μήκος τής «πλανητικής του τροχιάς». Ή ταχύτητα δμακ; μιάς μικρής σφαίρας είναι άβέβαια μόνο κατά δώδεκα περίπου ϊντσες κατά αιώνα και ή άβεβαιότητα τής θέσης της φθάνει μόλις τό μέγεθος τής διαμέτρου τού πυρήνα τού άτόμου.^® * * ‘Η σημασία τών έπαναστατικών ήλεκτρονικών πειραμάτων τοΟ Helmut Schmidt, τά όποΐα άναφέραμε προηγουμένακ;, έγ κ ειτα ι στό γεγονός ό τι έφαρμόζονται σέ μιά κβαντική στά­ θμη. Δ έν έπ εκτείνεται δμως αύτό καί στά ζάρια.

61


Νόμος τών Σειρών και Συγχρονιστικότης

I Ό K am m erer ήταν όπαδός τοΰ Lam arck: Πί<ΤΓευε στήν «κληρονομικότητα τών έπίκτητων χαρακτηριστικών» - πίστευε δηλαδή δτι ή καλυτέρευση τής έμφ άνισης καί οΐ ικανότητες πού άποκτοΟν οί γο νείς κληρονομούνται μέχρις ένα σημείο άπό τούς άπογόνους τους. ’Α ντίθετη σ’ αύτήν τήν άποψη, ή νεο-Δαρβινική θεωρία ύποστηρίζει δτι τά έπίκτητα χαρακτηριστικά δέν έχουν έπίδραση πάνω στά γ ο ν ί­ δια πού φέρουν τό κληρονομικό έντύπωμα· ή έ ξ έ λ ιξ η ό φ είλ ετα ι σέ τυ χα ίες και έπ ιλεγμ ένες άπό τήν φύση μ ετα λ ά ξεις τοΟ γενετικοΟ υλικού. Φιλοσοφικά, ή άποψη του Lam arck είνα ι έλκυστικώ τερη, γ ια τί βλέπει τήν έ ξ έ λ ιξ η σάν ένα άθροιστικό άποτέλεσμα άρετών κ ι’ άγώνων διαδοχικώ ν γενεώ ν, ένώ σύμφωνα μέ τήν Δαρβινική θέση, όλοι αύτο'ι οΐ κόποι πάνε χαμ ένοι, κάθε γ εν ιά ά να γκάζετα ι ν ’ ά ρ χ ίζει άπό τό άλφ α και ή έξ έ λ ιξ η είνα ι άποτέλεσμα τυφ λή ς τύχης καί έπ ιλεκτικής πίεσης. 01 όπαδοΐ όμως τής θεω ρίας τού Lam arck δέν μπόρεσαν ποτέ ν ’ άποδείξουν π ειραματικά τήν κληρονομικότητα τών έπίκτητων χαρακτηριστικώ ν. Ή θεω ρία ξεπ εράστηκε κ ι’ έφ τασ ε νά θεω ρείται αίρεση. Ό K am m erer ήταν ό τελ ευ ­ ταίος διάσημος στήν Εύρώπη όπαδός τού Lamarck. Ξόδεψ ε τό μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του προσπαθώντας ν ’ άπ οδείξει τήν κληρονομικότητα τών έπίκτητων χαρακτηριστικώ ν στά έρπετά, στά άμφ ίβια, άκόμα και στις σουπιές. Τά πειρα­ ματόζωά του όμως χάθηκαν στόν Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο καί τό μοναδικό δείγμα πού μπόρεσε νά σώσει, ένα «γυρίνο τής μαμής» (Alytes obstetricans) βρέθηκε τελικά παραποιημένο καί ήταν πλαστό τεκμήριο. Λ ίγ ες βδομάδες μετά άπ’ αύτήν τήν άποκάλυψη καί μέ κατακουρελιασμένη τήν ύπόληψή του, ό Kam ­ merer τίν α ξε τά μυαλά του στόν άέρα, σ’ ένα βουνό τής Αύστρίας. Πολλά χρόνια τώρα μ’ έθ ε λ γ ε ή έξα ιρ ετικ ή αύτή προσωπικότης καί τελ ευ ­ ταία έγρα ψ α τήν βιο γραφ ία το υ * στήν όποία άποδεικνύω, όποκ; τουλάχιστον πιστεύω, ότι αύτή ή παραποίηση έγ ιν ε άπό κάποιον άλλο, ση\ν άπουσία τού Kam* The Case of the Midwife Toad (Λονδίνο, 1971, Νέα Ύόρκη, 1972).

62


merer. Πρός τό παρόν δμοκ;, δέν μάς άπασχολοΰν oi Λ αμαρκιανές άπόψεις τού K am m erer (ά ν και θά έπανέλθω άργότερα σέ συντομία σ’ α ύ τ έ ς ), άλλα ή άλλη αίρεση πού άσπαζόταν, ή πίστη του στή σημασία των φαινομενικώ ν συμπτώσεων. Δημοσίευσε τήν θεω ρία του τό 1919, στην άξιοσημείω τη έργασία του Das Gesetz der Serie — 'О Νόμος τής Έ μφ ανίσεω ς τών Συμπτώσεων σέ Σ ειρ ές· τό εργο δέν έχ ει μεταφ ρασ τεί μέχρι σήμερα ’Α γγλικά . Στό Case of the M idw ife Toad, έξέθεσ α περιληπτικά τις άπόψεις του καΐ ζητώ συγνώμην άν άναγκάζομαι αύτή τή στιγμή νά έπαναλάβω μ ερικές παραγράφους. ’Από τά είκοσι μέχρι τά σαράντα του χρόνια, ό K am m erer κρατούσε ένα ήμερολόγιο συμπτώσεων. Δ έν ήταν ό μόνος πού ε ίχ ε παρασυρθεϊ άπ’ αύτό τό κρυφό βίτσιο. Ό Jung, π αραδείγματος χάριν, έκανε τό ίδιο. «Συνάντησα συχνά αύτά τά φαινόμενα» έγ ρ α ψ ε ό Jung, «καί προσωπικά έχω πεισθεΐ δτι οΐ άσ θενεΐς μου άπέδιδαν τεράστια σημασία σ’ α ύτές τις έσ ω τερικές έμπ ειρίες. Σ τις περισσό­ τερες περιπτώσεις έπρόκειτο γ ιά πράγματα πού δέν κοινολογούσαν οΐ άνθρωποι, άπό τόν φόβο μήπως γελοιοποιηθούν. ’Έ μ ε ιν α κατάπληκτος δταν είδ α πόσο μεγάλος ήταν ό άριθμός τών άνθρώπων πού είχαν αύτοΰ τού είδους τΙς έμπ ει­ ρίες καί πόσο ζηλότυπα φ ύλαγαν τό μυστικό τους.»’ Τό βιβλίο τού K am m erer ά να φ έρ ει έκατό π αραδείγματα συμπτώσεων. Παρα­ δείγματος χ ά ρ ιν : (7 ) Σ τις 18 Σεπτεμβρίου τού 1916, ή γ υναίκα μου π ερίμενε στήν αίθουσα άναμονής τού Κ αθηγητή Γιατρού J.v.H..., ξεφ υ λ λ ίζο ν τα ς τό περιοδικό D ie Kunst καί είδ ε μ ερ ικές φ ω τογραφ ίες έργων ένός ζω γρά­ φου όνόματι S chw albach πού τήν έντυπωσίασαν. Συγκρότησ ε άμέσως νοερά τό όνομα τού ζω γράφ ου, γ ιά νά μπορέσει νά δ εϊ τά έρ γα του στό πρωτότυπο. ’ Ε κείνη τήν στιγμή ά ν ο ιξε μιά πόρτα καί ή ύπάλληλος τού για τρού ρώτησε; «Είναι έδώ ή κυρία Schw albach; Τ ήν ζητούν στό ιηλέφωνο.»® (2 2 ) Σ τις 28 ’Ιουλίου 1915, πέρασα άπό τις άκόλουθες προοδευ­ τικ ές Σ ε ιρ έ ς : ή γυναίκα μου έκείνη τήν έποχή δ ιά β αζε τό μυθιστόρημα M ichael, τού Hermann Bang, και ε ίχ ε φτάσει σ’ ένα σημείο πού άφορούσε ένα σ υγκεκριμένο χαρακτήρα τού μυθιστορήματος, τήν «Κυρία Rohan», (α ) Βλέπει μέσα στό τράμ έναν άντρα πού έμ ο ια ζε μέ τό φίλο της Πρίγκηπα Josef Rohan· τό ϊδιο βράδυ περνάει άπό τό σπίτι ό Π ρίγκηπας Rohan ( β ) μέσα στό ϊδιο τράμ, άκούει κάποιον νά ρωτάει τόν ψ ευτοRohan άν ξέ ρ ε ι τό χωριό W eissenbach στή λίμνη A ttersee και κατά πόσον θά ήταν κατά τή γνώμη του ένα εύχάριστο μέρος γ ιά νά περάσει κανείς τις διακοπές του έκεί. 'Η γυναίκα μου κατεβαίνει άπό τό τράμ καί π ηγαίνει νά ψωνίσει σ’ ένα μπακάλικο στή Naschm arkt· ό ύπάλ­ ληλος τήν ρωτάει μήπως κατά τύχη γ νω ρ ίζει τό χωριό W eissenbach στή λίμνη Attersee, γ ια τί πρέπει νά ταχυδρομήσει κάποια παραγγελία καί δέν έχ ει τή σωστή διεύθυνση.^ Ά π ό τά άλλα του παραδείγματα, τά περισσότερα είνα ι πιό συνηθισμένα άκόμα*. ’Α ν α φ έρ ει, π.χ. δτι στις 4 Νοεμβρίου 1910, ό κουνιάδος του πήγε σ’ ένα Γιά τόν ϊδιο λόγο παράθεσα τά δυό αύτά ίδια παραδείγματα στό The Case of the Midwife Toad.

63


κονσέρτο όπου κάθησε στήν θέση 9 και ε ίχ ε και νούμερο γκαρνταρόμπας 9· τήν έπομένη, σ’ ένα άλλο κονσέρτο, κάθησε στήν θέση 21 και ε ίχ ε νούμερο γκα ρ ν­ ταρόμπας 21. Ό K am m erer όνομάζει αύτό τό είδος, σύμφωνα μέ τό όποιο ό ϊδιος τύπος συμπτώσεων συμβαίνει σέ δυό δια δο χικές μέρες, «σειρές δ ευτέρ α ς τάξεω ς», καί παρατηρεί; «Σύντομα θά δούμε δτι οί σειρές πρώτης τά ξεω ς συσσω­ ρεύονται και δημιουργούν σειρές δ ευτέρ ας τάξεω ς, τρ ίτη ς, νυοστής, κλπ., κ ι’ δτι αύτό είνα ι ένα πάρα πολύ κοινό φαινόμενο, σχεδόν ό κανόνας.^ 'Υπάρχει γεν ικ ά ή άντίληψ η δτι οί συμπτώσεις έχουν μιά τάση νά έρ χοντα ι σέ σειρές - οί χαρτοπαϊκτες έχουν τις «ρέντες» τους καί τις γ κ ίν ιες τους, κ ι’ «ένα κακό δέν έρ χ ετα ι ποτέ μόνο του». Σ ’ αύτό ό φ είλ ετα ι κι’ ό τίτλο ς τού βιβλίου Das Gesetz der S erie. Μ ιά Σ ειρ ά καθορ ίζετα ι σάν μιά υπάκουη διαδοχή ϊδιων ή παρεμφερών πραγμάτων ή φαινομένω ν, διαδοχή, ή συσσώρευση διαδοχών, πού γ ίν ετα ι σ’ ένα χρόνο ή σ’ ένα χώρο όπου - οσο είνα ι δυνατόν νά έπιβεβαιωθεΐ άπό μιά προσεκτική άνάλυση - τά ξεχω ριστά στοιχεία αύτής τής διαδοχής δέν συνδέονται μ ετα ξύ τους άπό τήν ίδια ένερ γό αιτία.® Ή έκφραση «ύπάκουη διαδοχή» θά μπορούσε νά δώσει τήν έντύπωση δτι οί Σ ειρ ές κυβερνώνται άπό τούς νόμους τής αιτιότη τας. Σκοπός δμως τού Kam ­ m erer ήταν ν ’ άπ οδείξει άκριβώς τό άντίθετο - δτι οί συμπτώσεις, άσ χετα μέ τό άν έμ φ α νίζο ντα ι μεμονω μένες ή σέ σειρές, είνα ι έκδηλώ σεις μιάς παγκόσμιας (inync της φύσης πού λ ειτο υ ρ γ εί ά νεξά ρ τη τα άπό τήν φυσική α ιτιότητα . Κατά τόν Kam m erer, οί Νόμοι τής Έ μ φ α νίο εω ς τών Συμπτώσεων σέ Σ ειρ ές» , είναι τό ίδιο θεμελειώ δεις μέ τούς νόμους τής φυσικής, άλλά παραμένουν άκόμα άνεξερ εύνη το ι. Καί οί μεμονω μένες συμπτώσεις δέν είνα ι παρά οί κορυφ ές τών παγετωνων πού πήρε κατά τύχη τό μάτι μας, γ ια τί έχο μ ε παραδοσιακά μιά τάση ν ’ άγνοούμε τις πανταχού παρούσες έκδηλώ σεις τών «Σειρών Συμπτώσεων». Μ έχ ρ ι τή μέση τού βιβλίου του, ό K am m erer άσχολεΐται μέ τήν κατάταξη τών Σειρώ ν καί κάνει αύτή τήν έργασία λεπτόλογα, σάν τόν ζωολόγο πού έχ ει άφιερώ σει τή ζωή του στήν ταξινόμηση. ’Α ρ χ ίζει μέ μιά τυπολογία σχετική μέ άριθμούς, όνόματα, καταστάσεις, κ.λ.π., μή-αίτιακών συμπτώσεων. ’Α κολουθεί ένα κεφ άλαιο πάνω στήν μορφ ολογία τών Σειρώ ν, πού κατατάσσονται άνάλογα μέ τήν «τόξπ» τους (τό ν άριθμό δηλαδή τών διαδοχικώ ν τους συμπτώσεων), τήν «Ισχύ» τους, (τό ν άριθμό τών παραλλήλων συμπτώσεων) καί τις *παραμέ· τρους» τους (τό ν άριθμό τών κοινών τους χαρ α κτη ρ ισ τικώ ν). Ό Kam m erer πέρασε πολλές ώρες καθισμένος στά παγκάκια τών πάρκων όπου κα τάγρ α φ ε τόν άριθμό τών περαστικών καί τούς τα ξιν ο ­ μούσε άνάλογα μέ τό φύλο τους, τήν ήλικία τους, τό ντύσιμό τους, μέ τό άν κρατούσαν ή όχι όμπρέλλα ή πακέττα. Τό ϊδιο έκα νε καί στά μα­ κρινά τα ξίδ ια του μέ τό τράμ άπό τό προάστειό του ατό έργαστήριό του, στήν πόλη. Μ ετά, μελετούσε τούς πίνακές τους κ ι’ άνακάλυπτε ότι έμ φ άνιζαν παραμετρικά τήν ϊδια έκείνη τυπική συγκρότηση πού είναι τόσο ο ίκεία ατούς στατιστικούς, στούς τζογαδόρους καί στις άσφαλισ τικές έτα ιρ εΐες. Καί λάβαινε πάντα ύπ’ όψη του τούς αίτιακούς παρά­ γο ντες όπως είνα ι οί ώρες τής αίχμής, ό καιρός, κλπ.^ Στό τέλος τού καταστατικού αύτού μέρους τού βιβλίου του, ό K am m erer κ α τα λ ή γ ει:

64


Μ έχ ρ ι έδώ, άσχοληθήκαμε ά ντικειμ ενικά μέ τΙς έκδηλώσεις των έπαναλαμβανόμενων Σειρώ ν, χωρίς νά έπιχειρήσουμε νά τις έξη γ ή σουμε. ’Ανακαλύψ αμε δτι ή διαδοχή ίδιων ή παρεμφερών δεδομένων σέ συνεχόμενες π εριοχές τοΟ χώρου ή τοΰ χρόνου, είνα ι ένα άπλό έμπ ειρικό γεγο νός πού όφ είλομ ε νά π αραδεχτούμε καί πού δέν μπορεί νά έρ μ η νευ τεί σάν μιά άπλή σύμπτωση-ή, μάλλον, πού κάνει τήν σύμ­ πτωση σέ τέτο ια έκταση ένα κανόνα, πού άνατρέπ εται αύτή καθ’ έαυτή ή έννοια τής λ έξη ς σύμπτω ση/ Στό δεύτερο, ατό θεω ρητικό μέρος τού βιβλίου του, ό K am m erer άναπτύσσει τήν κεντρική του ιδέα ότι μαζύ μέ τήν αιτιότη τα ύπάρχει στόν κόσμο μιά άρχή μή-αίτιατοΰ, πού τείν ει πρός μιά ένότητα. ’Από μιά άποψη, μπορεί νά παραβληθεί μέ τήν παγκόσμια έλ ξη - πού γ ιά τούς φυσικούς έξα κο λ ο υ θεί νά παραμένει μυ­ στήριο. Ά λ λ ’ ά ντίθ ετα άπό τήν βαρύτητα πού άφορά κάθε μάζα, χωρίς καμμιά διάκριση, αύτή ή δύναμη δ ια λ έγ ει σχήματα καί συναρτήσεις γ ιά νά τα ιρ ιά ξει τις παρόμοιές της διαμορφώ σεις μέσα στό χώρο καί στό χρόνο: τΙς τα ιρ ιά ζει άνάλογα μέ τήν σ υ γγένειά τους. Μ έ ποιό τρόπο τώρα τρυπώνει αύτή ή μή-αϊτιακή δύναμη μέσα στήν αϊτιακή τά ξη τών πραγμάτων - καί μ’ έντυπωσιακούς άλλά και μέ κοινούς τρόπους - δέν μπορούμε νά πούμε, άφού λ ειτο υ ρ γ εί ex hypothesi, έξω άπό τούς γνωστούς νόμους τής φυσικής. Στόν χώρο, δη μ ιο υρ γεί παράλληλα φαινόμενα πού συνδέονται μ ετα ξύ τους μέ μιά σ υγγένεια. Στόν χρόνο παρό­ μοια συνδεδεμένες Σ ειρ ές. «Κι’ έτσι έχο μ ε μιά εικόνα παγκόσμιου μωσαϊκού ή κοσμικού καλειδοσκόπιου πού παρά τ ’ άδιάκοπα άνακατέμματα και τις άδιάκοπες άνα κα τα τά ξεις, φ ρο ντίζει, κι’ αύτό, νά σ υνταιρ ιά ζει τά όμοια»» Τού K am m erer τού κινούσαν ιδιαίτερα τό ένδ ιαφ έρ ον οι χρο νικές Σ ειρέςτις έβλεπε σάν κυκλικές διεργασ ίες πού μεταδίδονταν σάν τά κύματα κατά μήκος τού χρονικού άξονα τού χωροχρονικού συνεχούς. ’Ε μ είς δμως δέν άντιλαμβανόμαστε παρά τις κορυφ ές αύτών τών κυμάτων, πού τά βλέπομε σάν μεμονω­ μένες συμπτώσεις, ένώ τό κοίλωμά τους μάς περνάει άπαρατήρητο. ( ’Α να τρ έ­ πει, μ’ αύτό τόν τρόπο, τό έπ ιχείρημα τών σκεπτικιστών ότι άπό τό πλήθος τών τυχαίω ν περιστατικών έμ είς δ ια λέγο υμ ε μόνο έκείν α πού μάς φαίνονται πώς έχουν κάποιο νόημα.) Α ύτοΐ οΐ κύκλοι μπορούν νά όφ είλονται σέ αϊτιακούς πα­ ράγοντες (στήν κίνηση π.χ. τών πλανητών) ή νά πατρονάρονται άπό τόν Νόμο τών Σειρώ ν - όπως είνα ι, π.χ. οϊ μέρες ρέντας τοΰ χαρτοπαίκτη. ’Α φ ιερώ νει ένα κεφ άλαιο σέ προηγούμενες θεω ρίες γύρω άπό τήν περιοδικότητα· ά ρ χ ίζει άπό τό μαγικό έπτά τού Πυθαγόρα, προχωρεί στούς περιστρεφόμενους κύκλους κακών και καλών ήμερών τού Γκαίτε καί φ θάνει στόν Freud πού πίστευε ότι ο'ι κύκλοι τών εϊκοσιτριώ ν και τών είκοσιεπτά ήμερών συνδυάζονται μέ κάποιο τρόπο καί δημιουργούν δεδόμενα σημαντικών φαινομένων. Στό τέλος τού βιβλίου του ό Kam m erer έκ φ ρ ά ζει τήν πεποίθησή του ότι ό Νόμος τών Σειρώ ν είνα ι «συνεχής καί πανταχού παρών στή ζωή, στή φύση καί στόν κόσμο. Ε ίναι ό όμφάλιος λώρος πού συνδέει τή σκέψη, τό συναίσθημα, τήν έπιστήμη καί τήν τέχνη μέ τήν μήτρα τού σύμπαντος πού τό γέννησε.»® Σ έ μερικά κεφ άλαια τού βιβλίου καί ιδ ιαίτερ α σ’ έκείν α πού έχουν σχέση μέ τήν φυσική, ύπάρχουν μερικά άφ ελή λάθη. Σ ’ άλλα, π ροκλητικές λάμ ψ εις δι­ αίσθησης. Παραβάλλω τό κείμενό του μ’ έναν έμπρεσιονιστικό πίνακα πού πρέ­ πει νά βλέπει κανείς άπό μιάν άπόσταση· άν κολλήσει άπάνω του τή μύτη του οϊ λεπ τομέρειες θά μεταμορφω θούν σέ χο νδρ ο ειδέσ τατες μουτζούρες. ’Έ τσ ι, ένώ

65


τό θεω ρητικό μέρος τοΰ βιβλίου δέν μπορεϊ νά σταθεί εϋκολα σέ μιά λεπτομερή άνάλυση, μπορεί vcr-βρεΐ κάποτε μιάν άνέλπιοτη έφ αρμογή σάν πρώτη άπόπειρα συστηματικής κατάταξης τών συμπτωματικών φαινομένω ν. Α ύτά τά πράγματα συμβαίνουν στήν έπιστήμη. ’Ίσως γ ι’ αύτό άντιμετώπισε κι’ ό Einstein τόσο εύνοϊκά τό βιβλίο. Τό χαρακτήρισε σάν «πρωτότυπο καί καθόλου παράλογο».* Μπορεί νά θυμήθηκε ότι ή μή Ε ύκλείδιος γεω μετρία, πού έφ εΰρ αν οΐ παλιοί μα­ θηματικοί λίγο πολύ γ ιά νά παίξουν, τοϋ προμήθευσε τις βάσεις όπου έσ τή ρ ιξε τήν ρελατιβιστική κοσμολογία του.

"Ε νας άλλος μεγάλος φυσικός πού οί σκέψ εις του κινήθηκαν πρός μιά παρόμοια κατεύθυνση ήταν ό W olfgang Pauli. 'Η συνδιάσκεψη τής πυρηνικής φυσικής πού έ γ ιν ε τό 1932 στήν Κοπεγχάγη έκλεισ ε, δπως είνα ι τό έθιμο σ’ α ύ τές τις περιπτώσεις, μέ μιά θεατρική παράσταση. Τά μέλη τή ς συνδιάσκεψης άνέβασαν μιά σάτυρα γεμάτη άπό έκεΐνο τό κβαντικό χιούμορ πού είχ α μ ε μέχρι τώρα μερικά δ είγμ α τά του. ’Ε κείνη είδ ικά τή χρονιά έπ αιξαν μιά παρωδία τοΰ Φάουστ τοϋ Γκαΐτε, στήν όποία ό Pauli έπ αιζε τό ρόλο τοΰ Μ εφ ισ τοφ ελή. Μ αργαρίτα του ήταν τό νετρίνο, τήν ύπαρξη τοΰ όποιου είχ ε προβλέψει ό Pauli άλλά δέν ε ίχ ε ά κ ό μ α ,ά ν α κα λ υφ θεϊ: Μ Ε Φ ΙΣΤ Ο Φ Ε Λ Η Σ (στόν Φ ά ο υ σ τ): Φ υλάξου, Φυλάξου άπό Λογική κι’ ’ Επιστήμη I ών πιό τρανών όπλων τ ’ άνθρώιχου τήν άσεΟή συμμαχία Θ’ άφ ήσεις νά σέ σύρουν μ’ έκτυφ λω τικές μ αγγα νείες Σ ’ ύπερκόσμια ξεμυαλίσματα στά κβαντικά πεδία Μπαίνει ή Μ α ργαρίτα: τραγουδάει στόν Φάουστ. Μ ελω δία: «Ή Μ αργαρίτα στό Ροδάνι» τοΰ ΣοΟμπερτ. Μ Α Ρ Γ Α Ρ ΙΤ Α : Μ ηδέν είνα ι ή μάζα μου τής ήρεμίας Τό ίδιο καί ή φόρτισή μου ’Εσένα κάνω ήρωά μιου Ν ετρίνο είνα ι τόνομά μοα. ’Έ στω .... Ό Pauli όμως ήταν πραγματικά ένα είδος Μ εφ ίσ το μέσα στούς μάγους τής Κοπεγχάγης. Πριν άπό μερικά χρόνια, τ ’ άσ τραφτερό του μυαλό ε ίχ ε γεννήσει μιά άπό τις έννο ιες-κλειδ ιά τής μοντέρνας φυσικής, τήν ’Απαγο­ ρευτική ’Αρχή τοΰ Pauli, πού σέ γ εν ικ ές γρ αμ μ ές λ έε ι δτι μέσα σ’ ένα άτομο, μόνο ένα ήλεκ'τρόνιο τή φορά μπορεί ν ’ άκολουθεί μιά όποιαδήποτε «πλανητική * Άπό τό “ Paul Kammerer als Biologe” , Monistishe Monatshefte той H. Przibram, Νοέμ­ βριος 1926.

