Issuu on Google+

Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Σ. Γκιργκένης

ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Θεσσαλονίκη 2014

©Σταύρος Γκιργκένης


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

1.ΘΡΑΚΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Mετά την ανακάλυψη αρκετών επιγραφών στη θρακική γλώσσα γίνεται όλο και περισσότερο κατανοητό ότι η στενότερη συγγενής της Θρακικής δεν είναι άλλη από την Ελληνική. Μάλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο όρος «ελληνικές γλώσσες», για να χαρακτηρίσει μια σειρά γλωσσών όπως η Παιονική (ίσως στην πραγματικότητα να πρόκειται για μια βορειοδυτική ελληνική διάλεκτο, όπως η Μακεδονική), η Θρακική, η Μεσσαπική (στη νότια Ιταλία) και η Φρυγική (στη Μικρά Ασία). Φαίνεται ότι όλες αυτές οι γλώσσες προέκυψαν από ένα παλαιοβαλκανικό διαλεκτικό συνεχές, στο οποίο οι νότιες διάλεκτοι απετέλεσαν την καθαυτό Ελληνική και οι βόρειες τις υπόλοιπες γλώσσες, με τη μακεδονική διάλεκτο να κατέχει ρόλο συνδέσμου. Οι Φρύγες μετακινήθηκαν στη Μικρά Ασία και οι Μεσσάπιοι στη Νότια Ιταλία. Τη στενή συγγένεια Θρακικής και Ελληνικής αναδεικνύουν πρόσφατες επιγραφές από ναό του Απόλλωνα στην περιοχή της Ζώνης/Σαμοθράκης. Στηρίζομαι στο άρθρο του C. Brixhe (Zôné et Samothrace: lueurs sur la langue thrace et nouveau chapitre de la grammaire comparée?), κατεξοχήν ειδικού στα θέματα των παλαιοβαλκανικών γλωσσών. Ο Brixhe πιστεύει ότι η Ελληνική, η Θρακική και η Φρυγική θα μπορούσαν να είναι τόσο συγγενικές, όσο είναι λ.χ. η Ρουμάνικη με την Πορτογαλική. Πρόκειται για αφιερώσεις στον Απόλλωνα, ο οποίος καταγράφεται με τον τύπο ΑΒΟΛΟ. Ο τύπος αντιστοιχεί στην τυπική δοτική Ἀπόλλωνι (για τον Απόλλωνα). Στην Ελληνική, ωστόσο, υπήρχε και δεύτερος τύπος του ονόματος του

θεού,

χωρίς

την

επέκταση

-ν-,

όπως

φανερώνεται

από

τους


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

τύπους Ἀπόλλω, Ἀπέλλω που τους βρίσκουμε λ.χ. στην Αττική, τη Λακωνία ή τη Θήρα (πβ. και το ζεύγος Ποσειδῶνα και Ποσειδῶ). Ο θρακικός τύπος πρέπει να αντιστοιχεί σε Ἀβόλω < Αβόλωι, με μακρό -ο (=ω) στο τέλος, επειδή α) σε άλλες θρακικές επιγραφές το άτονο βραχύ -ο μετατρέπεται σε -ε, πράγμα που δεν συμβαίνει εδώ, και β) επειδή και σε άλλους θρακικούς τύπους το δεύτερο στοιχείο της διφθόγγου εκπίπτει (π.χ. καιε / καε βλ. παρακ.). Ο τύπος παρουσιάζει και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία: απλοποίηση του διπλού (λλ) σε απλό (λ), που όμως μπορεί να αποτελεί μόνο ορθογραφική σύμβαση, αφού συμβαίνει συχνά και στις αρχαϊκές ελληνικές επιγραφές. Και μετατροπή του άφωνου κλειστού (π) σε ηχηρό κλειστό (b). Η δεύτερη φωνητική μεταβολή φαίνεται να αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο του βορειοελλαδικού χώρου, αφού εμφανίζεται και στη μακεδονική διάλεκτο (π.χ. Διγαία αντί Δικαία, επίθετο της Άρτεμης). Σε επιγραφές από το χώρο της Θράκης πβ. τα θρακικά ανθρωπωνύμια σε -τοκος (Σάδοκος και Σάτοκος, Αμάδοκος και Αμάτοκος). Πβ. επίσης Σιτάλκης και Σιδάλκης. Ο Απόλλων χαρακτηρίζεται με το επίθετο ΥΝΕΣΟ, το οποίο ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός είναι επίσης στη δοτική. Σε ορισμένες επιγραφές απαντά μόνο του (χωρίς το θεωνύμιο), προφανώς ως λατρευτικός τίτλος. Ο Brixhe υποθέτει ότι αντιπροσωπεύει ένα επίθετο που στα Ελληνικά θα αντιστοιχούσε σε *ὄνησος < ὄνίνημι = ωφελώ, βοηθώ. Απαντά ως ανθρωπωνύμιο

