Issuu on Google+


ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα


ΘANAΣHΣ TPIAPIΔHΣ: Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, μυθιστόρημα

γμ

α – Θανάσης Τριαρίδης εκδόσεις δή Γκαλμπολά 1, 54631, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, τηλ. 697.31.60.705 και 2310-23.20.58. www.triaridis.gr/digma * http://ekdoseisdigma.blogspot.com e-mail: thanasis@triaridis.gr Το μυθιστόρημα Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα πρωτοεκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 από τις εκδόσεις Πατάκη, όπου έγιναν και οι δύο επόμενες ανατυπώσεις του (Μάιος 2000 και Ιούλιος 2000). Η παρούσα έκδοση είναι η τέταρτη και περιλαμβάνει τη νέα και τελική δομή του κειμένου. Το μυθιστόρημα με τη νέα δομή του εκδόθηκε ηλεκτρονικά και στο Διαδίκτυο τον Ιούλιο του 2009 στην ιστοσελίδα http://www.triaridis.gr/koupela/, όπου και θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο σύνολό του ελεύθερο από κάθε «πνευματικό δικαίωμα».

γμ

α / μυθοπλασίες 1 δή Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 4η έντυπη έκδοση, φθινόπωρο 2009 464 σελίδες (12 επί 20,5) ISBN: 978-960-99012-0-8

© γενικό: 2009 ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ © για την έντυπη ελληνική έκδοση: 2009, εκδόσεις δή

γμα και ΘΑΝΑΣΗΣ

ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ Σχεδιασμός εξωφύλλου και μορφοποίηση έκδοσης: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ και ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ Το βιβλίο υποστήριξαν με την ανάγνωσή τους ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑΣ (στην πρώτη έκδοση του 2000) και ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ (στην παρούσα τελική έκδοση). Στο εξώφυλλο λεπτομέρεια από τον πίνακα Idillio Primaverile (1899-1901) του Giuseppe Pellizza da Volpeda σε αρνητική απεικόνιση. Τεχνική υποστήριξη στο σχεδιασμό του εξωφύλλου προσέφερε ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΣΙΦΟΣ Διορθώσεις: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ Σελιδοποίηση: ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗΣ (693-77.45.452) Φιλμ-μοντάζ: ΤΖΑΝΙΩ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ (210-36.28.601) Eκτύπωση: ΜΑΚΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (210-64.57.212) Τυπώθηκε στην Αθήνα σε 1.000 αντίτυπα το φθινόπωρο του 2009 για λογαριακαίωμα».

σμό των εκδόσεων δή

γμα. Κυκλοφορεί ελεύθερο από κάθε «πνευματικό δι-


θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος

σφυρίζει στην Κουπέλα * μυθιστόρημα

δή

γμ α


Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα * περιεχόμενα

α. [ακόμα κι αν ήταν λάθος] 1. Όλα ξεκινάνε όπως πρέπει, καθώς οι μαθητές βρίσκουν αυτό που πρέπει 2. Ένας άσπρος φάκελος κάτω από μια μαύρη πέτρα 3. Ο παπα-Λεπ Ταιρ ζητάει ησυχία 4. Το βαρύ ασημόδετο βιβλίο 5. Οι άνθρωποι γλείφουν τριαντάφυλλα και φιλάνε ανθρώπους 6. Κουφάρι σε λόφο καμωμένο από κουφάρια 7. Όπου ο αφηγητής λέει τουλάχιστον ένα ψέμα 8. " ! $ " ! !

13 21 29 35 41 51 59 65

β. [ο άνεμος] 9. Ένα ρολόι εξαφανίζεται 10. Εδώ ο αναγνώστης αρχίζει να μαθαίνει μερικά από αυτά που κανονικά δεν πρέπει 11. Ο Θεός σβήστηκε 12. Η φλαμουριά 13. Τα φιλιά του αποχαιρετισμού 14. Ξεριζωμένη ξύλινη καρδούλα 15. Η δασκάλα μαθαίνει στους μαθητές της την προσευχή 16. Το τραγούδι του Φεβρουαρίου 17. Το γλυκό βατόμουρο 18. ΑΝ ΕΙΣΑΙ, ΕΙΜΑΙ 19. Τα δάχτυλα της κυρίας Δομένικας 20. Η τυφλόμυγα

71 83 91 97 111 121 133 141 147 153 165 171


περιεχόμενα 21. Ο έρωτας του Τζίμη 22. Η λαχτάρα των χελιδονιών 23. Οι αετοί με τα κομμένα κεφάλια 24. Τα φιλιά χάνονται για πάντα 25. Η Δομένικα Φραντζή δίνει ένα νούμερο 26. Σύμπτωση: οι μαθητές βλέπουν τις αμυγδαλιές την ώρα που ανθίζουν 27. 28. Όπου, ανάμεσα στα άλλα φοβερά, ένας λεοντόμορφος φτιάχνει μια λεμονάδα, ενώ οι λεπροί τραγουδούν κι αγκαλιάζονται 29. Το τέλος του Λεμονμπούζη 30. ! # ! " !" # ! "

179 185 191 197 209 213 217 223 235 239

γ. [σου ανακάτεψε] 31. Ο Γιώργος κεντά, οι άλλοι παραμονεύουν 32. Όπου οι μαθητές δοκιμάζονται από κάποιον πονηρό – μα, όπως φαίνεται, κανείς δε θέλει να γλιτώσει 33. Κεφάλαιο με αριθμό δύσκολο – άμα σε χαλάει το παραλείπεις 34. Η κυρία Δομένικα μοιράζει καρύδια, οι μαθητές της ωστόσο δεν τα σπάζουν 35. Στις μαργαρίτες – που θα βγάλουν ξυράφια αντί για πέταλα 36. Το αίμα στάζει, η θαλασσινή αύρα ονοματίζει 37. Η Αύρα Μακάρη γυρεύει την ανόθευτη αγάπη – όπως όλοι μας !" " ! ! # " ! ! 38. 39. ! ! ! " ! !" ! !" ! 40. Όσοι πιστεύουν στον πονηρό του Κεφαλαίου 32, να φορέσουν τώρα τα φυλαχτά τους 41. " " !" ! 42. ! " 43. Όπου ο ήλιος χάνεται και συμβαίνουν γεγονότα φριχτά και ανόσια 44. Ο Νίκος Φραντζής οπλίζει ένα ασημένιο πιστόλι 45. Ένα φιλί που το κυοφόρησαν οι αιώνες του αίματος 46. Μια γυναίκα φτιάχνει τη θηλιά της 47. ! # " " ! "

245 253 259 263 269 275 283 289 299 303 311 315 319 327 333 339 345


περιεχόμενα

δ. [τα μαλλιά] 48. Ο αναγνώστης έχει ήδη διαβάσει αρκετά ώστε να μπορεί να αντέξει ένα τραγούδι μάλλον ερωτικό 49. Ο διάβολος στο όρος Μπούλα Μπούλα 50. Η Αλεξάνδρα ορμηνεύει, ο Γιώργος ξαμολιέται 51. Στόμα με στόμα 52. Οι αποκεφαλισμένοι περιμένουν 53. Ο άγνωστος με τη μαύρη μάσκα 54. Κι ένα φιλί που δε δόθηκε – για το οποίο ωστόσο χρειάστηκαν και πάλι οι αιώνες του αίματος 55. Ιδού η ώρα όπου ο αναγνώστης συνήθως αποφασίζει τι διαβάζει 56. " !" ! # "

353 361 367 379 385 399 405 411 421

ε. [εκείνο το βράδυ] 57. Ας πούμε πως ήταν λάθος ο άνεμος 58. Όπου ταψί είναι το ολόγιομο φεγγάρι 59. Η πιο μεγάλη συμφορά 60. Δάκρυα βαριά σαν πέτρες 61. 62. Ποιος; 63. Για αυτό το Κεφάλαιο γράφτηκε αυτό το βιβλίο 64. Το πατημένο ερωτηματικό 65. ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ 66. " ! ! ! " !

427 431 433 435 437 439 441 449 453 "

" 457


— Ραγκόζιν! Πού είναι η Ναστάσια Φιλίποβνα; ψιθύρισε ξάφνου ο πρίγκιπας και σηκώθηκε τρέμοντας σύγκορμος. Σηκώθηκε και ο Ραγκόζιν. — Εκεί, ψιθύρισε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού του την κουρτίνα. Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο ηλίθιος [μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου]


α. [ακόμα κι αν ήταν λάθος]


1. Όλα ξεκινάνε όπως πρέπει, καθώς οι μαθητές βρίσκουν αυτό που πρέπει

Η Δομένικα Φραντζή βρέθηκε νεκρή το πρωινό της πέμπτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ· αφού πέρασαν πέντε μέρες δυστοκίας και εικασιών, οι ιατροδικαστές εντέλει συμφώνησαν πως πέθανε από κείνη την κακιά αρρώστια που της κατέφαγε τα σωθικά. Εμείς, ωστόσο, το ξέραμε καλά πως αυτό ήταν ψέμα· ό,τι συνέβη στην κυρία Δομένικα τη νύχτα της τετάρτης προς την πέμπτη του Φλεβάρη ήταν η κατάληξη μιας φριχτής κατάρας ξεστομισμένης πάνω στο ψυχορραγητό μάνας σφαγμένης απ’ τον γιο της, τρεις μήνες πριν εκείνη γεννηθεί, και μιας παράφορης συνάντησης κάτω απ’ τη λεύκα της αλάνας του εκατοστού πέμπτου, κάποια μαγιάτικη βραδιά του εβδομήντα πέντε· και τη συνάντηση αυτή ήταν στο χέρι της δασκάλας μας να την αποφύγει, μα εκείνη επέλεξε το δρόμο του θανάτου. Το ξέραμε όλοι λοιπόν ότι θα συνέβαινε, και βέβαια πρώτη απ’ όλους η ίδια· εξάλλου αυτή μάς είχε πει ακριβώς ένα χρόνο νωρίτερα την αντεστραμμένη ημερομηνία και τον τόπο του θανάτου της. Kαι, φυσικά, δε μιλήσαμε σε κανέναν για το μυστικό της, αλλά, κι αν μιλούσαμε, ποιος θα μας πίστευε; Να σκεφτείς πως, όταν δέκα μήνες αργότερα ο Βέλιας έκανε κουβέντα στην κυρία Ανεμούλα, έτσι,


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

γενικά και αόριστα, για κάποιο σατανικό σχέδιο μιας μάγισσας που ζούσε στη Σύρο, εκείνη, που τόσο μάς αγαπούσε, χαμογέλασε συγκαταβατικά κι έκλεισε τη συζήτηση λέγοντάς του «…ίσως και να ’ναι έτσι όπως τα σκέφτηκες…» — χωρίς αμφιβολία τον πέρασε για φαντασιόπληκτο αφελή. Ας είναι· η ουσία είναι πως η κυρία Δομένικα βιάστηκε να γυμνώσει το στήθος της για να δεχτεί χαμογελώντας το μαύρο βέλος του πεπρωμένου, κι αν έκανε διαφορετικά, δε θα ήταν η δασκάλα μας. Όμως εμάς μάς άφησε να περιμένουμε μονάχοι τον ερχομό ενός έξαλλου Φλεβάρη, αναζητώντας το τρεμάμενο άγγιγμα των ακροδαχτύλων της στο μάγουλό μας, κάνοντας παγερές ολονυκτίες καθισμένοι ανακούρκουδα επάνω στην Κουπέλα, στον αγαπημένο της τόπο — εκεί όπου σχεδόν κάθε βράδυ ακούγεται το σφύριγμα του ανέμου να θροΐζει ανάμεσα απ’ τα κλαδιά των δέντρων, να σχηματίζει ξεκάθαρα λέξεις ανθρώπινες, θαρρείς να σου μιλά η ίδια η νύχτα, λέξεις όπως «φύγε», «έρχου», «φίλησε». Κι είν’ η αλήθεια πως την αγαπήσαμε πολύ την κυρία Δομένικα, τη λατρέψαμε με απερίγραπτη ένταση και προσήλωση, κι αφότου πέθανε στη θύμησή της τα χείλια μας ματώναν (και τώρα δα που σου μιλώ γι’ αυτήν ματώνουν και πάλι), καθώς εκείνη ήταν για όλους εμάς η Μητέρα που μας οδήγησε στον υπέροχο εφιάλτη, η καταραμένη γυναίκα που μας ανέβασε στον σκοτεινό λόφο του πάθους, η ιεροφάντις της σκληρής μας άνοιξης, και κάτι ακόμη πιο πολύ: ήταν η δασκάλα μας, αυτή που μας έμαθε να δένουμε τα μάτια μας πριν από το παιχνίδι, μη τυχόν μισανοίξουν τα βλέφαρά μας και ξεφύγουν τ’ αφηνιασμένα όνειρά μας, αυτή που μας έπεισε να προσδοκούμε την επιστροφή της λαγνείας, του φόβου και του θανατερού ανέμου, αυτή που συλλάβισε μαζί μας το ακατανόητο σφύριγμά του και μας έδειξε πως αξίζει ο έρωτας να σου φάει το κορμί. Κι όταν τα χρόνια που ακολούθησαν ανεβαίναμε το Θάνατο (μην τρομάξεις, αγάπη μου, ο Θάνατος ήταν το μονοπάτι που ’βγαζε


κεφάλαιο 1

στην κορυφή της Κουπέλας· την πρώτη φορά λοιπόν μας φάνηκε σκοτεινό κι απροσπέλαστο, σάμπως να μας οδηγούσε στο πουθενά, και τότε, την ώρα που ανεβαίναμε, ο Μανόλης είπε «αυτό δεν είναι μονοπάτι, αυτό είναι σκέτος θάνατος», ήταν Φεβρουάριος του εβδομήντα εφτά), όταν ανεβαίναμε, λοιπόν, εκείνο το μονοπάτι, κάθε φορά συλλαβίζαμε και την τελευταία λέξη της κυρίας Δομένικας σκαλισμένη στον κορμό της τελευταίας αμυγδαλιάς της σειράς: «απόψε». Και μας διαπερνούσε ένα αλλόκοτο ρίγος κάθε που αντικρίζαμε τη χαραγμένη πάνω στο ζωντανό ξύλο λέξη, σα να ’ταν ολοζώντανη η κυρία Δομένικα που μας μιλούσε, που κάθε φορά μάς έλεγε ότι απόψε μπορεί να ήταν για τον καθένα από εμάς η μεγάλη νύχτα, η νύχτα που θα τον οδηγούσε πέρα απ’ την αμφιβολία, τον πόνο και την αγάπη… Η κυρία Δομένικα πέθανε λοιπόν λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα της πέμπτης Φεβρουαρίου του εβδομήντα οχτώ. Το άλλο πρωί ήταν η τρίτη ώρα του μαθήματος, όταν μπήκε μέσα στην τάξη μας ο διευθυντής κύριος Κερατένιος και διέκοψε την κυρία Δροσιά που έγραφε στον πίνακα τη φράση «ποταμός Αμαζόν…». Μόλις μπήκε μέσα στην τάξη ο Κερατένιος ξερόβηξε δυνατά, πίσω του απ’ το άνοιγμα της πόρτας είδαμε μία άγνωστή μας κυρία μέσης ηλικίας, αναμφίβολα πολύ όμορφη για τα χρόνια της και καλοντυμένη, και στο πλάι της έναν αστυνόμο με βλοσυρό ύφος και τσιγκελωτό μουστάκι, «συγγνώμη που διακόπτω» είπε ο διευθυντής μας βιαστικά, κι από το ύφος του αλλά και απ’ το γεγονός ότι δε μας μιλούσε στη μιξοκαθαρεύουσα, όπως συνήθως, καταλάβαμε πως κάτι σοβαρό συνέβαινε, «θα ’θελα να ρωτήσω μονάχα κάτι», συνέχισε ο Κερατένιος, «μήπως κανένα από τα παιδιά, λέω μήπως, ξέρει πού μπορεί να βρίσκεται η κυρία Δομένικα;», μείναμε όλοι σιωπηλοί, «σας το ξαναλέω» επανέλαβε μια ιδέα πιο αυστηρά, «πρέπει να μάθουμε πού βρίσκεται η κυρία Δομένικα, λείπει από χθες από το σπίτι της, την ψάχνει η αστυνομία», «λείπει τα-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

ξίδι…» ψέλλισε δισταχτικά ο μοιραίος Νίκος που καθότανε στο πρώτο θρανίο κι έξαφνα ένας πόνος οξύς μάς λόγχισε όλους μας, σαν τσίμπημα φιδιού στην καρδιά, και νιώσαμε να παίρνουνε φωτιά τα μάγουλά μας· σαν τρελός ο Γιώργος άνοιξε την κασετίνα του όπου είχε σημειώσει ένα χρόνο πρωτύτερα το εξαψήφιο νούμερο που η ίδια η κυρία Δομένικα μας είχε πει ότι έκρυβε την ημερομηνία του θανάτου της, κι εγώ έσκυψα να δω, κι από πίσω έσκυψαν ο Σώτερ κι ο Μανόλης κι από μπροστά ο Όττος κι ο Βέλιας κι ο κατά τα άλλα πολλά βαρύς κι ασήκωτος Μεγάλος Πρόδρομος σηκώθηκε από το τελευταίο θρανίο της άλλης σειράς και μες στη βιασύνη του να ’ρθει από πάνω μας έριξε κάτω την καρέκλα του, έγινε αναστάτωση μεγάλη κι ο Κερατένιος κι η Δροσιά τα χάσανε. Τότε μου ’ρθαν ξαφνικά στο μυαλό τα λόγια που η ίδια η δασκάλα μας είχε πει κάποτε στον Αγιούτο, «…στους λαβυρίνθους να πηγαίνεις ανάποδα, από τις εξόδους προς το κέντρο… κι αν θες την αλήθεια, να περπατάς τον κόσμο ανάποδα…», αυτά τα λόγια της θυμήθηκα κι άρχισα να φωνάζω «είναι ανάποδα... είναι ανάποδα… πάρε τα νούμερα από το τέλος προς την αρχή…» Μεμιάς τότε ο Γιώργος διάβασε με φωνή που έτρεμε τον αντεστραμμένο αριθμό «πέντε, δύο, ένα, εννιά, εφτά, οχτώ» κι αμέσως μετά ο Σώτερ ψιθύρισε την ημερομηνία που ’κρυβαν τα νούμερα εκείνα, «πέντε δευτέρου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ» κι έπιασε με τις παλάμες του τα μάγουλά του κι είπε με ξερή, ανέκφραστη φωνή «σήμερα ήταν, λοιπόν…» Είκοσι λεπτά αργότερα ανεβαίναμε σαν παλαβοί το Θάνατο για να βγούμε στην Κουπέλα, καθώς μετά την κουβέντα του Σώτερ όλα τα αγόρια ξεχυθήκαμε σαν τρελοί έξω από την τάξη, παραμερίζοντας τον Κερατένιο, τη Δροσιά, την καλοντυμένη κυρία, μα και τον αστυνόμο που περίμενε λίγο πιο έξω, κι αρχίσαμε ένα ξέφρενο τρεχαλητό. Φτάσαμε στο Θάνατο στο μισό χρόνο απ’ ό,τι συνήθως και χωρίς να πάρουμε ανάσα μπήκαμε στο σκοτεινό μονοπάτι χωρίς να


κεφάλαιο 1

πιαστούμε ο ένας από τον ώμο του άλλου. Πρώτος μπήκε στο μονοπάτι ο Όττος, τρέχοντας σαν το πούμα των μαγικών εικόνων του Τζακ, και πίσω του ακολουθήσαμε κι εμείς αλαφιασμένοι, έχοντας βαθιά μέσα μας την ελπίδα ότι ο Γιώργος δεν είχε γράψει το σωστό νούμερο στην κασετίνα του ή ότι κάποιο λάθος είχε κάνει ο Σώτερ στην ερμηνεία του εξαψήφιου αριθμού ή ότι τέλος πάντων κάτι άλλο θα είχε συμβεί και δε θα βρίσκαμε το άψυχο κορμί της κυρίας Δομένικας στη γούβα όπου έσμιγε παράφορα με την Τζίλντα, εκεί όπου ένα χρόνο νωρίτερα, την πρώτη Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, εκείνη γονάτισε μπροστά σε όλους μας και με ένα καλάμι έγραψε πάνω στο χώμα τη φράση ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