66


τροχιά».* Ή ’Απαγορευτική Ά ρ χ ή ήταν ενα καθαρά μαθηματικό κατασκεύασμα και δέν μπορούσε νά έπικαλεσθεϊ καμμιά δικαίωση άπό τήν φυσική αιτιότητα, έξω άπό τό γεγο νός ότι χω ρίς αύτήν ή κβαντική θεω ρία δέν θά έκανε κανένα νόημα. Ό Κ αθηγητής τής Φυσικής τού Yale παρατήρησε ό τ ι: Σήμερα, στή θεω ρητική φυσική, οΐ άνθρωποι έπ ικαλοΰνται μιά άρχή πού είνα ι γνωστή σάν «’Απαγορευτική Ά ρ χ ή » . Δ ημιουργός της ήταν ό Pauli. Σ ’ αύτή τήν άρχή όφ είλονται όλες οϊ ρυθμιστικές π ράξεις πού άπαντώνται στή φύση. Ή ’Αρχή τού Pauli είναι, άπλούστατα, μιά άρχή συμμετρίας, είνα ι τά καθαρά μαθηματικά χαρακτηριστικά τών έξισώσεων πού ρυθμίζουν τελικά τά φυσικά φαινόμενα. Δραστηριοποιεί, σχεδόν θαυματουργά, αύτό πού όνομάζομε δυνάμεις άνταλλαγής, τις δυνάμεις πού δένουν τ ’ άτομα σέ μόρια καί τά μόρια σέ κρυστάλλους. Εύθύνεται γ ιά τό ότι μ α γ ν η τίζετα ι τό σίδερο και γ ιά τό ότι ή ύλη δέν μπορεί νά συμπιεστεί αύθαίρετα σέ μικρώτερο όγκο. Τό άδιαχώ ρητο τής ΰλης κι’ αύτή καθ’ έαυτή ή σταθερότητά της μπορούν ν ’ άποδοθούν άπ’ εύθείας στήν ’Απαγορευτική ’Αρχή τού Pauli. Αύτή ή άρχή τώρα, δέν έχ ει καμμιά άπολύτως δυναμική πλευρά. Δρά σάν μιά δύναμη ένώ δέν είναι δύναμη. Δ έν μπορούμε νά μιλήσουμε γ ι’ αύτήν σάν νά κάνει ό,τι δήποτε μέ μιά μηχανική δράση. ’Ό χ ι. Είναι ένα πάρα πολύ γεν ικ ό καΐ πάρα πολύ άπιαστο πράγμα· μιά μαθηματική συμμετρία πού έπ ιβάλλεται πάνω στις βασικές έξισώ σεις τής φύσης.’ ® Ό Pauli συμμεριζόταν τήν πίστη τού Jung ότι στή φύση λειτουργούν μήαίτιοκρατικοΐ παράγοντες. ’Ακόμα καί ή ’Απαγορευτική Ά ρ χ ή «δρά σάν μιά δύναμη ένώ δέν είνα ι δύναμη». Δ έν άπ οκλείεται νά ε ίχ ε μιά πολύ πιό βαθειά άντίληψη τών όριων τής έπιστήμης άπό τούς συναδέλφ ους του μάγους. Π ενήντα χ ρ ό νω ν έ γ ρ α ψ ε μ ιά ό ξ υ δ ε ρ κ έ σ τα τ η μ ε λ έ τη μέ θέμα τή ν ά νά δυ σ η τή ς έπ ισ τή μ η ς άπό τόν μυστικισμό, όπως τήν παρουσίαζαν ο1 ιδέες τού Johannes K epler - πού ήταν, ταυτόχρονα, μυστικιστής καΐ ιδρυτής τής σημερινής άστρονομίας. * * Τό δοκίμιο έχ ει τόν τίτλο «Ή ’Επίδραση τών Α ρ χέτυπ ω ν ’Ιδεών πάνω στίς ’ Επι­ στημονικές Θ εω ρεϊες τού Κέπλερ» καΐ πρω τοεμφανίστηκε σέ μιά σειρά μονογρα­ φ ίες πού δημοσίευσε τό ’Ινστιτούτο Jung στή Ζ υρ ίχη .” Ε ίναι ένα πολύ άσυνήθιστο τόλμημα γ ιά ένα σύγχρονο έπιστήμονα νά περιπλακεΐ σέ μιά τέτο ια συγγραφή καΐ νά τήν δημοσιεύσει καί σ’ ένα Ψ υχολογικό φύλλο. Πρός τό τέλο ς τής μ ελέτη ς του λ έ ε ι: «Σήμερα έχο μ ε τ'ις φυσικές έπιστήμες, δέν έχο υμε όμως πιά μιά φιλοσοφία τή ς έπιστήμης. Ά π ό τήν άνακάλυψη τού στοιχειώ δους quantum ή φυσική άναγκάστηκε νά π αραιτηθεί άπό τήν περήφανη άξίωσή της νά καταλαβαίνει τό σύμπαν. Δ έν άπ οκλείεται όμως αύτή ή άτυ χία νά π ερικλείει τό σπόρο γ ιά π λατύτερες έ ξ ε λ ίξ ε ις πού θά διορθώσουν τούς προηγού­ μενους μονόπλευρους προσανατολισμούς καί θά κινηθούν πρός μιά μονιστική κοσμοθεωρία στήν όποία ή έπιστήμη δέν θ ’ άντιπροσωπεύει παρά ένα μονάχα μέρος τόύ συνόλου. * Πιό συγκεκριμένα: Σ ’ ενα ούδέτερο άτομο δυό ήλεκτρόνια δέν μποροΰν νά έχουν τό ϊδιο σύνολο κβαντικών άριθμών. * * Σχετικά ή βιογραφία μου του Kepler στους Sleepawlkers καί ή πολύ σχετική μέ τοΟ Pauli άνάλυσή μου στό άρθρο μου γιά τόν Kepler στήν Encyclopedia o f Philosophy.

67


Α ύτοΰ той είδους οΐ φ ιλοσ οφ ικές άμφ ιβολίες γύρω άπό «τό τι σημαίνουν ολ’ αύτά», δέν είναι σπάνιες στούς έπιστήμονες δταν περνάν τά πενήντα. Θά μπορούσε μάλιστα νά πεϊ κανείς ότι είνα ι ό κανόνας. Κ ι’ ετσι έ ξ η γ ε ίτα ι ό γα λ α ξία ς τών Νόμπελ στις τιμ η τικ ές θέσ εις τών Ψ υχικώ ν ’Ερευνών. Ό Pauli δμως προχώρησε πολύ μακρύτερα άπό τό νά έπ ινοεϊ μονάχα φ υσιοκρατικές θεω ρ εΐες πού θά έρμήνευαν τήν παρ’ αίσθηση άντίληψ η σέ δρους αΐτιότη τας. ’Έ νο ιω σ ε ότι ήταν άνώ φελο κ ι’ δτι θά ήταν προτιμώτερο και πιό τίμ ιο νά π αραδεχτεί δτι τά παραψυ­ χολογικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων καΐ τών φαινομενικώ ν συμπτώσεων, ήταν τά όρατά ίχνη πού άφηναν πίσω τους οΐ άπιαστες μή -αΐτιατές άρ χές τοί) σύμπαντος. Α ύτό έθ α λ ε τ'ις βάσεις τής συνεργασίας του μέ τόν Jung.

Κατά κάποιον τρόπο, ό Jung μ ετα χειρ ίσ τη κε τόν Pauli σάν προγυμναστή του στή μοντέρνα φυσική. Ό Jung π ειραματιζόταν στήν παραψυχολογία καί στόν πνευματισμό άπό τά φ ο ιτη τικά του χρόνια μέχρι τό τέλ ο ς τής ζωής του. Ά ρ ν ή θηκε «νά διαπράξω τήν άνοησία τού συρμού και ν ’ άντιμετωπίσω δσα δέν μπο­ ρούσα νά έξηγήσω σάν μιά άπάτη.» Σ τά είκοσί του χρόνια διω ργάνωνε τα κτικές π νευματιστικές συνεδριάσεις. Σ έ μιά άπ’ αύτές, «ένα παλιό έπιπλο, ένα βαρύ τραπέζι άπό ξύλο καστανιάς, ά ν ο ιξε μ’ ένα φοβερό κρότο στά δύο καί λίγο πιό ύστερα, τελείω ς ά νεξήγη τα , ένα μαχαίρι τού ψωμιού έσπασε στά τέσσερα, μέσα στό συρτάρι του, κάνοντας ένα κρότο σά νάπ εφτε πιστολιά. Α ύτά τά τέσσερα κομμάτια βρίσκονται άπό τό τε στήν κατοχή τής ο ίκο γενεία ς Jung».i“ Ό Jung δ ιη γείτα ι στά άπομνημονεύματά του ένα έπισόδειο πού έγ ιν ε τό 1909 όταν, στό μήνα τού μ έλιτο ς πού περνούσε τό τε ή σχέση τους, έπ ισκέφθηκε τόν Freud στή Βιέννη. Ή ρήξη θά έρχόταν μετά άπό τρ ία χρόνια. Ό Jung ήθελε νά μάθει ποιά ήταν ή γνώμη τού Freud πάνω στήν παρ’ αίσθηση άντίληψη. ’ Εκείνη τήν έποχή ό Freud τήν άπ έκλειε άν και άργότερα θ’ άλλαζε γνώμη. Ό Jung διη­ γ είτα ι : ’Ενώ ό Freud έξακολουθούσε νά μιλά, ένοιωσα μιά παράξενη αίσ­ θηση. ’Έ νοιω σα τό διάφ ραγμά μου νά ζεμ α τά ει σάν καυτό σίδερο, σάν ένας πυρακτωμένος θώλος. Καί τήν ίδια στιγμή άκούστηκε άπό μέσα άπό τήν βιβλιοθήκη ένας τέτο ιο ς κρότος, πού φοβηθήκαμε ότι θά σω­ ριαζόταν άπάνω μας καΐ τιναχτήκαμ ε καί οΐ δυό έντρομοι άπάνω. Είπα στόν Freud «'Ορίστε, νά ένα παράδειγμα φαινόμενου καταλυτικής έξω τερίκευσης.» «’Έ λ α τώρα» φ ώ ναξε. «Α ύτές είναι καθαρές άνοησίες». «’Ό χ ι, δέν είναι» τού άπάντησα. «Κάνετε λάθος κύριε Καθηγητή. Και γ ιά νά σάς τό άποδείξω, σάς προλέγω αύτή τήν στιγμή ότι σ’ ένα λεπτό θά ξανακουσ τεί αύτός ό φοβερός κρότος.» Καί φυσικά, πρίν προλάβω νά τελειώσω τά λό για μου, άκούστηκε άπό τήν βιβλιοθήκη ένας κρότος σάν έκρηξη. Μ έχρι σήμερα, δέν έμαθα ποτέ τΐ μού ε ίχ ε δώσει έκείνη τήν β ε­ βαιότητα. Είμουνα δμως άπόλυτα βέβαιος δτι θά ξανακουγόταν έκείνος ό κρότος. Ό Freud γύρισε καί μέ κύττα ξε έμβρόντητος. Δ έν ξέρω

68


ο ΰτε τΐ σκέφ τηκε οΰτε τ ϊ σήμαινε τό βλέμμα του. Αύτό τό περιστατικό, πάντως, ξύπνησε μέσα του μιά δυσπιστία γ ιά μένα και είχ α ένα συναίσ­ θημα σάν νά είχ α κάνει κάτι πού τόν ε ίχ ε θ ίξε ι. Δ έν ξαναμιλήσαμε ποτέ πιά γ ι’ αύτό τό π εριστατικό.’ ®

Παρ’ ολο πού π ειραματιζόταν μέ μέντιουμ, ό Jung ε ίχ ε άποκλείσει στην άρχή τά φαντάσματα. Σ έ μιά δ ιά λεξη πού έδωσε τό 1919 στην ’Α γγλική Ε τ α ιρ ε ία Ψ υχικώ ν ’ Ερευνών, έρμήνευσε τά όράματα και τις φ α ινο μ ενικές ύλοποιήσεις σάν «προβολές τού άσυνείδητου» ή « έξω τερ ικ εύ σ εις » : Προσωπικά, εχω πεισθεϊ δτι ύπάρχουν έξω τερ ικεύ σ εις. ’Έ χ ω παρα­ τηρήσει έπ ανειλημμένα τηλεπ αθητικά άπστελέσματα τού πλέγματος τού άσυνείδητου καθώς κ ι’ έναν άριθμό παραψυχικών φαινομένω ν, άλλά δέν βλέπω σ’ όλα αύτά καμμιά άπόδειξη γ ιά τήν ϋπαρξη πραγματικών πνευ­ μάτων καί μέχρι νά έλ θ ει αύτή ή άπόδειξη, είμ α ι ύποχρεωμένος ν ’ άντιμετωπίζω όλον αύτό τό χώρο σάν ενα τμήμα τή ς ψ υχολογίας.’ ® Μ έ ποιό τρόπο θά μπορούσε νά προκαλέσει ή «έξω τερίκευση» μιάς συγκινη­ σιακής κατάστασης βροντές μέσα στή βιβλιοθήκη τού Freud, παρέμενε, γ ιά τήν ώρα, ένα άλυτο πρόβλημα. Τόν έπόμενο όμως χρόνο, ό Jung συναντήθηκε — καί φυσικά, πού άλλοΰ, στήν ’Α γ γ λ ία - μ’ ένα άληθινό φάντασμα. "Ε χ ει π εριγράφει τό περιστατικό σέ μιά μάλλον άγνωστη άνθολογία.’ ^ ’Ε κείνη τήν έποχή, περνούσε άρκετά συχνά τά Σαββατοκύριακά του σ’ ένα έξο χ ικ ό σπίτι πού ε ίχ ε νοικιάσ ει ένας φίλος του ατό Buckingham shire. ’Ά κ ο υ γ ε , άρ κετές νύ χ τες, όλων τών ειδώ ν τούς θορύβους - νερά νά στάζουν, τρ ιξίμ α τα , χτυπήματα πού όλο καί δυνάμωναν σέ ένταση, ώσπου, τό πέμπτο Σαββατοκύριακο, τού φάνηκε πώς κάποιος χτυπούσε τόν τοίχο τού δωματίου του, άπ’ έξω , μέ μιά βαρειά. «Είχα τήν αίσθηση μιάς πολύ κοντινής παρουσίας. ’Ά ν ο ιξ α μέ πολύ κόπο τά μάτια μου καί είδα τό κεφ άλι μιάς γριάς γυναίκας στό μαξιλάρι δίπλα μου. Τό δ ε ξ ί της μάτι μέ κυττούσε άσκαρδαμυκτί. Τ ό άριστερό μέρος τού προσώπου της καθώς και τό άριστερό της μάτι, έλλειπαν. Δ έν ύπήρχαν. Π ετάχτηκα άπό τό κρεββάτι μου κ ι’ άναψα ενα κερί.» Κ ι’ έκείνη άκριβώς τή στιγμή, έξα φ α ν ίσ τη κε τό κεφ άλι. ’Α ργότερα, ό Jung καί ό οικο­ δεσπότης του άνακάλυψαν ότι όλόκληρο τό χωριό ή ξερ ε ότι ήταν στοιχειω μένο τό σπίτι. Μ ετά άπό λίγο τό κατεδάφισαν. Φαίνεται ότι τόν Jung τόν καταδίωκαν αύτσύ τού είδους οί έμπ ειρίες σ’ όλη του τή ζωή. Κ ι’ όπως φ α ίνεται, καταδίωκαν καί πολλούς άπό τούς άσ θενεϊς του. "Ε να τυπικό παράδειγμα είνα ι τό ά κό λο υ θο : Μ ιά νεαρή γυναίκα πού θεράπευα σέ κάποια κρίσιμη περίοδο τής ζωής της, είδ ε στόν ϋπνο της ότι τής έδωσαν ένα χρυσό σκαραβαίο. "Οταν μού μιλούσε γ ιά τό όνειρό της, έγώ καθόμουνα στό γ ρ α φ είο μου μέ τήν πλάτη γυρισμένη στό κλειστό τζάμ ι. Ξαφνικά, άκουσα πίσω μου ένα θόρυβο. Γύρισα καί είδα ένα έντομο πού χτυπιόταν στό π έταγμά του πάνω στό τζάμ ι. ’Ά ν ο ιξ α τό παράθυρο κ ι’ όπως έκεΐνο τό πλάσμα πετούσε μέσα, τό έπιασα στόν άέρα. Ή τ α ν ή πλησιέστερη άναλογία χρ υ­ σού σκαραβαίου πού μπορεί νά β ρ εθεί στά πλάτη μας, ή κοινή μας χρυσόμυγα (Cetonia aurata), πού ά ντίθετα μέ τΙς σ υνήθειές της, είχ ε

69


αισθανθεί έκείνη άκριβώς τήν στιγμή την άνάγκη νά χω θεί μέσα σ’ ενα σκοτεινό δωμάτιο.^® Σ έ κάποια στιγμή τής ζωής του ό Jung πείσθηκε οτι αύτοΰ τού εϊδους τά φ α ι­ νόμενα ύπερβαίνουν τό βασίλειο τής «κοινής» παρ’ αίσθηση άντίληψ ης κ ι’ ότι μόνο μέ μιά ριζοσπαστικώτερη προσέγγιση θά μπορούσαμε νά βρούμε μιά θέση γ ι’ αύτά στους ψ υχικούς μας όρίζοντες. Σ τή ν διάλεξή του πρός τήν ’Α γγλική Ε τ α ιρ ε ία Ψυχικώ ν ’ Ερευνών τού 1919 άρνήθηκε τήν ύπαρξη «πραγματικών πνευμάτων» και ύποστήριξε ότι «όλόκληρος αύτός ό χώρος είνα ι ενα συμπληρωματικό τμήμα τής Ψ υχολογίας». "Ο ταν όμως αύτή ή διάλεξή του άνατυπώθηκε στά Collected Works του τού 1947, είχ ε προστεθεί σ’ αύτό τό σημείο ή άκόλουθη ύποσημείωση: ’Αφού πέρασα πενήντα χρόνια συλλέγοντας τις ψ υχο λογικές έμπειρίες τόσων άνθρώπων άπό τόσα κράτη, δέν αίσθάνομαι πιά τό ϊδιο β έ­ βαιος όσο αισθανόμουν όταν είχ α γράψ ει αύτή τή φράση τό 1919. Γιά νά μιλήσω καθαρώ τερα, άμφιβάλω γ ιά τό άν μπορεί νά δικαιώσει αύτα τά φαινόμενα ή ψ υχολογική έκδοχή μόνο. Κ ι’ αύτό δέν ό φ είλ ετα ι μόνο στις άνακαλύψ εις τής παραψυχολογίας άλλά, όπως τό τονίζω και στό The N ature of the Psyche,’ ® και στις δ ικές μου, καθαρά προσωπικές θεω ρητικές σκέψ εις, πού μέ πήγαν πρός ώ ρισμένες ά λή θειες πού άγγίζο υν τό χώρο τής πυρηνικής φυσικής και τήν όλη άντίληψη τής συνέ­ χεια ς τού χωρόχρονου. ’Α νοίγεται, έτσι, όλόκληρο τό θέμα τής διαψ υχικής π ραγματικότητας πού βρίσκεται άμεσα κάτω άπό τήν ψυχή.^ο

’Εκείνη περίπου τήν έποχή, ό Jung συνεργαζόταν μέ τόν Pauli πάνω στήν μελέτη του Σ υ γ χ ρ ο ν ισ τικ ό τη ς: Μ ία ’Αρχή μή Α ιτιακής Σύνδεσης πού δημοσ ιεύτηκε στόν ϊδιο τόμο μέ τή μελέτη τού Pauli πάνω στόν Kepler. Αύτή ή κοινή έκδοση είχ ε, καθαρά, τό νόημα μιάς συμβολικής πράξης: 'Έ ν α ς άπό τούς μεγαλύτερους φυσι­ κούς τού αιώνα ενω νε τΙς δυνάμεις του μ’ έναν άπό τούς μεγαλύτερους ψυχολό­ γους του. Ή συνεργασία τους έδωσε σάν άποτέλεσμα μιά έξο χη άσκηση άνορθόδοξης σκέψης άλλά ήταν, ταυτόχρονα, καί λυπηρά άπ ογοητευτική. Δ έν γέννησε καμμιά πραγματική θεω ρία άλλά μάλλον ένα παγκόσμιο σχήμα πού και πολύ τολμηρό ήταν και πάρα πολύ άόριστο.. Ή έργασία τού Jung π εριστρέφ εται γύρω άπό τήν άντίληψη του περί «Συγχρονιστικότητας». Τήν καθορίζει σάν τό «ταυτόχρονο συμβάν δύο φαινομένω ν πού δέν συνδέονται αιτιοκρατικά άλλά έννοιολογικά»,^’ ή σάν «μιά σύμπτωση μέσα στόν χρόνο δύο ή καί περισσότερων μή αίτιακά συνδεόμενων περιστατικών πού έχουν ένα ϊδιο ή ένα παρόμοιο νόημα^^... ϊσόβαθμο, σάν έρμηνευτική άρχή, μέ τήν α ι τ ι ό τ η τ α » . Α ύ τ ή όμως είνα ι μιά σχεδόν κατά γράμμα έπανάληψη τού όρισμού τών «Νόμων τών Σειρών» τού K am m erer σάν «μιά διαδοχή τών ϊδιων ή παρεμ­ φερών πραγμάτων ή φαινομένω ν μέσα στό χώρο ή μέσα στό χρόνο - φαινόμενων πού, όσο είνα ι δυνατόν νά έπιβεβαιωθεϊ,» δέν συνδέονται μέ τήν ίδια ένεργό αιτία. Κυριώτερη διαφορά άνάμεσά τους φ α ίνεται νά είνα ι ότι ό K am m erer ρίχνει όλη του τήν έμφαση στις σειρές τών χρονικών περιστατικών (άν καί π ερικλείει

70


στήν θεω ρία του καί συμπτώσεις μέσα στό χώ ρο) ένώ ή άντίληψη τής συγχρονιστικότητας τοΰ Jung φ α ίνεται ν ’ ά να φ έρ εται μόνο στά ταυτόχρονα φαινόμενα - άν καί π ερικλείει στή θεωρία του και τά προγνωστικά όνειρα, πού καμμιά φορά συμβαίνουν άρκετές μέρες πριν άπό τά φαινόμενα. Προσπάθησε νά παρακάμψει τό χρονικό αύτό παράδοξο λέγοντας ότι τό ύποσυνείδητο λ ειτο υ ρ γ εί εξω άπο τά φυσικά πλαίσια τοΰ χωρόχρονου· μ’ αύτή τήν έννοια, οι προγνωστικές έμ π εψ ίες δέν «είναι βέβαια σύγχρονες είνα ι όμως συγχρονιστικές, τή στιγμή πού δοκιμάζονται σάν ψ υχικές εικόνες τού παρόντος, σάν νά ε ίχ ε κιόλας ύπάρξει τό ά ντικειμενικό φαινόμενο στό όποιο άναφέρονταΐχ-^-* Είναι ν ’ άπορεϊ κανείς γ ιά ποιό λόγο δημιούργησε όλες α ύτές τις π εριττές περιπλοκές ό Jung μ’ εναν δρο πού προί)ποθέτει συγχρονισμό άλλά πού δέν έννο εϊ αύτό πού θά έπρεπε νά έννσεΐ. Αύτού τοΰ είδους όμως οί άσ άφ ειες, συνδυασμένες μέ άπεραντολσγίες, ύπάρχουν σέ πάρα πολλά κείμενα τού Jung. Π αρ’ όλο πού ό Νόμος τών Σειρώ ν τοΰ K am m erer και ή «Συγχρονιστικότης» τοΰ Jung τα ιρ ιά ζο υ νε σά γάντια , κάθε μιά τους τα ιρ ιά ζει σ’ ένα χ έρ ι μονάχα. Ό K am m erer περιωρίστηκε σέ άναλογίες πού έκφ ρ ά ζει σέ ά φ ελ εις φυσικούς όρους κ ι’ άπόρριψε τήν παρ’ αίσθηση άντίληψη καί τις π νευματοκρατικές έρ μηνεΐες. Ό Jung πήγε στό άλλο άκρο καί προσπάθησε νά έρμηνεύσ ει όλα τά φαινόμενα πού δέν μπορούν νά στηριχτούν στή φυσική αιτιότη τα σάν έκδηλώ σεις τοΰ ύποσυνείδητσυ: «Φαίνεται ότι ή Συγχρονισ τικότης είνα ι ένα φαινόμενο κα τ’ έξο χή ν δεμένο μέ τΙς ψ υχικές καταστάσεις, μέ τις διεργασίες δηλαδή τοΰ ύποσυνείδητου.25 Τά βαθύτατά της στρώματα, γ ιά νά μετα χειρισ τούμε τήν όρολογία τού Jung έχουν σχηματισ τεί άπό τό «συλλογικό ύποσυνείδητο», πού μοιράζονται δυναμικά όλα τά μέλη τοΰ γένο υς. «’Αποφασιστικοί παράγοντες» τού συλλογικού ύποσυνείδητου είνα ι τά άρχέτυπα πού «συγκροτούν τή δομή του».^® Είναι οι διΰλισ μένες άναμνήσεις τοΰ άνθρώπινου είδους και δέν μπορούν νά έκφραστούν λεκτικά, άλλά μόνο σάν άπιαστα σύμβολα, κοινά σ’ όλες τις μυθολογίες. ’Ε φ οδιάζουν έπίσης με «ιιρόιυπα συμπεριφοράς»*^ δλα τ ’ άνΟρώπινα πλάσματα πού βρίσκονται σ’ άρχέτυπ ες καταστάσεις - πού βρίσκονται δηλαδή άντιμέτωπα μέ τό θάνατο, τόν κίνδυνο, τόν έρωτα, τόν άνταγωνισμό κλπ. Σ ’ αύτές τις περιπτώσεις, τά ύποσυνείδ η τα άρχέτυπα εισβάλλουν στήν συνείδηση σέρνοντας πίσω τους δυνατές συγ­ κινήσεις καί - λόγω ίσως τής άδιαφ ορίας μέ τήν όποια άντιμετω πίζουν τά ά ρ χ έ­ τυπα τόν φυσικό χωρόχρονο - κάνουν τά «συγχρονιστικά» φαινόμενα δυνατά. 'Η έμφ άνιση τοΰ σκαραβαίου τήν ϊδια στιγμή πού ή άσθενής π εριέγραφ ε τό άρχέτυπα όνειρό της θεω ρείται άπό τόν Jung σάν ένα τέτο ιο παράδειγμα. Τό ϊδιο ισχύει και γ ιά τις βροντές πού έπ εφταν στή βιβλιοθήκη τού Freud και πού ύποδήλωναν τήν έκρηκτική φύση τής σχέσης τους σάν πατέρας καί γ ιό ς : «Οί συμπτώσεις πού έχουν ένα δικό τους νόημα - καί πού πρέπει νά διακρίνω νται άπό τά χωρίς κανένα νόη­ μα ταιριάσματα τής τύχης «πρέπει κατά συνέπεια νά στηρίζονται σ’ άρχέτυπα θ ε ­ μέλια. "Οσα τουλάχιστον περιστατικά γνω ρίζω άπό πείρα, και δέν είνα ι λίγα, είχαν όλα αύτό τό χαρακτηριστικό.»2® Σ ’ ένα άλλο σημείο τής μ ελέτη ς του γ ρ ά φ ε ι:

Τά συγχρονιστικό/ φαινόμενα στηρίζονται στή ταυτόχρονη πραγματο­ ποίηση δύο διαφορετικώ ν ψυχικών καταστάσεων. 'Η μιά άπ’ αύτές είνα ι ή φυσιολογική, δυνατή κατάσταση (έκ είν η π.χ. πού έρ μ η νεύετα ι α ιτιο ­ κρατικά) και ή άλλη, ή κρίσιμη έμπειρία, πού δέν ξεκ ιν ά ει αιτιοκρατικά

71


άπό τήν πρώτη. Στην περίπτωση ένός αιφ νίδιου θάνατου, ή κρίσιμη έμπειρία δέν άναγνω ρίζεται άμέσως σάν μιά παρ’ αίσθηση άντίληψη. Μόνο πολύ άργότερα μπορεί ν ’ άπ οδειχθεΐ σάν τέτο ια .... Σ ’ όλες α ύτές τις περιπτώ­ σεις, ε ίτ ε πρόκειται γ ιά χωρική ε ίτ ε γ ιά χρονική παρ’ αίσθηση άντίληψη, εχομε, σύγχρονα, μιά φυσιολογική ή κοινή κατάσταση μαζύ μέ μιά άλλη κατάσταση ή έμπ ειρία πού δέν ξεκ ιν ά ει αιτιοκρατικά άπό τήν πρώτη καί πού ή άντικειμενική της ύπαρξη μπορεί νά έπ αληθευθεΐ μόνο έκ τών ύστερων.... "Ε να άναπάντεχο (π νευμ ατικό ) π εριεχόμενο, πού συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, μ’ ενα άντικειμ ενικό , έξω τερικό γεγονός, συμπίπτει μέ τήν κανονική ψυχική κατάσ ταση: Α ύτό όνομάζω συγχρονιστικότητα.^β