Ὄνησος

/

Ὄνασος.

Θα

ισοδυναμούσε

με

το

συνηθέστερο ὀνήσιμος. Το αρχικό ο- κλείνει σε υ-, προφορά ου. Πβ. στην Ελληνική λ.χ. την παραλλαγή ἀπό και ἀπύ. Ακολουθεί στη μία επιγραφή το όνομα αυτού που έκανε την αφιέρωση σε ονομαστική: ΑΠΟΛΟΔΟΡΕ. Πρόκειται για το αντίστοιχο του Ἀπολλόδωρος.


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Παρατηρούμε έκπτωση του τελικού -ς. Το σύνολο των επιγραφικών θρακικών μαρτυριών μαρτυρεί έκπτωση των τελικών συμφώνων, όπως και στην Ελληνική. Μόνο που στην Ελληνική κατάφεραν να επιβιώσουν τα -ρ, -ν, -ς, ενώ στην πορεία προς τη Νέα Ελληνική ως τελικά σύμφωνα απέμειναν μόνο το -ς και το -ν (στην πράξη μόνο στις ρηματικές καταλήξεις, π.χ. έλυσαν). Η τροπή του ο σε ε μαρτυρείται στο βόρειο χώρο στη Θεσσαλική (Ιστιαιώτιδα): λ.χ. επιγραφικό Κλίανδρες αντί Κλέανδρος,1 όπου παρατηρούμε και το κλείσιμο του ε σε ι, αντίστοιχο του κλεισίματος του ο σε υ στη Θράκη. Πβ. στη Θάσο Διεσκορᾶς αντί Διοσκορᾶς. Οι επιγραφές κλείνουν με τον ρηματικό τύπο ΚΑΙΕ/ΚΑΕ. Αντιστοιχεί στο ελληνικό ρήμα καίω και πρέπει να πρόκειται για γ΄ ενικό παρελθοντικού χρόνου (ελληνικό αντίστοιχο ἔκαιε ή ἔκαυσε). Παρατηρείται πάλι η τάση απώλειας του δεύτερου στοιχείου της διφθόγγου και η απώλεια των τελικών συμφώνων, όπως και στην Ελληνική: ἔλυε < *ἔλυετ (για το -τ, πβ. μέση φωνή ἐλύετο). Το ρήμα στη Θρακική παρουσιάζεται αναύξητο. Πβ. τους πολυάριθμους αναύξητους τύπους στον Όμηρο, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση και στην Ελληνική για καιρό ήταν προαιρετική, μέχρι να οριστικοποιηθεί η χρήση της. Το ρήμα στη Θρακική πρέπει να υπέστη μια διεύρυνση της σημασίας του από το «καίω (προσφορές)» γενικά στο «θυσιάζω, προσφέρω». Πβ. την ανάλογη σημασιολογική εξέλιξη του ελληνικού θύω (καίω θυμιάματα) στο «θυσιάζω, προσφέρω στον θεό» και τη χρήση του ἀνέθυσε (< ἀναθύω) στην θέση του ἀνέθηκε (< ἀνατίθημι, προσφέρω, αφιερώνω) σε ελληνικές επιγραφές.