Κι ενώ αυτή η κρυφή ελπίδα φούντωνε μέσα μου και μου έδινε δύναμη για να συνεχίσω να ανεβαίνω το Θάνατο, έξαφνα έπεσα πάνω σε ένα σώμα· ήταν ο Τζίμης που έβγαλε μια κραυγή πόνου — προφανώς είχε στραμπουλίξει κάπου το πόδι του και είχε σωριαστεί κάτω. Για να τον αποφύγω, ανοίχτηκα λίγο προς τα αριστερά, βγήκα απ’ το σκοτεινό μονοπάτι, παραπάτησα, σκόνταψα σε κάποια ρίζα, έχασα τον έλεγχο του σώματός μου, χτύπησα το κεφάλι μου στον κορμό μιας αμυγδαλιάς και με πήρε η κατηφόρα. Κατρακύλησα για είκοσι μέτρα, χτυπούσα σε κορμούς και γδερνόμουν σε κλαδιά, ώσπου κάποτε έπεσα κάτω και σκάλωσα σε δύο κορμούς· το χώμα ήτανε ξερό, καθώς είχε να βρέξει για καμιά βδομάδα. Γύρισα ανάσκελα και βαριανασαίνοντας κοίταξα ψηλά: μέσα απ’ τα πυκνά κλαδιά των δέντρων έβλεπα ένα κομμάτι ουρανό — είχε ένα αφύσικο μοβ χρώμα, σα να ’ταν ψεύτικος. Και τότε θυμήθηκα πως εδώ και πέντε μέρες είχαμε μπει σε κείνο τον ζεβζέκη κι αδιάντροπο μήνα, το μήνα τον λειψό, όπου λογαριάζονται γι’ αλήθεια τα ψέματα, κι ευθύς στο στόμα μου ανέβηκε κείνο το τραγούδι


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

που μας είχε μάθει η κυρία Δομένικα πριν από δυο χρόνια, την τελευταία μέρα του δίσεχτου Φλεβάρη, τη μέρα που ο Σώτερ φανερώθηκε πως αγαπούσε κι εκείνος την κυρία Πανδώρα: «Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, πόσο σε καρτερούσα, για να φιλήσω έξαλλα τα χείλη που ποθούσα, κι ήρθες φορώντας στο λαιμό την κόκκινη κορδέλα, κι άνθισες τις αμυγδαλιές επάνω στην Κουπέλα…» Και στη στιγμή πέρασαν από τη θύμησή μου ανάκατα, σα να στροβιλίζονταν σε χοάνη, όλα όσα είχαμε ζήσει μαζί με την κυρία Δομένικα για δυόμισι χρόνια, θυμήθηκα το παλιό ασημένιο ρολόι που χάθηκε κάτω απ’ το μαύρο μαντίλι, το κυνηγητό των χελιδονιών, την κυρτή ατσαλένια σπάθα που έλαμψε κατακόκκινη απ’ τον ήλιο του απογεύματος, τους αετούς με τα κομμένα κεφάλια στα νύχια τους, τον μαυροντυμένο ταξιδιώτη με το καλυμμένο πρόσωπο και την απαίσια φωνή, αυτόν που ’κρυβε το δεξί του χέρι μες στην κάπα, τη μαρμάρινη Παναγία που ’κλαιγε με κόκκινα δάκρυα, θυμήθηκα τις πασχαλίτσες που βγαίναν απ’ την τσάντα της και περπατούσαν, τις ξύλινες καρδούλες που μας μοίραζε, το χωνί που ακουμπούσε στο στήθος μας για να καταλάβει ποιος από μας ήταν περισσότερο ερωτευμένος, τη φλαμουριά που θα την έκαιγε όποιος έμενε τελευταίος, το μελαγχολικό τραγούδι της, το τρομερό φιλί της, που δεν το άντεξα ούτε καν πίσω από το μαυρισμένο τζάμι, το σούρωμα των σκασμένων χειλιών της, το σπάσιμο των δαχτύλων της, τα γυμνωμένα στήθη της δίχως ρώγες, την ελιά στο αριστερό της μάγουλο, τη μαύρη κορδέλα που φυλάκιζε τα αφηνιασμένα όνειρα, την ανεμώνη του λαιμού και τη βιολέτα της κοιλιάς της, τον θαμπό ορίζοντα των ματιών της, τη μαγευτική φωνή της, το υπέροχο γλυκύτατο χαμόγελό της, που νόμιζες πως το ’χε κλέψει απ’ τον διάβολο, τις έξαλλες αγκαλιές της με τον άνεμο — όλα αυτά και τόσα ακόμη… Κι όπως θυμόμουν τον τρομερό γυμνό χορό του ανέμου, που ένα χρόνο νωρίτερα σφύριζε στα βήματά της μπροστά στα μάτια μας σα δαιμονικό κάλεσμα, άκουσα από την κορυφή


κεφάλαιο 1

της Κουπέλας τον Όττο να φωνάζει με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του μια λέξη που ανήκε στον άνεμο: «Φίλησεεεε…» Αμέσως κατάλαβα πως ο πόλεμος της δασκάλας μας με τον άνεμο της Κουπέλας είχε τελειώσει οριστικά.


2. Ένας άσπρος φάκελος κάτω από μια μαύρη πέτρα

Η κυρία Δομένικα ήτανε ο τέταρτος δικός μας που ’φευγε για πάντα από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα. Πρώτη ήταν —αλίμονο— η κυρία Πανδώρα στις είκοσι εννιά Νοεμβρίου του εβδομήντα έξι, δεύτερος ο τρομερός Τζακ ο Ταρνανάς την πρωταπριλιά του εβδομήντα εφτά, τρίτος ο Πέτρος ο Σαρανταένας, που στις δεκαεννιά Σεπτεμβρίου όρμησε τρέχοντας σε κάποιο εγκαταλελειμμένο καμίνι που ’πιασε φωτιά για να δώσει αγιούτο σ’ ένα αλλόκοτο ξύλινο γλυπτό, και τέταρτη η κυρία Δομένικα, ολόγυμνη από ρούχα, ξαπλωμένη μπρούμυτα στη Φωλίτσα της Κουπέλας, εκείνο το πρωινό της πέμπτης Φεβρουαρίου του εβδομήντα οχτώ. Μάλιστα, τούτη τη φορά είδαμε με τα μάτια μας για πρώτη φορά ανθρώπινο πτώμα (τις άλλες φορές δεν είχε τύχει· την κυρία Πανδώρα τη θάψανε στα μουλωχτά μια Κυριακή χωρίς εμείς τίποτε να χαμπαριάσουμε —άσε που εκείνη τη μέρα εγώ έλειπα από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα—, τον Ταρνανά πάλι τον ρούφηξε η κινούμενη άμμος και χάθηκε, κι ο Πέτρος ποτέ δε γύρισε απ’ το καμίνι του Μαριαλουκά, δεν ξέρω αν έμεινε εκεί ή μπήκε στο Μεγάλο Λαβύρινθο που οδηγεί στην καρδιά της γης — ο παπα-Λεπ Ταιρ έλεγε πως το κορμί του ανθρώπου μένει πίσω όταν αυτός ξεκινάει για το μεγάλο ταξίδι και τότε τον


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

διέκοπτε ο Γιώργος «λέγε μας την αλήθεια, παπα-Λεπ Ταιρ» του ’λεγε, «μη μας μιλάς για ταξίδια και μπούρδες…», κι ο παπα-Λεπ Ταιρ έπινε μια γεμάτη γουλιά από το ούζο του κι έλεγε «ποιος την ξέρει την αλήθεια;»). Εκείνο το πρωινό λοιπόν της πέμπτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ ο ένας μετά τον άλλον και τελευταίος εγώ αντικρίσαμε για πρώτη μας φορά αυτό που μένει, το σώμα που κάποτε αγγίξαμε ζωντανό ήταν πια άψυχο, ένα σακί με αίμα και ακαθαρσίες που θα γυρνούσε στο χώμα κι έπειτα θα γινόταν μια μικρή πέτρα, μια χουφτιά νερό, ένα φύσημα του ανέμου (και πού να πήγε άραγε αυτός που τα υποκινούσε όλα τούτα, πού να φώλιασε και πού να χαίρεται την ηδονή του, «ας ρουφήξει το χώμα τους χυμούς του κορμιού μου, σάμπως τους αγόρασα;» είχε πει ο Ταρνανάς λίγο πριν τον καταπιεί ο Βάλτος). Πλάι στο κορμί της κυρίας Δομένικας υπήρχε ένας άσπρος φάκελος αλληλογραφίας κάτω από μια μαύρη πλατιά πέτρα, δε γινότανε να μην τον πάρει το μάτι σου. Ο Γιώργος τότε έβγαλε μια τρελή κραυγή και πήγε να τρέξει επάνω της, μα ο Μεγάλος Πρόδρομος, αν και δυσκίνητος, έκανε μια βουτιά και τον αγκάλι��σε· κυλίστηκαν κι οι δυο τους κάτω. Όλοι οι υπόλοιποι πέσαμε στα γόνατα· έγινε απόλυτη σιωπή. Μια ανεξήγητη αίσθηση με είχε κυριεύσει στη θέα του άψυχου κορμιού της, ένιωθα ήρεμος, γαλήνιος και απόλυτα διαυγής· νομίζω πως το ίδιο νιώθαν κι οι άλλοι. Πέρασε κάμποση ώρα, ώσπου κάποτε ο Σώτερ σηκώθηκε, προχώρησε κι έσκυψε πάνω από το γυμνό κουφάρι της· τα μάτια της ήταν κλειστά, τα σκασμένα χείλη της φιλούσαν το χώμα — ή μήπως η δασκάλα μας φιλιόταν με κάποιον απ’ την άλλη πλευρά; Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια βροντερή φωνή, «αλτ, μην αγγίξεις τίποτε»· ήταν ο αστυνόμος που ’χε ’ρθει στο κατόπι μας. Πίσω του φάνηκε αγκομαχώντας ο Κερατένιος. Κι ο Σώτερ έμεινε ακίνητος, έπειτα σήκωσε το δεξί του χέρι ψηλά, μα πριν σηκώσει και το αριστερό, με μια κίνηση ταχυδακτυλουργού τράβηξε τον άσπρο φάκελο


κεφάλαιο 2

κάτω απ’ τη μαύρη πέτρα και τον έριξε μες στον κόρφο του. Σε λίγη ώρα μάς κατέβασαν με το ζόρι από την Κουπέλα, είχανε έρθει κι άλλοι αστυνομικοί και χωροφύλακες κι είχαν αποκλείσει το λόφο και τις παρυφές του, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, οι περισσότεροι περίεργοι που διψούσαν για εγκλήματα, φόνους και βιασμούς κι άλλοι πάλι μονολογούσαν φοβισμένοι ξόρκια για το κακό που βρήκε τη γειτονιά. Λίγο πιο πέρα, κάπως απόμερα, στεκόταν η καλοντυμένη κυρία που είχαμε δει έξω απ’ την τάξη μας· φαινότανε βουρκωμένη, μα έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρατηθεί στα πόδια της. Ωστόσο, κάποια στιγμή που έφυγε από κοντά της η κυρία Δροσιά που την κρατούσε από το μπράτσο, παραπάτησε και σωριάστηκε κάτω λιπόθυμη. Δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία: εκείνη η γυναίκα ήταν η Αύρα Φραντζή, η μητέρα της κυρίας Δομένικας, για την οποία ξέραμε τόσα πολλά από τις διηγήσεις της. Έπεσε πάνω της ο κόσμος να τη συνεφέρει, στο τέλος την έβαλαν μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας που έφυγε με θόρυβο σηκώνοντας σκόνη. Κάποια στιγμή, ο αστυνόμος με το τσιγκελωτό μουστάκι ζήτησε τον Κερατένιο, κάτι συζητήσανε αναμεταξύ τους και έξαφνα ο Κερατένιος έβαλε μία φωνή «τάξις, επιστρέψατε εις την αίθουσαν». Και όπως γυρνούσαμε στοιχισμένοι ανά ζεύγη στην τάξη, έπεσε αναμεταξύ μας το σύρμα πως, ό,τι κι αν μας ρωτούσαν, εμείς δεν ξέραμε τίποτε, μόνο μια μέρα η κυρία Δομένικα μας πήγε περίπατο στην Κουπέλα, μόνο αυτό. Αυτό είπαμε ξανά και ξανά στον αστυνόμο με το τσιγκελωτό μουστάκι, που λίγη ώρα αργότερα μας ρωτούσε επίμονα μες στην τάξη πώς το ξέραμε εμείς με τόση σιγουριά πού ήταν το κουφάρι της κυρίας Πανδώρας, «μόνο ο ένοχος δύναται να γνωρίζει με τέτοιαν βεβαιότητα» έλεγε και μας αγριοκοιτούσε, αλλά εμείς μιλιά. Ο αστυνόμος στρεφότανε τότε στον Γιώργο «κι εσύ τι διάβασες στην κασετίνα σου και αναστατώθηκες;», «τη σημερινή ημερομηνία, κύριε…» απαντούσε ο Γιώργος, «και πού την ήξερες εσύ;»


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

επέμενε, «την αντέγραψα από τον πίνακα, κύριε», «και γιατί τη φώναξες δυνατά;», «γιατί τα έχασα, κύριε» συνέχιζε ο Γιώργος, «κεριά και λιβάνια» ξεσπούσε τότε ο αστυνόμος, «κι εσύ γιατί φώναξες πως σήμερα είναι;» στρεφότανε στον Σώτερ, «ε, αφού ήταν σήμερα, τι άλλο να φωνάξω;» απαντούσε εκείνος, κι ύστερα πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Είδε και απόειδε ο αστυνόμος και κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε άπρακτος. Μα πριν φύγει μας αγριοκοίταξε όλους έναν-έναν, «έννοια σας» είπε, «κι αν σας πιάσω να λέτε ψέματα, να το ξέρετε, όλους θα σας κλείσω μέσα». Κι όταν έφυγε, ο Κερατένιος άρχισε να μας μιλά θυμωμένος, «αλίμονό σας αν λέτε ψέματα, φωτιά θα ρίξει ο Θεός και θα σας κάψει», τέτοια έλεγε, και ο Ζήσης κοίταζε φοβισμένος το ταβάνι της τάξης, κάποτε σταμάτησε να μιλά, ξεφύσηξε και μας είπε να πάμε σπίτια μας. Μα μόλις βγήκαμε έξω απ’ την τάξη, σχεδόν όλοι μας αντικρίσαμε τις μανάδες μας, που είχαν μάθει τα καθέκαστα και ανήσυχες είχαν καταφθάσει στο εκατοστό πέμπτο· όπως ήταν φυσικό, μας πήραν από το χέρι και πήραμε το δρόμο για το σπίτι χωρίς να προφτάσουμε τίποτε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Μόνον ο Μεγάλος Πρόδρομος πρόλαβε να σηκώσει το αριστερό του χέρι με την παλάμη του ανοιχτή και μόνο ο αντίχειράς του ήταν σπασμένος μισός, χειρονομία που σήμαινε πως η συνάντησή μας ήταν στα Βαρέλια για τις τέσσερις και μισή, την ώρα δηλαδή που οι γονιοί μας θα ’χαν κοιμηθεί για μεσημέρι. Όταν στις τέσσερις και μισή εκείνου του μεσημεριού πήγαμε στα Βαρέλια, τα μάτια όλων μας ήταν πρησμένα και κατακόκκινα, όπως όταν προσπαθείς να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου πιέζοντας μ’ όλη σου τη δύναμη το πρόσωπό σου στο μαξιλάρι. Ο καιρός ήταν μουντός μα σχετικά ξηρός, δε φυσούσε διόλου· κανείς δεν αποφάσιζε να μιλήσει. Κάποτε —θα ’χε περάσει κοντά μια ώρα— ο Γιώργος έσπασε τη σιωπή· «εγώ φταίω» είπε κι έκρυψε το πρόσωπό του μες στις παλάμες του. «Γιατί να φταις εσύ μονάχα;» του ’πε


κεφάλαιο 2

τότε ο Βέλιας. «Ίσα-ίσα, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες. Εμείς όλοι οι υπόλοιποι φταίμε που το χάψαμε το παραμύθι που μας ξεφούρνισε εκείνη το βράδυ του Νοεμβρίου με τη γαλάζια πανσέληνο, πως τάχα όλα τούτα που έλεγε και μας φούσκωνε το κεφάλι για δυο χρόνια ήταν γεννήματα του νου της, η κατάρα που τη βαραίνει, ο αναπόφευκτος θάνατός της, τα φαρμακωμένα χείλια της που παίρναν τη ζωή, όλα αυτά ήταν ονειροφαντασίες —έτσι δε μας είχε πει;—, πως τάχαμου είχε κάτι μπιμπίκια στο πρόσωπο και για να τα γιάνει θα πήγαινε να βρει μια μαύρη πέτρα στον ποταμό Στρυμόνα…» Ο Βέλιας είχε λαχανιάσει, μα συνέχιζε «… και μην πει κανένας πως δεν το ξέραμε πως έλεγε ψέματα…» έμεινε σιωπηλός για λίγο κι ύστερα μίλησε χαμηλόφωνα, σα να έκανε μια φοβερή ομολογία, «όλοι το καταλάβαμε πως σταύρωσε τα δάχτυλά της κάτω απ’ το άσπρο τραπεζάκι…» Ο Γιώργος παρέμενε ακίνητος χωρίς ούτε στιγμή να σηκώσει το κεφάλι του, σα να μην είχε ακούσει καν τα λόγια του Βέλια, μονάχα όταν ο άλλος σταμάτησε είπε μ’ έναν ψιθυριστό λυγμό, «…φταίω γιατί την αγάπησα τόσο πολύ και τόσο λάθος…» εκείνη τη στιγμή ωστόσο ακούστηκε η φωνή του Σώτερ, «κανείς δεν αγάπησε λάθος…» είπε ορθά-κοφτά, «…μήτε κανένας έφταιξε σε τίποτε». Γυρίσαμε όλοι και τον κοιτάξαμε, «…χρειάστηκαν αιώνες αίματος…» συνέχισε εκείνος με ξερή φωνή λέγοντας μια δικιά της κουβέντα, έπειτα πήρε βαθιά ανάσα και συνάμα μάς κοίταξε. Φαίνεται όμως πως είδε την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μας, και τότε έβαλε τις φωνές, «μα δεν καταλαβαίνετε;» φώναξε, «όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, έπρεπε να πιστέψουμε την ψεύτικη ιστορία της, έπρεπε να κάνουμε πως δεν είδαμε το σταύρωμα των δαχτύλων της κάτω από το τραπέζι και δεν έπρεπε να πάμε στις μαργαρίτες για να δούμε αν βγάλαν ξυράφια αντί για πέταλα. Σας το λέω, έπρεπε να μείνει μόνη απ’ όλους η κυρία Δομένικα, να τακτοποιήσει τις τελευταίες της δουλειές κι έπειτα να φορέσει στο λαιμό της την κόκκινη κορ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

δέλα και ν’ ανέβει χθες το βράδυ στην Κουπέλα και ν’ ακούσει το στερνό σφύριγμα του ανέμου…», «και να πεθάνει;» ρώτησε τότε ο Ζήσης, ο Σώτερ αναστέναξε, κοίταξε για λίγο στον ορίζοντα το μούχρωμα που έσβηνε σιγά-σιγά, κι ύστερα είπε με αργή φωνή «ναι, και να πεθάνει…» Τότε σωπάσαμε όλοι για αρκετή ώρα· είχε δίκιο ο Σώτερ, τα πάντα είχαν γίνει όπως έπρεπε — αλίμονο. Αφού η δασκάλα μας θέλησε να μπλέξει στα δίχτυα του έρωτα, έπρεπε να το τραβήξει ώς το τέλος και ν’ αδράξει την αλήθεια μες στο στομάχι της κόλασης· «άρα ήταν θέλημα Θεού…» είπε κάποια στιγμή ο Ζήσης κάνοντας το σταυρό του. «Όχι» είπε ο Μεγάλος Πρόδρομος, που μέχρι τότε έμενε σιωπηλός, «ήτανε θέλημα δικό της». Όταν, αρκετή ώρα αργότερα, ο Σώτερ έβγαλε απ’ τον κόρφο του τον άσπρο φάκελο που ’χε αφήσει πλάι στη γούβα της Φωλίτσας η κυρία Δομένικα λίγο πριν το τελευταίο αγκάλιασμά της με τον άνεμο, το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά, τόσο που χρειάστηκε να καθίσω πλάι στον Σώτερ και να του ανάβω κάθε λίγο από ένα σπίρτο ώστε να βλέπει τι διαβάζει. Ο Σώτερ, με χέρι τρεμάμενο, έσκισε την άκρη του άσπρου φακέλου κι από μέσα έβγαλε μια κόλλα χαρτί διπλωμένη στα τέσσερα, την ξεδίπλωσε ευθύς αμέσως, κι εγώ, καθώς άναψα το πρώτο σπίρτο, αναγνώρισα στη στιγμή —ή έτσι νόμισα τουλάχιστον— τα πλάγια γράμματα της κυρίας Δομένικας, που τέλειωναν σε πονηρές και ύπουλες ουρίτσες. Ο Σώτερ άρχισε να διαβάζει με βραχνή φωνή και κομπιάζοντας: «Όποιος διαβάζει τούτες τις γραμμές ας μάθει ότι είναι οι τελευταίες επιθυμίες μιας ετοιμοθάνατης. Για το λόγο αυτό ας παραδώσει το χαρτί που κρατά σε κάποιο αγόρι —όποιο να ’ναι— από την τρίτη τάξη του εκατοστού πέμπτου δημοτικού σχολείου της περιφέρειας Μαλακοπής κι ας σταματήσει την αδιάκριτη ανάγνωσή του εδώ.