Ή άσ άφ εια αύτής κ ι’ άλλων παρόμοιων παράγραφων, μάς δ είχ ν ει τ'ις καθαρά άνυπέρβλητες δυσκολίες πού άντιμετω π ίζομε κάθε φορά πού προσπαθούμε νά έλευθερω θοΰμε άπό τή βαθειά ριζω μένη πιά συνήθειά μας νά σκεπτόμαστε πάντα σέ σχέση αίτιου κι’ αΐτιατού. Ό K am m erer ξεκίνη σ ε πιστεύοντας άπό διαίσθηση στήν ϋπαρξη μή αΐτιακώ ν δυνάμεων στή φύση κι’ έφ θασ ε στις πλαστές του φ υ­ σικές άναλογίες. Ό Jung, ξεκινώ ντας άπό τήν ίδ ια άρχή πού ξεκίνη σ ε κ ι’ ό Kam ­ m erer, εφ θασ ε στή συγκεκριμένη του άντίληψ η δτι τ ’ άρχέτυπά του μηχανεύτηκαν κατά κάποιο τρόπο τούς κρότους τής βιβλιοθήκης ή τήν έμφάνιση τού σκαραβαίου στό παράθυρο. Γιά νά έξη γ ή σ ει αύτό τό παράδοξο π αραδέχτηκε σάν γεγο νός δτι τά άρχέτυπα είνα ι ψ υχο-φυσ ικές όντότητες («ψ υ χο ειδ ή ») πού ή «διαψυχική τους πραγματικότητα» μπορεί νά προκαλεΐ δχι μόνο κρότους άλλά καί φαντάσματα κ ι’ έδώ σάς παραπέμπουμε στήν ύποσημείωση τήν σχετική μέ τήν προηγούμενή του δυσπιστία γιά τήν ϋπαρξη «πραγματικών πνευμάτων».* Μ έ τό ίδιο πνεύμα, έγ ρ α ψ ε: «Θά πρέπει νά έγκα τα λείψ ο υμ ε τελείω ς τήν ιδέα μιάς ψ υχής πού κατά κάποιο τρόπο σ υνδέεται μ’ έναν έγκέφ αλο , καί νά θυμηθούμε τήν «γεμάτΐ) νόημα» καί «εύφυΐα» συμπεριφορά τών κατώτερων ζωικών όργανισμών πού δέν έχουν έγκέφ αλο . Βρισκόμαστε πολύ πλησιέστερα στόν πρώτο συν­ τελεστή πού, δπως είπα, δέν εχ ει καμμιά σχέση μέ έγ κ εφ α λ ικ ές δραστηριότητες.» Ό όρος «πρώτος συντελεστής» ά να φ έρ ετα ι σέ μιά ύποτιθέμενη άρχέτυπη συνεί­ δηση τής άμοιβάδας, πράγμα πού δέν μπορεί όπωσδήποτε νά δικαιολογήσει μιά άρνηση τής σχέσης μ ετα ξύ τής άνθρώπινης συνείδησης καΐ τού άνθρώπινου μυα­ λού. Είναι λυπηρό νά παρακολουθεί κανείς ένα μεγάλο μυαλό πού στήν άγωνία του ν ’ άπολυτρωθεί άπό τις αιτιοκρ ατικές άλυσίδες τής ύλιστικής έπιστήμης μπερδεύεται στήν ίδια του τήν διατύπωση. Ό K am m erer κ ι’ ό Jung, παρά τούς διαφ ορετικούς δρόμους τους έπεσαν στήν ίδια παγίδα: Ό W hitehead τήν άποκαλεί «κακοτοποθετημένη συγκεκριμενοποίηση». "Ο μοια μέ τούς θεολόγους πού ξεκινάν άπό τήν άρχή ότι τό πνεύμα τού Θεού βρί’ Βλέπε σχετικά τις παρατηρήσεις μιάς στενής του συνεργάτιδας, τής Aniela Jaff6: ‘ Η διατύπωση ένός άόρατου κόσμου ψυχοειδών φ ω τίζει μονάχα μέχρι αύτό τό σημείο τό άρχικό πρόβλημα τών «φαντασμάτων». Ό Jung δέν μποροΰσε πιά νά ισχυριστεί μέ βεβαιό­ τητα δτι αύτά τά όράματα ήταν προβολές τών ψυχικών πλεγμάτων. Ό Jung έκφράστηκε πολύ έπιφυλακτικά δταν προλόγισε τήν Γερμανική έκδοση τοΰ Stewart Edward White: “ The Unobstructed Universe: »Παρ’ όλο πού τά έπιχειρήματά μας άμφισβητοΰν δλες αύτές τις περιπτώσεις (τών όραμάτων), άπό τήν άλλη πλευρά δέν ύπάρχει έπιχείρημα πού ν ’ άποκλείει τήν ϋπαρξη φαντασμάτων. Γ ι’ αύτό θάπρεπε ίσως νά μήν έκτεθοΟμε σέ σχόλια».^®

72


σκεται πέρα άπ6 τήν άντίληψη των άνθρώπων και συνεχίζουν έξη γώ ντας πώς λ ειτο υ ρ γ εί τό πνεύμα τού Θεού, έτσι κι’ αύτοί έπλασαν μιά άρχή μή αιτιατού καί συνέχισαν έρμηνεύοντάς την μέ ψ ευτο-αίτιοκρατικούς ορούς. Πώς άντέδρασε σ’ ολ’ αύτά ό Pauli μόνο νά τό ύποθέσομε μπορούμε. Θά πρέ­ πει νά συνειδητοποίησε ότι δέν ήταν ά φ ετη ρ ία ή θεω ρία τού Jung πού παρουσίαζε τά άρχέτυπα σάν ενα είδος deus ex m achina. ’ Εκτός όμως άπό τήν διδασκαλία πού έκανε στόν Jung πάνω στή θεω ρητική φυσική, (πού τελικά ό Jung χρησιμο­ ποίησε πολύ λ ίγ ο ), δέν φ α ίνετα ι νά έπηρέασε καί πολύ τά κείμενά του.* Τό ϊδισ τό κείμενο τού Pauli πού μετατρέπ ει τις π νευματικές άγω νίες τού K epler σ’ ένα είδος παράδειγμα τών δριων τής έπιστήμης, ήταν ένα πρότυπο δ ια ύγεια ς πού έρχόταν σέ χτυπητή άντίθεση μέ τούς λαβύρινθους τού Jung.* * ‘Η σύγκριση όμως δέν είνα ι άπόλυτα δίκαιη, γ ια τί όπως είδ α μ ε, είνα ι πολύ εύκολώ τερο γ ιά ένα φυσικό άπ’ όσο είνα ι γ ιά ενα ψ υχολόγο νά β γ ε ϊ άπό τ ’ άχνάρια τής αιτιότητας, τής ϋλης, τού χωρόχρονου καί τών άλλων παραδοσιακών κατηγοριών τής σκέψης. Ό φυσικός έχ ει έκπ αιδευτεί ν ’ άντιμετω π ίζει σάν μιά ψευδαίσθηση τήν εικόνα τού κόσμου όπως μάς τήν μεταδίδουν οΐ αισθήσεις μας, σάν ένα γρ α φ είο τού Eddington σκεπασμένο μέ τό πέπλο τής Μ άγιας, t Α ύτό όμως δέν τόν άπασχολεΐ καί πάρα πολύ γ ια τί έχ ε ι δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο πού π εριγράφ εται άπό μιά γλώσσα μεγάλης δύναμης κ ι’ όμορφιάς, τήν γλώσσα τών μαθηματικών έξισώ σεων, πού τού λ έει όλα όσα γ νω ρίζει κι’ έλπ ίζει νά μάθει γ ιά τόν κόσμο γύρω του. Ό Bertrand Russell δέν ε ίχ ε τήν πρόθεση νά ειρ ω νευ τεί όταν έγ ρ α φ ε : «Ή Φυσική είνα ι μιά μαθηματική έπιστήμη, όχι γ ια τί γνω ρίζομε τόσα πολλά γύρω άπό τόν φυσικό κόσμο, άλλά γ ια τί γνω ρίζομε τόσα λ ίγ α : δέν μπορούμε ν ’ άνακαλύψ ουμε τίποτ’ άλλο πέρα άπό τις μαθηματικές του ιδιότητες.» ’Έ τσ ι ό φυσικός μπόρεσε ν ’ άπορρίψει μιά μιά όλες τΙς ιδέες πού παραδέ­ χετα ι ό κοινός νούς γύρω άπό τό πώς είνα ι φ τια γμ ένο ς ό κόσμος χω ρίς νά πάθει κ α ν έν α τραυματικό κλονισμό.* * * Μ ιά μιά, έκθρονίστηκαν ή ύλη, ή έν έρ γ εια καί ή αιτιότητα. Ό φυσικός όμως άποζημιωνόταν πλούσια τή στιγμή πού τού δινόταν ή δυνατότητα νά παίζει μέ τόσο έλκυσ τικές Μ α ργαρ ίτες σάν τό νετρ ίνο καί μέ τόσο δ ια φ ο ρ ετικές έννο ιες όπως είνα ι ό χρόνος πού κυλάει άντίστροφα, τά φαντάσματα-σωμάτια μέ τήν άρνητική μάζα, καί τά άτομα ραδίου πού έκπέμπουν στά καλά καθούμενα άκτινοβολία βήτα χωρίς καμμιά φυσική αιτία. 'Η έπαναστατική πρόταση τού Pauli είχ ε σκοπό νά έπ εκτείνει τήν άρχή τών μή-αίτιατώ ν φαινομένω ν τής μικροφυσικής (όπου ή όρθότητά της είνα ι άναγνωρισ μένη) στήν μακροφυσική (όπου δέν ε ίν α ι). Κ ι’ αύτό έννοούσα όταν έλ εγ α ότι ή προσέγγισή του ήταν ριζοσπαστικώτερ.η άπό τών συναδέλφων του. ’ Ελπίδα του, όταν συνεργάστηκε μέ τόν Jung, ήταν ότι μέ τις συνδυασμένες τους προσπάθειες

* Δ ιερω τάται κανείς άν είχ ε διαβάσει κανένας άλλος — ή ό ϊδιος ό Jung, τά δοκίμια. "Αν τά είχε διαβάσει είναι άκατανότητο πώς δέν διόρθωσε τις άνοησίες γύρω άπό τό ότι δέν υπάρχει καμμιά σχέση άνάμεσα ατό πνεύμα καί στόν έγκέφαλο. * ' "Οπως θυμόμαστε, τό δοκίμιο τού Pauli είχ ε τόν τίτλο «'Η ’ Επίδραση τών ’Αρχέτυπων ’Ιδεών στις ’Επιστημονικές Θεωρίες τοΰ Κέπλερ». Χρησιμοποιούσε δμως τόν δρο «’Αρ­ χέτυπες» στήν κλασσική, Πλατωνική του έννοια (όπως κΓ ό ϊδιος ό Kepler) κ ι’ όχι όπως τόν κακοποίησε ό Jung. f Σημ. Μ ετα φ ρ : Στήν ’Ινδική Φιλοσοφία, χίμαιρα. ■■ Βλ. Jeans: «Ή ιστορία τών φυσικών επιστημών στό εικοστό αιώνα είναι, άπό καθαρά άνθρώπινη άποψη, μιά Ιστορία προοδευτικής χειραφέτησης».

73


θά μπορούσαν ϊσως νά έπ εξεργασ τοΰν κάποια μακροφυσική θεω ρία πού θά έρμήνευ ε κατά κάποιο τρόπο τά παραφυσικά φ αινόμενα. Αύτή ή άπόπειρα έκμ η δ ενίστηκε άπό τις βαθειά ριζω μένες παραδόσεις της Δ υτική ς σκέψης πού γυρ ίζο υν πίσω, στούς 'Έ λλη νες. Σάν τόν Kam m erer, ετσι κι’ ό Jung κα τάφ ευγε συστηματικά σέ πλαστές αΐτιοκρ α τικές έρ μ η ν εΐες γ ιά νά σ τη ρ ίξει τις μή αιτιοκρ ατικές άρχές του. ^Ηταν καί οί δυό τους, όπως καί κάθε Δ υτικός άνθρωπος έδώ καί δυό χ ιλ ιά ­ δες χρόνια, π αγιδευμένοι μέσα στις λ ο γικές κατηγορίες τής Ε λ λ η ν ικ ή ς φιλοσο­ φίας πού ποτίζουν τό λ εξιλ ό γ ιό μας καί τις άντιλή ψ εις μας κ ι’ άποφασίζουν γ ιά μάς τϊ πρέπει νά σκεπτόμαστε καί τΐ δχι. "Οπως είπε ό Sidney Hook, «όταν ό ’Α ριστοτέλης σχεδίασε τις κατηγορίες του πού άντιπροσώπευαν γ ι’ αύτόν μία γραμματική τής ύπαρξης, προέβαλε στήν πραγματικότητα τήν γραμματική τής Ε λ λ η ν ικ ή ς γλώσσας πάνω στ6 σύμπαν.»®* Κ ι’ αύτή ή γραμματική ήταν πού άποδιοργάνωσε τόν K am m erer καί τόν Jung καθώς κι’ ενα σύνταγμα άλλων πού είχαν ξεκινή σ ει γ ιά μιά παρόμοια έκσ τρατεία. Ή φ ιλολογία τή ς παραψυχολογίας είναι γεμάτη άπό έλπ ιδοφόρες θεω ρίες πού ήταν γ ιά τούς ίδιους λόγους καταδικασμέ­ νες σ’ άποτυχία άπό τήν άρχή. Στήν περίπτωση τού Jung ύπάρχει μιά ιδιαίτερη είρω νία, γ ια τί σπατάλησε τά καλύτερα χρόνια τής ζωής του προσπαθώντας νά μεταφράσει μιά άλλη άμετάφραστη γ ιά τόν Δ υτικό κόσμο γλώσσα, τήν γλώσσα τού μυστικισμού τής ’Ανατολής. ”Αν κυττά ξο υμ ε πίσω μας στήν άκμή καί στήν παρακμή τής ψ υχολογίας τού Jung θά δούμε ότι δέν πήγε πολύ καλύτερα άπ’ όσο πήγε ή θεωρία του τής συγχρονιστικότητας - αύτό όμως είνα ι ένα θέμα πού ξεπ ερνάει τούς σκοπούς αύτοΰ τού βιβλίου. ' Κ ατάληξη τής συνεργασίας ήταν ενα διάγραμμα γ ιά τό όποϊο λ έε ι ό Jung ότι «συμφώνησαν τελικά μέ τόν Pauli». Αύτό τό διάγραμμα είνα ι ε τ σ ι : ”

Μή Κ αταστρεφ όμενη ’ Ε νέρ γεια

Σ ταθερή Σύνδεση μέσω ’Αποτελέσματος ( Α ίτιό τη ς)

Μή Σταθερή Σύνδεση μέσω συμπτώσεως 'Ο μοιότητας ή Νοήματος' ( Σ υ γχ ρ ο νισ τικό τη ς)

Χωρο-χρονικό συνεχές

74


Ό Jung δέν έ ξ η γ ε ϊ πώς έννο εί σ υγκεκριμένα τήν έφ αρμογή αύτού τοΰ σχή­ ματος καί τά σχόλιά του είνα ι τόσο όμιχλώδη πού άναγκάζομαι νά παραιτηθώ καί ν ’ άφήσω τόν ένδιαφ έρ όμ ενο άναγνώστη νά ψ ά ξει μόνος του στην βιβλιοθήκη. Ά ν α λ ο γ ίζο μ α ι, άναγκαστικά, έκεινο τό βιβλικό δρος πού οΐ όδύνες του έτεκαν μύν. "Οπως καί νά τό κάνουμε όμως, ήταν ένας πολύ συμβολικός μΰς. Γιά πρώτη φορά στήν Ιστορία τής μοντέρνας σκέψης, ή ύπόθεση μή αϊτιακών παραγόντων έπικυρώθηκε διπλά, άπό ένα ψυχολόγο κι’ άπό ένα φυσικό μέ δ ιεθ ν ές κύρος.

Τ ά τελ ευ τα ία χρόνια είχ αμ ε μιά πολύ καλή συγκομιδή ύποθέσεις γύρω άπό παρα­ φυσικά φαινόμενα. 01 φυσικοί έπ αιξαν μέ τούς παράλληλους κόσμους τους, μέ τόν καμπύλο χώρο τοΰ Einstein μέ δισδιάστατους χρόνους καΐ μέ «σήραγγες» τοΰ ύπερχώρου πού έπιτρέπουν τήν άμεση έπικοινωνία άνάμεσα σέ χώρους πού σ’ ένα κανονικό διάστημα θά τούς χώ ριζαν άστρονομικές άποστάσεις. Ά π ό τούς ψυχο­ λόγους, άπό τήν στιγμή πού ό Freud πείσθηκε γ ιά τήν τηλεπαθητική έπαφή τοΰ ψ υχαναλυτή μέ τόν άσθενή του, διατύπωσε τήν θεω ρία δτι ή παρ’ αίσθηση άντίληψη είνα ι μιά άρχαϊκή μέθοδος έπικοινωνίας τών άνθρώπων πού άντικαταστάθηκε, άργότερα, άπό τήν Ικανοποιητικώτερη μέθοδο τής κατ’ αίσθηση έπικοινωνίας. * Ά π ό τούς βιολόγους, ό S ir A lister Hardy π ρότεινε μιά άξιοπρόσεκτη θεωρία. Σ κέφ τη κε ότι οί έξειδ ικ ευ μ έν ε ς καί συντονισμένες δραστηριότητες μερικών κατώτερων ζωικών όργανισμών, όπως ή Foram inifera, έξη γ ο ΰν τα ι μόνον άπό ένα είδο ς συλ­ λογικό πνεύμα άπό τό όποίο κάθε μέλος έχ ε ι τό μερίδιό του τοΰ «ψυχικού έγγράμματος». Ά π ό τούς φιλόσοφους, οί Κ αθηγητές Broad καί Price διατύπωσαν πολύ ενδιαφ έρουσ ες π νευματοκρατικές ύπο'θέσεις.* * Τ έλο ς άπό τούς μαθηματικούς ό G. Spener Brown πρότεινε μιά καταπληκτική θεω ρία πού προσπαθεί νά έρμηνεύσει τά άντιτυχαΐα άποτελέσματα τών πειραμάτων τής κα ρ τελλο μ ανιικη ς άμφισβητώ ντας τήν έννοια αύτής καθ’ έαυτής τής τύχης. Ό S pencer Brown ισχυρίστηκε ότι τα ίρ ια ξε στήν τύχη ζεύ γη άριθμών πού ό πρώτος τους συμβόλιζε τήν είκασία κι’ ό δ εύτερος τήν καρτέλλα-στόχο καί είχ ε σημαντικά περισσότερες «έπιτυχίες» άπ’ όσες θά δικαιολογούσαν οί μαθηματικές προσδοκίες. Δ έν δημοσίευσε έν το ύτοις τούς πίνακές του οϋτε καί άξίω σε δτι τ ’ άποτελέσματά του ήταν τού ύψους τών άστρονομικών τιμών πού έδωσαν οΐ πειρα­ ματιστές τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης, γ ια τί κ ι’ άν άκόμα είχ ε μαλακώσει κάπως ή πολεμική, δέν είχ ε πάψει νά είναι καί ύπολογίσιμη.* * * Ά ν 'τίθετα άπό τούς όπα-

* Ό Freud ήταν μέλος καί τής Βρεττανικής καί τής ’Αμερικανικής 'Εταιρείας Ψυχικών ’ Ερευνών καί τό 1924 έγραψε στόν Ernest Jones δ τι ήταν έτοιμος «νά θέσει τήν ψυχανά­ λυση στήν ύπηρεσία τής τηλεπάθειας». Ό Jones όμως φοβήθηκε δ τι αύτό 66 δυσφημούσε τήν ψυχανάλυση κ ι’ άπότρεψε τόν Freud. ’Επίσης έμπόδισε τδν Freud νά διαβάσει τήν μελέτη του «Τηλεπάθεια καί Ψυχανάλυση» στό Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο τοΰ 1922. Αύτή ή μελέτη τοΰ Freud δημοσιεύτηκε μονάχα μετά τόν θάνατό του. * * Βλέπε σχετικά τό The sixth Sense (Λονδίνο, 1959), τής Rosalind Heywood. * * * Ό Spencer Brown πρωτοδημοσίευσε τήν θεωρία του στό Nature (25 ’Ιουλίου 1953) "Statistical Significance in Psychical Research” , καί συνέχισε στό βιβλίο του Probability and Scientific Inference. Βλέπε έπίσης στό The Sixth Sense τής Rosalind Heywood, σ ελ 169 F.

75


δούς τής θεω ρίας μιας συνωμοσίας άπάτης, ό Spencer Brown π αραδέχτηκε δτι τά πειράματα τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης έγιναν «καλοσχεδιασμένα καί κάτω άπό εναν αύστηρό ελεγχο». Δ έχ τη κ ε τ ’ άποτελέσματά τους στήν όνομαστική τους ά ξία άλλά σκέφ τηκε δτι ύπονοοΰσαν κάποια άνωμαλία στήν ϊδια τήν άντίληψ η τής_ τυχαιότητας. ’Ά ν καί δέν έπ εκτάθηκε στή φύση τής άνωμαλίας πού ύπ οψιαζό-’ ταν, δέν εδωοε δηλαδή καμμία άνάλυση τών δυσανάλογα μεγάλων άριθμών έπιτυχιώ ν τών πειραμάτων, οϊ ιδέες του είχαν μιά μεγάλη όμοιότητα μέ τόν «Νόμο τών Σειρώ ν», όπως τόν άντιλαμβανόταν ό Kam m erer. Ό «Νόμος τών Σειρών» συμπληρώνει στήν π ραγματικότητα τήν έννοια τής τυχαιότητας. Μ ιά ένδιαφ έρουσ α παρατήρηση είνα ι δτι ό άνθρωπος πού έν έκ ρ ιν ε τήν έπιχορήγηση τής έρευνας τού S pencer Brown ήταν ό Sir Alister Hardy, ένας άπό τούς πρώτους έρ ευ νη τές τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης. Ό Hardy π αρατήρησ ε: ... Ά π έμ ε ν ε στόν κύριο G. S pencer Brown τού Trinity C ollege τού Καϊμπριτζ νά διαμορφώσει τήν άλλη κ ι’ άπλούστερη ύπόθεση δτι όλόκληρη αύτή ή πειραματική έργασία γύρω άπό τήν τηλεπάθεια, τήν διορα­ τικότητα, τήν πρόγνωση καί τήν τηλεκίνηση, πού έξα ρ τά τα ι άπό τά πέρα άπό τόν παράγοντα τύχη άποτελέσματά της, θά μπορούσε νά ση­ μαίνει μιά πολύ άπλή και πολύ διαφ ορετική άρχή. Π ιστεύει ότι θά μπο­ ρούσε νά σημαίνει κάτι όχι λιγώ τερο θεμελιώ δες ή ένδ ιαφ έρ ον - όχι όμως τηλεπ άθεια ή τά άλλα έκεΐνα π ερίεργα πράγματα - κάτι πού άνα φ έρεται στή φύση και στό νόημα τής ίδιας τής τυχαιότητας.... "Ασ χετα μέ τό άν άπ οδειχθεί ότι τό μεγαλύτερο μέρος τών καρτελλομαντικώ ν πει­ ραμάτων όφ είλονται σέ κάτι τελείω ς δια φ ορ ετικό άπό τήν τηλεπ άθεια ή όχι, έχω ύπ’ όψη μου άπόλυτα έπαρκείς έν δ ε ίξε ις πού θά στήριζαν μιά άληθινή μορφή τηλεπ άθειας μέ πιθανόν τεράστια βιολογική σημασία. Παρεμπιπτόντως, έπ ιτρ έψ τε μου νά πώ ότι άν άπ οδειχτεί δτι ή καρτελλομαντική και ή καθοδήγηση τών ζαριώ ν είναι κάτι τό τελείω ς δια­ φ ορετικό, ή προβπάθεια δέν θά πάει τελικά χαμένη. Θά έχ ε ι προμη­ θεύσει ένα καταπληκτικό άπόθεμα υλικού στήν μελέτη μιάς άξιοπρόσεκτης άρχής.^®

’Ε π ιτρέψ τε μου νά έπαναλάβω δτι αύτή ή καινούργια άρχή μ ο ιάζει καταπλη­ κτικά μέ τόν «Νόμο τών Σειρών» πού διατύπωσε ό K am m erer τό 1919. Καμμιά άπό τις έπ εξη γημ α τικές θεω ρίες πού άναφ έραμε μέχρι τώρα δέν καλύπτει όλόκληρο τό χώρο τών παραφυσικών φαινομένω ν. Μ ερ ικές άπ’ αύτές δέχονται τήν τηλεπ άθεια άλλ’ άποκλείουν τήν διορατικότητα, τήν πρόγνωση ή τήν τηλεκίνηση· κ ι’ άκόμα καΐ οΐ «ύπερβολικές», πού δέχονται τά όράματα κ ι’ ένα κάποιο είδος ζωής μετά θάνατον, δέν άγ γ ίζο υν πρόθυμα τις ρ ίζες τών συμ­ πτώσεων - κ ι’ άς σκοντάφ τομε άπάνω τους σέ κάθε στιγμή. "Αν ξεχώ ρισα τό «Νόμο τών Σειρών» τού K am m erer καί τήν Συγχρονισ τικότητα τών Jung-Pauli τό έκανα γ ια τί, άπ’ όσο γνωρίζω, είνα ι οϊ μόνες θεω ρίες τού παραφυσικού πού άγγίζο υν πραγματικά τό πρόβλημα τών συμπτώσεων πού έχουν κάποιο νόημα.

76


Ίανός

Κ ι’ ό K am m erer κ ι’ ό Jung προτείνουν μιά άρχή μή αίτιατοΰ, πού θεωρούν έ ξ ϊσου σημαντική μέ τήν αιτιότη τα γ ιά τή μοίρα τού άνθρώπου και γενικώ τερ α τοΰ κό­ σμου δλου. Τ ά παράδοξα τής κβαντικής φυσικής θά μπορούσαν νά μάς κάνουν νά σκεφ το ύμ ε δτι ή πρότασή τους δέν είνα ι έξω φ ρενικώ τερη άπό τά θεω ρήματα τής σύγ­ χρονης έπιστήμης· άλλά καί στήν περίπτωση πού θά τά δεχόμασταν θάπρεπε άμέσως ν ’ ά να ρω τη θο ϋμε: τΐ σημαίνει αύτή ή μή αίτιατή δ ύ ν α μ η ; Τ ι σημαίνει ή αιτιότητα, νο μίζομ ε πώς τό ξέρ ο μ ε άρκετά καλά. Σ η μ αίνει τά ξη και συνέπεια τού σύμπαντος πού δ ια φ ο ρετικά θά ήταν χαώ δες κ ι’ άπρόβλεπτο. Μάς έγ γ υ ά τα ι πώς άν άνοίξουμε τή βρύση θά τρ έ ξε ι νερό κ ι’ όχι κανένας ποταμός φ λόγες. Ό σκαραβαίος δμως, στό παράθυρο τοΰ Jung, τί σημαίνει; Ά π ό τήν ά ρ χ α ιό ιη ια μέχρι περίπου τόν δέκατο όγδοο αιώνα, οι άνθρωποι άπαντούσαν σ’ αύτό τό έρώ τημα προβάλλοντας «έπιρροές», «συμπάθειες» κ ι’ «άντιστοιχείες». Οί πλανήτες καθορίζουν μέ τούς άστερισμούς τους τόν χαρακτήρα τοΰ άνθρώπου καί τό πεπρωμένο του. Ό μικρόκοσμος άντικατοπ τρίζει τόν μακρό­ κοσμο. Τ ά πάντα συναιωροΰνται, όχι άπό μηχανικά αίτια, άλλ’ άπό μυστικές συγ­ γέν ειες · δέν ύπάρχει χώρος γ ιά συμπτώσεις σ’ αύτή τήν άόρατη τά ξη . Τ ’ άχνάρια τής «συμπάθειας τών πάντων» φτάνουν μέχρι τόν Ίππ οκράτη: «Υ π άρχει μιά κοινή ροή, μιά κοινή άνάσα, τά πάντα συμπάσχουν». Ά κ ο ύ γ ε τα ι σάν leitm otif σ’ δλη τή διδασκαλία τών Πυθαγόρειω ν, τών Νεο-Πλατωνικών καί τών φιλοσόφων τής ’Ανα­ γέννησης. Ό δυϊσμός τής α ίτιατή ς και τής μή αίτιατή ς «συμπάθειας» (άλληλουχ ία ς ), δόθηκε συνοπτικά καΐ μέ σαφήνεια άπό τόν Pico della Mirandola: Κ ατ’ άρχήν ύπάρχει ή ένό τη τα τών πραγμάτων, σύμφωνα μέ τήν όποια κάθε πράγμα είνα ι ένα μέ τόν έαυτό του, έπ ιβεβαιώ νει τόν έαυτό του καί συμφω νεί μέ τόν έαυτό του. Μ ετά ύπάρχει ή ένότητα σύμφωνα μέ τήν όποια κάθε πλάσμα τα υ τίζετα ι μέ τ ’ άλλα πλάσματα κι’ όλα τά μέρη τού κόσμου συγκροτούν ένα κόσμο.’ *

Ή τρίτη ένότητα τοΰ Pico είναι, άναπόφευκτα, ή ένότητα τού σύμπαντος μέ τόν Δη­ μιουργό του.