Το αρχικό Κλί- (= Κλέ-) του θεσσαλικού τύπου μαρτυρά κλείσιμο του ε σε ι, που παρατηρείται στο θρακικό επιγραφικό υλικό στην θρακική εναλλαγή λε/λι. 1


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΙΟΝΙΚΗ

Οι Παίονες αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα. Ο Όμηρος τους τοποθετούσε στον ποταμό Αξιό και την περιοχή της Αμυδώνος (Β 848-50, Π 18788). Ο Ηρόδοτος τους συνέδεε με τον ποταμό Στρυμόνα και τους Φρύγες (5.13). Ο Στράβων (7. απ. 37) τους συνέδεε επίσης με τους Φρύγες, αλλά και με τους Θράκες (7. απ. 11), μολονότι ο Ηρόδοτος (8. 185) και ο Θουκυδίδης (2.98) τους διαχώριζαν από τους δεύτερους. Ο Παυσανίας (5.1.3-5) παραδίδει μια γενεαλογία που ενσωματώνει βαθιά τους Παίονες στον ελληνικό κόσμο, αφού ο γενάρχης τους, ο Ενδυμίων, έχει διασυνδέσεις με τον Αμφικτύωνα και θεωρείται ταυτόχρονα γενάρχης των Παιόνων, των Επειών στην Ηλεία και των Αιτωλών, ενώ συνδέεται και με τον Αρκάδα. Σύμφωνα με την παράδοση που μεταφέρει ο Παυσανίας, ο Παίων έφυγε από την Αιτωλία και τον πατέρα του Ενδυμίωνα και εγκαταστάθηκε πέρα από τον Αξιό. Ό,τι πενιχρό έχει διασωθεί από την παιονική γλώσσα την συνδέει στενά με την Ελληνική. Ως παιονικές λέξεις παραδίδονται από τους αρχαίους συγγραφείς οι εξής: μόνωψ ή μόναπος (είδος ταύρου), τίλων (είδος ψαριοὔ), πάπραξ (είδος ψαριού).Ονόματα ανθρώπων: Άγις, Πατραός, Λύκπειος, Αυδολέων, Ευπόλεμος, Αρίστων. Τοπωνύμια: Πόντος, Βυλάζωρα, Άστιβος (απάτητος), Ιδομένη (πβ. Ιδομενεύς), Στόβοι (πβ. στείβω, στίβος, άστιβος, στοιβή κ.τ.λ.), Δύσορον (όνομα βουνού, πβ. δυσ- και όρος =δύσβατο βουνό). Θεωνύμια: Δύαλος (=Διόνυσος). Μια από τις φυλές τους ονομαζόταν Αγριάνες (< αγρός). Η πρωτεύουσά τους ονομαζόταν Αμυδών ή Αβυδών. Η διπλή παραλλαγή παραπέμπει σε τύπο *Αμβυδών και πιθανή ετυμολόγηση από ἀμβί (παραλλαγή του ἀμφί, με ηχηρό


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

αντί δασύ, όπως στη μακεδονική διάλεκτο, Φίλιππος-Βίλιππος, ΦερενίκηΒερενίκα και βλέπε παραπάνω Βυλάζωρα = Φυλάζωρα;) και ύδων (πβ. ὕδωρ)= και από τις δύο πλευρές του νερού, ποταμού. Πβ. Καλυδών (=με τα καλά νερά). Άλλα παιονικά εθνωνύμια: Δόβηρες, Λαιαῖοι (ίσως από το λαιός ή το λαός;), Σιροπαίονες, Παιόπλαι. Το αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν οι Παίονες ήταν το ελληνικό, όπως φαίνεται από τις ελάχιστες επιγραφές και χαράγματα που έχουν σωθεί. Από την πόλη

Βυλάζωρα

έχει

ανασκαφεί

ελληνιστικός

κάνθαρος

με

την

προστακτική πίει (πιες) και μια πρόσφατη (2011) θραυσματική επιγραφή που φαίνεται να περιέχει τις λέξεις ΟΥΡΟΣ (όρος ή όριο) και ΙΡΟΣ (ιερός). Η απόδοση «όριο» φαίνεται πιο πιθανή, επειδή η πέτρα πάνω στην οποία βρέθηκε η επιγραφή μοιάζει να ήταν λίθος-ορόσημο και να αποτελούσε τμήμα εισόδου ή πύλης

σε

κάποιον

ιερό

χώρο. Για

την

βλ. https://www.academia.edu/6546369/A_Paionian_Inscription_from_the_Bylazora_Acropolis