κεφάλαιο 2

»Στα αγόρια της τάξης αυτής, τους μοναδικούς φίλους της ζωής μου, αφήνω τα εφτά κόκκινα τετράδια που βρίσκονται κλειδωμένα στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου μου και τους ορίζω εκτελεστές των τελευταίων μου επιθυμιών. »Γεννήθηκα σημαδεμένη, έζησα ανάμεσα σε μαύρες σκιές και πεθαίνω δίχως να τις αποχωριστώ. Τίποτε δεν έχω να μοιράσω σε αυτούς που μένουν πίσω μου, παρά τα λιγοστά μου υπάρχοντα —ρούχα και έπιπλα—, αυτά ας τα δώσει ο παπα-Λεπ Ταιρ όπου νομίζει. Μόνο το μαύρο μεταξωτό μαντίλι που άφησα πριν από δυόμισι χρόνια στην έδρα της τάξης σκεπάζοντας το ασημένιο ρολόι του πατριού μου, αυτός που το φύλαξε τώρα πια ας το δώσει στη μάνα μου· είναι δικό της. Και όσο εκείνη ζει, μια φορά κάθε χρόνο, τη μέρα του Ευ��γγελισμού, στις είκοσι πέντε του Μαρτίου, ο ίδιος φίλος μου (που χει ’ τα γαλανά μάτια του πατέρα) ας πηγαίνει νωρίς το απόγευμα στο σπίτι της, να της χτυπά την πόρτα και να της δίνει στο μάγουλο ένα απαλό φιλί. Ύστερα να φεύγει. »Όσο για το σώμα μου, ας μην το λυπηθεί κανένας, έτσι ρημαγμένο που θα βρεθεί. Δεν είναι δικό μου, μήτε με τυραννά πια. Κι αν η γρια-Αλεξάνδρα το θέλει, ας το κόψει με το μαχαίρι της κι ας του ξεριζώσει τα σπλάχνα για να ταΐσει τα πουλιά της — δε θα πονέσω. Μονάχα το κουφάρι που θ ’απομείνει —ό,τι απομείνει— θα θ’ ελα να ταφεί, όχι στα κοιμητήρια, αλλά στη Φωλίτσα της Κουπέλας, να σαπίσει εκεί, στον τόπο όπου άλλοτε το σώμα μου συστρεφόταν από την ηδονή· αυτή θα είναι η δικαιοσύνη της φύσης. Ας είναι ρηχός ο λάκκος του, εύκολα να μπορούν να το ξεθάψουν τα πεινασμένα τσακάλια. Και μήτε σταυρός να μπει μήτε μνήμα. Κι ούτε μια φτέρη που να σκιάζει τον ύπνο του. »Και κάθε φθινόπωρο να έρχεται κάποιος και να ρίχνει μια χεριά σπόρο στο χώμα όπου τάφηκε τούτο το κορμί. Και κάθε Ιούλιο να θερίζει το ωριμασμένο στάχυ


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

πάνωθέ του. Και το στάρι —δυο χούφτες στάρι θα ν’ αι— να το σκορπάει στον άνεμο το ίδιο βράδυ, να το τσιμπολογούν τ ’αηδόνια της νύχτας που θα ταράζουν τη γαλήνη του. »Έτσι θέλω». Όταν ο Σώτερ τέλειωσε την ανάγνωση, το μόνο που ακουγόταν ήταν το βουητό του ανέμου. Είχε φτάσει πια το βράδυ και το κρύο έσφιγγε. Και κανένας μας δε μιλούσε. Νιώθαμε το κορμί μας ναρκωμένο, το στόμα πικρό, τα δόντια μάτωναν τα χείλη, οι μύτες και τ’ αυτιά μας είχαν μπουζιάσει και πονούσαν. Έξαφνα έπαψε το βουητό του ανέμου και ακούστηκε μια υπέροχη μουσική. Ευθύς στήσαμε αυτί σα μαγεμένοι· ήταν το κελάηδημα ενός αηδονιού — μα πού βρέθηκε τ’ αηδόνι να τραγουδά μες στο καταχείμωνο; Κι ήτανε τόσο γλυκό το τραγούδι εκείνο, που δεν προφτάσαμε να συλλογιστούμε τίποτα, ο ήχος έσταζε σα βάλσαμο στις καρδιές μας. Όταν έπαψε κι η τελευταία νότα, ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος —τα μάτια του ήταν κόκκινα— και είπε «έτσι θέλησε…»


3. Ο παπα-Λεπ Ταιρ ζητάει ησυχία

Φυσικά εκπληρώσαμε όλες τις τελευταίες επιθυμίες της κυρίας Δομένικας, όχι χωρίς δυσκολίες είναι η αλήθεια, μα σίγουρα ό,τι κι αν είχε ζητήσει εκείνη στο τελευταίο γράμμα της εμείς θα το κάναμε ακόμα κι αν ήταν το δυσκολότερο πράγμα του κόσμου. Εκείνο που μας παίδεψε περισσότερο ήταν το μπλέξιμο της αστυνομίας στην υπόθεση: μια νέα γυναίκα που μόλις είχε κλείσει τα είκοσι οχτώ της χρόνια και που βρέθηκε νεκρή, γυμνωμένη απ’ τα ρούχα της, επάνω στον ερημικό λόφο της Κουπέλας, έφερνε στο νου τού καθένα την εκδοχή του εγκλήματος. Έτσι, το ίδιο κιόλας βράδυ της ημέρας που μαζευτήκαμε στα Βαρέλια, εκεί στο Μικρό Ρέμα, μάθαμε ότι η αστυνομία είχε διατάξει νεκροψία στο κουφάρι της κυρίας Δομένικας κι ότι είχε σφραγίσει το διαμέρισμά της. Και φυσικά μπορείς να φανταστείς την αναστάτωση της γειτονιάς μας από την επομένη (ήταν η έκτη του Φεβρουαρίου): το χαμηλόφωνο και μουρμούρικο κουτσομπολιό της πρώτης ημέρας έδωσε τη θέση του σ’ έναν καταιγισμό υποθέσεων και σίγουρων τάχα πληροφοριών που κυκλοφορούσαν παντού· ότι την κυρία Δομένικα τη βίασε κι ύστερα τη στραγγάλισε κάποιος καινούργιος φοβερός δράκος της περιοχής, ότι τη σκότωσε ο μυστηριώδης εραστής της που συναντούσε τις νύχτες (αρκετές


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

φορές την είχανε δει να περπατάει μετά τα μεσάνυχτα στο δρόμο του Πύργου), ότι την έβαλαν με το στανιό να πιει δηλητήριο κάποιοι μαυροντυμένοι άγνωστοι που κυκλοφορούσαν έξω απ’ το σπίτι της το τελευταίο βράδυ για να ξεκαθαρίσουν σκοτεινούς λογαριασμούς μαζί της, ότι την έπνιξε μες στη χαζομάρα του ο Θόδωλας, ο νεκροκουβαλητής του Θανατά που όλοι τον λέγαν καθυστερημένο (τον υποψιάζονταν, επειδή όποτε έβλεπε στο δρόμο τη δασκάλα μας έβαζε το χέρι του στον κόρφο του και της πρόσφερε ένα ανύπαρκτο λουλούδι κι εκείνη το έπαιρνε χαμογελώντας και το έβαζε στον κόρφο της), ότι η κυρία Δομένικα ανήκε σε μια οργάνωση του διαβόλου και εκείνη τη νύχτα πρόσφερε θυσία το κορμί της στον σατανά (η εκδοχή αυτή είχε και συνέχεια, ότι επάνω στην Κουπέλα γινόντουσαν, λέει, τελετές όπου καλούνταν ο διάβολος και στις τελετές αυτές ήμασταν τάχα κι εμείς, κι ότι μέσα στο κόλπο ήταν κι ο παπα-Λεπ Ταιρ, που δεν ήταν παπάς αλλά τράγος του πονηρού). Το τελευταίο ακούστηκε αρκετές φορές, κι ο Μανόλης μονολογούσε, δαγκώνοντας τον διπλωμένο δείκτη του χεριού του, «αχ και να μάθω ποιος το είπε αυτό, θα τον βάλω να φάει το σκατό του…», μα ο Κώστας τού έλεγε «άσ’ τους, Μανόλη, αυτοί ποτέ τους δεν είδαν τ’ αστέρια να τρεμοπαίζουν…» Βέβαια όλοι εκείνοι που ήταν εντελώς σίγουροι για την αιτία του θανάτου της ξίνισαν τα μούτρα τους το πρωινό της δεκάτης Φεβρουαρίου, όταν διάβασαν τοιχοκολλημένο το αγγελτήριο της προγραμματισμένης για την επομένη κηδείας της και έμαθαν πως η αστυνομία θεωρούσε την υπόθεση λήξασα, καθώς η νεκροψία έδειξε πως τα αίτια του θανάτου της ήτανε φυσικά· ο δεύτερος ιατροδικαστής μίλησε για προχωρημένο καρκίνο, διάσπαρτο σε όλο της το κορμί, ενώ μαζί του αμέσως συμφώνησε με ανακούφιση και ο πρώτος, που αρχικά είχε βρεθεί σε αδιέξοδο, καθώς αδυνατούσε να διαγνώσει ή έστω να υποθέσει τι είχε συμβεί. Η γειτονιά στην αρχή δυσπίστησε και στη συνέχεια, με φανερή απογοήτευση και δυσφορία, δέχτηκε την επίσημη εκ-


κεφάλαιο 3

δοχή. Κάποιοι μάλιστα, θυμωμένοι που διαψεύστηκαν οι υποθέσεις τους, είπανε με εμπάθεια πως «πλήρωσε, φαίνεται, τα ανομήματά της…», και στα κουτσομπολιά τους επέμεναν ιδιαίτερα στην περιγραφή του ρημαγμένου απ’ την αρρώστια του κορμιού της, λες κι ήτανε μπροστά στη νεκροψία: «όλα τα μέσα της ήταν σα να ’χαν σαπίσει…» λέγανε ξανά και ξανά, θαρρείς και τους ηδόνιζε τούτη η εικόνα. Κι αν είχαμε το χρόνο να ψάξουμε ποιοι ήταν εκείνοι που τα ’λεγαν αυτά, το ίδιο κιόλας βράδυ θα τους κατεβάζαμε τα παράθυρα με τις σφεντόνες, για να μάθουν να μιλούν έτσι για κείνη… Όμως εκείνη τη μέρα δεν είχαμε χρόνο να ψάχνουμε τι είχε πει ο καθένας, καθώς έπρεπε να πραγματοποιήσουμε το συντομότερο δυνατό την πιο δύσκολη από τις τελευταίες επιθυμίες της κυρίας Δομένικας, αυτήν που είχε να κάνει με την ταφή του σώματός της: η δασκάλα μας ήθελε να μην ταφεί στα κοιμητήρια αλλά επάνω στη Φωλίτσα, εκεί όπου έζησε τις πιο ηδονικές στιγμές της ζωής της κι άφησε την τελευταία της ανάσα (όσο για τη φράση του στερνού γράμματός της, όπου έλεγε για το κορμί της πως αν το ’θελε η γρια-Αλεξάνδρα, η μάγισσα του Στοιχειωμένου, ας το ’κοβε κι ας του ξερίζωνε τα σπλάχνα, η ίδια η γρια-Αλεξάνδρα μόλις δύο μέρες υστερότερα από το θάνατο της κυρίας Δομένικας είχε δώσει την απάντησή της στον Όττο, που τον είχαμε στείλει επί τούτου ως το Στοιχειωμένο για να τη ρωτήσει: του ’χε πει χαμογελώντας αινιγματικά πως ό,τι ήτανε να πάρει απ’ την κυρία Δομένικα το ’χε ήδη πάρει). Κι όπως ήταν φυσικό, μαζευτήκαμε ανήσυχοι εκείνο το μεσημέρι της δεκάτης Φεβρουαρίου στα Βαρέλια να δούμε τι θα κάνουμε. Η πρώτη ιδέα ήταν να δείξουμε το γράμμα στη μητέρα της και στην αστυνομία και να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε για τις τελευταίες επιθυμίες της κυρίας Δομένικας. Η άποψη τούτη όμως απορρίφθηκε πολύ γρήγορα, καθώς, αν η αστυνομία δεν το επέτρεπε —που στα σίγουρα δε θα το επέτρεπε—, ουδέποτε θα μπορούσαμε πλέον να θά-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

ψουμε την κυρία Δομένικα στην Κουπέλα, αφού θα μας είχανε πια στο μάτι. Έπειτα σκεφτήκαμε ν’ αφήσουμε να γίνει η κηδεία κανονικά και να πάμε το βράδυ να ξεθάψουμε το κορμί της από τα κοιμητήρια και να το θάψουμε στην Κουπέλα· αλλά τι θα γινόταν αν μας έπαιρνε χαμπάρι ο Ψευτοπέτρος, ο φύλακας του νεκροταφείου; Εξάλλου, όταν την άλλη μέρα η αστυνομία θα έβρισκε τον τάφο ανοιγμένο, θα άρχιζε και πάλι τις ανακρίσεις και στο τέλος θα μας πιάνανε. Το συζητήσαμε μέχρι που σκοτείνιασε και μόνο τότε καταλήξαμε στη μόνη λύση που μας φαινότανε κάπως εφικτή: η κηδεία θα γινόταν κανονικά στα κοιμητήρια το πρωινό της επομένης, αλλά το φέρετρο θα ήταν άδειο, κι όταν θα έπεφτε το σκοτάδι, θα ανεβάζαμε στην Κουπέλα το κορμί εκείνης· και βέβαια δε γινόταν να τα καταφέρουμε όλα τούτα χωρίς να πάρουμε με το μέρος μας, συνένοχό μας, τον παπα-Λεπ Ταιρ — Ελευθέριος ήταν το κανονικό του όνομα, όμως ο ίδιος ήθελε εμείς να τον φωνάζουμε Λεπ Ταιρ και μάλιστα να γράφουμε το Ταιρ με άλφα γιώτα, «η ελευθερία είναι ένα ψέμα… δε θέλω το όνομά μου να σημαίνει τίποτε…» μας είχε πει. Θα ήταν περίπου εννιά η ώρα το βράδυ όταν πήγαμε και τον βρήκαμε στη χαμηλοτάβανη αποθήκη του Ιερού Ναού Πίστεως και Ελπίδος, που την είχε και για σπίτι του (πριν έρθει ο παπα-Λεπ Ταιρ, η εκκλησία λεγόταν «Ιερός Ναός Σοφίας, Αγάπης, Πίστεως και Ελπίδος», όμως ο τρελόπαπας κατήργησε με το έτσι θέλω τα δυο πρώτα ονόματα λέγοντας πως η Σοφία είχε ταχθεί ολοφάνερα πλέον με το μέρος του διαβόλου, ενώ η Αγάπη δεν υπήρχε, ούτε είχε υπάρξει ποτέ — ήταν απ’ την αρχή μια μπλόφα για να ησυχάσει τους πεινασμένους). Στην αποθήκη έφεγγε ασθενικά μια γκαζόλαμπα κι από ένα μικρό ραδιόφωνο ακούγονταν παλιά ρομαντικά ξένα τραγούδια. Ο παπα-Λεπ Ταιρ ήτανε καθισμένος στο τραπέζι τύφλα μεθυσμένος και δε μας άκουσε που μπήκαμε. Όλος ο χώρος μύριζε από το παράξενο λιβάνι που συχνά κάπνιζε ο παπα-Λεπ Ταιρ και για


κεφάλαιο 3

τούτο οι μανάδες μας τον λέγανε μαστούρη και χασίκλα και του σούρναν τα χίλια δυο. Και μόνο σαν παραταχτήκαμε απέναντί του δεκατέσσερα αγόρια στη σειρά, σήκωσε το κεφάλι του και μας είδε. Έσκασε τότε ένα αλλόκοτο χαμόγελο ανθρώπου αγαθεμένου, έπειτα ξαφνικά σοβάρεψε το πρόσωπό του, «α, ήρθατε…» είπε, λες και μας περίμενε, και χαμήλωσε και πάλι το βλέμμα του βυθισμένος στις αλλόκοτες σκέψεις του. Στο ραδιόφωνο έκλαιγε ένα τσιγγάνικο βιολί. Απέναντι από εκείνον στο τραπέζι υπήρχε μια άδεια καρέκλα. Ο Σώτερ μάς έριξε μια στιγμιαία ματιά κι ύστερα προχώρησε εμπρός και κάθισε σε κείνη την καρέκλα, προκειμένου να μιλήσει εξ ονόματος όλων μας. Και αμέσως μόλις κάθισε απέναντί του, και πριν του πει οτιδήποτε, έβγαλε από τον κόρφο του το γράμμα της κυρίας Δομένικας και το άφησε στο κέντρο του τραπεζιού. Ο παπα-Λεπ Ταιρ έδειξε σα να μην καταλάβαινε τι γινόταν, μήτε και ξεκόλλησε το βλέμμα του από το δάπεδο ώστε να δει πάνω στο τραπέζι τον άσπρο φάκελο. «Παπα-Λεπ Ταιρ…» έκανε δειλά-δειλά ο Σώτερ, «σσσσς» τον έκοψε εκείνος φέρνοντας με μια απότομη κίνηση το δάχτυλο μπροστά στα χείλη του και σηκώνοντας ψηλά το πρόσωπό του με τα μάτια σχεδόν κλειστά. Ο Σώτερ, όπως κι όλοι μας, νόμισε πως ο παπαΛεπ Ταιρ ήθελε ν’ ακούσει το τσιγγάνικο βιολί και σώπασε μέχρι που τέλειωσε η θλιμμένη μελωδία. Τότε πάλι προσπάθησε να του μιλήσει, «παπα-Λεπ Ταιρ» του είπε σπρώχνοντας με το χέρι του τον άσπρο φάκελο, «διάβασε αυτό το γράμμα, σε παρακαλούμε, διάβασ’ το». Ο παπα-Λεπ Ταιρ δε μίλησε, μονάχα έσκυψε κι έπιασε το μπουκάλι με το ούζο και ήπιε στα κλεφτά μια γεμάτη γουλιά. Ύστερα, ολωσδιόλου φυσικά, με μιαν απλή κίνηση του αριστερού του χεριού, έσπρωξε προς τα πίσω τον άσπρο φάκελο, προς τον Σώτερ, κι όταν ο φίλος μας έκανε να διαμαρτυρηθεί, λέγοντας «μα, παπα-Λεπ Ταιρ… είναι από την…», «σσσσς» τον έκοψε και πάλι εκείνος κι έσκυψε προς τ’ αριστερά του, σήκωσε φανερά το μπουκάλι με το ούζο, ήπιε μια γουλιά


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

και κατόπιν το έδωσε για μια γουλιά και στον Σώτερ. Ο φίλος μας ήπιε διστακτικά μια γουλιά, κι όπως ήταν φυσικό, άρχισε να ξεροβήχει… Μόλις ησύχασε κάπως, σήκωσε το χέρι του ψηλά και έδωσε το μπουκάλι σε εμάς που στεκόμασταν πίσω του. Ήπιαμε με τη σειρά όλοι από μια γουλιά και θαρρείς μια λεπίδα χαράκωσε το λαρύγγι μας, το στήθος μας πήρε φωτιά κι αρχίσαμε κι εμείς να βήχουμε. Μόλις συνήλθαμε, κοιτάξαμε τον παπα-Λεπ Ταιρ. Εκείνος μάς γύρισε με το βλέμμα του όλους έναν προς έναν· τα μάτια του έκαιγαν πάνω στα μάγουλά μας. Στο ραδιόφωνο ένα ακορντεόν έπαιζε εκείνο τον γνωστό γοργό δαιμονικό ρυθμό, κι όλους μάς βασάνιζε η απορία γιατί ο παπα-Λεπ Ταιρ δε διάβαζε το γράμμα εκείνης. Αυτός —λες και κατάλαβε τη σκέψη μας— έφερε για τρίτη φορά το δάχτυλο στα χείλη του και είπε «σσσσς, σας λέω, σσσσς». Και κάτι σα να πονηρευτήκαμε εκείνη τη στιγμή, μα δε μπορούσαμε να ξεδιαλύνουμε μες στο μυαλό μας το τι γινότανε, μείναμε απέναντί του σα βλαμμένοι, ίσως να ’φταιγε το ούζο, ίσως να ’φταιγαν και τα ντουμάνια του λιβανιού που μας ζαβλάκωναν. Κάποτε εκείνος είπε ασθενικά, «μπρος, φευγάτε τώρα». Και, τι παράξενο, παρόλο που ούτε να τον πάρουμε με το μέρος μας είχαμε καταφέρει, ούτε καν του είχαμε πει τι τον θέλαμε, παρόλ’ αυτά λοιπόν, δεν επιμείναμε διόλου και πήγαμε να φύγουμε. Ο μοιραίος Νίκος μάλιστα είχε ανοίξει και την εξώπορτα της αποθήκης, όταν ακούσαμε τον παπα-Λεπ Ταιρ να λέει: «Αύριο, μισή ώρα πριν απ’ την ακολουθία, στις δέκα και μισή, να είστε εδώ, θα σας έχω ανοιχτή την πίσω πόρτα να μπείτε στο ιερό…»