77


Ή Π υθαγόρεια άντίληψη τής 'Α ρμονίας τών (Ο ύρ ανίω ν) Σφαιρώ ν πού ξα νά­ ζησ ε μέ τούς Έ λισ σ α6ετιανούς καί ή φιλοσοφία πού σ τή ριξε τις έρ ευνες τής άστρο λογίας καί τής άλχημείας, μπορούν νά θεω ρηθούν σάν παραλλαγές πάνω στν. ίδιο θ έμ α : 01 συμπτώσεις μέ νόημα είνα ι έκδηλώ σεις τής τά ξη ς πού ά γκα λιά ζει τό σύμπαν. Στά κείμενα τού K epler αύτή ή έννοια έκφ ρ ά ζετα ι στήν πιό άγνή της μορ­ φή : «Τίποτα δέν ύπάρχει και τίποτα δέν συμβαίνει στόν όρατό ούρανό, πού νά μήν γ ίν ετα ι μέ κάποιο κρυφό τρόπο αισθητό άπό τις δυνάμεις τής Γής καί τής Φύσης: [κ ι’ έτσι] σΙ π νευματικές δυνάμεις, έδώ, στή Γή, έπ ηρεάζονται όσο κ ι’ ό ϊδιος ό ούρανός...^ Τό μ έγεθο ς τής φυσικής ψυχής τού άνθρώπου δέν ξεπ ερνάει τήν τελεία. Καί βαθειά σ’ αύτή τήν τελεία, χ α ρ ά ζετα ι ή μορφή κ ι’ ό χαρακτήρας όλόκληρου τ ’ ούρανού, σάν νάταν έκατοντάδες φ ορές μεγαλύτερη».^ Αύτή ή Ικα­ νότητα τής άνθρώπινης ψ υχής ν ’ άντιλ α λ εϊ τό σύμπαν, είχ ε γ ιά τόν Kepler, δπως καί γ ιά τόν Pico, μιά μυστική κ ι’ αίτιακή ύφή : έπ ιβεβαίω νε τή σύνδεση τής ψυχής μέ τήν anim a m undi άλλά ύπάκουε ταυτόχρονα καί σέ αύστηρούς γεω μετρικούς νόμους. "Ε ναν αιώνα άργότερα ό Leibnitz έπ ηρέαζε φ ιλοσοφικά τήν έποχή του άναπτύσσοντας τό σύστημά του πού π εριστρεφόταν γύρω άπό τήν άντίληψ η τής «μο­ νάδας». ’Έ βλεπ ε α ύτές τις μονάδες σάν «τά ίδια τά άτομα τής φύσης»· ά ντίθετα όμως άπό τά ύλικά άτομα τού Δ ημόκριτου, αύτές ήταν όντότητες π νευματικές καί ή κάθε μιά τους κ α θρ έφ τιζε τή μικρογραφ ία τού κόσμου. 01 μονάδες δέ δρούσαν άπ’ εύθείας ή μιά πάνω στήν άλλη, «δέν έχουν παράθυρα γ ιά νά μπορούν νά μπαινοβγαίνουν τά πάντα», άλλά βρίσκονταν σέ μιά «συμφωνία» ή «άντιστοιχία» μ ετα ξύ τους, έλέω μιάς «τεταγμένης άρμονίας». Καί μόνο τόν δέκατο όγδοο αιώνα, μέσα στήν άναταραχή τής Νευτω νικής έπανάστασης, σ τέφ τη κε ή α ιτιό τη τα μοναδικός κυρίαρχος ϋλης καί πνεύματος,, γιά νά έκθρονισ τεϊ άπό τήν έπανάσταση τής φυσικής στις πρώτες δ εκα ετίες τού εικοστού αιώνα. Ά λ λ ά άκόμα και στήν καρδιά τού ύλιστικού δέκατου ένατου αιώνα, ό μοναχικός έκεινο ς γίγ α ν τα ς ό Arthur Schopenhauer πού τόσο έπηρέασε τόν Freud καί τόν Jung, Ισχυρίστηκε ότι ή φυσική αιτιότη τα δέν είνα ι παρά ό ένας άπό τούς κυρίαρχους τού κόσμου· ό άλλος είνα ι μιά μεταφυσική όντότητα, ένα είδος παγκόσμιας συνείδησης, σέ σύγκριση μέ τήν όποία ή άτομική συνείδηση είνα ι ότι είνα ι ένα όνειρο μπροστά στήν έγ ρ ή γ ο ρ σ η :

Ή σύμπτωση [έγ ρ α ψ ε ό Schopenhauer] είνα ι τό. ταυτόχρονο ^συμβάν άσύνδετων α ιτιοκρατικά φαινόμενων... ”Αν φανταστούμε τήν κάθε αιτιοκρατική άλυσίδα πού προχωρεί μέσα στό χρόνο, σάν ένα μεσημ­ βρινό τής σφαίρας μας, τό τε μπορούμε νά παραστήσουμε τά ταυτόχρονα φαινόμενα μέ παράλληλους...."* Σύμφω να μ ’ αύτήν τήν δ ιά τα ξη , όλα τά συμβάντα στή ζωή ένός άνθρώπου μπορούν νά χωριστούν σέ δυό θε­ μελιακά δια φ ο ρ ετικά εϊδη σύνδεσης: πρώτον, στήν ά ντικειμ ενική , αΐτιακή σύνδεση τών φυσικών δ ιερ γ α σ ιώ ν δεύτερον, σέ μιά ύποκειμενική σύνδεση πού ύπάρχει μόνο σέ σχέση μέ τό άτομο πού τήν ύφ ίσταται, και πού είναι, γ ι’ αύτό, τόσο υποκειμενική δσο καί τά ϊδια τά όνειρά του. πού τό περιεχόμενό τους βέβαια είνα ι άποκαλυπτικό, καθορίζεται όμως μέ τόν ίδιο τρόπο πού καθορίζει ή ποιητική πλοκή τις σκηνές ένός έργου. Τό ότι συνυπάρχουν ταυτόχρονα καί τά δυό εϊδη συνδέσεων, ότι τό άπαράλλαχτο περιστατικό, παρ’ όλο πού είνα ι κρίκος δυό άνόμοιων άλυσί-

78


δων, τα ιρ ιά ζει τέλ ε ια και στις δυό κάνοντας τήν μοίρα ένός άνθρώπου νά τα ιρ ιά ζει άπαράλλαχτα μέ τήν μοίρα ένός άλλου, καί τόν καθένα ήρωα τοΰ δικού του δράματος καί ήθοποιό ταυτόχρονα σέ κάποιο ξέν ο δρά­ μα — αύτό είνα ι κάτι πού ξεπερνά τήν άντίληψή μας και πού μπορούμε νά συλλάβουμε μόνο σάν άποτέλεσμα τής πιό θαυμαστά προκαθορισμένης άρμονίας... s Είναι τό μεγάλο όνειρο πού είδ ε ή μοναδική όντότητα, ή Θέληση τής Ζ ω ή ς: άλλά πρέπει νά παίρνουν όλοι μέρος σ’ αύτό. Γιατι έτσι γίνο νται όλα ά λλη λένδ ετα κ ι’ άλληλοσυντονισμένα,® 01 κλασικές θεω ρίες τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης πού πρότειναν ό Carington, ό Tyrrell, ό Hardy και άλλοι, ήταν, όλες τους, παραλλαγές πάνω στό ϊδιο θέμα — «Ψ υχικοί αιθέρες» «συλλογικά πνεύματα» καί «συλλογικά ύποσυνείδητα» έπαι­ ζαν όλα τους τό ρόλο μιας ύπόγειας πηγής άπό τήν όποία όλα τ ’ άτομικά μυαλά μπορούσαν νά πιούν καί μέσω τής όποιας μπορούσαν νά έπικοινωνήσουν. Τό «Έ νότης έν Έ τερ ό τη τι» , έκ Πάντων "Ε ν καί έ ξ ένός Πάντα, κυριαρχούσε. Η χ ο ύ σ ε ατά κείμενα των Χριστιανών μυστικιστών καί ήταν τό βασικό χαρακτηριστικό τού Βουδδισμού καί τοΰ Ταοϊσμού. Έ φ ο δ ία σ ε τόν S chopenhauer μέ τούς παράλληλούς του κ ι’ έδ εσ ε τις συμπτώσεις μέσα στή παγκόσμια τά ξη τών πραγμάτων. Κατά τόν Jung, κάθε έξάσκηση μαντείας, άπό τό «διάβασμα» τών φύλλων τού τσα­ γιού μέχρι τις περίπλοκες μαντικές μεθόδους τών Τσίνγκ, β ασ ίζεται στήν Ιδέα ότι τά τυ χα ία γεγο νό τα είνα ι μικρά μυστήρια πού μπορούν νά μάς όδηγήσουν στό ένα, κύριο μυστήριο.

’Έ τσ ι λοιπόν, ή Συγχρ ο νισ τικό τη τα κ ι’ ό Νόμος τών Σειρώ ν είνα ι σύγχρονα προ­ ϊόντα τής άρχέτυπης πίστης σέ μιά θεμελιώ δη ένό τη τα πού ύπερβαίνει τή μηχανοκρατική αιτιότητα. Σ ’ αύτό τό σημείο ή σύγχρονη έπιστήμη π αραλληλίζεται μ’ ένα περίεργο τρόπο πάλι μέ τήν άντίληψ η τής Μονάδας τών Μυστικιστών. Μπο­ ρούμε νά παραβάλομε τήν έ ξ έ λ ιξ η τής έπιστήμης μέσα σ’ αύτά τά τελ ευ τα ία έκατόν πενήντα χρόνιά, μ’ ένα άχανές σύστημα ποταμών, όπου τό κύριο ρεύμα κατα­ β ρ ο χ θ ίζει τόν ένα μετά τόν άλλο τούς παραπόταμους, κ ι’ ένώ νονται, όλοι, σ’ ένα μόνο μεγαλειώ δες δ έ λ τ α : Ό δέκατος ένατος αΙώνας ήταν ή ήλικία τών θεαματικώ τερω ν συν­ θέσεων τής Ιστορίας τής σκέψης. 'Η έπιστήμη τού ήλεκτρισμού συγχω­ νεύτη κε μέ τήν έπιστήμη τοΰ μαγνητισμού. Μ ετά άνακαλύφ τηκαν οί ήλεκτρομαγνητικές άκτινοβολίες, ύπόλογες γ ιά τό φώς, τό χρώμα, τήν άκτινοβολούμενη θερμότητα, τά ’ Ερτσιανά κύματα. Ή άτομική φυσική κατά­ πιε τή Χημεία. ’Αποκαλύφτηκε ότι ό έλ εγ χο ς τού σώματος άπό νεύρα κ ι’ άδ ένες βασ ίζεται σέ ή λεκτροχημικές διεργασ ίες. Τά κάποτε άνεξάρτη τα «ρευστά» ή «δυνάμεις τής φύσης» πού είχαν γ ίν ε ι γνωστά σάν «θερ­ μότητα» «φώς», «ήλεκτρική φω τιά», «κίνηση τής μηχανικής», «μαγνητική ροή», άναγνωρίστηκαν σά μετατρεπ όμενες δ ια φ ο ρ ετικές μορφές μιάς «ένέργειας» πού τό τελικό της άθροισμα μέσα στό σύμπαν έμ εν ε πάντα τό ίδιο. Τήν ίδια τύχη είχαν τά ένενή ντα καί κάτι «στοιχεία» τής χη ­

79


μείας δταν, μετά λίγο καιρό, άποκαλύφθηκε ότι τά άτομα ήταν φ τια γμ ένα άπό διαφ ορετικούς συνδυασμούς τού ίδιου οικοδομικού ύλικοϋ. Καί σύμ­ φωνα μέ τις τελ ευ τα ίες άπόψεις, φ α ίνετα ι ότι τό ϊδιο τό οικοδομικό αύτό ύλικό δέν είνα ι τίπ οτ’ άλλο άπό πακέτα συμπιεσμένης έν έρ γ εια ς πού πακεταρίστηκε καί τυποποιήθηκε σύμφωνα μ’ ώρισμένες μαθηματικές φ ό ρ μ ο υ λ ες / Τά ύστατα συστατικά τού σύμπαντος: έν έρ γ εια και μάζα, σωμάτιο καΐ κύμα, έστεκαν μ’ αύτό τόν τρόπο σάν δ ια φ ο ρ ετικές ό ψ εις τής ίδιας βασικής διεργασίας, τού ίδιου «Θεμελιώδους Ε ν ό ς » . Ό W hitehead συνώψισε μέ μεγάλη ό ξύνο ια τήν κατάσ τασ η: Ή ύλη ταυτίσ τηκε μέ τήν έν έρ γ ε ια και ή έν έρ γ εια είνα ι σκέτη δράση. Ή σύγχρονη άποψη έκ φ ρ ά ζετα ι σέ όρους έν έρ γ εια ς, δραστηριό­ τητας καί δονητικής διαφόρισης τού χωρόχρονου. Κάθε τοπική άναταραχή σ υνταράζει όλόκληρο τό σύμπαν. 01 μακρινές έπιδράσεις είναι άπειροελάχιστες, ύπάρχουν όμως. 'Η έννοια τής Ολης προϋπόθετε μιά θέση... Σύμφω να όμως μέ τήν σύγχρονη άντίληψη, ή όμάδα άναταραχής πού έμ εΐς όνομάζουμε ύλη, σ υ γχέετα ι μέ τό περιβάλλον της. Δ έν ύπάρχ ε ι καμμιά δυνατότητα γ ιά μιά άνεξάρτη τη κ ι’ αύτοτελή ύπαρξη.® Στόν παραλληλισμό πού έκανα μ ετα ξύ κβαντικής φυσικής καί παραψυχολο­ γία ς, τις περιγράφω νά έχουν μιά άρνητική ό μ οιο γένεια — ύπό τήν έννοια ότι οΐ παράξενες ά ντιλή ψ εις τής μιάς στηρίζουν τό παράξενο τής άλλης. ’Ά ν όμως παρα­ κολουθήσουμε άπό ένα πλατύτερο πρίσμα τήν πρόοδο τής έπιστήμης πρός μιά θεμελιακή ένότητα, τό τε θά δούμε ότι έχ ε ι μιά θετική άναλογίά μέ τήν έννοια τής Μονάδας των Πυθαγόρειω ν και τών άπογόνων τους, μέχρι τόν K am m erer καί ιόν Jung. Κ ι’ αύτό μπορεί νά μάς κάνει νά καταλάβομε καλύτερα — κ ι’ ϊσως και νά συγχωρήσομε εύκολώ τερα — τήν μονομανία τού K am m erer μέ τήν Ιδέα τής «άμοιβαίας έλ ξη ς τών όμοιων πού θά μπορούσε σχεδόν νά παραβληθεί μέ τήν έλ ξη τής βαρύτητας», τής «συμβίωσης», τής «περιοδικότητας», τής «όμοιογένειας» καί οϋτω κα θ’ έξή ς. Ή τα ν οί έκφ ρασ τικές άπόπειρες τής άνείπωτης ιδέας τής «συμπάθειας τών. πάντων», τής τάσης της πρός μιά θεμελιακή ένότητα, πού ή έ ξ έ λ ιξ η τής έπιστήμης π εριγράφ ει μέ τή δική της καθαρή γλώσσα σέ μιά διαφ ορετική στάθμη. ”Αν άπόρριψε ό K am m erer τήν τηλεπ άθεια, τό εκανε γ ια τί πίστευε ότι θά δημιουργούσε ένα κατώτερο μυστήριο άπό φαινόμενα πού ύπάγοντα ι στό άνώτερο μυστήριο τού Νόμου τών Σειρώ ν — άπό τήν παγκόσμια συναιώρηση τών πραγμάτων κ ι’ άπό τήν κυοφορία τους σέ μιά παγκόσμια μήτρα.

Στό τμήμα πού άκολουθεϊ θ ’ άνακεφαλαιώσω σέ συντομία μερικές θεω ρητικές σκέψ εις πού είχ α έκθέσ ει σέ προηγούμενα έργα μου* καί θά προσπαθήσω νά τις προσαρμόσω στό θέμα αύτής τής μελέτης. * The Ghost in the machine (Λονδίνο 1967) καί Beyond Reductionism — New Perspectives in the Life Sciences. The Alpbach Symposium, Έ κ. A. Koestler, καί J.R. Smythies (Λονδίνο 1969).

80


Συνέκρινα τις μ εγάλες έπ ιστημονικές συνθέσεις των τελευταίω ν έκατόν πενήντα έτών μ’ ένα δ έλτα ποταμών. Κάθε τους όμως συμβολή, δπως είναι ή συγ­ χώνευση τοΟ ήλεκτρισμοΟ μέ τόν μαγνητισμό ή τών σωμάτιων μέ τά κύματα, άνο ίγει κ ι’ αύτή σέ μιά β εντάλια όλο και πιό έξειδ ικ ευ μ έν ω ν κλάδων, ύποδιαιρούμενη, έτσι, σ’ ένα δίκτυο άρδευτικώ ν καναλιών. Κ ι’ άλλάζω π αραβολή: ή αύξάνουσα έξειδ ίκ ευ σ η μοιάζει μέ τή διακλάδωση τών άρτηριών σέ τριχοειδή. 01 συνέπειες τών συγχωνεύσεων μέ τήν παλίνδρομη ροή τών φλεβών. « Ό κύκλος πού προκύπτει, κάνει τήν έ ξ έ λ ιξ η τών Ιδεών νά φ α ίνεται σά μιά διαδοχή έπαναλαμβανόμενων διαφορίσεων, έξειδ ικεύσ εω ν και έπανολοκληρώσεων, σέ μιά άνώτερη στάθμη — μιά πρόοδο άπό τήν άρχέγονη ένότητα έν έτερ ό τη τι σέ συνθετώ τερους τύπους τής ένότητας μέσα στή ποικιλία.»® Αύτή ή διττή όψη τής έ ξ έ λ ιξ η ς τής έπιστήμης κα θρ εφ τίζει μιά βασική πολικό­ τη τα τής ϊδιας τής φύσης; διαφοροποίηση και όλοκλήρωση. Στό άναπτυσσόμενο έμβρυο, οί δια δοχικές γ ε ν ιές τών κυττάρων διακλαδώ νονται σέ διαφοροποιη­ μένους Ιστούς πού τελικά όλοκληρώνονται σέ όργανα. Κάθε όργανο έχ ει ταυτό­ χρονα τό διττό χαρακτήρα ένός ύποτελοΰς μέρους κ ι’ ένός αύτόνομου συνόλου — πού θά έξακολουθούσε νά λ ειτο υ ρ γ εί κ ι’ άν άκόμα μεταμοσχευόταν σ’ έναν άλλον οίκοδέσπότη. Τό ϊδιο τό άτομο είνα ι όργανικό σύνολο άλλά ταυτόχρονα καί μέλος τής ο ϊκο γένειά ς του ή τής φυλής του. Κάθε κοινωνική όμάδα πάλι, εχει κ ι’ αύτή τά χαρακτηριστικά ένός συνεπούς συνόλου ταυτόχρονα μέ τά χαρα­ κτηριστικά ένός έξαρτώ μενου μέρους τής κοινότητας ή τού έθνους. Μ έρη κα'ι σύνολα μέ τήν κυρ ιο λεξία τής λ έξη ς δέν ύπάρχουν πουθενά. Τόσο ό ζωικός όρ- . γανισμός όσο κ ι’ ό κοινωνικός δέν άποτελοϋνται άπό στοιχειώ δη κομματάκια· είνα ι ίεραρχικά όργανω μένα συστήματα ύποσυνόλων μέ πολλές στάθμεις, και π εριέχουν, σάν τά κιν έζικα κουτιά* ύπο-σύνολα μιάς κατώ τερης σειράς. Α ύτά τά ύπο-σύνολα — ή όπως πρότεινα νά τά βαφτίσουμε, αύτά τά «όλόνια» * * — είναι, σάν τόν Ίανό, ό ντότητες μέ δυό πρόσωπα. ’ Επιδεικνύουν τις ά ν εξά ρ τη τες ίδιότητες τών συνόλων ταυτόχρονα μέ τις έξα ρ τώ μ ενες ίδιό τη τες τών μερών. Κάθε όλόνιο ό φ είλ ει νά προστατέψει και νά έπιβεβαιώσει τήν αύτονομία του γ ια τί δ ιαφ ορετικά ό όργανισμός θά χάσ ει τή διάρθρωσή του και θά δ ια λυθεί σέ μιά άμορφη μάζα. Ταυτόχρονα όμως ό φ είλ ει καί νά συμμορφώ νεται μέ τις άπαιτήσεις τού (ύπάρχοντος ή άναπτυσσόμενου) συνόλου. Μ ’ αύτή τήν έννοια, «αύτονομία» σημαίνει ότι τά όργανίδια, τά κύτταρα, οί μυς, τά νεύρα καί τά όργανα, έχουν, δλα τους, τό δικό τους ένδογενή ρυθμό καί τύπο λειτο υρ γίας, βοηθούμενα άπό αύτορυθμιζόμενα συστήματα· κ ι’ ότι έχουν τήν τάση νά έπιμένουν καί νά έπιβάλλουν τούς χαρακτηριστικούς τους τύπους δραστηριότητας. Αύτή ή (α ύ το δ ι’ε κδικητική ή διαχω ριστική) «Γάσ/7 Αύτοεπιβεβαίω σης» είναι ένα θεμελιώ δες καί παγκόσμιο χαρακτηριστικό τών όλονίων, καί έκδηλώ νεται σέ κάθε στάθμη, στά κύτταρα, στά άτομα, στις κοινω νικές όμάδες. Ά π ό τήν άλλη πλευρά, οί δραστηριότητες τών όλονίων άναστέλλονται ή τροποποιούνται άπό τούς έλ έγ χ ο υ ς πού στέκονται ψ ηλότερα στήν Ιεραρχία. Τό βηματοδοτικό σύστημα τής καρδιάς π.χ. έλ έγ χ ε τα ι άπό τό αύτόνομο νευρικό σύ­ στημα κ ι’ άπό τις όρμόνες· μέ τήν σειρά τους, έξα ρ τώ νται κ ι’ αύτές άπό τις έντολές τών κέντρων τού έγκεφ άλο υ πού παρεμβαίνουν καί άνατρέπουν τις συνη* Ό δρος «Ιεραρχία» άναφέρεται στόν τύπο τής όργάνωσης πού συνήθως άποδίδεται μέ μιά πυραμίδα ή ενα άνάποδο δέντρο, ή τό τε σάν ενα πολλαπλό σύστημα Κινέζικων κουτιών. ** Άπό τό Ε λλη νικό «όλος». Ή κατάληξη ovto υπονοεί ένα μέρος τοΰ όλου.

81


θισμένες λειτο υ ρ γ ίες τών ύποτελέοητερων κέντρων. ’Έ τσ ι ή αύτοεπιβεβαιω τική τάση έχ ει. τό άντιστάθμισμά της crrpv τάση τής όλοκλήρωσης, στην τάση δηλαδή πού εχ ει τό όλόνιο νά δρά σάν μέρος ένός πλατύτερου σύνολου. 'Η πολικότητα τών δυό αύτών τάσεων, ή δυναμικών, είνα ι ένα φαινόμενο πού άπαντάται σ’ όλους τούς το μ είς τής ζωής. Στό πλήθος τών κοινωνικών Ιεραρ­ χιών, ή αύτοεπιβεβαιωτική τάση έκδηλώ νεται σέ δ ια φ ο ρ ετικές στάθμεις σάν έγωϊσμός, ένδιαφ έρον γ ιά τά προβλήματα τής φυλής, έθνικισμός κλπ., καί σί τάσεις όλοκλήρωσης σάν άλτρουϊσμός, πνεΟμα συνεργασίας, διεθνισμός καί, γ ενικά, σάν μιά ύπ οτέλεια στά συμφ έροντα τής ύψ ηλότερης Ιεραρχικής στάθμης. Ή σταθερό­ τη τα τών κοινωνιών καί τών όργανισμών έξα ρ τά τα ι άπό τήν σωστή έξισορρόπηση τών άντίθετω ν τάσεων τών όλόνιών τους. Σ έ φυσ ιολογικές συνθήκες, κρατάν, καί οί δυό, μιά δυναμική Ισορροπία. Σ έ συνθήκες Ιδιαίτερης έντασης, μπορεί, τά προσβεβλημένα μέρη τού όργανισμού, νά προσπαθήσουν νά ξεφ ύγσ υν άπό τόν άνασταλτικό έλεγχο τού συνόλου. Τό ίδιο Ισχύει και γ ιά τά μέλη μιάς κοινωνικής όμάδας πού δταν ξεπεράσει ή ένταση ενα κρίσιμο σημείο, άποκτούν τήν τάση νά έπιβληθοΰν σέ βλάβη τού συνόλου. Και άντίστροφα, τό σύνολο μπορεί ν ’ άσκήσει έναν ύπερβολικά αύστηρό έλ εγ χ ο πάνω στά μέλη του, τσακίζοντας μ ’ αύτό τόν τρόπο τήν άτομικότητά τους. Αύτή ή βασική πολικότητα δέν είναι μιά μεταφυσική άξίωση, άλλά άμεση συνέπεια τής διττής φύσης κάθε σταθερής βιολογικής μονάδας σάν αύτοδύναμο σύνολο καί έξαρτώ μενο μέρος ένός πλατύτερου σύνολου. 01 αύτοεπ ιβεβαιω τικές τάσεις τοΰ όλόνιου μέ τά δυό πρόσωπα ό φ είλονται στήν πρώτη περίπτωση και οί τάσεις του τής όλοκλήρωσης στήν δεύτερη. Ό Ίανός βασιλεύει καί στήν άψυχη φύση. Στήν κβαντική φυσική, ή Ά ρ χ ή τής Συμπληρωματικότητας άποδίδει σ+ΐς ύποατομικές ό ντότητες μιά διττή φύση. Τήν ικανότητα νά συμπ εριφέρονται σάν σω­ μάτια, σάν μικρά, συμπαγή σύνολα, ή τό τε σάν κυματοσυναρτήσεις τού πεδίουΝιρβάνα ψι. Στό σύμπαν, γενικά, ή σταθερότητα έπ ιτυγχάνετα ι άπό τήν ίσορρσπία τών άντίθετω ν δυνάμεω ν: οί φ υγόκεντρ ες τάσεις καί σί τάσεις άδράνειας άντιπροσωπεύουν τις ά ν εξά ρ τη τες ιδιότητες τών μερών μέσα στή κοσμική Ιεραρχία, άπό τόύς γ α λ α ξίες μέχρι τά μόρια. ’Ενώ οί δυνάμεις συνοχής, ή λ εκτρ σ μ α γνη -' τικ ές ή τής βαρύτητας, κρατάν τό μέρος στή θέση πού έχ ε ι μέσα σ’ ένα πλατύτερο σύνολο. Στή βαθμίδα τής όργανικής έ ξ έ λ ιξ η ς , οί έκδηλώσεις τής τάσης όλοκλήρωσης κυμαίνονται άπό τή συμβίωση κ ι’ άπό τις δυνάμεις έλ ξη ς τών ζώων, μικρών καί μεγάλων, στούς όλοκληρω τικούς δεσμούς πού ύπάρχουν στις π ολιτείες τών έντόμων, στούς σεξουαλικούς δεσμούς καί στις κοινω νικές Ιερα ρ χίες τών πρω­ τευόντω ν ζώων καί τών άνθρώπων. 01 αύτοεπ ιβεβαιω τικές πάλι τάσεις, καλύ­ πτουν μιά άνάλογη έκ τα σ η : τά φ υτά άνταγω νίζονται γ ιά φώς καί χώρο, τά ζω'ίκά εϊδη γ ιά τις οικολογικές τους φ ω λιές καί μέσα στό κάθε είδος ύπάρχει μεγάλος άνταγωνισμός γ ιά έδαφ ος, ύπεροχή, τα ίρ ι καί τροφή. 01 δυνάμεις μέ τις όποιες έκδηλώ νεται αύτή ή βασική πολικότητα ποικίλουν σέ κάθε στάθμη, δέν παύει 6μως γ ι ’ αύτό νά ίσχύει ό ίδιος τύπος σ’ 6λη τήν κλί­ μακα: τά δυό πρόσωπα τοΰ Ίανοϋ. Τό ένα, περήφανο κ ι’ αύτοεπιβεβαιούμενο πρό­ σωπο τοΰ σύνολου, τό άλλο πρόσωπο τοΰ ταπεινοϋ κ ι’ έξαρτώ μενου μέρους, συνθέτουν μαζύ ένα ζευ γ ά ρ ι σύμβολα πολύ χρήσιμα καί μέ όπωσδήποτε πλατύ­ τερη έφ αρμογή άπό τό ζευ γ ά ρ ι του Freud — ’Έ ρω ς καΐ Θάνατος. Τόσο στις κοι­ νω νίες τών ζώων όσο καί στις κοινω νίες τών άνθρώπων, βλέπομε τό σεξουαλικό κίνητρο σάν μιά μονάχα μέσα στις πολλές τάσεις όλοκλήρωσης και τήν έπ ιθετικό-