επιγραφή


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΦΡΥΓΙΚΗ

Ιστορικά η Φρυγία καταλάμβανε στα δυτικά το έδαφος μεταξύ του άνω ρου των ποταμών Ρυνδάκου και Μαιάνδρου και του ποταμού Άλυος και της λίμνης Τάττα στα ανατολικά μικρασιατικά εδάφη. Νότια και νοτιοανατολικά γείτονας ήταν η Ασσυρία και η περιοχή της Κιλικίας. Πρωτεύουσα της Φρυγίας έγινε το Γόρδιο και λατρευτικό κέντρο της ο Πεσσινούς. Η μεγαλύτερη άνθηση του φρυγικού κράτους συνδέθηκε με τον βασιλιά Μίδα, όταν επεκτάθηκε στην Κιλικία, ακόμη και στη Συρία. Το 709 π.Χ. ο Μίδας σύναψε ειρήνη με το βασιλιά των Ασσυρίων Σαργών Β΄ και ξεκίνησε την εκστρατεία του στη Λυδία. Το τέλος της εδαφικής επέκτασης της Φρυγίας προκλήθηκε από την εισβολή των Κιμμερίων από τις στέπες βόρεια του Εύξεινου Πόντου στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Αργότερα η Φρυγία έγινε μέρος της Λυδίας. Από τον 6ο αι. π.Χ. και τα δύο κράτη ελέγχονταν από την Περσία. Από τον 4ο αι. π.Χ. ο Μ. Αλέξανδρος ξεκίνησε τη διαδικασία εξελληνισμού της Φρυγίας. Από τις αρχές του 3ου αι. η Φρυγία καταλαμβάνεται από Κέλτες εισβολείς, τους Γαλάτες. Στο 117 π.Χ. η Φρυγία έγινε μέρος της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας. Ο ισχυρότερος βασιλιάς της Φρυγίας, ο Μίδας (Mita), αναφέρεται στα σύγχρονά του ασσυριακά χρονικά ως κυβερνήτης των Musks. Αλλά ήδη από το 1165 π.Χ. ήταν ο Ασσύριος βασιλιάς Tiglatpilesar Α΄, �� οποίος πολέμησε εναντίον ακριβώς αυτών των Musks. Το αντίστοιχο εθνωνύμιο εμφανίζεται στην Μικρά Ασία σε περισσότερες πηγές: Ελληνικά Mόσχοι, Μέσχοι, Λατινικά Moschi, Εβραϊκά

Mesek. Mε

το

όνομα Φρύγες αναφέρονται

για

πρώτη

φορά

στην Ιλιάδα ως σύμμαχοι των Τρώων. Μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία για τη


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

βαλκανική προέλευση των Φρυγών μάς παραδίδεται με τη μεσολάβηση του Ηροδότου (7.73): οι Φρύγες, όπως λένε οι Μακεδόνες, ονομάζονταν Bρίγες την εποχή που ήταν αυτόχθονες στην Ευρώπη και κατοικούσαν μαζί με τους Μακεδόνες. Αλλά αφού πέρασαν στην Ασία, άλλαξαν το όνομά τους και αποκλήθηκαν Φρύγες. Ακόμα και στην εποχή των Μηδικών Πολέμων οι Βρύγοι ήταν εγκατεστημένοι στο έδαφος μεταξύ του βασιλείου της Μακεδονίας και της Χαλκιδικής. Ο Ηρόδοτος (6.45) περιγράφει πώς επιτέθηκαν στον Μαρδόνιο και το στρατό

του.

Αργότερα

οι

Βρύγοι

υποτάχθηκαν

στους

Πέρσες

και

συμπεριλήφθηκαν στο στρατό του Ξέρξη. Ο Ηρόδοτος (7.185) τους αναφέρει στον κατάλογο των Ευρωπαίων συμμάχων των Περσών μετά από τους κατοίκους της Χαλκιδικής και πριν από Πίερες, που ακολουθούνται από τους Μακεδόνες. Ο Στράβων (12.8.3) διαφυλάσσει μια μαρτυρία του ιστορικού της Λυδίας Ξάνθου για Φρύγες που εισέβαλαν στην Τρωάδα από τη Θράκη, σκότωσαν τον ηγεμόνα της Τροίας και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η φρυγική γλώσσα μάς είναι γνωστή από επιγραφές δύο εποχών: η παλαιοφρυγική (8ος-3ος αι. π.Χ.) αντιπροσωπεύεται από περίπου 250 επιγραφές, γραμμένες στο παλαιό φρυγικό αλφάβητο που αποτελείται από 17 σημεία, τα οποία ως επί το πλείστον αντιστοιχούν στα ελληνικά πρωτότυπά τους. Όμως δύο σημεία, που αντιπροσωπεύουν τους φθόγγους j και ts, είναι φρυγικής επινόησης.