4. Το βαρύ ασημόδετο βιβλίο

Την άλλη μέρα το πρωί, στις δέκα και μισή, η πίσω πόρτα της εκκλησίας που οδηγούσε κατευθείαν στο ιερό ήταν πράγματι ανοιχτή. Ήμασταν εκεί και οι δεκατέσσερις, φορώντας τα καλά μας καθαρά ρούχα, καθώς ο κύριος Κερατένιος και η κυρία Δροσιά μάς το ’χαν πει από την προηγουμένη ότι μετά την τρίτη ώρα θα πηγαίναμε στην κηδεία — όμως εμείς την κοπανίσαμε από το δεύτερο κιόλας διάλειμμα. Ήταν για όλους μας η πρώτη φορά που μπαίναμε σε ιερό εκκλησίας· μείναμε να κοιτάμε τα δυο σκαλιστά εικονίσματα (τα άλλα δύο τα είχε εξαφανίσει ο παπα-Λεπ Ταιρ) που αναπαριστούσαν δυο νέα όμορφα κορίτσια, έπειτα στρέψαμε το βλέμμα μας στο αναμμένο καντήλι κάτω από τον εσταυρωμένο Ιησού, και θες το παράξενο τρέμουλο της φλόγας του καντηλιού, θες το λιβάνι με τη μαγευτική μυρωδιά του (όχι εκείνο που κάπνιζε ο παπα-Λεπ Ταιρ, μα το άλλο που άναβε στην πρωινή λειτουργία), έξαφνα τα μάτια όλων μας θόλωσαν, χάσαμε την εικόνα του κόσμου από γύρω μας κι άγριες τύψεις γέμισαν την ψυχή μας. Το νιώθαμε πια μ’ ολόκληρο το είναι μας πως εκείνη την ασθενική πρωινή ηλιαχτίδα που λίγο πρωτύτερα μας αγκάλιαζε ποτέ μας δε θα την ξαναβρίσκαμε αθώα, πως το σαλιγκάρι που θα γεννηθεί αύριο δε θα είναι αυτό που τσακίσαμε με την


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

πατημασιά μας, πως η δική μας αρτιμέλεια δε μας λυτρώνει από το ρημαγμένο σώμα των άλλων, α, τι αφιλότιμος που ήταν στ’ αλήθεια τούτος ο Θεός· μόλις μπήκαμε στο σπίτι του, μας γέμισε τύψεις, κι έτσι, χωρίς να καταλάβουμε το γιατί, πέσαμε στα γόνατα σε μια βουβή ικεσία συγγνώμης. Σ’ αυτή τη στάση μάς βρήκε ο παπα-Λεπ Ταιρ κι έβαλε τις φωνές, «βρε χοχόλοι, σηκωθείτε που να σας πάρει ο διάολος, φέραν απ’ του Θανατά το φέρετρο κι έχουμε μόλις ένα τέταρτο…» (είχαν περάσει μέρες από το θάνατο της δασκάλας μας, κι επειδή το πτώμα θα μύριζε, δεν έγινε το βράδυ πριν απ’ την ταφή ολονυκτία γύρω απ’ το φέρετρο στο σπίτι της ή στο σπίτι της μάνας της, μήτε την έντυσαν με θανατίκια. Η αστυνομία παρέδωσε το κουφάρι της μια και καλή στον Θανατά το πρωινό της ταφής κι εκείνος το ’στειλε κατευθείαν στην εκκλησία). Αμέσως σηκωθήκαμε όρθιοι και ο παπα-Λεπ Ταιρ, ξεμέθυστος και φρεσκολουσμένος, πήρε μαζί του τους πέντε πιο δυνατούς για να φέρουν το φέρετρο στο ιερό· τον Τζίμη, τον Μανόλη, τον Κώστα και τον Παύλο και, βέβαια, τον Μεγάλο Πρόδρομο. Κι όσοι μείναμε να τους περιμένουμε, κοιτάζαμε με θαυμασμό την αγία τράπεζα που ήτανε σκεπασμένη με ένα πολυτελές πορφυρό βελούδο. Όπως κοιτούσαμε, ο Σίμης απόρησε «τι να ’ναι άραγε κάτω από το βελούδο;», «τα ιερά λείψανα» είπε με τρεμάμενη φωνή ο Ζήσης, «κόκαλα δηλαδή» έκανε με μια γκριμάτσα ο μοιραίος Νίκος, «ναι» απάντησε εκείνος, «τα κόκαλα του αγίου που τ’ όνομά του έχει η εκκλησία». Τότε αισθάνθηκα σα να πλημμύριζε το μυαλό μου ένα ψηλό, θεόρατο κύμα της θάλασσας, «δηλαδή» ρώτησα, «κάτω απ’ το βελούδο είναι τα κόκαλα της Πίστεως και της Ελπίδος;», «ννναι» έκανε διστακτικά ο Ζήσης, κι αμέσως προχώρησα ένα βήμα και άπλωσα το χέρι μου — ήθελα να σηκώσω το βελούδο, να δω… Μα εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η αγριοφωνάρα του παπα-Λεπ Ταιρ, «στην άκρη, κάντε στην άκρη, γρήγορα, βρε κερατάδες, γιατί αν μας τσακώσουν θα με βάλουν να φάω το ρημάδι


κεφάλαιο 4

το ράσο μου…» Ακουμπήσαμε το φέρετρο κάτω στο πάτωμα κι ο παπα-Λεπ Ταιρ πήγε να ανοίξει το καπάκι. Μα τότε δίστασε για μια στιγμή, σα να σκέφτηκε κάτι, γύρισε προς τα εμάς κι είπε «ό,τι κι αν δείτε να ξέρετε πως είναι ένα ψέμα». Έπειτα άνοιξε το φέρετρο, εμείς τρέμαμε σαν τα ψάρια απ’ την τρομάρα μας. Πρώτα απ’ όλα μάς χτύπησε η μυρωδιά — ήταν, βλέπεις, η έκτη μέρα που έμενε άταφο το κουφάρι της κυρίας Δομένικας και, καθώς ήμασταν απροετοίμαστοι για μια τέτοια μυρωδιά, στη στιγμή ανακατεύτηκαν τα σωθικά μας και σχεδόν όλοι μας βάλαμε το χέρι εμπρός στο στόμα, προσπαθώντας να κρατηθούμε να μην τα βγάλουμε όλα από την αναγούλα. Μόνο ο Γιώργος έδειξε να μη τον ενοχλεί διόλου η μυρωδιά, μάλιστα μας κοιτούσε όλους με απορία που φράζαμε τις μύτες μας, και έξαφνα προχώρησε ένα βήμα μπρος, προς το ανοιγμένο φέρετρο, κι είπε «μα τι εξαίσια που είναι τούτη η μυρωδιά…» Εμείς μείναμε έκπληκτοι. Αν ήταν άλλος, ίσως να λέγαμε πως έκανε πλάκα, αλλά ο Γιώργος να κάνει πλάκα μπροστά στο κουφάρι εκείνης που τόσο πολύ αγάπησε, ε όχι, ήταν αδύνατο… Κοιτάξαμε τα μάτια του: οι κόρες τους είχαν γίνει από γαλάζιες σχεδόν λευκές, δεν μπορούσες να τις ξεχωρίσεις… Κι όταν αυτός ξαναείπε, δυνατότερα αυτή τη φορά, «μα τι εξαίσια που είναι τούτη η μυρωδιά…», είδαμε μια αλλόκοτη λάμψη να πετιέται από εκείνο το εφιαλτικό ασπράδι των ματιών του κι ένα αχνό χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπό του, σα να έβλεπε κάποιο υπέροχο όραμα. Αμέσως ο Σώτερ προχώρησε ένα βήμα κι αυτός, «ναι, Γιώργο» του είπε «…είναι στ’ αλήθεια εξαίσια αυτή η μυρωδιά», ο Γιώργος γύρισε και τον κοίταξε με ένα φαρδύ χαμόγελο και θολωμένα μάτια, «είναι σαν το μοναχικό γιασεμί το καταχείμωνο…» είπε, «ναι, Γιώργο» απάντησε ο Σώτερ και τον έπιασε μαλακά από το μπράτσο, τραβώντας τον με τρόπο προς την πόρτα, «είναι σα ν’ άνθισε ολόκληρη η θάλασσα απόψε…» είπε και πάλι εκείνος, «ναι, Γιώργο, ναι…» του έλεγε ο Σώτερ, μέχρι που άνοιξε την πόρτα και


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

βγήκαν έξω. Και μόλις βγήκαν, ο παπα-Λεπ Ταιρ έβαλε και πάλι τις φωνές «τι κάθεστε σαν τα πρόβατα και με κοιτάτε, σας το ’πα, όλα είναι ψέματα». Ύστερα έτρεξε και κρυφοκοίταξε πίσω από την κουρτίνα, «να σας πάρει ο διάολος, να σας πάρει», είπε ψιθυριστά μόλις γύρισε, «άρχισε να ’ρχεται ο κόσμος…» Και καθώς τα έλεγε αυτά πήρε σαν παλαβός από μια γωνιά μια σκούρα καφέ μάλλινη κουβέρτα και την άπλωσε στην αγία τράπεζ��, ύστερα έσκυψε πάνω απ’ το φέρετρο και φωνάζοντας «άιντε, βοηθάτε…» άρχισε να βγάζει το κουφάρι. Με τα πολλά, κι αφού βάλαμε όλοι από ένα χέρι (κρατώντας συνάμα και την ανάσα μας), μεταφέραμε το κορμί της κυρίας Δομένικας πάνω στην αγία τράπεζα· ήτανε τυλιγμένο σε ένα βρόμικο κιτρινισμένο σεντόνι, φαίνονταν μόνο οι άκρες απ’ τα μαλλιά της. Ο παπαΛεπ Ταιρ τότε —πάντοτε σε νευρική υπερένταση— πήρε από τις φτέρνες του εσταυρωμένου Ιησού το μπουκάλι με το ούζο κι άρχισε να περιβρέχει το κουφάρι προσπαθώντας, όπως κατάλαβα αργότερα, να σκεπάσει τη μυρωδιά με μυρωδιά — στο ενδιάμεσο τράβηξε και δυο γουλιές. Πράγματι, το ιερό σε ένα λεπτό μύριζε κάτι παράξενο, κάτι ενδιάμεσο στην πτωματίλα και στη μυρωδιά του ούζου, ενώ ο παπαΛεπ Ταιρ τύλιξε γύρω από το ήδη σκεπασμένο κουφάρι και την καφέ κουβέρτα. Ύστερα είπε αλαφιασμένος, μα μιλώντας πάντοτε ψιθυριστά, «κάτι στο φέρετρο… να βάλουμε κάτι στο φέρετρο να μη μας πάρουν χαμπάρι…», κι είχε βέβαια δίκιο, γιατί δεν ήθελαν πολύ να το καταλάβουν οι νεκροκουβαλητές του Θανατά (και προπαντός εκείνος ο καθίκης ο Πετρισλής) πως το φέρετρο δεν είχε τίποτε άλλο παρά αέρα κοπανιστό. Τότε έγινε πανικός. Αλλόφρονες όλοι μας ανοίξαμε τις σάκες μας και βγάλαμε τα αναγνωστικά μας και τα πετάξαμε μέσα στο φέρετρο, κι όταν είδαμε πως αυτά ήταν πολύ λίγα, πετάξαμε τα τετράδιά μας και τα μολύβια μας, ο παπα-Λεπ Ταιρ πέταξε το μπουκάλι του ούζου, ο Τζίμης ένα σπάνιο καπάκι μπίρας που είχε κερδίσει στην τσάφκο, ο Βέλιας τον μικρό αναπτήρα του, ο Σίμης


κεφάλαιο 4

τη λίμα του, ο Κώστας μια σπασμένη χτένα κι ο μοιραίος Νίκος ένα καμένο σπίρτο που σήμαινε γι’ αυτόν μια χαμένη κλήρωση πριν από μήνες. Μα και πάλι δεν είχε μαζευτεί το απαραίτητο βάρος, όταν μπήκε από την πίσω πόρτα ο Μεγάλος Πρόδρομος (πότε άραγε είχε βγει χωρίς να τον δούμε;) κρατώντας μια πελώρια πέτρα ίσαμε είκοσι κιλά — μόνο αυτός μπορούσε να τη σηκώσει, κανένας άλλος… Και μόνο σαν την ακούμπησε μέσα στο φέρετρο ησυχάσαμε κάπως — αρκούσανε λίγα κιλά ακόμη για να αποκτήσει το φέρετρο ένα βάρος πιστευτό. Μέσα σε ένα-δύο λεπτά όμως μας έπιασε και πάλι απόγνωση, καθώς δεν ξέραμε τι άλλο θα μπορούσαμε να βάλουμε μες στο φέρετρο, ώστε να μην καταλάβουν πως τους είχαμε πάρει το κορμί της κυρίας Δομένικας. Κι έξαφνα είδα με την άκρη του ματιού μου τον παπα-Λεπ Ταιρ να κάνει κάτι που μου φάνηκε πολύ παράξενο· πήρε στα χέρια του το μεγάλο ασημόδετο ιερό Ευαγγέλιο και πήγε να το βάλει μες στο φέρετρο, στο πάνω μέρος που ’μενε κενό. Τον σταμάτησαν οι διαμαρτυρίες του Ζήση που έβαλε τις φωνές, «όχι, παπα-Λεπ Ταιρ, όχι, μην το πετάς το ιερό Ευαγγέλιο στον άλλο κόσμο…» Τότε ο παπα-Λεπ Ταιρ, αμίλητος, σήκωσε το ασημόδετο βιβλίο, το έστρεψε προς το μέρος μας και το άνοιξε σε μία τυχαία σελίδα, κι ύστερα σε άλλη και σε άλλη, κι έπειτα το ξεφύλλισε γοργά με τον αντίχειρά του· όλες οι σελίδες του ήταν λευκές, ολόλευκες, χωρίς μήτε μια λέξη μήτε μια ζωγραφιά, ίδιες με τα ανέγγιχτα τετράδια της ιχνογραφίας. Μείναμε να τον κοιτάμε με ανοιχτό το στόμα, μα εκείνος είπε ξερά «δεν υπάρχει Ευαγγέλιο· υπάρχουν μόνο αδειανά βιβλία…» Ευθύς αμέσως τότε με κατέλαβε ένας παράξενος φόβος, θυμήθηκα που τ’ απογεύματα, όταν τελειώναμε το μάθημα, η κυρία Δομένικα συχνά μάς διάβαζε ιστορίες από εκείνο το ασημόδετο βιβλίο, λέγοντας σα μας έστελνε να το πάρουμε να ζητήσουμε απ’ τον παπα-Λεπ Ταιρ το καλό (άραγε είχε και κάποιο ολόιδιο αντίτυπο εκείνου του βιβλίου που δεν ήταν και τόσο καλό;), μα στ’ αλήθεια τι μας διά-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

βαζε άραγε από ένα ανύπαρκτο κείμενο· και ποιος ήταν τότε εκείνος που, μ’ όλο που το ’ξερε πως θα χαθεί, προχώρησε, ποιος πρόδωσε και ποιος έδωσε τη μαχαιριά, ποιος πέθαινε για τους άλλους μέσα στις λευκές σελίδες εκείνου του βιβλίου, ποιος φίλησε στο μάγουλο και ποιος αρνήθηκε τον άρτο και τον οίνο και, κυρίως, ποιος βγήκε έξω με μια απλή κουβέντα, ποιος αγάπησε ποιον εκείνο το βράδυ στο λόφο με τις ελιές; Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου η φτηνή σκέψη πως η κυρία Δομένικα μας έλεγε ό,τι έβαζε με το νου της εκείνα τα απογεύματα, κοίταζε τις λευκές σελίδες και, ενώ καμωνόταν ότι διάβαζε, μας πετούσε ό,τι της ερχόταν στο κεφάλι. Αυτή τη σκέψη έκανα ο ηλίθιος, μα την ίδια στιγμή σκέφτηκα πως η κυρία Δομένικα δεν είχε κανένα λόγο να παίζει θέατρο πως τάχα διαβάζει το ασημόδετο βιβλίο για να μας λέει ιστορίες απ’ το νου της, άρα λοιπόν η κυρία Δομένικα πράγματι διάβαζε μέσα απ’ το βιβλίο, ναι, αυτό έκανε, διάβαζε το λευκό χαρτί… Εκείνη τη στιγμή, καθώς ο παπα-Λεπ Ταιρ ξεφυσώντας έκλεινε το παραγεμισμένο φέρετρο, έστρεψα το βλέμμα μου στο τυλιγμένο με την παλιά καφέ κουβέρτα κουφάρι της επάνω στην αγία τράπεζα· και μόλις συνδύασα στο νου μου πως το κορμί της ήταν πάνω ακριβώς από τα ιερά κόκαλα της Πίστεως και της Ελπίδος —καταπώς έλεγε ο Ζήσης—, ένιωσα ένα παράξενο αίσθημα, σα να γαλήνεψα. Την ίδια στιγμή ο παπαΛεπ Ταιρ άρχισε πάλι να φωνάζει αλαφιασμένος, «ξεκουμπιστείτε επιτέλους, ρε ζαβλάκια, τι θέλετε, να μας πάρουν χαμπάρι και να μας κλείσουν στα σίδερα, ορίστε ένας-ένας κι αθόρυβα, μπρος φευγάτε…»


5. Οι άνθρωποι γλείφουν τριαντάφυλλα και φιλάνε ανθρώπους

Σε όλη τη νεκρώσιμη ακολουθία, που άρχισε δέκα λεπτά υστερότερα, ούτε ένας από μας δεν μπήκε στην εκκλησία, παρά καθίσαμε και οι δεκατέσσερίς μας στο πεζουλάκι του προαυλίου, αμίλητοι και ζαλισμένοι από τα όσα είχαμε κάνει πρωτύτερα. Η εκκλησία ήταν φίσκα στον κόσμο, είχε έρθει ολόκληρη η γειτονιά μας, άλλοι από αγαθότητα, άλλοι από συνήθεια, άλλοι —οι πιο πολλοί— από διάθεση κουτσομπολιού· κοντολογίς, είχε μαζευτεί κάμποσος κόσμος για την κηδεία εκείνης που έζησε καταδικασμένη να περπατήσει μόνη μέσα στους πιο σκοτεινούς και άγριους εφιάλτες… Κι όπως καθόμασταν και περιμέναμε να τελειώσει η τελετή και να ανεβούμε στα μνήματα, κάποια στιγμή μάς φάνηκε πως αργούσαν υπερβολικά και τότε αρχίσαμε να ανησυχούμε μην τυχόν και αποκαλύφθηκε το τι είχαμε κάνει. Με τα πολλά στείλαμε μέσα τον Όττο να δει τι γίνεται, κι αυτός γύρισε σε δύο λεπτά με μια γκριμάτσα αποστροφής στο πρόσωπο, «μιλάει ο Κερατένιος» είπε χαμογελώντας πικρά, «λέει πως θα την κρίνει ο Θεός…» Ο Μανόλης κούνησε το κεφάλι του λέγοντας «ευτυχώς που δεν ορκιζόμαστε στον Θεό παρά σε όσους κοκκίνισαν κάποτε τα μάγουλά τους». Και, ακούγοντας αυτά τα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