82


τητα καί τήν μανία καταστροφής όχι σάν πρωτόγονα ένστικτα, άλλά σάν παθολο­ γ ικ ές άναλαμπές τής αύτοεπ ιβεθαιω τικής τάσης, δταν αύτή βρίσκεται σέ μιά κατάσταση άφύσικης έντασης. Κ ι’ ό ’Έ ρω ς κ ι’ ό Θάνατος έμ φ α νίζο ντα ι σχετικά άργά στό προσκήνιο τή ς έξέ λ ιξη ς . Τ ά πλάσματα πού πολλαπλασιάζονται μέ σχάση ή μ’ έκβλάστηση άγνοοΰν τό σ έξ καί τό θάνατο. Τό μεγάλο ντο υέτο τής μεταψυχολογίας τού Freud δέν άποδίδει όλόκληρη τήν όπερα.*

Σκοπός μας, δταν ξεκινήσ αμε γ ι ’ αύτή τήν έκδρομή στή χώρα τής θεω ρίας τών συστημάτων, ήταν ή άναζήτηση μιάς ϋστατης Ε ν ό τ η τα ς πού νά μοιράζεται ό φυ­ σικός μέ τόν μυστικιστή και τόν παραψυχσλόγο. "Ε να είδος Ε ν ό τ η τα ς στήν όποία νά μπορεί κανείς νά φτάσει παρακάμπτοντας τις δια φ ο ρ ές, σέ μιά ψηλότερη στροφή τής σπείρας. Στούς κύκλους τής βιολογίας έπίσης, έχ ε ι άναζωοπυρωθεϊ τό ένδιαφέρον γύρω άπό τις δυνατότητες τής έμψ υχης ϋλης νά χ τ ίζ ε ι συνθετώ τερες μορφές πού παρουσιάζουν ένότητα μέσα στήν ποικιλία, σέ μιά ψηλότερη στάθμη — στήν στάθμη δηλαδή τών δυνάμεων όλοκλήρωσης τής ζωής πού διακρίνονται άπό τήν άντίληψη μιάς έ ξ έ λ ιξ η ς πού ό φ είλ ετα ι σέ τυ χα ίες μ ετα λάξεις. Α ύ τές οί δυνάμεις παρουσιάζονται μέ τόν πιό έντυπωσιακό τρόπο στό τ ε ­ λευτα ίο σκαλοπάτι τής έξελ ικ τικ ή ς βαθμίδας. "Ε να κλασικό παράδειγμα είνα ι ή συμπεριφορά τού μυξομύκητα, πού τελ ευ τα ία μάς π εριέγραψ επ ολύ γρ α φ ικά ό John Bleibtreu. * * Ό μυξομύκητας είνα ι μιά άμοιβάδα πού τρ έφ ετα ι μέ βακτηρίδια πού ύπάρχουν στά φύλλα πού σαπίζουν στά δάση. Πολλαπλασιάζεται μέ άπλή κυττα­ ρική διαίρεση κάθε λ ίγ ες ώρες, πράγμα πού, περιοδικά, ό δ η γεΐ σέ έξά ρ σ εις ύπερπληθυσμού, συνοδευόμενους άπό έλλειψ η τροφ ής. "Ο ταν τήν άπειλήσει ό λιμός, ή άμοιβάδα «άρχίζει ν ’ άναπτύσσει μιά άπίστευτη σειρά άπό δραστηριότητες. Α ύτές οί δραστηριότητες δίνουν τήν πραγματική εικόνα τής έν τα ξη ς καί τής όργάνωσης τού κύτταρου μέσα σ’ ένα πολυκυτταρικό όργανισμό καί τών άτόμων μέσα σέ μιά κοινωνική μονάδα». Ο ί άμοιβάδες σταματάνε νά συμπ εριφέρονται σάν άτομα καί σχηματίζουν όμίλους πού μέ τή σειρά τους έντάσσονται σέ όρατές όμάδες. Α ύ τές οί όμάδες, σχηματίζουν τό τε «σπαρταριστά ρυάκια έμψ υχης ϋλης πού... προσανατολίζονται πρός κεντρικά σημεία συνάθροισης... στό κέντρο κάθε τέτο ια ς συνάθροισης, καθώς οί όμάδες συσσωρεύονται ή μιά πάνω στήν άλλη, ά ρ χ ίζει νά σχηματίζεται ενας μικρός λόφος... Αύτός ό λόφος τώρα, ά ρ χ ίζει σιγά σιγά νά σηκώνεται καί νά παίρνει ενα σχήμα πού στήν άρχή θυ μ ίζει στομωμένο καρφί γ ιά νά έ ξ ε λ ιχ θ ε ϊ μετά σέ μιά καθαρά φαλλική στήση. "Ο ταν όλα τά ρυάκια-άμοιβάδες’ μαζευτούν κι’ ένσωματωθούν σ’ αύτό τό ύψωμένο φυσέκι, τό τε αύτό γ έρ ν ει στή μιά του πλευρά καί ξαπλώνει στό χώμα, μοιάζοντας πιά μ’ ενα γλοιώ δες λουκάνικο. Α ύτή ή μύξα

* Γιά μιά συζήτηση τής μεταψυχολογίας τοΰ Freud βλέπε στό Insight and Outlook, Κεφά­ λαια X, XV καί XVI. * * The Parable of the Beast ( Νέα Ύόρκη, 1968).

83


ά ρ χίζει τώρα νά μετανασ τεύει, έρποντας πάνω στό χώμα τού δάσους πρός ενα σημείο όπου έλπ ίζει ότι έπικρατοΰν εύνοϊκώ τερες οικολογικές συνθήκες. Τό ϋψος τοΰ πληθυσμού...ποικίλλει, π ιστεύεται πάντως ότι άφορά κάπου μισό έκατομμύριο ά μ ο ι6 ά δ ες...Ά φ ο ϋ μεταναστεύσει γ ιά ένα δ ιαφ ορετικό χρονικό διάστημα κάθε φορά (α ύτή ή μετανάστευση κρατάει άλλοτε δυό λεπτά κι’ άλλοτε δυό β δομάδες) πρός τό φώς καί τή ζέσ τη, ή μύξα ξαναορθώ νεται στό φαλλικό της σχήμα μέχρι νά σταθεί στήν ούρά της... Τό ώ οειδές σχήμα της γ ίν ετα ι σιγά σιγά σά μιά φλόγα κερί, φ α ρδ ειά στή βάση καί μιά τελ εία στή κορυφή και τελικά έξελίσ σ εται a t... ενα ντελικάτο κωνικό κορμό, στεφανω μένο άπό μιά σφαιρική μάζα σπόρους. "Οταν αύτοΐ οΐ σπόροι σκορπίσουν,... άνο ίγει κάθε ενας διάπλατος κι’ έλευθερ ώ νει άπό μέσα του μιά μικροσκοπική καινούργια άμοιβάδα».’ ° Α ύτές οΐ άμοιβάδες, όσο διάστημα κυνηγάν μόνες τους, είνα ι άτομα, σύνολα; Καί μεταμορφώ νονται ύστερα σέ μέρη τοΰ μυξοσκώληκα; 01 πολύποδες πού έ ξ ε ιδικεύονται σάν πλοκάμια, π τερύγια και γεν ν η τικ ά όργανα τού «Πορτογάλου Πολεμιστή» (έν α είδος θαλάσσιου σκώληκα) είνα ι άτομα ή όργανα; 01 μέλισ­ σες και οί τερ μ ίτες, πού ή ύπαρξή τους έλ έγ χ ε τα ι άπόλυτα άπό τό συμφέρον τής όμάδας, μήπως κατέχονται άπό συλλογικό ν ο ΰ ; Τά σφ ουγγάρια και οΐ ί)δρες, πολύποδες τοΰ γλυκοΰ νερού, είνα ι πρωτό­ γο νες μορφές τής ζωής των ζώων. ”Αν πολτοποιήσουμε ένα ζω ντανό σφ ουγγάρι ή μιά ζωντανή ϋδρα, τά περάσουμε άπό ενα φ ίλτρο καί τά ρίξου με πάλι στό νερό, ό φιλτραρισμένος πολτός τους θά συνενω θεί πολύ γρήγορα σέ λεπτά φύλλα πού μέ τή σειρά τους θά μαζέψ ουν σέ μπάλλες γ ιά νά ξαναπάρουν τελικά τήν άρχική μορφή τοΰ σφουγγαριού καΐ τής ϋδρας, μέ στόμα, πλοκάμια, κ.ο.κ. 01 δυνάμεις όλοκλήρωσης τής έμψ υχης ύλης φ αίνονται μαγικές. Μπορούμε νά κόψουμε σ’ όσα κομμάτια θέλομε ενα π λατυέλμινθα σκώληκα. Ά π ό κάθε κομμάτι του θά ξα ν α γ εννη θεϊ ένα τέλ ειο άτομο. Παρόμοιες δυνάμεις άναγέννησης έχουν οί Ιστοί τών έμβρύων τών άνώτερων ζωικών οργανισμών. "Αν κόψομε σέ κομμάτια τά πρόδρομα κύτταρα τοΰ όφθαλμοΟ ένός έμβρύου βατράχου, τό κάθε κομμάτι θά σχηματίσει τελικά ένα μικρότερο, τέλ ειο όμως ματάκι. ’Ά ν μεταμβοχεύσουμε τά πρόδρομα αύτά κύτταρα στή κοιλιά ένός βατράχου, τό δέρμα πού τά σκεπάζει άναγκαστικά θά διαφοροποιηθεί και θά γ ίν ε ι φακός. ’Ά ν πολτοποιήσουμε καί φ ιλ­ τράρουμε Ιστούς ένός εμβρυου κοττόπουλου καΐ τούς μεταμοσχεύσουμε, πολτο­ ποιημένους, στή μεμβράνη ένός άλλου εμβρυου κοττόπουλου, τά ταλαιπωρημένα κύτταρα τοΰ σηκωτιοΰ θά σχηματίσουν ένα σηκώτι, τά κύτταρα τοΰ νεφ ρού ένα νεφρό, τά κύτταρα τοΰ δέρματος φτερά. Α ύτά και άλλα έργαστηριακά πειράματα δείχνουν, σέ μικρογραφία, τΙς έκδηλώσεις τής Τάσης Ό λοκλήρω σης στήν έμβρυακή άνάπτυξη, στήν άνάπλαση καί στήν κοινώνική συνεργασία, άπό τόν μυξομύκητα μέχρι τήν μέλισσα. Σ έ κάθε μιά άπ’ αύτές τις περιπτώσεις, λειτουργούν αίτιακοϊ παράγοντες, ύπακούουν όμως σέ νόμους πού έφ αρμόζονται ειδ ικά στήν έμψ υχη ούσία καί δέν ισχύουν στό βασίλειο τής άψ υχης ϋλης. Ε ύα γγέλιο τής κλασικής φυσικής ήταν κάποτε ή Δ εύτερη Ά ρ χ ή τής Θερμοδυναμικής πού έ λ ε γ ε ότι τό σύμπαν ξεκο υ ρ ν τίζετα ι σά ρολόι, σπαταλώντας συστηματικά όλη του τήν έν έρ γ εια στήν τυ χα ία κίνηση τών μορίων του μέσα στό άέριο. Σύμφω να μ ’ αύτή τήν άρχή, τό τέλος θά έρχόταν όπως ήρθε κατά τή Γένεση ή άρχή; «άμορφο και έρημο» [άόρατο και άκατασκεύαστο]* . Καί

Σημ. Μ εταφ ρ: μετάφραση τών έβδομήκοντα.

84


μόνο τά τελ ευ τα ία χρόνια οΐ βιολόγοι συνειδητοποίησαν δτι αύτός ό νόμος ισχύει μόνο στη θεω ρητική περίπτωση ένός «κλειστού συστήματος», τελείω ς άποξενωμένου άπό τό περιβάλλον του. Ένώ ο1 ζω ικοί όργανισμοί είναι, όλοι, «άνοικτά συστήματα», πού τρ έφ ο ντα ι άπό τήν έν έρ γ εια κ ι’ άπό τά ύλικά πού βρίσκονται στό περιβάλλον τους. Ά ν τ ι νά χά ν ει σά ρολόϊ πού ξεκο υ ρ ν τίζετα ι μέ τήν τριβή, ό ζω ικός όργανισμός, δέν παύει νά χ τίζ ε ι συνθετώ τερα χημικά άπό τά χημικά μέ τά όποια τρ έφ ετα ι, συνθετώ τερες έν έρ γ ε ιε ς άπό τις έν έρ γ ε ιε ς πού άφομοιώ νει καΐ συνθετώ τερα σχήματα «πληροφοριών» — άντιλή ψ εις, άναμνήσεις, ιδέες - άπ’ δσα προσλαβάνουν οι ύποδοχές του. Δ έν άντιδρά μονάχα, δρά. Προσαρμόζει τό περι­ βάλλον του στις άνάγκες του άντί νά προσαρμοστεί παθητικά σ’ αύτό. Δ ιδάσκεται άπό τήν έμπ ειρία καί χ τ ίζ ε ι συστήματα γνώσης μέσ’ άπό τό χάος των συναισθη­ μάτων πού άπαντάει στό δρόμο του. Β υζαίνει πληροφορίες άπό τό περιβάλλον του μέ τόν ίδιο τρόπο πού τρ έφ ετα ι άπό τά συστατικά του καί σ υνθέτει άπό τις ένέρ γ ε ιέ ς του.

'Η ίδια «έπικοδομητική» τάση όλοκλήρωσης έκδηλώ νεται στήν έ ξ έ λ ιξ η τών ειδώ ν πρός μιά συνθετώ τερη φυσική μορφή καί συμπεριφορά, πρός άποδοτικώτερα μέσα έπικοινωνίας μέ μικρότερη έξάρτηση καί μεγαλύτερη κυριαρχία πάνω στό περιβάλλον τους. Γιά νά παραθέσουμε τόν νοη Bertalanffy, έναν άπό τούς πρωτο­ πόρους τών νέων άντιλήψεω ν τής βιολογικής έπιστήμης, «σύμφωνα μέ τόν Δ εύ ­ τερο Νόμο τής Θ ερμοδυναμικής, τά φυσικά φ αινόμενα άκολουθούν μιά γενική κατεύθυνση πρός μιά φθίνουσα τά ξη καί όργάνωση. ’Α ντίθετα , ή έ ξ έ λ ιξ η φ α ίνεται ν ’ άκολουθεΐ μιά κατεύθυνση πρός μιά διαρκώς αύξάνουσα τά ξη .»” Αύτή τήν τάση πρός μιά «αύξάνουσα τάξη» - πρός μιά ύψηλότερη μορφή ένότητας μέσα σέ μιά συνθετώ τερη διαφορά - τήν άποκάλεσα «Τάση όλοκλήρωσης» καί τήν θεωρώ σά μιά «ύστατη και άνάγωγη» άρχή τής φύσης, πού συμπληρώ­ νετα ι άπό τήν «Τάση Α ύιο ειιιβ εβα ίω υης» ιιού έχουν τά ξεχω ριστά της όλόνια. ’ Ελ­ πίζω νά έδ ειξα , μέ κίνδυνο νά πλήξει ό άναγνώστης, δτι αύτή ή άντίληψ η είναι στέρεα ριζω μένη στις β ιολογικές έπιστήμες κ ι’ δτι δέν είνα ι μιά ad hoc μόνο ύπόθεση.

Ή άνθρώπινη ύπαρξη είναι κ ι’ αύτή ένα σύνολο μέ δυό πρόσωπα σάν τόν Ίανό. Τό πρόσωπο πού κυττά ζει πρός τά μέσα βλέπει ενα αύτάρκες καί μοναδικό σύνολο. ’Ε κείνο πού κυττά ζει πρός τά έξω , βλέπει ένα μέρος έξαρτώ μενο άπό τό φυσικό καί κοινωνικό του περιβάλλον. Οί αύτοεπ ιβεβαιω τικές του τάσεις είνα ι έκδηλώσεις τής έμπ ειρίας του σά σύνολο. 01 τάσεις του όλοκλήρωσης, έκδηλώ σεις τής έμπ ειρίας του σάν μέρος. Ή πολικότητα κα θρ εφ τίζετα ι στή συγκινησιακή του συμπεριφορά. Ή αύτοεπιβεβαίωση, άνάλογα μέ τήν ένταση στήν όποία βρίσκεται τό άτομο, βρίσκει τή διέξο δ ό της στή φ ιλοδοξία, στόν άνταγωνισμό, στήν έπ ιθετικο-άμυντική συμ­ περιφορά. Τό δυναμικό του τής όλοκλήρωσης άπό τήν άλλη πλευρά, μπορεί νά πληρωθεί μέ μιά ταύτισή του μέ τήν ο ικο γένεια, τήν κοινότητα ή κάποια άλλη κοι­

85


νωνική όμάδα. Μπορεί δμως και νά έκφ ρασ θεϊ σά μιά λαχτάρα παράδοςπις σέ κάτι πού είνα ι πλατύτερο άπό τήν κοινωνία καί ύπ ερ6αίνει τά σύνορα τοΰ Έ γ ώ καί πού μπορεί νά είναι ό Θεός, ή φύση, μιά καντάτα τοΰ Μπάχ, ή ή «ώκεάνεια αίσθηση» τών μυστικιστών. Τ ις συγκινήσεις πού πηγάζουν άπό τήν τάση τής όλοκλήρωσης, μπορούμε νά τις όνομάσουμε «αύτο-ύπ ερ6ατικές συγκινήσεις.» Τ ις δοκιμάζομε σάν άφοσίωση, έμπάθεια, ταύτιση, σχέση ύπνωσης. "Αν προχωρήσαμε άκόμη ενα βήμα, θά μπορέσουμε νά συμπεριλάβουμε στήν ϊδια κατηγορία καΐ τις έκστάσεις τών μυστικιστών καΐ τών μέντιουμ, τις καταστάσεις πού δημιουρ­ γούν ώρισμένα ψ υχοφάρμακα και τις συγκινήσεις πού συνοδεύουν αύθόρμητες παραφυσικές έμπ ειρίες. Α ύ τές όμως είνα ι σπάνιες περιπτώσεις. Σ έ φυσιολογικές συνθήκες, τόσο οι αύτοεπ ιβεβαιω τικές όσο καΐ oi αύτσ-ύπερ6ατικές παρορμήσεις μπαίνουν στις συγκινησιακές έμπ ειρίες μας σέ διάφορες άναλογίες. Στήν «’Αγάπη», σεξουαλική ή μητρική, συνυπάρχουν συνήθως ενα έπ ιθετικό ή δεσποτικό σ τοιχείο μ’ ένα στοι­ χείο ταύτισης. Στόν έπιστήμονα, ή φ ιλο δ οξία άντισ ταθμ ίζετα ι άπό τήν άφοσίωση στό έργο. ’Ακόμα καΐ ή πράξη τού φαγητού έχ ει, κ ι’ αύτή, ένα αύτο-ύπερβατικό στοιχείο, τήν μυστική πίστη τών Πρωτόγονων στήν κοινωνία τών άρετών τού έχθρού, ζώου ή θεού, πού καταβρόχθιζαν, καί στό τελετου ρ γικό τής συνεστίασης. ’Έ χ ω έξα ντλή σ ει αύτό τό θέμα σέ πολλά προηγούμενα βιβλία μου και γ ι’ αύτό δέν θά τό ξανασυζητήσω. Θά παραθέσω μόνο ένα άπόσπασμα άπό τό The Ghost in the Machine: 01 αύτο-ύπ ερβατικές συγκινήσεις καλύπτουν μιά πλατειά κλίμακα ποι­ κιλίας. Μπορούν νά είνα ι χαρούμενες ή λυπημένες, τρ α γικές ή λυρικές. Κοινός τους παρονομαστής, τό έπαναλαμβάνω, είναι τό συναίσθημα όλοκληρωτικής συμμετοχής σέ μιά έμπειρία πού ύπερβαίνει τά σύνορα той Έ γώ . ο ι αύτοεπ ιβεβαιω τικές συγκινήσεις στρέφ ονται πρός σωματικές δραστηριότητες. 01 αύτο-ύπ ερβατικές είναι βασικά παθητικές κι’ έχουν σ υ γγένεια μέ τήν κάθαρση. "Ο ταν μάς «πλημμυρίζει» τό δέος κ ι’ ό θαυ­ μασμός, όταν μάς «σκλαβώνει» ένα χαμόγελο, όταν μάς «μαγεύει» ή όμορφιά, σέ κάθε μιά άπ’ αύτές τΙς λ έ ξε ις έκφ ρ ά ζετα ι μιά παθητική πα­ ράδοση καΐ ή λαχτάρα νά ύπερβούμε τό νησί τής άτομικότητας καί νά κοινωνήσουμε ένα άνθρώπινο πλάσμα, ζωντανό ή νεκρό, μιά ύψηλότερη όντότητα, πραγματική ή φανταστική, πού τό Έ γ ώ νοιώθει ν ’ άποτελεΐ μέρος της. Ό Freud κ ι’ ό Piaget, μ ετα ξύ άλλων, έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στό γεγο νός ότι τό πολύ μικρό παιδί δέν ξεχ ω ρ ίζει τό Έ γ ώ του άπό τό περι­ βάλλον. ’Έ χ ε ι έπίγνωση τών όσων συμβαίνουν, άλλά δέν ξεχ ω ρ ίζει άπ’ αύτά τόν έαυτό του σάν μιά ξεχω ριστή όντότητα. Ζ εΐ σέ μιά κατάσταση ψυχικής συμβίωσης μέ τόν έξω κόσμο, ζ ε ϊ μιά συνέχεια τής βιολογικής συμβίωσής του μέ τή μήτρα. Τό σύμπαν συγκεντρώ νεται στόν έαυτό του κ ι’ ό έα υτό ς του είνα ι τό σύμπαν - μιά κατάσταση πού ό Piaget άποκαλεί «πρωτοπλασμική» ή «συμβιωτική» συνείδηση και πού δέν άποκλείεται νά βρίσκεται στή βάση τοΰ «ώκεάνειου» έκείνου «συναισθήματος» πού ό καλλιτέχνης κ ι’ ό μυστικιστής άγω νίζονται νά ξαναποκτήσουν σέ μιά άνώτερη έξελ ικ τικ ή στάθμη, σέ μιά ψηλότερη στροφή τής σπείρας. Ή «συμβιωτική» συνείδηση δέν κα τασ τρ έφ ετα ι ποτέ άπόλυτα. 'Απλώς παραμερί-

86


ζ ετα ι σ’ έκ εϊν α τά πρωτόγονα στρώματα τής πνευματικής ιεραρχίας όπου τά δρια του Έ γώ είνα ι άκόμα ρευστά καί θολά. ΈπιζεΤ στή συμπαθητική μαγεία των πρωτόγονων, στήν πίστη τής μετουσίωσης, στούς μυστικούς δεσμούς πού ένώνουν εναν άνθρωπο μέ τή φυλή του, τά το τέμ του, τή σκιά του, τό όμοίωμά του κ ι’, άργότερα μέ τόν θεό του. Σ τις κυριώ τερες ’Α νατολικές φ ιλοσ οφ εϊες, τό “ I am thou and thou art m e” *, ή ταύτιση τού «’Αληθινού Ε α υ το ύ » μέ τό ’Ά τ μ α ν τό 'Έ ν καί Παντί, διατηρήθηκε μέσα στούς αιώ νες.’ *

Έγώ είμαι έσύ και έσΰ είσαι έγώ.