Περισσότερες

από

100 νεοφρυγικές επιγραφές

σε

ελληνικό

αλφάβητο είναι γραμμένες ανάμεσα στον 1ο και 4ο αιώνα μ.Χ. Η τρίτη σημαντική πηγή γνώσης μας για τη φρυγική γλώσσα είναι λέξεις που καταγράφηκαν από διάφορους Έλληνες συγγραφείς. Η τελευταία μαρτυρία για την χρήση της Φρυγικής συνδέεται με τον επίσκοπο Σωκράτη, του οποίου η μητέρα ήταν φρυγικής καταγωγής. Στους επόμενους δύο αιώνες η Φρυγική


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

αφομοιώνεται ολοκληρωτικά από την ελληνική γλώσσα. Παρά το γεγονός ότι η φρυγική λογοτεχνία μάς είναι άγνωστη, το έργο ενός Φρύγα διαβάζεται μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο Αίσωπος, ο οποίος έζησε στην αυλή του βασιλιά της Λυδίας Κροίσου. Ακολουθώντας την αρχαία παράδοση, σύγχρονοι μελετητές συνδέουν συχνά τη φρυγική με την αρμενική γλώσσα: οι Αρμένιοι ήταν άποικοι των Φρυγών κατά τον Ηρόδοτο (7.73). Όμως μια προσεκτική ανάλυση των λειψάνων της Φρυγικής υποδεικνύει ότι ήταν ο Πλάτωνας που είχε προπάντων δίκιο, όταν επεσήμανε την ιδιαίτερη ομοιότητα μεταξύ ελληνικής και φρυγικής γλώσσας στον διάλογό του Κρατύλο (410Α): «Λοιπόν, να εξετάσεις και το εξής, μήπως η λέξη "πυρ" είναι βαρβαρική, γιατί δεν είναι εύκολο να συσχετιστεί με την ελληνική γλώσσα και οι Φρύγες ολοφάνερα έχουν την ίδια λέξη ελαφρώς αλλαγμένη, όπως ακριβώς έχουν το "ύδωρ", τους "κύνας", και πολλές άλλες λέξεις». Στις

επιγραφές

της Φρυγικής υπάρχουν πολυάριθμες, συχνά

αποκλειστικές, ισόγλωσσες, που συνδέουν αυτή τη γλώσσα με την Ελληνική: agaritoj (ἀχάριτος), anar (ἀνήρ), awtaj (αὐτός), ios ~ jos (ὅς), knaiko (γυναικός), lawagtaei (λαwαγέτας ή λαγέτας), mekas (μέγας), onoman (ὄνομα), ournous (οὐρανός), wanaktei (ἄνακτι), wetei (ἔτει) και η φράση wetei-wetei «έτος μετά το έτος»=χρόνο μετο χρόνο, matar (μήτηρ), duoi (δυοῖν), dokses (ἔδοξε), eymi (εἰμί), εσταες (ἕστης) πινκε (πέντε), θρι- (τρι-), πατερης (πατέρες), οπαδεν (πβ. ὀπάζειν), apakten (ἀπάγειν), ap (ἀπό), die (διά), ενς (ἐνς, εἰς), op (ὄπι-σθεν), πος (αρκαδικό πός=πρός), de (δή), eti (ἔτι) και πολλά άλλα. Και μερικές νεοφρυγικές επιγραφές:


Σ. Γκιργκένης: ΠΑΛΑΙΟΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

ελληνικές αντιστοιχίες: ιος - ὅς / σεμουν - σῆμα (τάφος) / κακε-κακόν / αωρωἄωρος

γεγαριτμένος-πβ. μετοχές παρακειμένου λ.χ. γεγραμμένος / ουανακταν(w)ἄνακτα / κε-τε / ουρανιον-οὐράνιον / διονσιν-Διόνυσον


Παλαιοβαλκανικες γλωσσες και Ελληνικη