λόγια του Μανόλη, ο Μεγάλος Πρόδρομος είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν μέσα απ’ τα δόντια του, «χα, να ορκιζόμασταν στον Θεό, αυτό μας έλειπε…» Κάποτε τέλειωσε ο Κερατένιος το λογύδριό του, έγινε και η καθιερωμένη απόδοση των συλλυπητηρίων κι έπειτα πήραν το φέρετρο στους ώμους τους, εμπρός ο Πετρισλής και πίσω ο Θόδωλας, και πήραν το δρόμο για τα μνήματα. Τους ακολουθήσαμε σχεδόν όλοι όσοι ήμασταν στην εκκλησία· πρώτη πίσω απ’ το φέρετρο πήγαινε βέβαια η Αύρα Φραντζή, ωχρή σα φάντασμα του άλλου κόσμου, μα συνάμα απόμακρη κι αλλόκοτα αγέρωχη· μαζί της, δεξιά κι αριστερά της, περπατούσαν δύο μαυροντυμένες γυναίκες που την έπιαναν τυπικά απ’ τα μπράτσα. Λίγο πιο πίσω προχωρούσαν οι καθηγητές του εκατοστού πέμπτου, ο Κερατένιος, ο Χαράλαμπος, η Μουτσουρίκου, η Δροσιά και πλάι τους βέβαια περίφροντις ο παπα-Λεπ Ταιρ με ύφος ανάλογο των περιστάσεων· κάποτε-κάποτε γύριζε στα κλεφτά το κεφάλι του προς τα πίσω και μας έριχνε μια ανήσυχη ματιά. Το νεκροταφείο της Μαλακοπής ήταν λιγότερο από ένα χιλιόμετρο απ’ τον ιερό ναό Πίστεως και Ελπίδος. Σε δέκα δεκαπέντε λεπτά φτάσαμε στα μνήματα με τους χορταριασμένους τάφους και τα ξεθωριασμένα ονοματεπώνυμα και σταθήκαμε γύρω από έναν φρεσκοανοιγμένο λάκκο. Ο παπα-Λεπ Ταιρ άρχισε να ψάλλει βιαστικά και να προσεύχεται τρώγοντας τις μισές λέξεις. Μιλούσε για την αιώνια ζωή, για τον χλοερό τόπο που μαζεύονταν οι ψυχές των πεθαμένων, για το θρίαμβο της επερχόμενης κρίσης, κι ο Κώστας έσκυβε στ’ αυτί μου κάθε λίγο και λιγάκι και με ρωτούσε «τώρα θα πει για τα κορμιά που ενώνονται, για τις γλώσσες που συστρέφονται, για τα μάτια που λάμπουνε, για τον άνεμο που σφυρίζει;», αυτό με ρωτούσε, κι εγώ την τρίτη ή την τέταρτη φορά τού απάντησα «όχι, δε θα τα πει τώρα…» Κάποτε, ο παπα-Λεπ Ταιρ ψιθύρισε ένα «αμήν» και σταμάτησε· πήρε μιαν ανάσα κι ύστερα ρώτησε χαμηλόφωνα την Αύρα Φραντζή «να ανοιχτεί το φέρετρο;»


κεφάλαιο 5

Εμείς παγώσαμε τότε, βρε τον μαστούρη τι κάνει, θα μας τα χαλάσει όλα τώρα, σκεφτήκαμε, και μήτε που μπορούσαμε κείνη τη στιγμή να καταλάβουμε πως ο παπα-Λεπ Ταιρ δεν άντεχε να μην προκαλεί την τύχη του κάθε στιγμή, μέχρι μια μέρα να αφανιστεί και να ησυχάσει. Κρατούσαμε ακόμη και την ανάσα μας λοιπόν για να ακούσουμε την απάντηση της μάνας της δασκάλας μας, πέρασαν μερικές στιγμές βουβές κι ύστερα εκείνη μουρμούρισε με φωνή αδύναμη μα αποφασιστική ένα κοφτό «όχι». Τότε φάνηκε η Τζίλντα. Μόλις είχε διαβεί την κεντρική είσοδο του νεκροταφείου και ερχότανε προς τον φρεσκοανοιγμένο τάφο, εκεί όπου σε λίγο θα θάβαμε το φέρετρο με το κορμί (υποτίθεται) της κυρίας Δομένικας. Τα βλέμματα όλων, πρώτα στα κλεφτά και αμέσως μετά απροκάλυπτα, έπεσαν επάνω της. Δεν υπήρξε ούτε ένας άντρας ή μια γυναίκα που να μην την κοίταξε σαστισμένα, με πόθο ή φθόνο — και πώς μπορούσε άραγε να γίνει αλλιώς; Μέσα στο μουντό πρωινό του Φλεβάρη η Τζίλντα, έτσι όπως βάδιζε αργά και νωχελικά ανάμεσα στα πένθιμα μελαγχολικά μάρμαρα, πλάι στα αγριόχορτα που λιπάνθηκαν από τόσα κορμιά, αποτελούσε το θρίαμβο της σάρκας έναντι της σκληρής γης που ρουφάει τους ανθρώπους στα σπλάχνα της, έναν θρίαμβο πρόσκαιρο, στιγμιαίο και μάταιο — μα ποιος θρίαμβος δεν είναι πρόσκαιρος, στιγμιαίος και μάταιος, και στο κάτω-κάτω τι αξίζει κιόλας άμα δεν τον ακολουθεί η αναπόφευκτη ήττα; Ένας τέτοιος θρίαμβος λοιπόν στάθηκε η παρουσία της Τζίλντας εκείνο το πρωινό στο νεκροταφείο της Μαλακοπής. Κι ήταν φυσικό που όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα, καθώς έβλεπαν για πρώτη φορά τέτοια γυναίκα. Εδώ εμείς, μ’ όλο που ’χαμε ξαναδεί την Τζίλντα (και μάλιστα πώς την είχαμε ξαναδεί: ολόγυμνη, με σάρκα ξαναμμένη και παλλόμενη, να ερωτεύεται, να σπαρταράει καταγής και να φωνάζει έξαλλη, παραδομένη στον καταρράκτη της ηδονής), ακόμα κι εμείς λοιπόν που την είχαμε ξαναδεί, μόλις μπήκε εκείνο το μουντό πρωινό


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

στο χορταριασμένο και ταπεινό νεκροταφείο, μείναμε να την κοιτάμε σα χαζοί — βλέπεις, η Τζίλντα ήταν από τις γυναίκες που όσο τις βλέπεις τόσο πιο πολύ λωλαίνεσαι μαζί τους. Περπατούσε προς το μέρος μας με βήμα αργό, σταθερό και συνάμα διστακτικό, κάνοντας προσπάθεια να αποφύγει τα θηλυκά κουνήματα του κορμιού της. Μα τούτη η προσπάθεια έδινε στην κίνησή της μια ναρκωμένη συστολή που κατέληγε σε νωχέλεια προκλητική. Στ’ αλήθεια, ήταν πολύ γυναίκα η Τζίλντα, πολύ ερωτιάρα, γεννημένη για τις χαρές της σάρκας: είχε μαλλιά πυρόξανθα που κατέληγαν σε σπασμένες μπούκλες ίσαμε τη μέση της πλάτης, ολοκόκκινα σαρκώδη χείλια, μάτια μενεξελιά υγρά, μάτια καμωμένα για δάκρυα και για την πλησμονή της χαράς. Το μέτωπό της ήταν πλατύ, τα ζυγωματικά της μια ιδέα προτεταμένα και το πιγούνι της καλοσχηματισμένο και έδινε στη λαγνεία του προσώπου της έναν τόνο θεληματικό. Όσο για το κορμί της, αυτό κι αν ήταν σκέτη κόλαση· ψηλός λαιμός, φαρδιές πλάτες, μεγάλο παράστημα κι αναλογίες θαυμαστές, στήθια πλούσια και σπαρταριστά που δε γινόταν να κρυφτούν πίσω απ’ τη μαύρη σφιχτή ζακέτα, μέση δαχτυλιδένια, λεκάνη με όλες τις θηλυκές καμπύλες, πόδια σα σπαθιά, μακριά και υπέροχα κρεατωμένα, δέρμα λευκό σαν κρίνο και σάρκα που σε καλούσε ίδια με χνουδωτό ροδάκινο. Και βέβαια, ό,τι κι αν φορούσε μια τέτοια γυναίκα θα φάνταζε επάνω της ξετσίπωτο και πρόστυχο, κι έτσι ακόμη κι η κουμπωμένη ώς το λαιμό ζακέτα που φορούσε η Τζίλντα κείνη τη μέρα, η δίχως ένα σκίσιμο μαύρη φούστα που δεν ανέβαινε πιο πάνω απ’ το γόνατο, το καλσόν για το κρύο του Φλεβάρη, τα μαύρα παπούτσια με το κοντό τακούνι, όλα τούτα, μ’ όλο που είχαν επιλεγεί για να κρύψουν ό,τι μπορούσε να κρυφτεί, έκαναν το κορμί της ακόμη πιο θελκτικό. Μόλις έφτασε κοντά στον ανοιχτό λάκκο, ο κόσμος γύρω απ’ αυτόν, αν και δεν ήξερε ποια ήταν εκείνη η πανώρια γυναίκα, μήτε και τι σχέση είχε με την κυρία Δομένικα, της άνοιξε δρόμο για να περάσει. Βέβαια


κεφάλαιο 5

τα πρόσωπα των γυναικών είχαν κιτρινίσει από τη ζήλια — ποιος ξέρει τι θα ’λεγαν για την Τζίλντα στα μεσημεριανά τους κουτσομπολιά;—, οι άντρες πάλι είχανε αλληθωρίσει για τα καλά μη μπορώντας να ξεκολλήσουν το λιγωμένο βλέμμα τους από πάνω της, οι ανάσες τους ακούγονταν βαριές μαζί με μερικά ακαθόριστα μουρμουρητά. Εκείνη προχώρησε λοιπόν ανάμεσα απ’ τον κόσμο κι έφτασε μπροστά από το φέρετρο κι απ’ το λάκκο, πλάι ακριβώς από τη μάνα της κυρίας Δομένικας· η Αύρα όμως μήτε στιγμή δεν έστρεψε το κεφάλι της προς την Τζίλντα, παρά συνέχισε αγέρωχη να κοιτά εμπρός — γιά σκέψου πώς τα φέρνει μερικές φορές η τύχη (ή μήπως δεν ήταν τύχη;), εκείνες οι δύο γυναίκες που σήμαιναν για την κυρία Δομένικα τη ζωή και τον θάνατο ήταν εκεί, στέκονταν πλάι-πλάι μπροστά σε ένα φέρετρο που δεν έκρυβε το κουφάρι της αγαπημένης τους παρά πέτρες, αναγνωστικά, μπουκάλια με ούζο, καπάκια μπίρας, τσατσάρες και ένα ασημόδετο λευκό βιβλίο. Κάποτε η ματιά μου έπεσε στον παπα-Λεπ Ταιρ — αυτός κι αν είχε γλαρώσει με την Τζίλντα, είχε απομείνει κοκαλωμένος για κάμποση ώρα και λησμονώντας ολωσδιόλου να συνεχίσει τις ψαλμωδίες του την κάρφωνε με βλέμμα φλογερό· κάποια στιγμή μάλιστα, σα να ’τανε μονάχοι οι δυο τους σε μέρος ερημικό, της ψιθύρισε με αγαπιάρικο ύφος ένα στίχο: «Κάθε πρωί να σε θωρώ κι ας μου φοράς τα μαύρα…» Μα την ίδια στιγμή ο τρελόπαπας τινάχτηκε προς τα πίσω, σα να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, και τότε συνήλθε ξαφνικά, κοίταξε τρομαγμένος μια το λάκκο και μια το φέρετρο κι ύστερα άρχισε να ψέλνει βιαστικά με την αγριοφωνάρα του «δεεεύτε τελευταίον ασπασμόοον», το είπε τρεις φορές κι ύστερα τραβήχτηκε στο πλάι για να περάσουν όσοι το ’θελαν να δώσουν το τελευταίο φιλί στο ξύλο του κλειστού φερέτρου της κυρίας Δομένικας (εξάλλου μόνο εκείνος κι εμείς το ξέραμε πως το κορμί της δεν ήταν μέσα στο φέρετρο παρά κειτόταν ξαπλωμένο στην αγία τράπεζα της εκκλησίας, επάνω από τα ιερά κόκαλα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

της Πίστεως και της Ελπίδος). Και βέβαια η Τζίλντα προχώρησε πρώτη για το στερνό φιλί, μ’ όλο που δεν είχε καμία τυπική συγγένεια με την πεθαμένη, και —τι παράξενο— η Αύρα Φραντζή δεν αντέδρασε διόλου, παρά έμεινε ακίνητη στη θέση της σαν άγαλμα. Όλοι ανασηκώθηκαν στις μύτες των ποδιών τους για να δουν. Η Τζίλντα στεκόταν εμπρός απ’ το φέρετρο με μάτια κλειστά. Κάποτε έφερε τη δεξιά της παλάμη προς το πρόσωπό της και τότε αποκαλύφθηκε πως κρατούσε ένα ολοκόκκινο ανοιγμένο τριαντάφυλλο — πώς άραγε το έκρυβε και δεν το ’χαμε δει τόσην ώρα;—, το έφερε, λοιπόν, σχεδόν επάνω στα χείλη της εκείνο το τριαντάφυλλο, το μύρισε, έπειτα έβγαλε τη γλώσσα της και, Θεέ μου, το ’γλειψε με ηδονή· τέλος, το φίλησε με τα σαρκώδη χείλια της και το απόθεσε επάνω στο ξύλο της κάσας. Αμέσως η Τζίλντα έκανε μεταβολή για να φύγει και να μη γυρίσει ποτέ μα ποτέ πίσω το κεφάλι της να δει αν στο κατόπι της έρχεται κάποιος ίσκιος, μα έτσι όπως γύρισε βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με την Αύρα Φραντζή. Αν μιλούσαν τα μάτια την ώρα εκείνη, και τι δε θα ’λεγαν· το νήμα της ζωής της δασκάλας μας άρχιζε από τα έξαλλα αγκαλιάσματα της Αύρας μ’ έναν μελαγχολικό ξανθό γαλανομάτη και τέλειωνε στα δικά της αγκαλιάσματα με την Τζίλντα πάνω στην Κουπέλα — ήταν κι οι τρεις γυναίκες που έκαναν όσους βρέθηκαν γύρω τους να χάνουν τα λογικά τους. Και τώρα η κυρία Δομένικα είχε πεθάνει κι οι άλλες δυο στέκονταν η μια απέναντι στην άλλη και θαρρείς πως η καθεμιά τους απολογούνταν σιωπηλά για το τι έδωσε στην κυρία Δομένικα: η Αύρα τη ζωή και τον εφιάλτη, η Τζίλντα τον παράφορο έρωτα και τον θάνατο. Μείνανε για κάμποση ώρα έτσι, ακίνητες, αναμετρώντας η μια την άλλη· κάποτε η μεγαλύτερη τρέκλισε λίγο, μα κατάφερε έστω και δύσκολα να κρατηθεί ορθή. Τότε η Τζίλντα έκανε κάτι που κανείς δεν το περίμενε· προχώρησε ένα βήμα, έπιασε απ’ τους ώμους τη μητέρα της αγαπημένης της και τη φίλησε στο στόμα με θέρμη ερωτική. Κι αμέσως μετά άρχισε να περ-


κεφάλαιο 5

πατά με βήμα βιαστικό προς την έξοδο του νεκροταφείου. Τα μάτια όλων την ακολούθησαν, μέχρι που ο Ψευτοπέτρος, θαμπωμένος ακόμα κι αυτός από την ομορφιά της, της άνοιξε την πράσινη ξύλινη εξώπορτα, της έκανε μια υπόκλιση, μουρμουρίζοντας ανάμεσα στα δόντια του κάτι σαν «περάστε», και μόλις βγήκε την έκλεισε αμέσως πίσω της, λες κι ήταν δαίμονας. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε πνιχτό γυναικείο αναφιλητό: ήταν η Αύρα που είχε γονατίσει εμπρός στο φέρετρο της κόρης της, το ’χε αγκαλιάσει κι έκλαιγε. Ήταν φυσικό για κείνη τη γυναίκα κάποια στιγμή να σπάσει ξαφνικά, αφού και την πέμπτη μέρα του Φλεβάρη που την είδαμε μαζί με τον Κερατένιο στο κατώφλι της τάξης μας και την ώρα της κηδείας ίσαμε εκείνη τη στιγμή διατηρούσε πλήρως τον αυτοέλεγχό της, δεν είχε φανεί ούτε ένα δάκρυ να αυλακώνει το πρόσωπό της, και βέβαια, όσο πιο πολύ κρατάς τον πόνο μέσα σου, τόσο πιο έντονο είναι το ξέσπασμα… Η μάνα της δασκάλας μας έκλαιγε με τρομερή ένταση, λες και το φιλί της Τζίλντας την είχε απελευθερώσει, έγδερνε με τα νύχια της τα ξύλο του φέρετρου, ο κότσος που ’ταν πιασμένα τα γκρίζα μαλλιά της λύθηκε και τα χτενάκια της έπεσαν στο χώμα· οι δύο μαυροντυμένες γυναίκες πήγαν να την πιάσουν από τα μπράτσα για να τη σηκώσουν, μα ο παπα-Λεπ Ταιρ τις σταμάτησε με ένα νόημα. Κάποια στιγμή, το κλάμα της κατέληξε σε έναν βουβό αλλόκοτο σπασμό που έσβησε σιγά-σιγά στην πλήρη ακινησία· τότε τα χείλη της σχημάτισαν έναν χαμηλόφωνο ψίθυρο, που ωστόσο το δικό μας ασκημένο αυτί τον άκουσε, έναν ψίθυρο από μια μάνα στο πεθαμένο πλέον γέννημα των σπλάχνων της: «Συχώρεσέ με». Κι ύστερα η Αύρα Φραντζή σηκώθηκε ορθή, δίχως καμιά βοήθεια, και στάθηκε αγέρωχη εμπρός από τον ανοιχτό λάκκο που έχασκε ανυπόμονος. Κοίταξε τον παπα-Λεπ Ταιρ κι έπειτα του έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι, σα να του ’λεγε «ναι, τώρα». Κι ο παπαΛεπ Ταιρ με τη σειρά του έκαμε ένα νεύμα στον Πετρισλή


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

και τον Θόδωλα, κι αυτοί στη στιγμή σήκωσαν το φέρετρο και το κατέβασαν στο λάκκο. Και τότε η Αύρα σήκωσε τη χούφτα της, τη μισάνοιξε πάνω απ’ το λάκκο, ίσα θαρρείς για να πέσει το χώμα πάνω στο φέρετρο, μα παίρνω όρκο πως δεν έτρεξε το χώμα μέσα απ’ τη χούφτα της, και βέβαια αυτό ήταν επόμενο, καθώς δε�� είχε σκύψει κάτω να το μαζέψει, και τότε μας κατέλαβε ένα αλλόκοτο συναίσθημα — βλέπαμε κάτι που δε μπορούσαμε να κατανοήσουμε, κι όμως νιώθαμε πως ήταν απολύτως φυσιολογικό. Και κάτι ακόμα περισσότερο· νιώθαμε πως ήταν απαραίτητο —ναι, απαραίτητο— μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, με λυμένα τα γκρίζα μαλλιά της, να στέκεται αγέρωχη μπροστά στον ανοιχτό λάκκο της κόρης της και να ανοίγει την αδειανή της παλάμη πάνω απ’ το φέρετρο… Κι αφού πέρασε ένα λεπτό σ’ αυτή τη στάση, η Αύρα αποτραβήχτηκε παράμερα από τον ανοιχτό λάκκο. Τότε άρχισε να περνά και ο υπόλοιπος κόσμος για να ρίξει ο καθένας μια χούφτα χώμα πάνω στο φέρετρο της κυρίας Δομένικας. Εκείνη την ώρα ο Σώτερ γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι του και μας είπε «πρέπει να πάμε κι εμείς…» Κι εμείς κοιτάξαμε απορημένοι — πώς διάολο του κατέβηκε τούτη η ιδέα, και τι να κάναμε μπροστά σε ένα φέρετρο που μόλις λίγη ώρα πρωτύτερα είχαμε γεμίσει με πέτρες και αναγνωστικά και το ασημόδετο βιβλίο; Ο Μανόλης μάλιστα είχε αρχίσει ήδη να διαμαρτύρεται «μα μες στο φέρετρο δεν κρύβεται το κορμί της κυρίας…», «πάμε, βρε μπουμπούνες…» τον έκοψε ο Σώτερ, «τόσος κόσμος εδώ πέρα μάς βλέπει κι όλοι το ξέρουν τι νιώθουμε για την κυρία Δομένικα. Άμα δε ρίξουμε κι εμείς μια χουφτιά χώμα στο φέρετρό της, πολύ θέλει για να το καταλάβουν πως κάτι δεν πάει καλά;» Μόλις τέλειωσε τα λόγια του, και μην περιμένοντας απάντηση, προχώρησε εμπρός και στάθηκε στη σειρά που είχε σχηματιστεί· μα κι εμείς αμέσως τον ακολουθήσαμε, πρώτος ο Μεγάλος Πρόδρομος, έπειτα ο Μανόλης κι ο Κώστας κι ύστερα όλοι οι υπόλοιποι. Τελευταίοι σταθήκαμε στη σειρά εγώ κι ο Γιώρ-