87


Ή Χώρα των Τυφλών

I Κ ι’ έτσι, άφού περάσαμε άπό πολλές παρακαμπτήριους, φθάσαμε πίσω στό σημείο άπ’ οπου ξεκινήσαμε. Ή «ώκεάνειος αίσθηση» τών μυστικιστών, βρίσκεται, άσφαλώς. σέ μιά ψηλότερη στροφή τής σπείρας άπό τοΰ νιο γέννη το υ νήπιου. Τό νήπιο δέν έχ ε ι φ θάοει άκόμα τήν προσωπική του ταυτότητα, ό μυστικιστής και τό μέν­ τιουμ τήν έχουν ύπερβεί. Ά π ό τόν μυξομύκητα κ ι’ άπάνω, ή σπείρα έχ ε ι πολλές στροφές. Καί σέ κάθε μιά άπ’ αύτές, βρισκόμαστε άντιμέτωποι μέ τήν ίδια πολι­ κότητα, μέ τούς ίδιους διπρόσωπους Ίανούς-όλόνια, πού τό ένα τους πρόσωπο λ έει «Είμαι τό κέντρο του κόσμου», καί τό άλλο «είμαι ένα μέρος κ ι’ άναζητώ τό σύνολό μου». Μποροί3με νά θεωρήσουμε τά παραψυχολογικά φ αινόμενα σάν μιά άνταμοιβή αύτής τής άναζήτησης, αύθόρμητης ή έργαστηριακής. 'Η παρ’ αίσθηση άντίληψη θά φαινόταν τό τε σάν άνώτατη έκδήλωση τοΰ δυναμικού όλοκλήρωσης τής έμ ψ υ ­ χης ϋλης, πού στήν άνθρώπινη στάθμη συνοδεύεται, χαρακτηριστικά, άπό μιά αύτούπερβατική συγκίνηση. Κ ι’ ένώ σ’ όλη τή διαδρομή μας μέσα άπό τή βιολογία καί τή φυσική πατούσαμε σέ στέρεο έπιστημονικό έδαφ ος, τώρα κάνομε ένα ριψ ο­ κίνδυνο βήμα καΐ δέν προσποιούμαι δτι κάνομε τίποτα περισσότερο άπ’ αύτό. ’Αλλά μάς προτρέπει ή ϊδ ια ή μοντέρνα έπιστήμη μέ τις παράδοξες προοπτικές της. Ο ύτε θά έπρεπε νά περιοριστούμε στήν «κλασική» παρ’ αίσθηση άντίληψη, τήν τηλεπ άθεια καΐ τήν βραχυπρόθεσμη πρόγνωση, γ ιά τις όποίες δέν άποκλείετα ι άκόμα νά β ρ εθεί κάποια φυσιοκρατική έρμηνεία. "Αν άποκλείαμε τήν διορα­ τικότητα, τήν τηλεκίνηση, τις Σ ειρ ές καί τις συγχρονιστικές συμπτώσεις, θά κάναμε κάτι αύθαίρετο και τά πράγματα θά έμεναν στό ίδιο άκριβώς σημείο πού βρισκόταν καί πρίν. ’Από τήν άλλη πλευρά, άντιμετω πίζόντας τήν Τάση Ό λ ο κ λ ή ­ ρωσης σάν μιά παγκόσμια άρχή πού περιλαμβάνει καί μή αίτιακά φ αινόμενα, ή εικόνα άπλοποιεΐται πάρα πολύ κ ι’ άς ξε φ ε ύ γ ε ι άκόμα άπό τήν άντίληψή μας. ’Α ντΙ γ ιά πολλά μυστήρια, άντιμετω πίζομε τώρα μονάχα μιά άνάγωγη έξελ ικ τικ ή τάση πού χ τ ίζ ε ι συνθετώ τερα σύνολα άπό περισσότερο διαφοροποιημένα μέρη. Τό δόγμα τής «συμπάθειας τών πάντων» τού 'Ιπποκράτη ήταν ένα παλιό της παράδειγμα. 'Η έ ξέ λ ιξη τής γνώσης μέ τά παρακλάδια της τής έξειδ ίκ ευ σ η ς και τήν συμβολή τους σ’ ένα ενια ίο δέλτα είνα ι ένα άλλο. Πραγματικά, θά μπορούσε κανείς νά

88


καταργήσει ίσως τόν άχαρό τους όρισμό σάν Σ ειρ ές καί Συγχρονισ τικά φαινόμενα, μέ τήν έσφαλμένη τους έμφαση στήν έννοια τοΰ χρόνου, καί νά τόν άντικαταστήσει μέ τόν λιγό τερο δεσμευτικό όρισμό «συγκλίνοντα φαινόμενα». Τ ά συγκλί νοντα φαινόμενα θά ήταν οί μή α ίτια κές έκδηλώ σεις τής Τάσης 'Ολοκλήρωσης Ή έμφάνιση τοΰ σκαραβαίου στό παράθυρο του Jung θά ήταν ένα συγκλίνον φαι νόμενο. Τό ϊδιο καί ή τηλεκινητική καθοδήγηση τοΰ ζαριού καί τά άλλα παραφυ σικά και μή αίτιακά φ αινόμενα. ’ Εκείνο πού τούς προσδίνει ένα «νόημα», είνα ότι δίνουν τή ν έντύπωση ότι συνδέονται αίτιακά, ένώ είνα ι φανερό δτι δέν συνδέ ονται, ένα είδος ψ ευτο-αίτιότητας. Ό σκαραβαίος δ ίνει τήν έντύπωση ότι έλκετα στό παράθυρο τοΰ Jung άπό τήν άσθενή πού δ ιη γείτα ι τό όνειρό της. Τό ζάρι δίνε τήν έντύπωση ότι «φτιάχνεται» άπό τήν θέληση τοΰ πειραματιστή. Ό διορατικός δίνει τήν έντύπωση ότι βλέπει τήν κρυμένη καρτέλλα. Φ αίνεται δτι τό δυναμικό όλοκλήρωσης τής ζωής έχ ε ι και τήν ικανότητα νά παράγει ψ ευτο-αίτιακά άποτελέσματα, νά δη μ ιο υρ γεί ένα συγκλίνον γεγο νός χωρίς νά τό άπασχολεί, άς πούμε, νά μ ετα χειρ ισ τεί γ ι ’ αύτό φυσικά μέσα. Δ έν είνα ι πάντως τόσο εϋκολο νά τρ α β ή ξει κανείς μιά ε.ύθεία γραμμή καΐ νά ξεχω ρίσ ει τά αίτιακά άπό τά μή αίτιακά φαινόμενα. Τά τυφ λά ζώ α άναγκάζονται νά βροΰν τό δρόμο τους μέ τις πρωτόγονες φυσικές δυνάμεις τής όσμής. O i ν υ χ ­ τερ ίδ ες χρησιμοποιούν ένα είδος ραντάρ - πράγμα πού όχι καί πολλά χρόνια πριν, θά φαινόταν στούς φ υσιοκράτες σάν μιά πολύ τρελλή υπόθεση. Τά ζώα πού έχουν μάτια άντιδροΰν στά φωτόνια, πού είναι σωμάτια μέ μηδέν μάζα ήρεμίας πού μπο­ ρούν νά συμπ εριφέρονται σ’ ένα μή-μέσο καί σάν κύματα καί ν ’ άψ ηφάν φ αίνεται γ ι’ αύτό τήν αιτιότητα. Ή κατηγορία των άνθρώπων πού δέν βλέπουν - πού είναι σάν τούς πολίτες τής Χώρας τών Τυφλών τοΟ Wells - θ ’ άπέρριπτε σίγουρα σάν μυστικιστική άνοησία τόν ισχυρισμό μας ότι μπορούμε ν ’ άντιληφ θούμε μακρινά ά ντικείμ ενα χωρίς τήν βοήθεια τής άφής, ή τό τε θά δήλωνε δτι άν πραγματικά ύπάρχει μιά τέτο ια ικανότητα θά πρέπει όπωσδήποτε νά βρίσκεται πέρα άπό τήν περιοχή τή ς φ υ σ ικ ή ς α ιτ ιό τ η τ α ς κ α ΐ θάπρεπε νά ό ν ο μ ά ζ ε τα ι παρ’ α ίσ θ η σ η ά ν ιίλ η ψ η .

"Ε νας άπό τούς πιό άναγνω ρισμένους νευροφυσιολόγους τής ’Α γγλίας, ό Δρ. G rey W alter, έκανε τά τελ ευ τα ία χρόνια μιά άξιοπρόσεκτη σειρά πειράματα. Στή Δ ιά λεξη πού άφ ιέρω σε τό 1969 στή μνήμη τού Eddington, άνά φ ερε λακωνικά ότι «άν συνδέσουμε ενα άτομο μέ μιά ήλεκτρική συσκευή, μπορεί νά έπηρεάσει μέ τά άνεπαίσθητα κύματα τού έγκεφ άλο υ του τά έξω τερ ικ ά γεγο νότα χωρίς καμμιά άλλη κίνηση ή δράση. Αύτή ή προσπάθεια άπαιτεϊ μιά ίδιαίτερη κατάσταση συγ­ κέντρωσης, ένα παράδοξο συνδυασμό άφαίρεσης καί ύπ ερδιέγερσης».’ Ή πειραματική διαδικασία τού Grey W alter είνα ι μέ άπλά λόγια ή έ ξ ή ς : Τ ά ήλεκτρόδια πού τοπ οθετούνται στό τριχω τό τής κεφαλής τοΰ πομπού, πάνω άπό τόν μετωπιαίο λοβό, μεταδίδουν μέσω ένός ένισχυτή τις έγ κ εφ α λ ικ ές δραστηριό­ τη τες στή συσκευή. 'Ο πομπός έχ ε ι μπροστά του ένα κουμπί καί μόλις τό πατήσει παρουσιάζεται σέ μιά τηλεοπτική όθόνη μιά «ένδιαφέρουσα σκηνή». "Ε να δ ευ τε­ ρόλεπτο περίπου πρίν πατήσει τό κουμπί, ένας ήλεκτρικός παλμός ύψους είκοσι περίπου μικροβόλτ διαπερνά τόν έγκεφ α λικό φλοιό τού πομπού. Α ύτός ό παλμός είνα ι γνωστός μέ τήν όνομασία «κύμα έτοιμότητος». Τ ά κυκλώματα όμως τής

89


συσκευής είνα ι έτσι ρυθμισμένα ώστε νά μπορεϊ τό ένισχυμένο «κύμα έτοιμ ότη τος» νά γυρίσει μόνο του ενα διακόπτη και νά έμ φ ανίσ ει τήν τηλεοπτική σκηνή ένα κλάσμα τού δευτερολέπ του πριν πατήσει ό πομπός τό κουμπί. Α ύτό τό φ αινό­ μενο όνομάζεται «αύτόματη έκκ ίν η σ η » : 'Έ να ς έξυπνος πομπός συνειδητοποιεί πολύ γρήγορα ότι ή πράξη πού π ροτίθεται νά κάνει φ έρ νει συνήθως τ ’ άποτελέσματά της πβίν κουνήσει ό ϊδιος τό δάχτυλό του και άπό κείνη τή στιγμή παύει ν ’ άσχολεϊται μέ τό κουμπί. Οι εικόνες έμ φ α ν ίζο ν τα ι όταν καί όπως τις θέλει... βασική προι3πόθεση γ ιά νά φτάσει ό πομπός σ’ ένα τέτο ιο άποτέλεσμα είνα ι νά «θέλει» πραγματικά νά συμβεϊ τό γ εγο νό ς καί νά τό έπ ικαλεσθεΐ μ’ όλη του τήν αύτοσυγκέντρωση. 'Ό τα ν άπσσπάται ή προσοχή τού πομπού ή όταν «αύτοσυγκεντρώ νεται στήν αύτοσυγκέντρωση» τό δυνα­ μικό τού έγκεφ άλο υ δέν λ ειτο υ ρ γ εί καί δέν δ έχ ετα ι καμμιά εικόνα. Ή αύτόματη έκκίνηση μπορεί νά συνδυασθεί μέ τήν αύτόματη διακοπή, νά έμ φ α ν ίζει δηλαδή ό πομπός τήν εικόνα του στήν TV μέ τήν θέλησή του καί νά τήν έξα φ α ν ίζ ε ι μόλις τήν έπιθεωρήσει. Γιά τόν πομπό, αύτή είνα ι μιά πολύ παράξενη έμπειρία. Πολλές φορές συνοδεύεται άπό συμπτώματα καταπιεσμένης ύπερδιέγερσης. Δυό άπό τούς π ειραματιζόμενους πού ένεργούσαν σάν πομποί έμ φ άνιζαν συστηματικά συμπτώματα διούρησης.^ Σχο λιά ζο ντα ς τά πειράματα τού Grey W alter ή Renee Haynes συντάκτης τής έφ ημερίδας τής Ε τ α ιρ ε ία ς Ψ υχικώ ν ’Ερευνών παρατήρησε: Σάν έννοια βέβαια, αύτή ή περίπτωση δέν είνα ι πιό άξιοπρόσεκτη άπ’ δσο είνα ι ή περίπτωση ένός βρέφ ους πού κυττά ζει μέ θαυμασμό τό χ έρ ι του και κα ταλήγει στήν άπόψαση ν ’ άπ οδείξει τή δύναμη τής θέλ η ­ σής του κουνόντας ένα δάχτυλο, τό όποιο καί κουνά. Στήν πράξη όμως είναι καταπληκτική, γ ια τί αύτός ό τρόπος άσκησης έπιρροής πάνω στόν έξω τερικό κόσμο, είνα ι πάρα πολύ ξέν ο ς στόν άνθρωπο κ ι’ άς είνα ι τόσο κοινός στόν «γυμνόνωτο τόν ήλεκτρικό» ( χ έ λ ι) . Είναι άκόμα καταπλη­ κτική γ ια τί άνάγκασε τόν Δρ. Grey W alter νά μ ετα χειρ ισ τεί, μέ κάποια άμηχανία, τήν έκφραση «δύναμη τής θελήσεως».^ Τήν ίδια στάση, τό θυμόμαστε, ε ίχ ε κρατήσει κι’ ό Sir John Eccles όταν είδ ε σάν βασικό μυστήριο τήν έπίδραση τής «ψυχικής θέλησης» πάνω στόν «φυσικό έγκέφαλο» καί τήν τηλεκίνηση σάν μιά άπλή προέκτασή του. Θά μπορούσε κανείς νά π εριγράφ ει τό πείραμα τού Grey W alter σάν «ψευτο-τηλεκίνη'ση», άφού χρησι­ μοποιούνται σύρματα γ ιά τή σύνδεση τών ήλεκτροδίω ν πού είνα ι τοπ οθετημένα στό κρανίο τού πομπού, μέ τήν τηλεοπτική συσκευή. Τ ό τε όμως θά μπορούσε κανείς τό ίδιο καλά νά π εριγράφ ει καί τήν έπίδραση τού πνεύματος τού πομπού πάνω στόν ϊδιο του τόν έγκέφ α λ ο σάν ψ ευτο-αίτιότητα. ” Η τό τε θά μπορούσαμε νά πούμε δτι ό πομπός άνακάλυψ ε ένα πιό κομψό τρόπο γ ιά νά παράγει συγκλίνοντα φ α ι­ νόμενα χωρίς νά χρησιμοποιεί φυσικά μέσα.

90


Μ έ τήν εύκα ιρία θά ήθελα νά πώ δυό λόγια γ ιά τήν ύπνωση. Μ έχ ρ ι τά μέσα τού πε­ ρασμένου αΙώνα, ή ύπνωση άντιμ ετω ηιζό ταν άπό τή Δ υτική έπιστήμη σάν ένα είδος περίεργης λατρείας (ά ν καί ύπήρχαν πολιτισμοί πού τήν δεχόταν σάν κάτι τό δ εδ ο μ έν ο ). Σήμερα έχ ε ι καθιερω θεί σέ τέτο ιο σημείο, πού κοντεύομε νά ξεχάσουμε δτι δέν έχο υμε 6 ρ εί καμμιά έξήγησή της. Ο ί μαρτυρίες άποδεικνύουν δτι ένα κα­ τάλληλο πρόσωπο μπορεί νά γ ίν ε ι προσωρινά κουφό, μουγγό, τυφλό, ν ’ άναισθητοποιηθεί, νά έχ ει παραισθήσεις ή νά ξα ναζήσ ει σκηνές άπό τό παρελθόν του. Σ ’ ένα χτύπημα τών δαχτύλων μπορεί νά ξεχά σ ει ή καί νά θυμηθεί όλα όσα έγιναν στό διάστημα πού κοιμόταν. Μπορεί νά δ ε χ τε ί μιά μετα-ύπνωτική παραγγελία, πού θά τό άνά γκαζε νά κάνει κάποια γελο ία πράξη τό έπόμενο άπόγευμα στίς πέντε, νά λύσει, άς πούμε, τά κορδόνια τών παπουτσιών του καί μετά νά έξη γ ή σ ει τήν πράξη του όρθολογιστικά. Τ ’ άποτελέσματα πού έχ ε ι δώσει ή ίατρική ύπνωση σέ έπ ιδεκτικούς άσθενείς στόν το μ έα τής όδοντιατρικής, τή ς μαιευτικής καί τής δερματολογίας είνα ι γνω­ στά.* Λιγώ τερο όμως γνωστά είνα ι τά πειράματα πού έκαναν οί Α. Mason καί · S. Black γ ιά νά καταστείλουν τις άντιδράσεις άλλεργικώ ν έπιδερμίδων μέ τήν ύπνωση. ’Έ κα να ν, σ’ άσ θενείς πού γνώ ριζαν ότι ήταν άλλεργικο ί στή γύρι, έν έσεις μ’ έκχυλίσ ματα γύρ ις καί μετά άπό μιά ύπνοθεραπεία, οϊ άσ θενείς έπαυαν νά έμ φ α νίζο υν όποιαδήποτε άντίδραση. Σ ’ άλλες περιπτώσεις ή ύπνωση γ ιά τρ εψ ε άρρώστους εύαίσθητους άλλεργικά στόν θάκιλλο τής φυματίωσης. Πώς μπορούν οί ύπνωτιστικές έν το λ ές ν ’ άλλάξουν τις χη μ ικές άντιδράσεις τών Ιστών σέ μιά μικροσκοπική στάθμη, αύτό μπορεί νά τό φ ανταστεί κανείς όπως θέλ ει. Μ ετά άπό τήν καταπληκτική ύπνοθεραπεία τού Mason πού θεράπευσε ένα παιδί δέκα έξη έτώ ν άπό Ιχθύωση (στήν ίχθύωση τό δέρμα γ ε μ ίζ ε ι λέπια- είνα ι μιά φοβερή έκ γ εν ετή ς πάθηση πού θεω ρείται ά ν ία τη ), ένα ς συντάκτης τής Β ρεττανικής ’Ιατρικής ’Ε φ ημερίδας παρατήρησε ότι αύτή καί μόνη ή περίπτωση ήταν άρκετή γ ιά «μιά άναθεώρηση τών άντιλήψεω ν πού ύπάρχουν γ ιά τίς σχέσεις πνεύματος καί σώματος».

Α ύτή ή άναθεώρηση έπρεπε νά ε ίχ ε γ ίν ει άπό καιρό. Δ έν ξέρ ο μ ε κατά πόσον ε ίχ ε δίκιο ό Eddlngton όταν έλ ε γ ε ότι ό κόσμος είνα ι φ τια γμ ένος άπό «νοητικό ύλικό», πάντως δέν είνα ι φ τια γμ ένος άπό τό ύλικό τών φυσικών τού δέκατου ένατου αίώνα, άπό τις μικρές έκ είν ες μπάλλες τού μπιλιάρδου πού αίωρούνται στήν τύχη μέχρι νά τίς σ υνταιριά ξει ή τύχη σέ μιά άμοιβάδα. Στήν Δ ιά λ εξη πού έδωσε τό 1969 στήν ’Α μερικανική 'Ε τα ιρ εία Ψυχικώ ν ’ Ερευνών ό Κ αθηγητής Henry M argenau, καί στήν όποία άναφ έρθηκα καί νω ρίτερα, είπε τά έξή ς ;

* Παρ’ δλο πού ή κλινική της έφαρμογή είναι περιορισμένη άπό τό γεγονός δτι άπόλυτη άναισθησία έπ ιτυγχάνεται μόνο σέ μιά κατάσταση θαθειάς ύπνωσης καί φ αίνεται δτι μόνο ένα πέντε τοϊς έκατό τού πληθυσμοΰ πέφτει σέ αύτή τήν βαθειά ΰπνωση, τριάντα περίπου τοϊς έκατό σέ μιά μέτρια ΰπνωση καί σχεδόν δλοι μας σέ μιά έλαφρά ΰπνωση.^

91


Γιά νά έξη γή σ ο υμ ε τήν πρόγνωση κα ταφ εύγουμε καμμιά φορά σ’ ενα τέχνασ μα: θεω ρούμε τόν χρόνο πολυδιάστατο. Αύτή ή μέθοδος έπιτρέπει μιά άντιστροφή τού χρόνου πού μέ τή σειρά της έπιτρέπει στά θετικά χρονικά διαστήματα τής μιας κατεύθυνσης νά γίνο νται άρνητικά στήν άλλη (κ α ι νά έχο υμ ε, έτσι, «τό αϊτια τό πριν άπό τό αϊτιό το υ » ). Είναι ενα άπόλυτα θεμ ιτό σχήμα και δέν ξέρω κανένα κριτικό πού θά τό άπέρριπτε σάν άντιεπιστημονικό. ”Αν δμως πρόκειται νά τό δεχτούμε, θά πρέπει νά στραφ ούμε πρός τελείω ς νέα χω ροχρονικά μετρικά συστή­ ματα.... ’Ερεύνησα τόν χώρο τής φυσικής μέ τήν έλπίδα νά θρώ λύσεις στά προβλήματα πού άντιμετω π ίζετε. Φοβάμαι δτι ύπάρχουν έλάχισ τες κ ι’ άπ ογοητευτικές θ ετικ ές λύσεις, άν και θά ά ξ ιζ ε ϊσως νά τις έ ξ έ τ α ζ ε κάπως κανείς. Σάς έρωτώ όμως: τ'ι μάς ύπσχρεώνει νά εισ αγά γουμ ε σέ μιά νέα έπιστήμη τ'ις καθιερω μένες άπόψεις μιάς άρχαιότερης έπιστήμης; Ή φυσική δέν άκολούθησε δουλικά τά προϋπάρχοντα Ε λ λ η ν ικ ά όρθολογισ τικά σχήματα, δημιούργησε, άναγκαστικά, τά δικά της συγκεκριμένα κατασκευάσματα.... Νομίζω ότι ό παραψυχολόγος... θά πρέπει νά τά βγάλει πέρα μέ τις δικές του μόνο δυνάμεις. Νά στραφ εί σέ τσλμηρώ τερα σχήματα άπ’ όσα π ροτείνει ή σύγχρονη φυσική. Ν ’ ά ν τέξει τις σ τρ ιγγές έπικρίσεις σ τριφ ­ νών, σχολαστικών, ικανοποιημένων άπό τόν εαυτό τους και μάλλον άδιαφορων έπιστημόνων καί στή φιλόπονη έρ ευνά του γ ιά τήν κατανόηση τών νέων αύτών ειδών έμπ ειρίας, νά παραδεχθεί ά ντιλή ψ εις πού φαίνον­ ται σήμερα παράξενες^ [περίληψη]

Μάς π εριτριγυρίζουν φ αινόμενα πού άγνοούμε μ’ έπ ιμέλεια τήν ύπαρξή τους. Σ τις περιπτώσεις πού δέν μάς έπιτρέπουν νά τ ’ άγνοήσωμε, τ ’ άπορρίπτομε σάν προλήψεις. Μ έχρι τόν δέκατο τρίτο αιώνα ό άνθρωπος δέν ε ίχ ε συνειδητοποιήσει ότι π εριτριγυρίζετα ι άπό μαγνητικές δυνάμεις. Ο ύτε εχομε τήν άμεση αίσθησή τους. Ο ύ τε τή βροχή τών νετρίνω ν αισθανόμαστε πού μάς διαπερνά. Ο ύτε τ'ις άλλες άγνωστες «έπιδράσεις». Γιατί λοιπόν νά μήν άκολουθήσουμε τή συμβουλή τού Margenau καί νά μήν δημιουργήσαμε τά «δικά μας σ υγκεκριμένα κατασκευ­ άσματα;» Γιατί νά μήν συμπεράνσυμε ότι ζο ύ μ ε βυθισμένοι σέ κάποιου είδους «ψ υχο-μαγνητικό πεδίο» πού δημιουργεί, μέ τρόπους πού ύπερβαίνουν τις κλασι­ κές ά ντιλή ψ εις τής φυσικής, συγκλίνοντα φ αινόμενα; Δ έ γνω ρίζομε τό σκοπό αύτού τού πεδίου ούτε τό σχήμα του, νοιώ θουμε δμως δτι είναι σχετικό μέ τήν πάλη πρός άνώ τερες μορφές τά ξη ς, μ’ αύτή τήν ένότητα μέσα στήν ποικιλία πού παρατηρούμε σ’ όλόκληρη τήν έ ξ έ λ ιξ η τού σύμπαντος, τής έπ ίγειας ζωής, τής άνθρώπινης συνείδησης, τής έπιστήμης τέλος καί τής τέχνης. Δ εχόμαστε πιό εύκολα ένα ύστατο μυστήριο άπό ενα χάος. άσύνδετα αίνίγματα. Δ έν μάς έ ξ η γ ε ΐ γ ια τί έμφ ανίσ τηκε ό σκαραβαίος στό παράθυρο άλλ’ δμως τοπ οθετεί σ’ ένα ένιαίο σχήμα τά συγκλίνοντα καί τ ’ άλλα παραφυσικά φαινόμενα. Υ π ά ρ χ ει όμως καί μιά άλλη βαθύτατα ένοχλητική άποψη. Τ ά παραφυσικά φ αινό­ μενα είνα ι άπό τή φύση τους άπρόβλεπτα, σπάνια καί ιδιότροπα. Γι’ αύτό αισθά­ νονται ότι έχουν δίκιο σί σκεπτικιστές δταν άπορρίπτουν τ ’ άποτελέσματα τής

92


καρτελλομαντικης καί τών πειραμάτων τής τηλεκίνηοης, παρά τή ατατιοττική μαρ­ τυρία τους πού γιά όποιοδήποτε άλλο πεδίο ερευνάς θά ήταν μιά άτράνταχτη άπόδ ειξη . Ά ν α φ έ ρ α μ ε τόν εναν άπό τούς λόγους πού εύθύνονται γ ιά τήν έκκεντρικότη τα τής παρ’ αίσθηση άντίλη ψ η ς: είνα ι ή άνικανότητά μας νά έλ έγ ξο υ μ ε τις διεργασ ίες τού ύποσυνείδητου πού τήν ύπογραμμίζουν. Παρ’ όλο πού ή ερευνά τού Grey W alter δέν ε ίχ ε σχέση μέ τήν παρ’ αίσθηση άντίληψη, άναγκάστηκε νά συνειδητοποιήσει δτι μόνον δταν ό πομπός βρισκόταν σέ «μιά παράδοξη κατάσταση άφ αίρεσης κα'ι ύπερδιέγερσης» άποκτοϋσε τό «κύμα έτοιμότητας» τήν άπαραίτητή του ισχύ. 01 αύθόρμητες παραφυσικές έμπ ειρίες, όπως είνα ι π.χ. τά τηλεπαθητικά όνειρα καί οί έκστάσεις τών μέντιουμ, συνοδεύονται, πάντα, άπό κάποιου είδους αύτο-ύπερβατική συγκίνηση. Στό έργαστήριο, ή συγκινησιακή έπαφή άνάμεσα στόν πειραματιστή καί στό ύποκείμενό του παίζει έναν άποφασιστικό ρόλο. Καί τό ένδιαφ έρον αύτό καθ’ έαυτό τού ύποκείμενου γ ιά τό μυστήριο τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης δη μ ιο υρ γεί αύτο-ύπ ερβατικές συγκινήσεις. "Ο ταν, μετά άπό μιά μακρυά άναμονή στά έργαστήρια, αύτό τό ένδ ιαφ έρον πέσει, ό πίνακας τών άποτελεσμάτων έμ φ α ν ίζει μιά χαρακτηριστική πτώση έπιτυχιών. Αύτό τό «φαινό­ μενο παρακμής» (σελ. 123) θεω ρείται σάν μιά πρόσθετη άπόδειξη τής ύπαρξης τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης. Κ ι’ άν τά πειράματα κρατήσουν πολύ, παρατηρείται μιά όλική κάμψη έπιτυχιών. 01 π ειραματιζόμενοι έχουν πλήξει. Τά περισσότερα φυσικά χαρίσματα τελειοπ οιούνται μέ τήν άσκηση. Στήν παρ’ αίσθηση άντίληψη συμβαίνει άκριβώς τό άντίθετο.

Ό μακαρίτης Καθηγητής Broad σ’ ένα άρθρο του στό Philosophy π ρότεινε ένα άκόμα έπ ιχείρημα σχετικό μέ τήν σπάνια έμφ άνιση τών παραφυσικών φ α ιν ο μ έν ω ν :. "Αν π αραδεχτούμε σάν γεγο νός τήν πρόγνωση καί τά παραφυσικά αίτια, τό τε δέν άπ οκλείεται καθόλου νά μήν περιορίζονται στις πολύ σπάνιες καί θεα μ α τικές περιπτώσεις ή στις πολύ ειδ ικ ές έκ είν ες κατα­ στάσεις πού έδραιώ νονται π ειραματικά άλλά νά π εριτριγυρίζουν άκατάπαυστα τή φυσιολογική μας ζωή. 'Η κατανόηση καί ή έλλειψ η κατανόη­ σης πού έχο υμ ε γ ιά τούς συνανθρώπους μας, ή γενικώ τερη συγκινησιακή διάθεσή μας σέ ώρισμένες περιπτώσεις, οί ιδ έες πού μάς γεννιο ύνται ξα φ νικά χωρίς καμμιά φανερή έσωτερική αιτία, οί άναρίθμητες άμεσες σ υγκινησιακές άντιδράσεις πού μάς προκαλούν ώρισμένα άτομα... κ.ο.κ., 6 λ ’ αύτά μπορεί νά καθορίζονται μερικά άπό τήν παραφυσική πρόγνωση κι’ άπό τις παραφυσικές α ίτιακές έπιδράσεις.® Ό συνάδελφος τού Broad στήν ’Ο ξφ ό ρ δη , Κ αθηγητής Η.Η. Price πρόσθεσε κάτι πολύ ένδιαφ έρον σχετικά μέ τήν φαινομενική Ιδιοτροπία τής παρ’ αίσθηση ά ν τίλ η ψ η ς : Φ αίνεται ότι οί έντυπώσεις πού προσλαμβάνομε τηλεπ αθητικά συναν­ τούν δυσκολίες δταν πρόκειται νά περάσουν τό κατώφλι τού συνειδη-

93


σιακοΟ χώρου. Φ αίνεται 6τι κάποιο έμπόδιο, κάποιος κατασταλτικός μη­ χανισμός προσπαθεί νά τις κλείσει έξω άπό τή συνείδηση, κάποιο έμπό­ διο πού δέν ξεπερνάν εϋκολα κ ι’ έπινοοΟν, γ ι’ αύτό, όλων των είδών τά τεχνάσματα. ’Ά λ λ ο τ ε μ ετα χειρ ίζο ντα ι τό μυϊκό μηχανισμό του σώμα­ τος κ ι’ έμ φ ανίζο νται μέ τή μορφή τής αύτόματης όμιλίας ή τής αύτόματης γραφ ής. ’Ά λ λ ε ς φ ορές έμ φ α νίζο ντα ι μέ τή μορφή τοΰ δνειρου κι’ άλλοτε σάν παραισθήσεις πού βλέπομε ή άκοΰμε. Και συχνά μάς φτάνουν μέ μιά στρεβλωμένη καί συμβολική μόνο μορφή (δπως και τόσα άλλα ψ υχικά περιεχόμενα τού ύπ οσ υνείδητου). Δ έν είνα ι άπίθανη ή άποψη ότι πολλές άπό τις καθημερινές μας σκέψ εις καί συγκινήσεις ξεκινάν τηλεπ αθητικά ή, έστω, μερικά τηλεπαθητικά, άλλά δτι ταλαιπωρούνται τόσο πολύ όταν περνάν τό κατώφλι τής συνείδησης μαζύ μέ τ ’ άλλα ψυ­ χικά π εριεχόμενα, κι’ άνακατεύονται τόσο πολύ μ’ αύτά, πού δέν μπορού­ με νά τις άναγνωρίσουμε.^ Σχο λιά ζο ντα ς αύτό τό άπόσπασμα, ό Adrian Dobbs έξέθ εσ ε μιά ένδιαφ έρουσα άπ οψη: Μάς β ά ζει σέ σκέψ εις ή πολύ ένδιαφ έρουσα αύτή παράγραφος. Μάς παρουσιάζει τό πνεύμα, ή τόν έγκέφ αλο , σά νά π εριέχει μιά συλλογή φ ίλτρα έπιλογής πού έχουν σκοπό νά περικόβουν τ ’ άνεπιθύμητα σήματα τών γειτονικώ ν συχνοτήτων. Μ ερικά άπ’ αύτά όμως, δπως συμβαίνει και στή συνηθισμένη ραδιοφωνική λήψη, καταφ έρνουν και περνάν, παρα­ μορφωμένα.®

Ή «θεωρία τών φίλτρων», όπως θά μπορούσαμε νά τήν όνομάσουμε, ξεκ ιν ά ει στήν ούσία άπό τόν Henri Bergson κ ι’ έχ ει πολλούς όπαδούς άνάμεσα στούς συγγρα­ φ είς τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης. Στήν πραγματικότητα είναι μιά άπλή έπέκταση τών όσων γνω ρίζομε γύρω άπό τήν συνηθισμένη, κατ’ αίσθηση άντίληψη. Τ ά κύρια αίσθητήριά μας όργανα μοιάζουνε σά σ τενές σχισμές κι’ έπιτρέπουν τήν είσοδο μόνο σέ μιά πολύ περιορισμένη περιοχή συχνοτήτων ήλεκτρομαγνητικώ ν και ήχητικών κυμάτων. Ά λ λ ά και δσα περνάν είνα ι πολλά. Ή ζωή θά ήταν άδύνατη άν προσέχαμε τά έκατομμύρια τών έρεθισμώ ν πού βομβαρδίζουν τις αισθήσεις μας, αύτό τό «άνθισμένο και βοερό πλήθος τών αισθήσεων» τού W illiam Jam es. Γι’ αύτό τό νευρικό σύστημα καΐ κυρίως ό έγκέφ α λ ο ς άσχολούνται, Ιεραρχικά, μέ τό φιλτράρισμα και τήν ταξινόμηση τών τεχνασμάτων πού άπορρίπτουν οΐ αισθητή­ ριές μας ύποδοχές σάν άσχετους «θορύβους» καΐ διεργά ζο νται τήν σχετική πλη­ ροφορία γ ιά νά τήν παρουσιάσουν στή συνείδηση μ’ ένα εύπαρουσίαστο σχήμα. 'ψ \*α πολύ άνάλογο φαινόμενο είνα ι τό «κοκτέηλ πάρτυ - φαινόμενο» στό όποιο, μέσα στή γενική όχλαγω γία έμ είς ξεχω ρ ίζουμ ε μιά μονάχα φωνή. ’Ά ς συμπεράνομε λοιπόν ότι ένας άνάλογος μηχανισμός έ χ ε ι άναλάβει νά μάς προστατεύει άπό «τό άνθισμένο και βοερό πλήθος» τις εΙκόνες, τά μυνήματα, τις έντυπώσεις καί τά συγκλίνοντα περιστατικά πού βρίσκονται στό «ψυχο-μαγνητικό πεδίο» πού μάς τρ ιγ υ ρ ίζει. Κ ι’ έπειδή αύτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο

94


στήν προσπάθειά μας νά καταλάβομε γ ια τί τά παραφυσικά φαινόμενα έμφ ανίζονται μέ τόσο ά ν εξή γ η τες και τόσο α υθαίρετες μ ετα μφ ιέσ εις, άς μοϋ έπιτραπεΐ νά παραθέσω άκόμα λίγα άποσπάσματα. Κ ι’ άναφέρω αύτά πού έγ ρ α ψ ε ό ψ υχία­ τρος Jam es S. Hayes ατό The S cientist S peculates:* Πολύ καιρό αισθάνομαι δτι οΐ καθιερω μένες έρω τήσεις γύρω άπό τήν τηλεπ άθεια (Σ υ μ β α ίν ει, πράγματι; κι’ άν συμβαίνει πώς σ υ μ β α ίν ει;) είνα ι λιγώ τερο έπ ικοδομητικές άπό τήν έρώ τηση: «’Ά ν ύπάρχει τη λ ε­ πάθεια, τι τήν έμπ οδίζει νά ύπάρχει διαρκώς; Μ έ ποιό τρόπο άπομσνώνετα ι τό πνεύμα (ή ό έγ κ έφ α λ ο ς) άπό τή δυναμική διείσδυση τών ξένω ν έμπειριών;»9 Καί συνεχίζω πάλι μέ τόν S ir Cyril Burt: Ό άνθρωπος άντιλαμβάνεται φυσικά τό σύμπαν, ή μάλλον τό περιο­ ρισμένο τμήμα του μέ τό όποιο άναγκαστΓκά σ υ νεργά ζεται, σάν ένα κό­ σμο άπό ψ ηλαφητά άντικείμ ενα μετρίου μ εγέθο υς πού κινούνται, ύπακούοντας σ’ άπλούς μάλλον νόμους, μέ μιά μέτρια τα χύτη τα κάτω άπό δυνάμεις έπαφής (τή ν έλ ξη και τήν άπωση άπλών μηχανικών άλληλεπιδράσεω ν) μέσα σ’ ένα όρατό τρισδιάστατο σκεύος. Μ έχρι πρόσφατα, τήν ϊδ ια άκριβώς άντίληψ η ε ίχ ε κ ι’ ό έπιστήμσνας. Κριτήριό του γ ιά τήν άλήθεια... ήταν τού άπιστου θω μ ά : δ,τι βλέπουμε κι’ δ,τι άγγίζο υμ ε. Και μόνο ή ύπόθεση όμως ότι μπορούμε νά φ τιά ξο μ ε μιά σωστή καί λεπτομερή εικό­ να τού κόσμου πάνω σέ μιά τέτο ια βάση, είνα ι σά νά έχο μ ε τήν άξίωση ν ’ άναγνωρίσομε τήν Αιώ νια Πόλη όταν φθάσουμε έκεΐ, άπό ένα σχεδιά­ γραμμα πού έχο μ ε δ ει τών δρόμων της. «Τά άλογα» είπε ό άμαξάς στόν Tom Brown «πρέπει νά φοράνε πα­ ρωπίδες γ ιά νά βλέπουν μόνο όσα είνα ι μπροστά τους. Κ ι’ αύτό είναι και τό πιό σίγουρο γ ιά φ ουκαράδες σάν κι’ έμ ενα καί σάν κ ι’ έσένα.» Φ αίνεται δτι καί ή φύση βάδισε πάνω σ’ ένα παρόμοιο άχνάρι. Τά αίσθητήρια όργανά μας κι’ ό έγκέφ α λ ό ς μας λειτουργούν σάν περίπλοκα φ ίλ ­ τρα πού π εριορίζουν καΐ κατευθύνουν τις δ ιορατικές δυνάμεις τού μυα­ λού. Ή προσοχή μας έτσι, σέ φυσιολογικές συνθήκες συγκεντρώ νεται σ’ έκεϊνα μόνο τ ’ άντικείμ ενα ή τις καταστάσεις πού έχουν βιολογική σημασία γιά τήν έπιβίωση τού όργανισμού και τού εϊδους ... Φαίνεται ότι τό πνεύμα άπορρίπτει κατά κανόνα τις ιδ έες ένός άλλου πνεύματος μέ τόν ίδιο τρόπο πού άπορρίπτει τό σώμα τις μεταμοσχεύσεις πού προ­ έρχονται άπό ένα άλλο σώμα.’ ® Ό Burt άνακεφαλαιώ νει τις άπόψεις του θυμίζοντάς μας ότι ή σύγχρονη φ υ­ σική παραδέχεται τέσσερις τύπους άλληλεπιδράσεων (τ ις «Ισχυρές», τις «άσθενεϊς», τις ή λεκτρο μ αγνη τικές και τής β α ρ ύ τη τα ς), πού κάθε έ ν α ς : ύπακούει στούς δικούς του νόμους κ ι’ έχ ε ι νικήσει μέχρι σήμερα κάθε άπόπειρα άναγωγής του σ’ έναν άλλο τύπο. Κανένα προηγούμενο λοιπόν δέν μάς άποκλείει νά παραδεχθούμε ένα άκόμα σύστημα κι’ έναν άκόμα * I.J. Good (Λονδίνο, 1962).

95


τύπο άλληλεπίδρασης πού χ ρ ειά ζετα ι συοτηματική έρευνα. Νά δεχθούμε δηλαδή ένα ψ υχικό σύμπαν φ τια γμ ένο άπό φ αινόμενα κι’ όντότητες πού συνδέονται μέ αύτόνομες ψ υχικές άλληλεπιδράοεις. Α ύτό τό ψυχικό σύμπαν δ ιεισ δ ύει ατό φυσικό σύμπαν καί τό έπικαλύπτει μερικά, περίπου όπως άλληλοεπικαλύπτονται καί οί άλληλεπιδράοεις πού γνω ρίζομε σήμερα.”

Μπορεί, σ’ αύτό τό σημείο, νά δημιουργώ στόν άναγνώστη μου μιάν έντύπωση deja V U , μιά και είχ α ξαναμιλήσει νω ρίτερα (σελ. 82) γ ιά μιά άλλου τύπου «θεω­ ρία φίλτρου», σχετική μέ τήν ’ Ε ξέλ ιξη . Ά ν α φ έρ ο μ α ι στή νεο-Δ αρ6ινική θεω ρία σύμφωνα μέ τήν όποία τό κληρονομικό περιεχόμενο τών γενετήσιω ν κυττάρων προστατεύεται άπό τις έξω τερ ικ ές έπιδράσεις μ’ ενα άπαραθίαστο σχεδόν φ ρά γ­ μα. Τό «σχεδόν» ά να φ έρ ετα ι στις κοσμικές άκτίνες, στή βλαβερή θερμότητα και στά χημικά πού προξενούν μ ετα λ ά ξεις στά γ ο νίδ ια όταν περνάν τό φράγμα. Α ύ τές οΐ έξω τερ ικ ές έπιδράσεις είνα ι συνήθως βλαβερές, υπάρχουν όμως καί άβλαβεΐς έπιδράσεις. 'Η φύση δ ια λ έγ ει τΙς άβλαβεΐς άπό τις βλαβερές καί κάνει τή ρόδα τής έ ξ έ λ ιξ η ς νά γ υ ρ ίζει. ’Ά ν έξα ιρ έσ ο υμ ε όμως αύτή τήν περίπτωση, τό φράγμα έμπ οδίζει τά όποιαδήποτε έπ ίκτητα χαρακτηριστικά νά γίνουν κληρονομικά. 'Η θεω ρία τού Lam arck πού δ έχ ετα ι ότι τό παιδί κληρονομά τις ε ύ ερ γ ετικ ές βελτιώ ώσεις τού παρουσιαστικού ή τής Ικανότητας τών γονιών του άπορρίπτεται σάν άντιεπιστημονική πρόληψη. Α ύτό είνα ι τό νεο-Δ αρβινικό δόγμα. Κ ι’ όμως, ή λο γοτεχνία άνα φ έρ ει πάμπολλα φ αινόμενα πού άποδίδονται στήν έ ξ έ λ ιξ η καί ύπονοούν, έπίμονα, κάποιο Λαμαρκιανό παράγοντα. "Ε να άπλό παράδειγμα είνα ι τό πυκνό όέρμα πού έχουν τά πέλματά μας. "Αν αύτό τό δέρμα πύκνωνε όταν άρ χιζε νά περπατάει τό μωρό δέν θά ύπήρχε κανένα πρόβλημα. Τό μωρό όμως γ εν ν ιέτα ι μ’ αύτό. ’Έ χ ε ι κληρονομη­ θεί. Τήν ϊδια άμηχανία μάς προκαλούν οί κάλοι στά γόνατα τής νιογέννη τη ς γ κα ­ μήλας και τά δερμάτινα έξογκώ ματα, ένα μπρός ενα πίσω, πού χρησιμοποιεί ή στρουθοκάμηλος σάν καθίσματα. Κ ι’ αύτά, όπως τά πέλματά μας, ύπάρχουν στό έμβρυο. Είναι χαρακτηριστικά πού έχουν άναμφισβήτητα κληρονομηθεί. Τό δόγ­ μα όμως πού έπ ικρατεΐ μάς ζη τά νά πιστέψουμε ότι τά έξογκώ ματα πού ύπάρχουν σ’ έκ είν ες άκριβώς τις μ εριές πού τά χ ρ ειά ζετα ι τό ζώο, όφ είλονται στήν τύχη σάν τήν έμφάνιση τού σκαραβαίου στό παράθυρο τού Jung. Θά άρκούσε ν ’ άντι καταστήσου με τήν φράση Παρ’ Αίσθηση ’Α ντίληψ η μέ τήν φράση Κληρονομικότης ’Επίκτητων Χαρακτηριστικών γ ιά νά δούμε νά ξεπηδάν οί ίδ ιες άντιρρήσεις καί τά ίδια σχεδόν θεολογικά πάθη. 01 όπαδοΐ τού Lam arck αντιμετώπισαν τήν ίδια δυσκολία πού άντιμετώπισαν καί οί π αραψ υχολόγοι: Δ έν μπόρεσαν νά έπαναλάβουν ποτέ τό ίδιο άκριβώς πείραμα. Περιπτώσεις κληρονο­ μικότητας έπίκτητων χαρακτηριστικώ ν είνα ι σπάνιες στό βασίλειο τών ζώων καί τά φαινόμενά τους είνα ι πολύ ιδιότροπα. Ο ί φ αινομενικά άπλές περιπτώσε'ις της έρμηνεύονται μέ πολλούς διαφ ορετικούς τρόπους καί τελικά κατηγορούνται σάν άπάτες. Ο ί όπαδοΐ τού Lamarck πίστευαν άκλόνητα στά έπίκτητα χαρακτηριστικά δέν μπόρεσαν όμως ποτέ νά τά έξηγήσουν άκριβώς όπως καί οί παραψυχολόγοι δέν μπόρεσαν ποτέ νά έξηγήσ ουν τά φ αινόμενα τής παρ’ αίσθηση άντίληψης.

96


Φαίνεται ότι ο ϋτε οί όπαδοί τού Lam arck οϋτε οϊ παραψυχολόγοι πρόσεξαν ποτέ αύτόν τόν περίεργο παραλληλισμό. Δ έν τόν είδα ν ’ ά να φ έρ ετα ι σέ καμμιά τους φιλολογία. Μπορεί νά είνα ι άρκετή μιά αίρεση γ ιά τόν κάθε άνθρωπο. Ό Paul Kam m erer τις άσπαζόταν καί τΙς δυό. Φ αίνεται όμως πώς δέν ύποψιάστηκε οϋτε αύτός τή σχέση πού ύπήρχε άνάμεσά τους. ”Ας κάνομε άλλο ένα βήμα. Στό The Ghost in the M achine καί στό The Case of the M idw ife Toad άνάλυσα γ ιά ποιούς λ ίγ ο υ ς ή νεο-Δ αρβινική θεω ρία άπογοη τεύει όλο καί περισσότερο τούς σύγχρονους βιολόγους. Ο ί βιολόγοι πιστεύουν δτι ή θεω ρία δίνει ένα μέρος τής εικόνας όχι τήν είκόνα όλόκληρη. Υπ οστηρίζουν ότι ή έ ξ έ λ ιξ η τών ειδών είνα ι άποτέλεσμα ένός φάσματος αϊτιακών παραγόντων άπό τούς όποίους γνω ρίζομε μερικούς άλλά άγνοοΰμε τούς περισσότερους. Τόσο ή κληρονομικότης τού Δαρβίνου όσο καί μιά τροποποιημένη μορφή τής Λαμαρκιανής κληρονομικότητας θά μπορούσαν νά είνα ι δυό ά ντίθετο ι παράγοντες τού ϊδιου φάσματος, και νά έχουν, και οί δυό, ενα περιορισμένο πεδίο έφ αρμογής. 'Η Λαμαρκιανή κληρονομικότης θά ήταν ένα σχετικά σπάνιο φ αινόμενο γ ιά τόν ίδιο άκριβώς λόγο γ ιά τόν όποϊο είνα ι σπάνια και τά φ αινόμενα τής παρ’ αίσθηση άντίληψ ης, έπειδή ύπάρχει τό προστατευτικό φίλτρο. Α ύτό τό φίλτρο δέν θά ήταν τ ’ άπαραβίαστο φράγμα πού δ έχ ετα ι ή όρθόδοξη θεω ρία άλλά ένας μηχανισμός έπιλογής πού θά προστάτευε τό κληρονομικό ύλικό άπό τήν «άνθισμένη και βοερή» σύγχιση τών βιοχημικώ ν έπιδράσεων πού θά τίν α ζε δια φ ο ρ ετικά στόν άέρα τήν σταθερότητα καί τήν συ νέχεια τών ειδών. ’Ά ν ή κάθε προγονική έμπ ειρία άφ ηνε τά κληρονομικά της ίχνη ατούς άπογόνους, θά είχ α μ ε, άναπόφευκτα, ένα χάος σχημάτων κ ι’ ένα φρενοκομείο ένστίκτων. Α ύτό όμως δέν σημαίνει ότι θάπρεπε ν ’ άποκλεισθούν τελείω ς καΐ μ ερικές χρήσιμες προσαρμογές πού δουλεύτηκαν άπό γ εν ιά σέ γ εν ιά - τά έξο γκώ μα τα τής στρουθοκαμήλου παραδείγματος χάριν. Α ύ τές θά μπορούσαν νά περνάν μέ τόν καιρό άπό τό φ ίλτρο καί νά προξενούν τις άλλαγές τους στή χη μ εία τών είδών πού τις έκα νε κληρονομικές. Είναι μάλλον άπίθανο νά μήν έχ ε ι ή φ ιλογονία μνήμη. ‘Η βιοχη μ εία δέν τήν άπ οκλείει.* 'Η σχεδόν φανατική έπιμονή μέ τήν όποία τήν άποκλείουν δέν είνα ι παρά ένα άκόμα δείγμα δογματικής άδιαλλα ξία ς τών έπιστημονικών όρθοδοξιώ ν.

8 Θά πρέπει νά κάνουμε μιά τελ ευ τα ία έκδρομή στό χώρο τής φυσικής. Αύτή τή φορά όμως θά είνα ι μιά εύκολη, άπλή έκδρομή. Πάνω στό γραφ εΐο -ο κιά πού βρίσκεται μπροστά μου ύπάρχει ένα τασάκι-σκιά. Γιά τούς γνωστούς λόγους, είνα ι ένα πολύ πάγιο καί γερ ό άντικείμενο, ένα σωστό σύνολο χωρίς καθόλου κβαντικές άνοησίες. "Οταν όμως τό σηκώνω, αισθάνομαι τό βάρος του, πράγμα πού σημαίνει δτι ύπόκειται σέ μιά μάλλον μυστηριώδη έπίδραση πού όνομάζομε πεδίο βαρύτητας τής γής. Κ ι’ όταν τό σπρώχνω, μού άντισ τέκεται. Α ύτό ό φ είλ ετα ι καί στήν τριβή του άπάνω στό γ ρ α φ είο άλλά καΐ στήν άδράνειά του σά στερεό άντικείμενο. 'Η άδράνεια τώρα, σύμφωνα μέ τόν Πρώτο Νόμο τής Κίνησης τού Νεύτωνα, ό ρ ίζετα ι σάν τή τάση πού έ χ ε ι ένα σώμα νά διατη* "Ενας διακεκριμένος βιοχημικός, ό Καθηγητής Waddington, πρότεινε πριν άπό μερικά χρόνια ένα είδος πειράματος πού δείχνει δτι ή σημερινή βιοχημεία δέχεται παρόμοιες διεργασίες.

97


ρεϊ τήν κατάσταση τής ήρεμίας του ή τής όμαλής του κίνησης πρός μιά δεδομένη κατεύθυνση. "Αν δμως κρεμούσα τό τασάκι μου μέ μιά ψιλή κλωστή άπό τό ταβάνι καί τό μετέτρεπ α έτσι σ’ ένα είδο ς έκκ ρ εμ ές σάν τό έκκ ρ εμ ές τού Foucault πού βρίσκεται στούς Invalides στό Παρίσι, τό έπίπεδο ταλαντώσεών του δέ θά κρατοΰβε τή δεδομένη του κατεύθυνση, δπως άπαιτει ή άρχή τής άδράνειας, άλλά θά π εριστρεφόταν, άργά, συμπληρώνοντας ενα κύκλο σέ είκοσι τέσσ ερις ώρες. ’ Ε ξη ­ γούμε ότι αύτό ό φ είλ ετα ι στή περιστροφή τής γής καί Ισχυριζόμαστε δτι τό έκκρεμές-τασάκι διατήρησε, πραγματικά Τήν κατεύθυνσή του σέ σχέση μέ τούς άπλανεις άσ τέρες κ ι’ έτσι δλα είνα ι έν τά ξε ι. ’Α φού δμως κάθε κίνηση είνα ι σχε­ τική, έχο με δλο τό δικαίωμα νά θεω ρήσουμε τή γή σέ ήρεμία καΐ τούς άπλανεις νά π εριστρέφονται γύρω της - όπως πίστευαν κ ι’ οΐ άρχαϊοι. Κ ι’ άν είνα ι σωστή μιά τέτο ια ύπόθεση, τό τε μέ ποιά λογική καθορίζουν οΐ άπλανεις τήν κίνηση τού τασακιού μου καί δέν τήν καθορίζει ή γή πού είνα ι άπό κάτω το υ; Τό ϊδιο έπ ιχείρημα Ισχύει γ ιά τήν πλάτυνση τών πόλων τής γή ς, καί γ ιά τις δυνάμεις πού είναι γνω στές σάν δυνάμεις Coriolus κ ι’ έκτρέπουν τούς πύραυλους, τά τ ζ έ τ και τούς έποχιακούς άνεμους άπό τήν κατεύθυνση τής άδράνειάς τους. "Ο λ ’ αύτά φαίνονται σά νά λένε ότι ή περιστροφή τής γής είνα ι άπόλυτη και όχι σχετική. Πρώτος τόνισε αύτό τό παράδοξο ό ’Επίσκοπος τού B erkeley και τόν άκολούθησε ό Γερμανός Φυσικός Ernst M ach (άπό τό όνομα τού όποίου πήραν τό όνομά τους οΐ μονάδες τή ς ύπ ερηχητικής τα χ ύ τη τα ς ). Ό M ach είπε ότι έχο μ ε πραγμα­ τικά κάθε δικαίωμα νά θεω ρήσουμε τή γή σέ ήρεμία καί νά έρμηνεύσουμε τά φ α ι­ νόμενα πού άποδίδουμε στήν περιστροφή της σάν άποτελέσματα τών έπιδράσεων τών άπλανών καί τών γαλα ξιώ ν, τής μάζας δηλαδή τού σύμπαντος πού μάς περι­ βάλλει. Σύμφω να μ ’ αύτή τήν θεω ρία πού είνα ι γνωστή σάν Ά ρ χ ή του M ach, ή κα­ τεύθυνση τού έκκρεμούς τού Foucault κα θορ ίζετα ι άπό τό σύμπαν πού μάς περι­ βάλλει κι’ αύτό κυβερνά και τΙς δυνάμεις άδρανείας τής γής πού ε ύ θ ύ ν ο /τα ι γ ιά τήν πλάτυνση τών πόλων. Ό Einstein ένσ τερνίσ τηκε τήν ’Αρχή τού M ach καί Ισχυ­ ρίστηκε ότι ή άδράνεια τών γήινω ν σωμάτων δέν είνα ι ιιαρΰ. μιά άκόμα έκδήλωση βαρύτητας πού δέν ό φ είλ ετα ι δμως στ’ άσ τέρια άλλά στήν περιστροφή τους. Κ ι’ αύτή είνα ι ή θεω ρία πού παραδεχόμαστε σήμερα. Πώς τώρα ή περιστροφή τών άστρων προκαλεϊ τήν άδράνεια τού τασακιού μου μπορεί νά τό έρμηνεύσει ό κα­ θένας δπως αύτός θέλει. 'Η άδράνεια είνα ι τό πιό άπτό, τό πιό χειροπιαστό φαινόμενο τής καθημερι­ νής μας ύπαρξης. Τό συναντάμε κάθε φορά πού σηκώνομε ένα έπιπλο. Κ ι’ δμως, μόλις τελευ τα ία άποκαλύφθηκε ότι ή άντίσταση τού έπιπλου ό φ είλ ετα ι σέ συνθήκες πού προκαλούνται άπό τήν περιστροφή τού σύμπαντος γύρω μας. Π αρ’ δλο πού ό Bertrand Russell συμφωνούσε μέ τήν σχετικότητα τού Einstein δέν μπόρεσε νά μήν διαμαρτυρηθεϊ. Τό 1927 είπ ε: Μάς π ροτείνετε νά χρησιμοποιούμε τόν όρο «περιστροφή σέ σχέση μέ τούς άπλανεις» άντΐ γ ιά τόν δρο «άπόλυτος περιστροφή». Αύτό είναι βέβαια τυπικά σωστό, ή έπίδραση δμως πού άποδίδεται στούς άπλανεις άσ τέρες θυ μ ίζει άστρολογία και είνα ι έπιστημονικά άπίστευτη.’ ® Μ έ τό ϊδιο πνεύμα, ό W hitehead έ γ ρ α ψ ε : Είναι δύσκολο νά πάρει κανείς στά σοβαρά τήν πρόταση δτι τά φ α ι­

98


νόμενα τή ς καθημερινής ζωής πάνω οττή γή όφ είλονται στην έπίδραση τών άστεριών. Δ έν καταφέρνω νά πιστέψω δτι ένα μικρό άστεράκι γύρισε μέ τό τρεμόσβυσμά του τό έκκ ρ εμ ές τού Foucault στή Παρισινή "Ε κ θ ε­ ση τού 1851.’ ^ ’Α κόμα καί τό τασάκι μου είνα ι λοιπόν ενα σύνολο. Δ έν είναι μόνον ένα τασάκι-σκιά πάνω στό γραφ εϊο-σ κιά τού Eddington. Μ έ κάποιο τρόπο πού οΰτε ό Einstein ο ΰτε ό Mach άποπειράθηκε νά έρμηνεύσει αΐτιακά, ο1 ιδιό τη τες άδρανείας του συνδέονται μέ όλόκληρη τή μάζα τού σύμπαντος γύρω του. ”Ας ξαναθυμηθούμε τό άπόσπασμα πού παραθέσαμε νω ρίτερα κ ι’ άς τό άποκαλέσομε τασάκι-Μ ιραν­ τόλα; Κ ατ’ άρχήν ύπάρχει ή ένότητα τών πραγμάτων, σύμφωνα μέ τήν όποία κάθε πράγμα είνα ι ένα μέ τόν έαυτό του, έπιβεβαιώ νει τόν έαυτό του καί συμφω νεί μέ τόν έαυτό του. Μ ετά ύπάρχει ή ένότητα σύμφωνα μέ τήν όποία κάθε πλάσμα τα υ τίζετα ι μέ τ ’ άλλα πλάσματα κ ι’ όλα τά μέρη τού κόσμου συγκροτούν ένα κόσμο.’ ®