κεφάλαιο 5

γος, που από τότε που τζάζεψε μέσα στο ιερό της εκκλησίας κι ο Σώτερ τον έβγαλε στον καθαρό αέρα, είχε μείνει αμίλητος, ήταν κίτρινος σαν κερί και κρατούσε τα μάτια του κλειστά. Περνούσε λοιπόν ο καθένας μας εμπρός από το λάκκο κι έριχνε μια χουφτιά χώμα, έκανε και το σταυρό του για τα μάτια του κόσμου κι ύστερα πήγαινε προς την έξοδο. Κάποια στιγμή, κι ενώ απόμεναν ο Παύλος και ο Τζίμης για να ’ρθει η σειρά μου, άκουσα τον Γιώργο πίσω μου να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Τόσο όμορφη είναι, λοιπόν;» Γύρισα και τον κοίταξα· ήταν φως φανάρι πως μιλούσε για την Τζίλντα. Είχε ανοίξει τα μάτια του, οι κόρες του είχαν σκουρύνει πολύ περισσότερο απ’ το κανονικό τους, είχαν γίνει σχεδόν μαύρες (απ’ τη ζήλια άραγε;). Αχ, τον έρμο τον Γιώργο, πόσο γερά τον είχε δαγκώσει τον μαύρο κόμπο της αγάπης με την κυρία Δομένικα, και εγώ τι να του έλεγα εκείνη την ώρα, «όμορφη, άσχημη, την Τζίλντα αγάπησε εκείνη…» του απάντησα τάχα κυνικά, ο Γιώργος τότε μου χίμηξε, «κι εγώ;» με ρώτησε επιθετικά πιάνοντας τους ώμους μου, και τότε σκέφτηκα πως δε γινόταν να του πω ψέματα, «εσύ έπαιξες…» του είπα δισταχτικά. Μόλις το άκουσε αυτό ο Γιώργος, πάγωσε κι άφησε τα χέρια του να πέσουν κάτω, «ναι» μου απάντησε, «έχεις δίκιο… έπαιξα κι έχασα» συμπλήρωσε ξεψυχισμένα. Τότε θυμήθηκα την κυρία Πανδώρα κι ένα φούσκωμα μ’ έπιασε στο στήθος, «αυτό να μην το ξαναπείς…» του φώναξα —σχεδόν ούρλιαξα— «κανείς δε χάνει στο παιχνίδι με τους μαύρους κόμπους…» Τα μάτια του Γιώργου έλαμψαν, «κανείς δε χάνει;» επανέλαβε τη φράση μου κοιτώντας με γεμάτος ελπίδα, και ευθύς του είπα την κουβέντα εκείνης που άδειασε μονορούφι το ποτήρι, μια κουβέντα που δεν καταλάβαινα και μήτε ακόμη και τώρα την καταλαβαίνω: «Άκουσε· ό,τι έδωσες, θα το πάρεις…» Μα ο Γιώργος είχε κι άλλη ερώτηση να κάνει, «…και γιατί θα το πάρω;» Κι εγώ, μην έχοντας άλλη απάντηση, σήκωσα την ποδιά μου και τη μπλούζα μου και του ’δειξα ό,τι πιο απόκρυφο είχα: τη φο-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

βερή τρύπα στο κέντρο του στήθους μου· «γιατί έτσι…» του είπα κοιτώντας τον στα μάτια. Και μην περιμένοντας την αντίδρασή του, άφησα την ποδιά μου να πέσει, προχώρησα εμπρός από τον ανοιγμένο τάφο, έριξα μια φούχτα χώμα κι ύστερα έκανα το σταυρό μου — στα ψέματα βέβαια. Μόλις αποτραβήχτηκα, άκουσα έναν ξερό ήχο, σαν από πέσιμο, και ο κόσμος άρχισε να φωνάζει. Αμέσως γύρισα προς το λάκκο και τι να δω: τον Γιώργο να ’ναι πεσμένος μπρούμυτα πάνω στο φέρετρο και να βογγά πιάνοντας τον αριστερό του αγκώνα. Κάποτε έστρεψε το κεφάλι του και μας κοίταξε, στο πλάι μου είχαν σταθεί ο Θόδωλας και ο Πετρισλής, «τι καθόσαστε και με κοιτάτε;» παραπονέθηκε, «βγάλτε με έξω…» Βάλαμε ένα χέρι και τον ανεβάσαμε απ’ το λάκκο, εκείνος μονολογούσε δυνατά, «πώς γλίστρησα έτσι, που να πάρει…», «γλίστρησες, γιατί είσαι βλάκας…» τον κορόιδεψε ο Πετρισλής, μα εγώ το είχα δει πως τη στιγμή που απλώναμε τα χέρια για να τον τραβήξουμε επάνω ο Γιώργος έριξε κάτι στα κλεφτά μες στον κόρφο του, κάτι κόκκινο σαν το αίμα. Κοίταξα το φέρετρο και τότε κατάλαβα τι σήμαινε εκείνο το δήθεν τυχαίο γλίστρημα του Γιώργου στον ανοιχτό λάκκο: το κόκκινο φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας δεν ήταν πια πάνω στο φέρετρο. Κι όπως περπατούσαμε οι δυο μας πλάι-πλάι για να βγούμε έξω απ’ το νεκροταφείο και να συνεννοηθούμε με τους άλλους που ήδη ήτανε στο δρόμο για το πώς θα ανεβάζαμε το ίδιο βράδυ το κορμί της κυρίας Δομένικας στην Κουπέλα, περάσαμε μπροστά απ’ τη μητέρα της. Ο Γιώργος κοντοστάθηκε λίγο και την κοίταξε κατάματα. Η Αύρα Φραντζή για μια στιγμή κάπως αναστατώθηκε κι ύστερα είπε σχεδόν ψιθυριστά «ίσως το Μάρτιο…» Ο Γιώργος τότε δε μίλησε, μονάχα κούνησε καταφατικά το κεφάλι, σα να ’λεγε «ναι, θα ’ρθω…»


6. Κουφάρι σε λόφο καμωμένο από κουφάρια

Εκείνο το ίδιο απόγευμα ο Γιώργος ήρθε στην εκκλησία έχοντας ακόμη στον κόρφο του το φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας — είχαμε πει να μαζευτούμε έξω από την πίσω πόρτα του ιερού για να πάρουμε το κουφάρι της κυρίας Δομένικας και να το ανεβάσουμε στην Κουπέλα. Πράγματι, στις έξι είχαμε φτάσει όλοι στο ραντεβού μας, έλειπαν μονάχα ο Όττος κι ο Βέλιας, που ’χανε πάει να δουν μήπως και μπορέσουν να τρυπώσουν στο σπίτι της δασκάλας μας (καθώς η αστυνομία το ’χε ξεσφραγίσει απ’ την προηγουμένη) και να πάρουν απ’ το δεύτερο συρτάρι του γραφείου της τα εφτά κόκκινα τετράδιά της — αυτό ήταν το θέλημα εκείνης. Μαζευτήκαμε λοιπόν όλοι μας εκεί όπου μας είχε πει ο παπα-Λεπ Ταιρ ότι θα μας περίμενε για να μας ανοίξει την πόρτα του ιερού (το μεσημέρι, μόλις τέλειωσε η δήθεν κηδεία της, ήταν κάπως εκνευρισμένος —ποιος ξέρει γιατί— κι όταν ο Σώτερ τον ρώτησε στα κλεφτά τι θα γινόταν με το κορμί εκείνης, ο τρελόπαπας απάντησε θυμωμένα «να ’ρθείτε στις έξι, να σας το δώσω και να το πάτε στην ευχή της Παναγίας…»). Ωστόσο η ώρα πήγε εξίμισι, η νύχτα είχε απλωθεί για τα καλά, ο παπα-Λεπ Ταιρ δε φαινόταν έξω απ’ το ιερό, κι όταν πήγαμε να μπούμε στην αποθήκη της εκκλησίας, τη βρήκαμε κλειδωμένη. Στην αρχή


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

διστάσαμε να χτυπήσουμε την πόρτα του μην τυχόν και κοιμόταν, γιατί άμα τον ξυπνούσαμε θα γινόταν θηρίο, θα φώναζε και θα ’βριζε, μπορεί και να μας έπαιρνε με τις πέτρες, όπως είχε γίνει δύο καλοκαίρια νωρίτερα· έτσι, σταθήκαμε να τον περιμένουμε, πέρασαν είκοσι λεπτά και το κρύο είχε σφίξει για τα καλά. Κάποτε άνοιξε διάπλατα η πόρτα της αποθήκης και στο λιγοστό φως της λάμπας που ’ταν αναμμένη μέσα φάνηκε η σιλουέτα του παπα-Λεπ Ταιρ με μια μακριά παλιούρικη καμπαρντίνα, τύφλα στο μεθύσι, να τραγουδά «μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες…», ενώ πίσω μου άκουσα τον μοιραίο Νίκο να λέει φουρκισμένος «μέσα ήταν ο τράγος και μας άφησε να παγώσουμε». Παραπατώντας λοιπόν ο παπα-Λεπ Ταιρ προχώρησε προς το μέρος μας και χασκογελώντας μάς ρώτησε με δυνατή φωνή «άλλον κανένα περιμένουμε;» Ο Σώτερ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, «ωραία, λοιπόν» είπε ο τρελόπαπας, «ας ξεκινήσουμε». Μόλις ακούσαμε τα λόγια του, απορήσαμε, «θα ’ρθεις και συ μαζί μας;» τον ρώτησε στη στιγμή ο Σώτερ, «ναι, θα ’ρθω» απάντησε εκείνος, «…και συ πού ξέρεις την Κουπέλα;» του χώθηκε ο μοιραίος Νίκος, αρπαγμένος ακόμη από το ότι μας άφησε να περιμένουμε μες στο κρύο. Ο παπα-Λεπ Ταιρ τότε σκέφτηκε για λίγο κι έπειτα είπε χαμηλόφωνα, σα να ξεμέθυσε έξαφνα, «κάποτε γύρεψα κι εγώ το σφύριγμα του ανέμου…», ενώ την ίδια στιγμή ξεκλείδωσε την πόρτα του ιερού. Και μόλις την άνοιξε γύρισε προς το μέρος μας — όλοι μας τον κοιτούσαμε· ώστε λοιπόν δεν ήταν η Κουπέλα μόνο δικό της και δικό μας μυστικό. «Τι με κοιτάτε, ρε, σα χάνοι;» είπε εκείνος, «…μπρος, ελάτε πέντε από σας να κουβαλήσουμε το σώμα της». Πράγματι, πέντε από εμάς προχώρησαν εμπρός και μπήκαν μέσα μαζί του· ήταν και πάλι οι πέντε πιο δυνατοί της παρέας: ο Τζίμης, ο Μανόλης, ο Κώστας, ο Παύλος και, βέβαια, ο Μεγάλος Πρόδρομος. Ένα λεπτό μετά βγήκαν έξω κρατώντας το κουφάρι της κυρίας Δομένικας τυλιγμένο στην παλιά καφέ κουβέρτα. Από μπροστά κρατούσε ο παπα-Λεπ Ταιρ, από πίσω


κεφάλαιο 6

ο Μεγάλος Πρόδρομος κι οι άλλοι τέσσερις από το πλάι, δύο απ’ τα δεξιά και δύο απ’ τα αριστερά. Βγήκανε έξω λοιπόν με το κορμί εκείνης, ο παπα-Λεπ Ταιρ έβαλε στη δεξιά τσέπη του το αριστερό του χέρι (με δυσκολία είναι η αλήθεια, καθώς με το δεξί κρατούσε την κουβέρτα), έβγαλε τα κλειδιά της εκκλησίας, τα πέταξε στον Σώτερ κι εκείνος, χωρίς να περιμένει κάποιο παράγγελμα, κλείδωσε την πόρτα του ιερού κι έβαλε τα κλειδιά στην τσέπη της καμπαρντίνας που ο παπα-Λεπ Ταιρ φορούσε πάνω απ’ το ράσο. «Είμαστε έτοιμοι…» είπε ο παπάς με στριγκή φωνή, «πάμε…» Τότε αρχίσαμε να περπατάμε μες στο σκοτάδι. Είχε σηκωθεί ένας παγωμένος βαρδάρης που ξύριζε, κι εμείς ανεβαίναμε την ανηφόρα από τον Πύργο (έτσι λέγαμε τον μεγάλο πυλώνα του ηλεκτρικού της γειτονιάς με το κοκκινόχωμα), για να τραβήξουμε αριστερά απ’ τον επάνω δρόμο στη στρατούλα που ’βγαζε στο λόφο της Κουπέλας· ένα ασθενικό μισό φεγγάρι μάς έδειχνε το δρόμο. Και βέβαια προχωρούσαμε δίχως καμιά προφύλαξη· όποιον και ν’ απαντούσαμε στο δρόμο μας αμέσως θα το υποψιαζόταν πως κάτι παράξενο συνέβαινε, καθώς προχωρούσαμε έξι στη μέση να κουβαλάν το κορμί εκείνης μες στην κουβέρτα, και γύρω-γύρω αραδιασμένοι κατά παράταξη οι υπόλοιποι, εφτά στον αριθμό, σα να κάναμε γύρα τον επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής. Για καλή μας τύχη όμως δε συναντήσαμε κανέναν — μήτε ψυχή δεν περπατούσε στους δρόμους της γειτονιάς μας· όλοι φαίνεται είχαν κλειστεί στα σπίτια τους από την παγωνιά. Κανένας μας δε μιλούσε, μονάχα βαδίζαμε σκυφτοί· ο παγερός αγέρας μύριζε έντονα — τι παράξενο— μαλακό φρεσκοσκαμμένο χώμα. Όσο για το κουφάρι της κυρίας Δομένικας, αυτό που το πρωί βρομούσε ανυπόφορα και χρειάστηκε ν’ αδειάσει ο παπα-Λεπ Ταιρ πάνω στην κουβέρτα που το τύλιγε μισό μπουκάλι ούζο για να σκεπάσει την μπόχα της σήψης, ε, πίστεψέ το, αυτό το κουφάρι ευώδιαζε τώρα μια υπέροχη μεθυστική μυρωδιά, σα να ’χαν χωρέσει όλα τα γιασεμιά του Μαυρομανόλη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

μέσα σ’ εκείνο το άψυχο κορμί — ποιος ξέρει, ίσως να ’χε δίκιο ο Γιώργος το πρωί που μιλούσε για ανθισμένη θάλασσα. Με τις δύο αυτές μυρωδιές —του φρεσκοσκαμμένου χώματος και των λουλουδιών— να σμίγουν στα ρουθούνια μας, φτάσαμε κάποτε στις παρυφές της Κουπέλας. Μια ακατανόητη ευφορία μάς είχε κυριεύσει, λες και δεν πηγαίναμε να θάψουμε τη δασκάλα μας παρά να γιορτάσουμε τον ερχομό μιας απρόσμενης άνοιξης μες στο καταχείμωνο. Μόλις αντικρίσαμε εμπρός μας εκείνον το λόφο των παράφορων ερώτων και προχωρήσαμε προς το άνοιγμα όπου άρχιζε ο Θάνατος, σκοντάψαμε σε δυο κορμιά: ήταν ο Βέλιας κι ο Όττος που είχαν φτάσει εκεί πιο νωρίς από εμάς και καθώς κάθισαν πλάτη με πλάτη να μας περιμένουν τους είχε πήρε ο ύπνος. Αμέσως πετάχτηκαν έντρομοι. «Εμείς είμαστε…» φώναξε ο Μανόλης και τους αγκάλιασε για να τους ηρεμήσει. Και μόλις συνήλθαν, ο Όττος μάς έδειξε κάτι σα δέμα που το κρατούσε και με τα δυο του χέρια: ήταν τα εφτά κόκκινα τετράδια της κυρίας Δομένικας, εκείνα που η ίδια μάς χάρισε για ύστατο δώρο· «ανέβηκα απ’ την ακακία εμπρός απ’ το σπίτι της και πήδηξα στο περβάζι του παραθύρου…» είπε ο φίλος μας χαμηλόφωνα, «καλά έκανες…» του είπε ο Σώτερ, «θα τα διαβάσουμε αύριο…», «ναι…» ψιθύρισε ο Όττος, «αύριο…» Αμέσως έκανε μεταβολή κι άρχισε να ανεβαίνει το Θάνατο· πίσω του προχώρησε ο Βέλιας, πιάνοντας με το δεξί του χέρι τον ώμο του Όττου. Κι έπειτα προχώρησε ο παπα-Λεπ Ταιρ, πιάνοντας με το δεξί του χέρι τον ώμο του Βέλια και κρατώντας με το αριστερό την κουβέρτα με το κουφάρι της δασκάλας μας. Πίσω του πήγαιναν οι τέσσερις που κρατούσαν την κουβέρτα απ’ τα πλάγια κι έπειτα ο Μεγάλος Πρόδρομος και μετά απ’ αυτόν οι υπόλοιποι, πιάνοντας ο καθένας τον ώμο του μπροστινού του — βλέπεις, δε γινόταν ν’ ανεβούμε νύχτα το Θάνατο χωρίς ο ένας ν’ αγγίζει τον άλλον, θα μας αρπάζαν οι θλιμμένοι δαίμονες της Κουπέλας. Κάποτε φτάσαμε στο τέλος του μονοπατιού, στην τελευταία μυγδαλιά της σειράς· ο


κεφάλαιο 6

Σίμης, που ερχόταν πίσω μου, έπιασε με την παλάμη του τον κορμό για να στηριχτεί και μας είπε πως απ’ όσο ένιωθε με την αφή της παλάμης του μάλλον κάτι ήταν χαραγμένο εκεί. Μαζευτήκαμε όλοι γύρω απ’ το δέντρο, εγώ άναψα ένα σπίρτο και στη μια στιγμή που κράτησε η φλόγα του διαβάσαμε χαραγμένη βαθιά πάνω στη φλούδα του δέντρου μία μόνο λέξη: «απόψε». Ένα παράξενο ρίγος μάς διαπέρασε τότε και η προηγούμενη ευφορία μας αμέσως έσβησε, τι να σήμαινε άραγε εκείνο το «απόψε» και για ποιον τάχα να χαράχτηκε; Για την κυρία Δομένικα ή για κάποιον άλλον; ή μήπως ήταν ένα μήνυμα για όποιον τολμούσε ν’ ανέβει στον μαγεμένο λόφο; Το μυστήριο αυτό λύθηκε μόλις μια βδομάδα αργότερα, όταν ένα πρωινό ήρθε ο Όττος και μας είπε πως είχε ανακαλύψει ότι σε κάθε μυγδαλιά απ’ την αρχή του Θανάτου, χέρι ανθρώπου είχε χαράξει κι από έναν αριθμό, όπως εννιακόσια τρία ή εξακόσια ογδόντα εννιά ή τριακόσια σαράντα ή είκοσι εφτά ή πέντε. Αυτό μάς φάνηκε πολύ παράξενο κι αμέσως το συνδυάσαμε με εκείνο το ακατανόητο «απόψε»· την επομένη κιόλας το μεσημέρι πήγαμε μήπως και καταλάβουμε τι σήμαιναν όλα αυτά. Πρώτα απ’ όλα είδαμε προσεχτικά μία προς μία όλες τις μυγδαλιές του δύσβατου μονοπατιού· κοντά διακόσια δέντρα είχανε χαραγμένα στους κορμούς τους κι από ένα νούμερο. Έξαφνα ο Σώτερ, βαθιά συλλογισμένος, έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί που πάντα κουβαλούσε στην κωλότσεπή του κι άρχισε κάτι να σημειώνει με το μολύβι του. Κανένα νούμερο δεν ήταν ίδιο με το άλλο, μα όλα γειτόνευαν μες στην ατέλειωτη θάλασσα των αριθμών· το μεγαλύτερο ήταν το εννιακόσια ενενήντα εννιά και το μικρότερο το νούμερο ένα. Μα το πιο παράξενο ήταν πως τα νούμερα αυτά ακολουθούσαν το δρόμο που ανέβαινε ο Θάνατος· στα πρώτα δέντρα του μονοπατιού ήτανε χαραγμένα τα νούμερα του εννιακόσια, μετά τα οχτακόσια τόσο μετά τα εφτακόσια και κάτι, και έτσι ανέβαιναν προς τα πάνω τα διψήφια, πάντα με τη λογική σειρά τους, το ενενήντα εφτά, το ογδόντα τρία, το