’Ακούσαμε τόσα Νόμπελ Φυσικής νά μάς πληροφορούν έν χορώ δτι ή ΰλη πέθανε, ή α ιτιό τη τα πέθανε, ό ντετερμινισ μός πέθανε. "Αν είνα ι έτσι, άς τούς κάνομε μιά άξιοπρεπή κηδεία κ ι’ άς τά θάψομε μ’ ένα ρέκβιεμ ήλεκτρονικής μουσικής. Καιρός είνα ι νά έπω φεληθούμε άπό τά μαθήματα τής μετα-μηχανιστικής έπιστήμης τού εικοστού αιώνα καί νά βγάλουμε τό ζουρλομανδύα πού φόρεσε ό ύλισμός τού δ έ­ κατου ένατου αιώνα στούς φιλοσοφικούς μας προσανατολισμούς. Τό παράδοξο είνα ι δτι άν είχαν παρακολουθήσει οΐ φιλοσοφικοί μας προσανατολισμοί τή σύγ­ χρονη έπιστήμη θά είχ α μ ε έλευθερ ω θεΐ άπό καιρό. Ειπώθηκε δτι ή έπιστήμη γνω ρ ίζει όλο και περισσότερα γ ιά δλο και λιγώ τερα. Α ύτό όμως ίσχύει μόνο γ ιά τ'ις διακλαδω τικές έξειδ ικ εύ σ εις . Θά μπορούσαμε νά πούμε δτι ή έπιστήμη γνω ρ ίζει δλο καί λιγώ τερα γ ιά δλο και περισσότερα, γ ιά τΙς περιπτώσεις τών συμπληρωματικών διεργασιών ένοποίησης ϋλης καί ένέρ γεια ς, σωμάτιου καί κύματος σ’ ένα έννοιολογικό δέλτα πού χύ ν ετα ι, μεγαλειώ ­ δες, σ’ ένα ώκεανό άφαίρεσης. Γιατ'ι όσο πιό συγκεκριμένη γ ίν ετα ι ή γνώση τής έπιστήμης τόσο πιό άφ ηρημένα γίνο νται τά σύμβολά της. Τό κυνήγι τού «κουάρκ» ά ρ χ ίζει νά θυ μ ίζει τούς μυστικιστές πού κυνηγούσαν τό σύννεφο τού άγνώστου. Ή έπιστήμη άπ οδεικνύεται τό λαμπρότερο έπ ίτευγμα τού άνθρώπου καί ή βασανιστικώτερη ήττα του. ’Έ χ ο υ μ ε γ ίν ει πολύ έξυπ νότεροι άπ’ όσο είμαστε στήν έποχή τού Pico della M irandola. Δ έν γ ίνα μ ε όμως καΐ πολύ πιό σοφοί καί δέν ξέρ ο υμ ε πολύ περισσό­ τερο άπ’ όσο ξέρ α μ ε καί τό τε τί σημαίνουν δλ’ αύτά. Ά φ ο ύ τ ’ άναγνω ρίζομε δμως, άς δ εχτούμε πιό άνεπ ιφύλακτα τά φαινόμενα πού μάς π εριτριγυρίζουν καί πού ή μονόπλευρη έμφαση στις φυσικές έπιστήμες μάς έκα νε ν ’ άγνοούμε. "Α ς αισθανθούμε τά ρεύματα πού φυσσάν μέσ’ άπό τίς ρωγμές τού αίτιακού συγκροτήματος. ”Ας προσέξομε κάπως περισσότερο τά συγκλίνοντα φαινόμενα. ”Ας συμπεριλάβομε τά παραφυσικά στήν έννοια τού φυσιο­

99


λογικού. Κ ι’ ΰς συνειδητοποήοουμε ότι μέχρι τώρα ζούσαμε στή «Χώρα των Τ υ ­ φλών». Μ ιά τέτο ια άλλαγή στην ένημέρωσή μας θά έχ ε ι βέβαια άνυπολόγιστες συνέπειες κ ι’ άκοΰμε μέ κατανόηση τή συνετή άνακοίνωση τού Κ αθηγητή Η.Η. Price πού μάς λ έει ότι «ή ψυχική έρ ευνα είνα ι ένας άπό τούς σημαντικώτερους κλάδους έρευνας πού άνέλαβε ποτέ νά κάνει άνθρώπινο μυαλό»’ ® ότι είνα ι πι­ θανόν νά «δείξει κάτω άπό ένα τελείω ς άλλο φώς τή φύση τής άνθρώπινης προσω­ πικότητας καΐ τή θέση της μέσα στό σύμπαν» κ ι’ ότι μέ τόν καιρό, «θά μπορούσε νά μεταμορφώσει όλόκληρο τό πνευματικό ύπόβαθρο πάνω στό όποιο στηρίζεται ό πολιτισμός μας».’ ^ Είναι πολύ βαρυσήμαντα λό για όταν προέρχονται άπό ένα Κ αθηγητή Φιλο­ σοφίας τής ’Ο ξφ όρδης πού δέν έχ ει καμμιά διάθεση νά μεγαλοποιήσει τά πράγ­ ματα. Προσπαθεί άπλώς νά έπιβάλλει άκαδημαϊκά τήν παραψυχολογία καί γ εν ικώτερα τή μελέτη των φαινομένω ν πού άποκάλεσα «συγκλίνοντα», νά τά κάνει έλκυστικώ τερα ατούς φ ο ιτη τές και νά τούς στρέψ ει πρός αύτή τήν κατεύθυνση τής έρευνας, εϊτ ε σάν μιά σταδιοδρομία ε ϊτ ε σάν μελέτη ένός θέματος πού τούς έν δ ια φ έρ ει. Κ ι’ ό δρόμος φ α ίνετα ι άνοιχτός άφού συγκεντρώ νει άπό τώρα όσους λαμπρούς έρ ευ νη τές προσελκύει και ή μελέτη τής συμπεριφοράς τών πσντικιών. Ή έπιστημονική φαντασία θεω ρεί βέβαιο δτι μέσα σ’ ένα όχι και τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα θά έπικοινωνούμε μ ετα ξύ μας τηλεπαθητικά και θά καθοδηγού­ με τήν ΰλη τηλεκινητικά. Καί ή έπιστημονική φαντασία έχ ει άπ οδειχθεΐ ένας έκπληκτικά ύπεύθυνος προφήτης. Μ ιά άλλη άγαπημένη της σκέψη είνα ι ότι τά νοήμονα πλάσματα τών άλλων πλανητών τού σύμπαντος έχουν προχωρήσει περισσό­ τερο άπό έμάς πρός αύτές τις κατευθύνσεις καί κατέχουν τις μεθόδους τους. Δ έν άποκλείεται νά μειονεκτοϋμε σ’ αύτό τόν ειδ ικό τομέα, όπως μειονεκτούμε καί σ’ άλλους. Τό μεγάλο σχήμα τή ς έ ξ έ λ ιξ η ς πρός άνώ τερες μορφές ένότητας μέσα στή ποικιλία, δέν άποκλείει ο ΰτε τά βιολογικά τέρ ατα ο ΰτε τις π αθολογικές περι­ πτώσεις. Δ έν βλέπω τό σύμπαν σάν ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα. Πρέπει νά ζήσουμε όμως μέσα σ’ αύτό και νά ζήσουμε δσο πιό καλά μπορούμε. Δ έν άπ οκλείεται νά μάς κα ταδικάζει ό περιορισμένος μας βιολογικός έξοπλισμός σ’ ένα ρόλο ήδονοβλεψ ία τής αιω νιότητας. "Ας ξεβουλώ σουμε τουλάχιστον όμως τήν κλειδαρότρυπα πού φ ρ ά ζει κ ι’ αύτήν άκόμα,τήν περιορισμένη μας θέα.

100


Παραπομπές I. т о ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΤΗΣ ПАР" ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ (σελ. 11-38) 1. Eysenck, (1957), σελ. 131. f. 2. Ίδιου, σελ. 108. 3. Naumov (1970), σελ. 54. 4. Χωρ. παρατιθ. τού Newsletter of the Parapsychology Foundation, Inc., Vol. 10, No. 6, November-December, 1963, and by Heywood (1967), σελ. 57-8. 5. Χωρ. παρατιθ. του Heywood (1967), σελ. 58. 6. Χωρ. παρατιθ. του Burt (1967), σελ. 75 η. 7. Weaver (1963), σελ. 361. 8. 20. VIII. 1970, σελ. 367. 9. Burt (1968), σελ. 59. 10. Weaver (1963), σελ. 267. 11. Ίδιου, σελ. 361-2. 12. Ίδιου, σελ. 361. 13. Proc. SPR, Vol. II, σελ. 189-200. 14. Proc. SPR, Vol. XXIX, Part LXXII, 23. II. 1916, σελ. 64. 15. Proc. SPR, Vol. XXXIV, Part XCII, December 1924, σελ. 212. 16. Murray (1952). 17. L. Rhine (1957), σελ. 131-2. 18. Broad (1949), σελ. 291-309. 19. L. Rhine (1957), σελ. 19. 19a. Ίδιου, σελ. 17. 20. Ίδιου, σελ. 19. 21. Ίδίου, σελ. 166. 22. Ίδιου, σελ. 166. 23. Schmidt (1969), σελ. 99. 24. Schmidt (1970), σελ. 175. 25. Ίδίου, σελ. 181. 26. “ ESP by any Other Name Would, Smell” , New Scientist, 20. VIII. 1970, σελ. 367. 2. H ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ (σελ. 39-61) 1. Oppenheimer (1966), σελ. 40. 2. Heisenberg (1969), σελ. 63-4, 115. 3. Russell (1927), σελ. 163, 165. 4. Χωρ. παρατιθ. τοΰ Burt (1967), σελ. 80. 5.Eddington (1928), introduction. 6. Χωρ. παρατιθ. τοΰ Heisenberg (1969), σελ. 101 et seq. 7. Heisenberg, op. cit., σελ. 113. 8. Χωρ. παρατιθ. τού Burt (1968), σελ. 36. 9. Pauli (1952), σελ. 164.10. Χωρ. παρατιθ. τού Hardy (1965), σελ. 256. 11. Burt (1967), σελ. 80. 12. Margenau (1967), σελ. 209. 13. Jeans (1937), σελ. 122 f. 14. Burt (1967), σελ. 80-1. 15. Gardner (1967), σελ. 240-1. 16. In Telephone Poles and Other Poems, 1963. 17. Firsoff (1967), σελ. 102-3. 18. Ίδίου, σελ. 105-6. 19. Gamow (1966), σελ. 132. 20. Ίδίου, σελ. 121-2. 21. 10. XI. 1956. 22. Reichenbach (1956). 23. Dobbs (1965), σελ. 261-2. 24. Margenau (1967), σελ. 217. 25. Χωρ. παρατιθ. τού Dobbs (1965), σελ. 303. 26. Dobbs (1965), σελ. 303 and 305. 27. Eccles (1953), σελ. 271-2. 28. Koestler (1945), σελ. 207. 29. Ίδίου, σελ. 227. 30, Eccles (1953), σελ. 276-7. 31. Ίδίου, σελ. 283-5. 32. Ίδίου, σελ. 279. 33. Firsoff (1967), σελ. 52. 34. Burt (1968), σελ. 34-5. 35. Dobbs (1965), σελ. 333. et seq. 36. Gamow (1966), σελ. 111 .

3. ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΣΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΟΤΗΣ (σελ. 62-76) 1. Jung (1960), σελ. 420. 2. Kammerer (1919), σελ. 25. 3. Ίδίου, σελ. 27. 4. Ίδίου, σελ. 24. 5. Ίδίου, σελ. 36. 6. Koestler (1971), Appendix I. 7. Kammerer (1919), σελ. 93. 8. Ίδίου, σελ. 165. 9. Ίδίου, σελ. 456. 10. Margenau (1967), σελ. 218. 11. Jung-Pauli (1952). 12. Ίδίου, σελ. 164. 13. Jung (1960), σελ. 317. 14. Jaff6 (1967), σελ. 264. 15. Jaff6, ed. (1963), σελ. 152. 16. Jung (1960), σελ. 318. 17. Moser (1950), σελ. 257. 18. Jung (1960), σελ. 438. 19. Ίδίου, σελ. 159. f. 20. Ίδίου, σελ. 318. 21. Ίδίου, σελ. 441. 22. Ίδίου, σελ. 511. 23. Ίδίου, σελ. 435. 24. Ίδίου, σελ. 445. 25. Ίδίου, σελ. 511. 26. Ίδίου, σελ. 436. 27. Ίδίου, σελ. 438. 28. Ίδίου, σελ. 440. 29. Ίδίου, σελ. 445-5. 30. Jaff6 (1967), σελ. 267. 31. Χωρ. παρατιθ. τοΰ LeShan (1969), σελ. 82. 32. Hook (1959). 33. Jung (1960), σελ. 514. 34. Ίδίου, σελ. 515. f. 35. Hardy (1965), σελ. 242. 4. ΙΑΝΟΣ (σελ. 77-87) 1. Pico della Mirandola (1557), σελ. 40. f. 2. Kepler (1609), cap. 28. 3. Ίδίου, 4. Schopenhauer (1850), σελ. 219. 5. Ίδίου, σελ. 224. 6. Ίδίου, σελ. 225. 7. Koestler (1964), σελ. 228. 8. Whitehead (1934), σελ. 181. 9. Koestler (1968), σελ. 260.10. Bleibtreu (1968), σελ. 215-19.11. ν. Berfalanffy (1952), σελ. 112.12. Koestler (1967), σελ. 190-2, 242. 5. Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ (σελ. 88-100) 1. Grey Walter (1969), σελ. 37. 2. Grey Walter (1969). 3. Haynes (1970), σελ. 364.4. Black (1969). 5. Margenau (1967), σελ. 223-4. 6. Broad (1949), σελ. 291-309. 7. Χωρ. παρατιθ. τού Dobbs (1967), σελ. 239. 8. Dobbs (1967), σελ. 239. 9. Hayes (1962), σελ. 161. 10. Burt (1968), σελ. 50, 58-9. 11. Burt (1962), σελ. 86. 12. Waddington (1957), σελ. 180 seq. 13. Χωρ. παρατιθ. τοΰ Sciama (1959), σελ. 99. 14. Ίδίου. 15. Pico della Mirandola (1557), σελ. 40. f. 16. Price (1949), σελ. 105-13.17. Heywood (1959), σελ. 212.

103


BIBLIOGRAPHY ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ BALFOUR, the Countess of, Proc. SPR., Vol. 52, Part 189, February 1960. BATEMAN, F. See Soal, S.G. BELOFF, J., and EVANS, L , J. of the SPR., 1961, 4 J, 41-6. von BERTALANFFY, L . Problems of Life. New York, 1952. BIRCHALL, J. See Guthrie. M. BLACK, S., Mmrf and Body. London, 1969. BLEIBTREU, J., The Parable of the Beast. New York, 1968. BOHM, D., Quantum Theory. London, 1951. BRIER, R. See Rhine, J.B. (1968). BROAD, C.D., Philosophy, Vol. XXIV, 1949, pp. 291-309. ------ Lectures on Psychical Research. London, 1962. ------ J. of SPR, December, 1970. BROWN, G. Spencer, "Statistical Significance in Psychical Research” , Nature, July 25, 1953. ------ Probability and Scientific Inference. London 1957. BURT, Sir Cyril, in The Scientist Speculates — An Anthology of Partly Baked Ideas. See Good, I.J., ed. ------ “ Psychology and Parapsychology” in Science and ESP. See Smythies, J.R., ed. ------ Psychology and Psychical Research. The Seventeenth Frederick W.H. Myers Memorial Lecture. London; SPR, 1968. CARINGTON, W., Telepathy. London, 1945. CHAUVIN, R., and Genthon, J., Zeitschrift fu r Parapsychologie und Grenzgebiete der Psycho/og/e, 1965, 8, 140-7. CUMMINGS, Geraldine, Swan on a Black Sea. London: 1st ed. 1965; 2nd ed. 1970. DOBBS, A., Proc. SPR, Vol. 57, Part 197, August 1965. ------ "The Feasibility of a Physical Theory of ESP” in Science and ESP. See Smythies, J.R., ed. ECCLES, Sir John, The Neurophysiological Basis o f Mind. Oxford, 1953. EDDINGTON, A.S., The Nature of the Physical World. Cambridge, 1928. ------ The Philosophy of Physical Science. Cambridge, 1939. EVANS, L. See Beloff, J. EYSENCK, H. J., Sense and Nonsense in Psychology. Penguin, 1957. FIRSOFF, V.A., Life, Mind and Galaxies. Edinburgh and London, 1967. FISK, G.W., and West, D.J., “ Psychokinetic Experiments with a Single Subject” , Newsletter of the Parapsychology Foundation, Inc., Nov.-Dee., 1957. Fraser, J.T., ed.. The Voices of Time. London, 1968. FREUD, S., “ Psychoanalysis and Telepathy", Gesammelte Werke, Vol. XVII. London, 1941. FURTH, H.P., New Yorker, November 10,1956. GAMOW, G., Thirty Years That Shook Physics. New York, 1966. GARDNER, М., The Ambidextrous Universe. London, 1967. GENTHON, J. See Chauvin, R. GOOD, I.J., ed. The Scientist Speculates — An Anthology of Partly Baked Ideas. London, 1962. GREY WALTER, W., Observations on Man, His Frame, His Duty and His Expectations. Cam­ bridge, 1969. ------ ТЛе fvofced Pofen(/a/s (ed. Wm. Cobb and C. Morocutt). Elsevier, 1967. GUERNEY, E., MYERS, F. W. H., and PODMORE, F., Phantasms of the Living. London, 1886. GUTHRIE, М., and BIRCHALL, J., Proc. SPR., Vol. II, pp. 24-42, and Vol. Ill, pp. 424-52. HANSEL, C.E.М., ESP; A Scientific Evaluation. London, 1966. HARDY, Sir Alister, The Living Stream. London, 1965. HAYES, J.S., in The Scientist Speculates — An Anthology of Partly Baked Ideas. See Good, I.J., ed.

105


HAYNES, Репёе, The Hidden Springs. London, 1961. ------ J. ofSPR., Vol. XLV, No. 745, September 1970. HEISENBERG, W .,D er7e/7und das Ganze. Miinchen. 1969. HEYWOOD, Rosalind, The Sixth Sense. London1959. ------ “ Notes on Changing Mental Climates and Research into ESP” in Science and ESP. See Smythies, J.R., ed. HOOK, S., “ Conscience and Consciousness in Japan", Commentary, January 1959. JAFFE, A., J., ed.. Memories, Dreams, Reflections by C.G. Jung. London, 1963. ------ “ C.G. Jung and Parapsychology” in Science and ESP. See Smythies, J.R., ed. JEANS, S ir James, The Mysterious Universe. Cambridge, 1937. JUNG, C.G., Preface to German ed. of S.E. White, Das Uneingeschranlde Weitall. Zurich, 1948. ------ “ Synchronlzitat als ein Prinzip akausaler Zusammenhange” in Jung-Pauli, Naturerklarung und Psyche, studien aus dem C.G. Jung-lnstitut, Zurich, IV, 1952. See also Pauli, W. ------ The Structure and Dynamics of the Psyche, Collected Works, Vol. VIII. Tr. Hull, R.F.C. London. 1960. ------ Memories, Dreams, Reflections by C.G. Jung. See Jaff6, A., ed. KAMfHERER, Paul, Das Gesetz der Serie. Deutsche Verlags-Anstalt Stuttgart-Berlin, 1919. KEPLER, J., De Stella Nova, 1609. Opera Omnia, ed. Ch. Frisch. Frankofurti et Erlangae, 1858-1871. KOESTLER, A., The Yogi and the Commissar. London, 1945. — Insight and Outlook. London, 1949. ------ The Sleepwalkers. London, 1959. ------ The Act of Creation. London, 1964. ------- The Lotus and the Robot. London, 1960. ------ The Ghost in the Machine. London, 1967. ------ Drinkers of Infinity. London, 1968. ------ The Case of the Midwife Toad. London, 1971. ------- and SMYTHIES, J. R., ed. Beyond Reductionism— New Perspectives in the Life Sciences. The Alpbach Symposium. London, 1969. KRIPPNER, S., and ULLMAN, М., Proc. Rarapsychological Association, No. 5,1968. LESHANN, L., J. of Transpersonal Psychology. Autumn, 1969. LODGE, S irO ., Proc. SPR., Vol. II, pp. 189-200. MARGENAU, H., “ ESP In the Framework of Modern Science” in Science and ESP. See Smy­ thies, J.R., ed. della MIRANDOLA, Pico, Opera Omnia. Basle, 1557. MOSER, F., Spuk. Baden bei Zurich, 1950. MURRAY, G., “ Presidential Address” , proc. SPR., Vol. XLIX, Part 181, November 1952. Re­ printed in Science and ESP— see Smythies, J.R., ed. MYERS, F. W.H. See Guerney, E. NAUMOV, E.K., J. of Paraphysics, Vol. IV, No. 2,1970. OPPENHEIMER, J.R., Science and the Human Understanding. New York, 1966. PAULI, W., “ Der Einfluss Archetypischer Vorstellungen auf die Bildung Naturwissenschaftlicher Theorien bei Kepler” in Jung-Pauli^ Naturerklarung und Psyche. See Jung, 1952. PODMORE, F. See Guerney. E. PRATT, J.G. See Rhine, J.B., 1957. PRICE, H.H., H ibbertJ., Vol. XLVII, pp. 105-13, 1949. ------ Psychical Research and Human Personality” in Science and ESP. See Smythies, J.R., ed. PRZIBRAM, H., “ Paul Kammerer als Biologe” . Monistische Monatshefte, November 1926. REICHENBACH, H.. The Direction of Time. California and Cambridge, 1956. RHINE, J.B., The Reach of the Mind. New York, 1947. ------ and PRATT, J.G., Parapsychology-Frontier Science of the Mind. Springfield, III., .ΐΰό. ------ and BRIER, R.. Parapsycholopy Today. Durham, N.C., 1968.

106

^

; j

’ ^

■ ■, ‘

:


RHINE, L„ ESP in Life and Lab. London, 1957. Hidden Channels of the Mind. London, 1961. RUSSELL, B., An Outline of Philosophy. London, 1927. SCHMEIDLER, Gertrude, Estra-Sensory Perception. Atherton Press, 1969. SCHMIDT, H., J. of Parapsychology, Vol. XXXIIl, No. 2, June 1969. ------ J. of Parapsychology, Vol. XXXIIl, No. 4, December 1969a. ------ J. of Parapsychology, Vol. XXXIV, No. 3, September 1970. ------ J. of Parapsychology, Vol. XXXIV, No. 4, December 1970a. ------ New Scientist, June 24,1971. SCHOPENHAUER, A.. Samtliche Werke, Vol. VIII. Stuttgart, 1850. SCIAMA, D.W., The Unity of the Universe. London, 1959. SIDGWICK, Mrs. Henry, Proc. SPR., Vol. XXXIV, Part XCII, December 1924, p. 212. SINCLAIR, U., hAental Radio. Foreword by Albert Einstein. Springfield, Illinois, 1930. SMYTHIES, J.R., ed.. Science and ESP. London, 1967. ------ See Koestler (1969). SOAL, S.G., and BATEMAN, F., Modern Experiments in Telepathy. London, 1954. THOMSON, Sir G., Nature, Vol. 187, pp. 837-41, 1960. THOULESS, R.H., and WIESNER, B.P., Proc. SPR., Vol. XLVIII, pp. 177-96. ------ J. of Parapsychology, Mo\. XII, pp. 192-212. TYRRELL, G.N.M., The Personality of Man Penguin, 1947. ULLMAN, M. See Krippner, S. UPDIKE, J., “ Cosmic Gall” in Telephone Poles and Other Poems. New York, 1963. VERRALL, Mrs. A. W., Proc. Vol. XXIX, Part LXXII, 23.11 1916, p. 64. WADDINGTON, C.H., The Strategy of the Genes. London, 1957. WEAVER, W., Lady Luck and the Theory of Probability. New York, 1963. WELLS, H.G., The Country of the Blind. London, 1911. WEST, D.J. See Fisk, G. W. WHITEHEAD, A. N., Nature and Life. Cambridge, 1934. WHITROW, G. J., “ Time and the Universe” in The Voices of Time. See Fraser, J. Т., ed. WIESNER, B.P. See Thouless, R. H. --------------

107


Δεύτερη έκδοση Γεννάρης τού 1976

Τό έργο τοΟ Arthur Koestler ‘Ό Ι Ρ ίζες τής Σύμπτω­ σης” κυκλοφόρησε τό Νοέμβρη τοΰ 1974 γ ιά τις ’ Εκ­ δόσεις I. Χατζηνικολή σέ 2000 άντίτυπα. Σ το ιχ ειο θετήθηκε καί τυπώθηκε στό ’Αθηναϊκό Κέντρο ’Εκδό­ σεων, Α .Ε ., Στρατ. Συνδέσμου 24 καί β ιθλιοδετήθηκε άπό τόν Β. Παλούμπη, Σουρή 17, Π εριστέρι.

Κ Ε Ν Τ Ρ ΙΚ Η Δ ΙΑ Θ Ε Σ Η ΑΘ Η ΝΩ Ν I. Χατζηνικολή, Π λουτάρχου 10, τηλ. 743-297 καί Βιβλιοπωλείο Τ Ο Π Ε Ρ ΙΠ Τ Ε Ρ Ο Θ εμιστοκλέους 55, τηλ. 3248896 Κ Ε Ν Τ Ρ ΙΚ Η Δ ΙΑ Θ Ε Σ Η Θ Ε Σ Σ Α Λ Ο Ν ΙΚ Η Σ Ε .Δ . Τ Α Κ Α Σ , Βασ. Σο φ ία ς 38, τηλ. 265.708

C opyright γιά τήν Ε λ λ η ν ικ ή γλώσσα Ι.Δ. Χ Α Τ Ζ Η Ν ΙΚ Ο Λ Η

Κάθε γνήσιο άντίτυπο ύπ ογράφεται ^ π ό Jήv μεταφράστρια — έκδότρια


Ή τηλεπάθεια, ή πρόγνωση, ή διορατικότης, «τ’ άδιανόητα» αύτά «φαινόμενα τής παρ’ αϊσθηαη άντίληψης, φαίνονται λιγώ τερο παράδοξα δταν φ ω τίζονται άπό τις άδιανόητες προτάσεις τής μο­ ντέρνας φυσικής». . ■ Αύτό είναι τό θέμα τοΰ βιβλίου. ’Αναζητώντας μιά ύστατη Ενότητα? παραδεκτή άπό τόν φυσικό, •τον μυστικιστή ι<σΓτόν παραψυχολόγο, ό Koestler μάς παίρνει μαζύ του σ’ ένα φανταστικό τα ξίδ ι στή Χώρα των έϊαυμάτων τής σύγχρονης έπιστήμης. ’Ά ς άναζητήσουμε μαζύ του τήν «παγκόσμια συναιώρηση των πραγμάτων καΐ τήν κυοφορία τους σε μιά παγκόσμια μήτρα» σε χώρους ύπο-άτομικούς καί ύπερ-γαλαξιακούς, σε πεδία «τόσο άραχνοΰφαντα, δσό' μπορεί νά είνα ι ή τετραγω νική ρίζα μιάς πιθανότητας». (

«"Ενα 6ι6λίο πού θά έπρεπε νά διαβάσει ό περισ­ σότερος κόσμος» — Boston Globe «Π ροσεγγίζει τά σημαντικώτερα στοιχεία τής έπι­ στήμης και τής φιλοσοφίας τοΰ καιροΰ μας με προ­ βλήματα πού μέχρι σήμερα δεν είχαν θέση σε κα­ νένα κόσμο» ,, — Los Angeles Time ■.

V

. . . . Κι’ άκόμα Ιδιαίτερη έντύπωση μοΰ έκανε τό βιβλίο τού ’Ά ρθουρ Καϊσλερ «01 Ρίζες τής Σύμ­ πτωσης» (μετάφρ. I. Χ ατζηνικολή) , μιά συναρπα­ στική εισαγωγή στήν παραψυχολογία μέ άναφορές στή σύγχρονη Φυσική (Διαβάζω τώρα τοΰ ϊδιου συγγραφέα τούς «Υπνοβάτες » ) . . . , Τάσος Λιγνάδης «Τά καλύτερα βιβλία πού διάβασα τό 1975» Βήμα, Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 1975

τογρα φ Ιαίξω φ ύΜ ου Κ. Σ π ^ π ο υ λ ο ς

ΚΑΙΣΛΕΡ ΑΡΘΟΥΡ - ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΤΩΣΗΣ  
ΚΑΙΣΛΕΡ ΑΡΘΟΥΡ - ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΤΩΣΗΣ  
Advertisement