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

εβδομήντα τέσσερα, το εβδομήντα και στον τελευταίο κορμό, όπως σου είπα, χαραγμένο το «απόψε». Κάποτε ο Σώτερ σήκωσε το κεφάλι του απ’ το χαρτί και μονολόγησε κοιτώντας τον ορίζοντα: «μα είναι πανεύκολο…» Μαζευτήκαμε όλοι γύρω του και τότε μας εξήγησε τι σήμαιναν τα χαράγματα πάνω στον κορμό των δέντρων — χωρίς αμφιβολία ήταν πολύ έξυπνος ο Σώτερ: «Εδώ και τρία χρόνια η κυρία Δομένικα, για κάθε νύχτα που ανέβαινε στην Κουπέλα για να σμίγει με την Τζίλντα, χάραζε και από ένα νούμερο με το μακρύ μαύρο νύχι του μικρού δάχτυλου του αριστερού της χεριού σε μια αμυγδαλιά· ήταν ο αριθμός των ημερών που της απόμεναν κάθε φορά, καθώς οι χίλιες μέρες της κατάρας που ξεστόμισε η Μπαρμπακούλα πάνω στο ψυχορραγητό της είχαν αρχίσει να μετρούν από τη δωδέκατη μέρα του Μάη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Κι έτσι, την τελευταία βραδιά, τη νύχτα της τετάρτης προς την πέμπτη Φεβρουαρίου του εβδομήντα οχτώ, η κυρία Δομένικα, που ήξερε πως δε θα δει το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, χάραξε στην τελευταία αμυγδαλιά του θανάτου τη λέξη “απόψε”…» Όμως εκείνη τη νύχτα της ενδεκάτης Φεβρουαρίου που ανεβάσαμε το σώμα της δασκάλας μας στη Φωλίτσα για να το θάψουμε και διαβάσαμε στο φως του σπίρτου το αινιγματικό «απόψε», χαραγμένο στον κορμό μιας μυγδαλιάς, δε μπορούσαμε να σκεφτούμε τίποτε από όλα αυτά, αντίθετα, ήμασταν σίγουροι πως ένας δαίμονας της νύχτας είχε χαράξει εκείνη τη λέξη στη φλούδα του δέντρου και μας ανήγγειλε πως ήταν να συμβεί εκείνη τη νύχτα κάτι που είχε προαποφασιστεί από αιώνες… Έγινε σιωπή για αρκετά λεπτά· κάποτε ο Μανόλης ρώτησε φοβισμένος τον παπα-Λεπ Ταιρ «πάτερ, τι σημαίνει αυτή η λέξη;» Ο παπα-Λεπ Ταιρ έδειξε να αιφνιδιάζεται με την ερώτηση, άρχισε να κομπιάζει λέγοντας πως κουράστηκε απ’ το κουβάλημα της κουβέρτας με το κουφάρι εκείνης, ήταν φανερό πως δεν ήθελε να απαντήσει κι έψαχνε έναν τρόπο να ξεγλιστρήσει, «α» έκανε ανακουφι-


κεφάλαιο 6

σμένος κάποια στιγμή σηκώνοντας το ελεύθερο χέρι του ψηλά, «απόψε άνθισαν οι μυγδαλιές…» Και στη στιγμή όλοι σηκώσαμε τα μάτια μας, το μισό φεγγάρι μόλις είχε φανεί ανάμεσα απ’ τα σύννεφα, και —τι παράξενο— φώτισε για τα καλά τη νύχτα, σα να ’ταν δύο πανσέληνοι μαζί· πράγματι, οι μυγδαλιές είχαν ανθίσει, νόμιζες είχαν φορέσει νυφικά φορέματα κι έλαμπαν τα λευκά τους άνθη στο φεγγαρόφωτο, σα να ’θελαν να δώσουν εκείνο το βράδυ στην κυρία Δομένικα τον ύστατο χαιρετισμό…


7. Όπου ο αφηγητής λέει τουλάχιστον ένα ψέμα

Ήταν και πάλι η φωνή του παπα-Λεπ Ταιρ που μας έβγαλε απ’ τη μαγευτική νάρκη των λευκών ανθών του Φλεβάρη, «μπρος μωρέ…» είπε επιτακτικά, «…δεν ήρθαμε για χάζι δω επάνω». Με αυτά τα λόγια άρχισε να προχωράει στο μικρό ξέφωτο της Κουπέλας, παρασέρνοντας μαζί του όσους κρατούσαν μαζί μ’ αυτόν την κουβέρτα με το κουφάρι της κυρίας Δομένικας· πίσω τους ακολουθήσαμε κι εμείς. Όταν φτάσαμε στο κέντρο της Φωλίτσας (έτσι έλεγε εκείνη το ξέφωτο της Κουπέλας), άφησαν κάτω την κουβέρτα κι όλοι ψάξαμε με τα μάτια να βρούμε τη γούβα των ερώτων της· μόνο ο παπα-Λεπ Ταιρ κοιτούσε τον ουρανό. Τότε ακούσαμε τη φωνή του Γιώργου, «να… η γούβα της Φωλίτσας…» είπε με τον αλλόκοτο και τρομακτικό ενθουσιασμό αυτού που έχει χάσει τα λογικά του, και προχώρησε σα μαγεμένος προς τα κει· μόλις έφτασε ώς τη γούβα και την είδε άδεια, έβγαλε μια πνιχτή κραυγή κι έκανε αμέσως μεταβολή κι έτρεξε προς τον κορμό της πιο κοντινής αμυγδαλιάς και γονάτισε κρύβοντας μες στις παλάμες του το πρόσωπό του. Πήγαμε να πέσουμε από πάνω του να τον παρηγορήσουμε, μα ο παπα-Λεπ Ταιρ μάς είπε χαμηλόφωνα «άφησε τον μονάχο για λίγο…»· έτσι, προχωρήσαμε κι εμείς προς τη γούβα, εκεί όπου η δασκάλα μας και η Τζίλ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

ντα είχανε σμίξει τόσες φορές, εκεί όπου η κυρία Δομένικα μας είχε υποδείξει έ��α χρόνο πρωτύτερα τον τόπο του θανάτου της, σκαλίζοντας μ’ ένα καλάμι τη σκοτεινή φράση της στο χώμα της Φωλίτσας, ακριβώς εκεί όπου την είχαμε βρει νεκρή έξι μέρες νωρίτερα. «Εδώ είναι ο τόπος…» είπε ψιθυριστά ο Σώτερ και, γονατίζοντας στην άκρη της γούβας, άρχισε να τη σκάβει με τα χέρια του, κουνώντας λαχανιασμένος μπρος-πίσω το κεφάλι του σαν παλαβός. Έναςένας τότε γονατίσαμε όλοι γύρω απ’ τη γούβα —ακόμη κι ο παπα-Λεπ Ταιρ— κι αρχίσαμε να σκάβουμε κι εμείς με μανία. Το ξηρό κρύο και η αναβροχιά δέκα ημερών είχανε κάνει το χώμα σκληρό σαν ξύλο — το χώμα που κάποτε ήτανε η σάρκα εκείνων των καταραμένων που χάθηκαν αγκαλιασμένοι. Έτσι όπως σκάβαμε, πονούσαν τα δάχτυλα και τα νύχια μας, μα ούτε στιγμή δε σταματήσαμε να πάρουμε ανάσα. Θα πέρασε κάπου μια ώρα που παιδέψαμε τη γη με τα αδύναμα παιδικά μας χέρια, ώσπου έξαφνα είδαμε πως εκείνη η κοίλη γούβα, που ήταν τόπος θανάτων και ερωτικών σμιξιμάτων, είχε γίνει πια ένας λάκκος, ένας λάκκος αρκετά ρηχός βέβαια, για να μπορούν —σύμφωνα με τις στερνές της επιθυμίες— εύκολα να βρουν τροφή τα πεινασμένα τσακάλια, μα, όπως και να το κάνουμε, έστω και αυτός ο ρηχός λάκκος ήταν, θαρρείς, σα μια πληγή που έχασκε επάνω στον μαύρο λόφο και τον πονούσε. Έτσι, μόλις πάψαμε το σκάψιμο, φτύσαμε σάλιο στις παλάμες μας και το απλώσαμε στο χώμα, θέλαμε έτσι να καλοπιάσουμε τη σκληρή γη για να σπλαχνιστεί το κορμί της δασκάλας μας και να μην το παιδέψει στον αφανισμό του. Αφού έγινε κι αυτό, σηκωθήκαμε και πήγαμε εκεί όπου είχαμε αποθέσει το κουφάρι της κυρίας Δομένικας τυλιγμένο με την παλιά κουβέρτα· τότε έγινε το πιο δύσκολο απ’ όλα. Ο Μεγάλος Πρόδρομος σήκωσε την κουβέρτα στα δυο του χέρια κι ο Σώτερ, αφού πήρε βαθιά ανάσα, γύρεψε με τη ματιά του τον παπα-Λεπ Ταιρ για να του δώσει το τελικό σύνθημα· μόλις αυτός έγνεψε καταφατικά, ο Σώτερ έπιασε την άκρη της


κεφάλαιο 7

κουβέρτας και άρχισε να την ξετυλίγει αργά-αργά. Κάποτε την τράβηξε απότομα, μην αντέχοντας άλλο το βάσανο της ψυχραιμίας, και τότε, ω Θεέ μου, το ολόγυμνο κορμί της κυρίας Δομένικας βρέθηκε στην αγκαλιά του Μεγάλου Πρόδρομου. Μπροστά σε κείνη την εικόνα ένιωσα για πρώτη μου φορά την αίσθηση πως ίσως στον θάνατο φωλιάζει η αγριότερη ομορφιά, στην έλξη του θανάτου, στην απόφαση του θανάτου, ή ακόμη και στη γαλήνη του. Κι είναι αλήθεια πως από εκείνο το φλεβαριάτικο βράδυ είδα πολλά στη ζωή μου και στα όνειρά μου, μα ποιο σούρουπο είχε την ώχρα του προσώπου της, ποια βιολέτα τα μελανιάσματα του τουμπανιασμένου δέρματός της, ποια πέτρα ρημαγμένης γης ήταν τόσο πένθιμα μαύρη όσο τα κοκαλωμένα εξογκώματα που είχε στο στήθος της αντί για ρώγες, ποια πληγή ήταν τόσο τρυφερή όσο η ολοκόκκινη τομή της κοιλιάς της (από εκεί που ’γινε η νεκροψία), ποιο λευκό κρίνο έκρυβε τα μυστικά που κρύβαν τα σφαλιστά της βλέφαρα; Έστρεψα τότε το βλέμμα μου ψηλά, «αν είσαι εδώ, μην κρύβεσαι…» σιγοψιθύρισα ψάχνοντας στον μαύρο θόλο της νύχτας… Όταν κατέβασα τα μάτια μου, είδα το κορμί της κυρίας Δομένικας ξαπλωμένο μες στο λάκκο, εκεί όπου το είχε αποθέσει ο Μεγάλος Πρόδρομος· γύρω-γύρω στεκόμασταν όλοι όρθιοι —μόνον ο Γιώργος ήταν ακόμη γονατισμένος στον κορμό μιας μυγδαλιάς—, μας είχε καταλάβει μια παράξενη νευρική αμηχανία, σαν κάτι να περιμέναμε μα δεν ξέραμε τι. Ήταν ο Μεγάλος Πρόδρομος που έδωσε τέλος σ’ αυτό το δυσάρεστο αίσθημα. Στύλωσε το βλέμμα του στον παπαΛεπ Ταιρ και του είπε με την αργή βαριά φωνή του «ό,τι είναι να πεις, πες το τώρα…» Ο παπα-Λεπ Ταιρ στην αρχή έδειξε να αιφνιδιάστηκε, «εγώ τι να πω;» φώναξε ταραγμένος, ύστερα όμως κατάλαβε τι εννοούσε ο φίλος μας, «σωστά» μονολόγησε, «είναι κάτι που πρέπει να πω…» Και, μόλις είδαμε τον τρελόπαπα να παίρνει βαθιά ανάσα, όλοι μας σκεφτήκαμε πως πάλι θα μας έλεγε για κείνο τον καταπράσινο χλοερό τόπο· μα ο παπα-Λεπ Ταιρ δε μας μί-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

λησε για τον χλοερό τόπο, μήτε και άρχισε τις συνηθισμένες του ψαλμωδίες. Μονάχα έσκυψε το κεφάλι· τότε, λες κι άναψε ένα φως μες στο μυαλό μου, έκανα με το κεφάλι μου ένα νεύμα στον Κώστα που σήμαινε «ναι, τώρα». Η φωνή του παπα-Λεπ Ταιρ ήταν καθαρή και δυνατή, έσκιζε τη σιωπή της παγερής νύχτας: «Ας είναι τα κορμιά που ενώνονται, ας είναι οι γλώσσες που συστρέφονται, ας είναι τα μάτια που λάμπουνε, ας είναι ο άνεμος που σφυρίζει, ας είναι…» Και μόλις τελείωσε εκείνη τη σκοτεινή κι ακατανόητη φράση (που δεν την ακούγαμε για πρώτη φορά), σούρωσε τα χείλια του και φύσηξε απαλά προς το κορμί της. Προτού προφτάσουμε να σκεφτούμε καν τι ήτανε ή τι σήμαινε εκείνο το φύσημα του παπα-Λεπ Ταιρ, ο παπάς μάς είπε με φωνή ξερή και αδιάφορη «φιλήστε την». Χωρίς να το σκεφτούμε καθόλου, σταθήκαμε στη σειρά κι όλοι περάσαμε ένας-ένας και γονατίσαμε πλάι στο λάκκο και φιλήσαμε για στερνή φορά την κυρία Δομένικα, έτσι όπως εκείνη μάς έμαθε να φιλάμε όσους φεύγουν για ταξίδια χωρίς γυρισμό, εφτά φορές συνολικά, τρεις στο μέτωπο, δυο στο αριστερό μάγουλο, μια στο δεξιό και μια τελευταία στο λαιμό. Έτσι περάσαμε και φιλήσαμε τη δασκάλα μας· κι ήμουν εγώ ο τελευταίος στη σειρά. Το κορμί της δε μύριζε διόλου· μονάχα το δέρμα της ήτανε παγωμένο. Ακούμπησα τα χείλη εφτά φορές στο δέρμα της κι ένιωσα πως τα χείλη μου γίνανε μια τεράστια άφθη· δε σκεφτόμουν τίποτε απολύτως, μονάχα με γέμισε ένα απροσδιόριστο αίσθημα, θαρρείς γνωστό από πολύ παλιά, κάτι σα γλύκα και πικρία μαζί. Κι αφού έδωσα τον στερνό χαιρετισμό σε κείνη, πήγα και στάθηκα στον κύκλο που ’χαμε κάνει γύρω από το λάκκο· ήμασταν έτοιμοι να σκύψουμε και να ρίξουμε χουφτιές το χώμα να σκεπάσουμε το κορμί της, όταν είδαμε τον Γιώργο όρθιο να ’χει σηκωθεί από τον κορμό της μυγδαλιάς και να βαδίζει προς το λάκκο με το κουφάρι της δασκάλας μας. Κι όταν έφτασε στην άκρη του ρηχού τάφου, δε γονάτισε. Μονάχα στύλωσε τα μάτια του σε κείνη και μετά από


κεφάλαιο 7

μια μικρή σιωπή είπε κοφτά: «Αν ήσουν, ήμουν». Ύστερα έβαλε το χέρι του στον κόρφο του κι έβγαλε το φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας· αφού το κράτησε για μια στιγμή, σα να ’θελε να το ζυγίσει, το πέταξε πάνω στο κορμί εκείνης. Και το τριαντάφυλλο έπεσε ανάμεσα στα χωρίς ρώγες στήθη της κυρίας Δομένικας και —τι παράξενο— στάθηκε εκεί, ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. Όσην ώρα ρίχναμε με τις χούφτες το χώμα για να σκεπάσουμε το κορμί της δασκάλας μας, κρυφοκοίταξα τον Γιώργο πλάι μου να κάνει το ίδιο και συλλογιόμουν πως στ’ αλήθεια αυτό το πράγμα είναι η αγάπη· να λογαριάζεις δηλαδή την αγάπη των άλλων πιο πολύ απ’ τη δική σου, να σαπίζεις —αν έτσι τυχαίνει— σ’ ένα αδιέξοδο μαράζι, να βάζεις πρώτο το φιλημένο τριαντάφυλλο της Τζίλντας απ’ το δικό σου το φιλί που ποτέ δεν έδωσες. Αυτά σκεφτόμουνα εκείνη την ώρα κι έριχνα με τις χούφτες το χώμα, όπως άλλωστε έκαναν όλοι, μέχρι κι ο παπα-Λεπ Ταιρ είχε πέσει στα γόνατα κι έσκαβε τη γη μ’ ένα ξυλαράκι, για να ’χουμε χώμα για τις χουφτιές μας. Σιγά-σιγά άρχισε να σκεπάζεται απ’ το χώμα το σώμα της κυρίας Δομένικας, πρώτα οι παλάμες των χεριών, κατόπιν ο λαιμός και οι αστράγαλοι των ποδιών της, τα μαλλιά της έπειτα και το πρόσωπό της κι ύστερα όλο το υπόλοιπο σώμα, το εφηβαίο και η κοιλιά, οι μηροί και οι ώμοι. Κάποτε σκεπάστηκε ολόκληρο το κορμί της, εκτός από τα δυο της στήθη και το ολοκόκκινο τριαντάφυλλο ανάμεσά τους —ξέρω, φαίνεται παράξενο, μα έτσι έγινε—, βλέπεις κανείς μας δεν τολμούσε να ρίξει χώμα πάνω σε ένα φιλημένο ρόδο. Μόλις αυτό έγινε πια φανερό, μείναμε όλοι μας ακίνητοι για ένα λεπτό. Κι ο Γιώργος, αφού μας κοίταξε έναν-έναν, κατάλαβε πως αυτός ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα να το κάνει· έσκυψε και με ενωμένες τις παλάμες του μάζεψε όσο περισσότερο χώμα μπορούσε και με μια αποφασιστική κίνηση το πέταξε εκεί όπου ήταν το ακάλυπτο σημείο. Έτσι, χάθηκαν και οι τελευταίες άκρες απ’ το κορμί της κυρίας Δομένικας, τα στήθη και το


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

τριαντάφυλλο. Κι αφού πατικώσαμε με τα χέρια μας το χώμα από πάνω της, σηκωθήκαμε όρθιοι· ο Σώτερ τότε πήρε ένα καλάμι που ’τανε πεταμένο παράμερα και χάραξε πάνω στη γη που σκέπασε τη δασκάλα μας τη φράση που εκείνη πριν από ένα χρόνο μάς έμαθε: ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

Τη στιγμή εκείνη, μόλις ο Σώτερ τελείωσε τη γραφή του κι έσπασε το καλάμι στο γόνατό του, όπως είχε κάνει κι εκείνη, ακούστηκε το σφύριγμα του ανέμου, οξύ, διαπεραστικό, να τρυπάει τ’ αυτιά μας, ενός ανέμου που μόλις είχε σηκωθεί, θαρρείς και περίμενε να θάψουμε το κουφάρι της κυρίας Δομένικας για να ξεσπάσει. Σηκώθηκε κουρνιαχτός στη Φωλίτσα και μεμιάς σβήστηκε εκείνη η γραφή που ’χε χαράξει στο χώμα με το καλάμι ο Σώτερ, όπως ακριβώς έγινε και τότε, ένα χρόνο πρωτύτερα. Όταν προσπαθήσαμε να ξεδιαλύνουμε το σφύριγμα εκείνο του ανέμου, ακούσαμε μια συνεχώς επαναλαμβανόμενη λέξη, μια λέξη δική μας, ανθρώπινη: «Έρχου». Τώρα γιατί και για ποιον σφυρίχτηκε τούτη η λέξη, αυτό μη μου το ρωτάς, δεν το ξέρω…


8.

Την άλλη μέρα ανεβήκαμε και πάλι στην Κουπέλα, ξεκινήσαμε κοντά στις τέσσερις το μεσημέρι, ο Όττος πήγαινε μπροστά, όπως πάντοτε, κι είχε κάτω από τη μασχάλη του τα εφτά κόκκινα τετράδια της κυρίας Δομένικας· μόνον ο παπα-Λεπ Ταιρ δεν ήτανε τούτη τη φορά μαζί μας. Η μέρα είχε βαρύνει πια για τα καλά, όταν καθίσαμε σε κύκλο στη Φωλίτσα, γύρω από τη γούβα των ερώτων, κι ο Όττος έδωσε στον Σώτερ (που ’ξερε την καλύτερη ανάγνωση απ’ όλους μας) τα εφτά κόκκινα τετράδια εκείνης. Τότε έγινε σιωπή· ο Σώτερ με άφατη προσοχή τα απόθεσε εμπρός του, έπειτα σήκωσε το πρώτο, το άνοιξε στην πρώτη σελίδα, πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε να διαβάζει πνιχτά, μπουκωμένα: «Κι αν ήλιο, κι αν σκιά, δεν είδα, φως μου, να βγάλεις πια το πέπλο απ’ το κεφάλι, αφότου ένιωσες τι πόθος πάλλει, πόση λαχτάρα βασιλεύει εντός μου…» Κι ενώ ο Σώτερ έκανε μια μικρή παύση ίσα για να πάρει μιαν ανάσα, εμείς κοιτιόμασταν αναμεταξύ μας αμήχανα, ώστε λοιπόν ένα ποίημα ήταν γραμμένο σε τούτη την πρώτη σελίδα του πρώτου τετραδίου της κυρίας Δομένικας, άραγε να ’ταν δικό της ή κανενός άλλου, μα αυτό τι σημασία έχει πια, σημασία έχει πως όλοι οι άνθρωποι κάποτε πρέπει να σηκώσουν, έστω για μια στιγμή, το πέπλο από


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

το πρόσωπό τους — μην την αφήσεις τη στιγμή αυτή να περάσει… Ο Σώτερ κατέβασε με δυσκολία το σάλιο του και συνέχισε να διαβάζει εκείνο το ποίημα: «…Φως ευσπλαχνίας μ’ έραινε η ματιά σου, όσο κρυφά με φλόγιζε το αίμα, όσο είχα το λογισμό κρυμμένο. Μου κρύβεις τώρα το γλυκό σου βλέμμα και δε μου δείχνεις τα ξανθά μαλλιά σου. Αφότου μ’ έχει η αγάπη προδομένο, τα ’χασα αυτά που μ’ είχαν μαγεμένο…» Σε αυτό το σημείο ο Σώτερ σταμάτησε και πάλι, γύρισε και μας κοίταξε με βλέμμα δισταχτικό, δεν ξέρω τι διάβασε στα μάτια μας, μα φάνηκε να το παίρνει απόφαση· ξερόβηξε δυο-τρεις φορές και είπε χαμηλόφωνα τους τελευταίους στίχους με μιαν αναπνοή: «…Κι είναι το πέπλο σου η γλυκιά νεφέλη, που, ζέστη κρύο, να σκεπάσει μέλλει από τα μάτια μου το φως του κόσμου». Και στα χρόνια που ακολούθησαν, ακόμα και στους πιο δύσκολους μήνες της μεγάλης επιδημίας, όταν ανέβαινα στην Κουπέλα και δεν υπήρξε ούτε μια απ’ αυτές που να μην επανέλαβα τούτο το τελευταίο τρίστιχο, άλλοτε το απήγγελλα έξω φωνή μαζί μ’ όλους τούς άλλους (γιατί ήτανε κάτι σαν ιεροτελεστία το να ανεβούμε εκεί, έπειτα να πιάσουμε το ποίημα αυτό, έπειτα το τραγούδι του Φλεβάρη κι έπειτα να καθίσουμε οκλαδόν και να περιμένουμε σιωπηλοί το σφύριγμα του ανέμου) κι άλλοτε το ψιθύριζα μονάχος μου, ψάχνοντας μάταια στους κορμούς των πιο ψηλών δέντρων του Θανάτου να βρω χαραγμένη τη λέξη «αύριο» (όπως μου είχε πει ο Μαυρομανόλης), είτε έτσι, λοιπόν, είτε αλλιώς, όποτε ανέβαινα στον μαύρο λόφο περίμενα ένα μαύρο πέπλο, έτσι όπως μ’ έμαθε η δασκάλα μου, όπως με δίδαξε το σουβλί της κυρίας Πανδώρας, οι μπουρμπουλήθρες του Βάλτου, η μελωδία από το μενταγιόν στην κοιλιά του Αγιούτου, το σφύριγμα της Κουπέλας, τα θανατηφόρα χείλη που φιλούσαν το χώμα, τα ποτήρια με το νερό και το φαρμάκι, η κατρακύλα των αναχωμάτων που δεν τελείωνε ποτέ· έτσι έζησα όλα εκείνα τα χρόνια μέχρι που μπήκα στο ψυγείο του Ζαχαρένιου με αυτή τη βεβαιότητα, κι από τότε που βγήκα πάλι


κεφάλαιο 8

με την ίδια βεβαιότητα ζω, πως, ό,τι κι αν γίνει, όποια και να είναι η παρέκκλιση της πορείας των άστρων, όποια και να είναι η φορά του ανέμου, η ερυθρότητα της φλόγας και η άμπωτις της θαλάσσης, στο τέλος το φως απ’ τα μάτια μου θα το σκεπάσει το δικό σου μαύρο πέπλο. Και κάθε φορά που ανεβαίναμε στην Κουπέλα, κάνοντας παγερές ολονυκτίες και τραγουδώντας τον Κουτσοφλέβαρο, περιμένοντας το σφύριγμα του ανέμου καταπώς μας είχε παραγγείλει εκείνη, ο Σώτερ έπαιρνε πάντοτε μαζί του τα εφτά κόκκινα τετράδιά της, ποτέ όμως δεν προχωρήσαμε περισσότερο απ’ την πρώτη σελίδα, παρά έξι χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα, τότε που ο Μεγάλος Πρόδρομος, ο Γιώργος, ο Σώτερ κι εγώ τα είπαμε αναμεταξύ μας όλα στον Άσπρο Βράχο (εξάλλου τότε διαβάσαμε και τις αινιγματικές φράσεις που ’χε γράψει η δασκάλα μας τον τελευταίο καιρό στο έβδομο τετράδιό της). Κι είναι αλήθεια πως ο άνεμος εκεί, στη Φωλίτσα της Κουπέλας, μας σφύριζε κι εμάς —τον έναν μετά τον άλλον κι έπειτα όλους μαζί— λέξεις ακατανόητες και προσταγές φοβερές που μας οδήγησαν στο πάθος και στην καταστροφή, μα όλα τούτα είναι μια άλλη ιστορία και θα σου την πω όταν θα έρθει η ώρα… Όσο για τις στερνές επιθυμίες της κυρίας Δομένικας, όλα έγιναν όπως τα θέλησε· ο Γιώργος πράγματι πήγε στη μάνα της τη μέρα του Ευαγγελισμού, στις είκοσι πέντε Μαρτίου (το πώς θα πήγαινε στο σπίτι της του το ’πε ο παπα-Λεπ Ταιρ, που κάτι διάβασε στον κίτρινο κατάλογο των τηλεφώνων, κι ο Γιώργος έκανε κοντά μισή μέρα για να φτάσει με τα πόδια στο παλιό νοσοκομείο των φυματικών), της έδωσε το μαύρο μεταξωτό μαντίλι, που εκείνη είχε δώσει στην κόρη της πάνω σ’ ένα πλοίο σχεδόν είκοσι χρόνια πιο μπροστά, τη φίλησε απαλά στο μάγουλο κι ύστερα έφυγε μες στη σιωπή· μα την επόμενη χρονιά, όταν ξαναπήγε την ίδια μέρα, βρήκε το σπίτι κλειστό και μανταλωμένο, όσο κι αν ρώτησε, δε μπόρεσε να μάθει τι από-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

α΄

γινε η Αύρα Φραντζή, αν είχε φύγει για κάπου μακριά ή αν είχε πεθάνει. Αλλά και στη γούβα των ερώτων κάθε φθινόπωρο ρίχναμε μια φουχτιά σπόρο, όπως εκείνη μάς είχε ζητήσει· μα —τι παράξενο— πάνω στη γούβα δε φύτρωνε στάρι, όπως έπρεπε κι όπως εξάλλου περίμενε και η δασκάλα μας στη διαθήκη της, μα, πίστεψέ το, λευκές ανεμώνες που άνθιζαν εξαίσια κάθε Γενάρη. Και τον Απρίλη δε μαραίνονταν οι ανεμώνες αυτές, αν και ήταν ο καιρός τους, παρά έμεναν ζωντανές και στητές, και κάθε Ιούλιο τα κόβαμε εκείνα τα παράξενα ολόλευκα λουλούδια για να ξανανθίσουν και πάλι τον επόμενο Γενάρη… Το ίδιο βράδυ που κόβαμε τους ανθούς, σκορπούσαμε τη λιγοστή τους γύρη στον άνεμο· γιατί η γη ταΐζει τον άνεμο, από τα έγκατά της βγάζει την αδιανόητη σκοτεινιά της και την κάνει ώση του κόσμου. Και φαίνεται πως τα αηδόνια μεθούσαν αλλόκοτα από εκείνη τη γύρη, καθώς για ενάμιση μήνα —μέχρι που ξημέρωνε η μέρα της Παναγίας— το μαγευτικό τραγούδι τους συνέχιζε ακατάπαυτα νύχτα και μέρα, χωρίς να σταματά ούτε λεπτό, ούτε στιγμή.


β. [ο άνεμος]


9. Ένα ρολόι εξαφανίζεται

H ζωή μου συναντήθηκε με τη ζωή της κυρίας Δομένικας την ίδια μέρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο της κυρίας Πανδώρας κύλησε μπροστά στα πόδια μου, μα και την ίδια μέρα που συνάντησα για πρώτη φορά όλους εκείνους που έμελλε να βαδίσουμε μαζί στο σκοτάδι του μεγάλου εφιάλτη νιώθοντας στο σβέρκο μας την ανάσα του θηρίου: ήταν η δεκάτη τρίτη Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε, η πρώτη μέρα της πρώτης δημοτικού… Κι είναι αλήθεια πως εκείνο το πρωινό, απ’ τη στιγμή που η μάνα μου τραβώντας με απ’ το μπράτσο μ’ έσυρε με το στανιό απ’ τη γωνιά του δρόμου της μάγισσας με τα μαύρα μάτια, δε μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτε συγκεκριμένο εμπρός μου, λες κι είχα στραβωθεί από μιαν αλλόκοτη λάμψη· ούτε και θυμάμαι τον αγιασμό και μια ακαταλαβίστικη ομιλία που έκανε —όπως έμαθα αργότερα— ο Κερατένιος, ή το πώς μας χώρισαν σε τμήματα και μπήκαμε στην τάξη και βρεθήκαμε καθισμένοι στα θρανία μας, σιωπηλοί και ζαρωμένοι, μέσα στις μπλε φρεσκοπλυμένες μας ποδιές. Όση μνήμη μού μένει από το φοβερό εκείνο πρωινό είναι δοσμένη ολόκληρη σε κείνη που θα με πρόσμενε έστω για λίγο, έστω μονάχα για ένα βράδυ· εκείνη τη μέρα με είχε χτυπήσει αστροπελέκι, ήμουνα μαγεμένος με την κυρία Πανδώρα και


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

δεν είχα καρδιά και νου για τίποτε και για κανέναν. Έτσι, όταν μπήκε στην τάξη η κυρία Δομένικα, είδα έναν ίσκιο χωρίς πρόσωπο (όμως κι οι άλλοι γύρω μου ήταν ίσκιοι κι αυτοί) κι ολωσδιόλου μηχανικά σηκώθηκα απ’ τη θέση μου, βλέποντας τους μπροστινούς μου να κάνουν το ίδιο (ο Ζήσης είχε δασκαλευτεί από τη μάνα του να σηκωθεί μόλις έμπαινε η δασκάλα μας στην τάξη και οι υπόλοιποι τον μιμηθήκαμε χωρίς να ξέρει κανένας το γιατί), κι επίσης μηχανικά υπάκουσα σ’ ένα νεύμα της που σήμαινε να καθίσουμε κάτω. Δυο μέρες αργότερα ρώτησα τον Κούλη και τον Βέλια για τα όσα έγιναν εκείνο το πρώτο πρωινό του σχολείου· ήταν η ώρα που γυρνούσαμε στα σπίτια μας αργά το απόγευμα μετά την πρώτη συγκέντρωση της παρέας στο Μικρό Ρέμα, όταν καθίσαμε στα Βαρέλια, βγάλαμε τις ποδιές μας, μείναμε μόνο με τις φανέλες και μοιραστήκαμε ένα τσαμπί σταφύλια που έκοψε ο Μανόλης απ’ τον αμπελώνα του κυρ Απόστολου (έπειτα φώναξε ο καθένας το όνομά του και μετά βάλαμε κι οι δεκαπέντε τις παλάμες μας τη μία πάνω στην άλλη, κι ο Σώτερ, που έβαλε τελευταίος την παλάμη του, είπε «εδώ για πάντα» κι εμείς κουνήσαμε καταφατικά το κεφάλι). Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, οι δυο φίλοι μου μου τα είπαν όλα χαρτί και καλαμάρι: το πρωινό της δεκάτης τρίτης Σεπτεμβρίου η κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη ωχρή κι αγέλαστη, δε μας άρχισε στις γλύκες και στα καλοπιάσματα μήτε μας έβαλε να πούμε ένας-ένας στη σειρά τα ονόματά μας (κι όταν δύο χρόνια αργότερα πήγε να μας το κάνει αυτό η κυρία Δροσιά, το ’χαμε μάθει πια το παραμύθι και της δώσαμε την απάντηση που έπρεπε) ούτε και μας πήρε με τις φλυαρίες και τους ανόητους ενθουσιασμούς που συνήθως πιάνουνε στα πρωτάκια ούτε και κάθισε στην έδρα αυστηρή κι έβγαλε τον κατάλογο να διαβάσει τα ονόματά μας, όμοια με την κυρία Μουτσουρίκου, που ένα χρόνο υστερότερα απ’ την κυρία Δροσιά μάς είπε να σηκωνόμαστε όρθιοι μόλις ακούμε το όνομά μας («είναι ζήτημα αρχής…» είπε κατηγορηματικά, μα τι το ’θελε


κεφάλαιο 9

τούτο η έρμη, ο μοιραίος Νίκος εκείνη ακριβώς τη στιγμή τής πέταξε στο πρόσωπο την ψεύτικη μαύρη ταραντούλα πο�� ’χε φτιάξει με σύρμα και μαύρο μεταξένιο ύφασμα και η κυρία Μουτσουρίκου την ξέχασε μια και καλή αυτή την αρχή της). Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έκανε η κυρία Δομένικα εκείνο το πρώτο πρωινό του σχολείου, παρά στάθηκε σιωπηλή και ακίνητη μπροστά στο μαυροπίνακα και μας κοίταξε όλους προσεκτικά, τον ένα μετά τον άλλον, τα μάτια της καίγαν σαν καύτρες τσιγάρου… Έπειτα έβαλε το χέρι της στη φαρδιά μαύρη τσάντα της κι έβγαλε από μέσα ένα ρολόι· ήτανε ένα ασημένιο ρολόι τσέπης, από εκείνα του παλιού καιρού. Η κυρία Δομένικα κρέμασε την αλυσίδα του στο δείκτη του δεξιού της χεριού και μας το έδειξε για ένα περίπου λεπτό· τότε έγινε ησυχία και ακούστηκε απ’ το κλειστό ρολόι ένα υπόκωφο μα ασταμάτητο τικ-τακ. Κατόπιν, με μιαν απότομη κίνηση, άφησε το ρολόι με θόρυβο πάνω στην έδρα, σχεδόν το πέταξε, και χωρίς να πει ούτε μια λέξη άνοιξε βιαστικά την πόρτα της τάξης κι έφυγε σαν κυνηγημένη. Την ίδια στιγμή ο Γιώργος —κανείς βέβαια δεν ήξερε ακόμη το όνομά του, όλοι είδαμε ένα αδύνατο ξανθό παιδί με γαλανά διάφανα μάτια— σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του, έτρεξε στην έδρα μ’ ένα πήδημα, ανέβηκε όρθιος πάνω στο ξύλο και κοίταξε με λαχτάρα έξω απ’ το παράθυρο, προς τα εκεί που ξεμάκραινε η δασκάλα μας. Κι όπως μού είπαν ο Κούλης κι ο Βέλιας, μόλις πέρασε μισό λεπτό που κοιτούσε, έκανε κάτι παράξενο· κόλλησε με πάθος τα χείλια του στο τζάμι κι έμεινε σ’ αυτή την αλλοπρόσαλλη στάση μέχρι που όλοι φύγαμε απ’ την τάξη — ήτανε φως φανάρι πως την είχε δαγκώσει για τα καλά τη λαμαρίνα με την παράξενη δασκάλα μας. Φαίνεται πως κάποιος πετούσε με το μαύρο τόξο του φαρμακερά βέλη εκείνο το πρώτο πρωινό που πήγαμε στο εκατοστό πέμπτο δημοτικό σχολείο… Την επόμενη μέρα, στις δεκατέσσερις Σεπτεμβρίου, όταν μπήκαμε στην τάξη, είδαμε πως το ρολόι της κυρίας


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

Δομένικας εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στην έδρα, έτσι ακριβώς όπως το ’χε αφήσει την προηγουμένη. Καθώς πήγαινα προς το θρανίο μου —ήτανε το τελευταίο θρανίο της μεσιανής σειράς, αριστερά μου είχε καθίσει τέρμα γωνία στη σειρά των παραθύρων μόνος του σε δύο καρέκλες ο Μεγάλος Πρόδρομος, εμπρός μου ο Σώτερ κι ο Μανόλης και πλάι μου ο Πέτρος (αυτός που αργότερα του κολλήσαμε ένα σωρό παρατσούκλια, όπως Πέτρος ο Ζβουμ ή Βραζιλιάνος ή Αόρατος Ζαμαρίνιο ή Αγιούτος)—, καθώς πήγαινα προς το θρανίο λοιπόν, έπεσε η ματιά μου σε κείνο το ρολόι και κοντοστάθηκα μπροστά στην έδρα. Κι όπως ήταν ακόμη σκοτισμένο το μυαλό μου από το ρόδο της κυρίας Πανδώρας που κατρακύλησε στα πόδια μου το προηγούμενο πρωί, απ’ τις τρομερές ιστορίες της κυρίας Φωτεινής κι απ’ τη διαταγή της μάνας μου να πηγαίνω και να έρχομαι απ’ το σχολείο απ’ τον καρόδρομο της Περραιβού κι όχι απ’ το δρόμο εκείνης, έσκυψα ασυναίσθητα το αυτί μου προς το κλειστό ασημένιο ρολόι, χωρίς να ξέρω το γιατί, κι άκουσα κι εγώ εκείνο το τικ-τακ… Και τότε με κατέλαβε μια πνευματική έξαψη, αφύσικη για ένα παιδί έξι χρονών· ένιωσα πως εκείνος ο ταπεινός ήχος του ασημένιου ρολογιού είναι που θα ζαρώσει το τσιτωμένο δέρμα μας, που θα μας γεράσει και θα μας σαπίσει και θα μας κάνει στάχτη και θα μας σκορπίσει, αυτός ο ταπεινός ήχος είναι ο άπιαστος χρόνος που δαμάζει τα πάντα, αυτός που είναι πάντοτε χαμένος και που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να τον κρατήσει στην παλάμη του έστω και για μια στιγμή — α, αγάπη μου, αλήθεια σού λέω, εκείνη την ώρα ήμουν απολύτως βέβαιος πως αυτός ο άπιαστος χρόνος είχε βρεθεί μπροστά μου, έφτανε ν’ απλώσω το χέρι μου και να τον αγγίξω, να τον σηκώσω από την έδρα και να τον κρατήσω σφιχτά στην παλάμη μου, πρώτος εγώ απ’ όλους τούς ανθρώπους της γης. Μα όταν έκανα να κινήσω το μπράτσο μου και ν’ αγγίξω εκείνο το ρολόι, έξαφνα δείλιασα, μια αόρατη δύναμη αγκύλωσε το χέρι μου… Όπως έμεινα ακίνητος, ένιωσα δύο μάτια να


κεφάλαιο 9

καίνε στην πλάτη μου· αμέσως γύρισα και είδα: απέναντί μου στεκότανε η κυρία Δομένικα· για πότε είχε μπει στην τάξη ούτε που το κατάλαβα. Με κοίταζε κατάματα με τα πράσινα γλυκύτατα μάτια της και χαμογελούσε με κείνο το τόσο παράξενο χαμόγελό της, που ήταν γλυκό και πικρό συνάμα. Και σαν πέρασε ένα λεπτό που κοιτιόμασταν, η κυρία Δομένικα είπε με τη μελωδική βαθιά φωνή της: «Κάθε ξεκίνημα είναι ένας θάνατος· άμα φοβηθείς μια φορά, θα φοβάσαι για πάντα…» Εγώ τότε χαμήλωσα τα μάτια μου, Θεέ μου, με πόση απλότητα εκείνη είχε ξεστομίσει εκείνη την κουβέντα: «…άμα φοβηθείς μια φορά, θα φοβάσαι για πάντα…»· θα ήμουν για πάντα λοιπόν υποχείριο του φόβου. Πόσο ντρεπόμουν και ταυτόχρονα θύμωνα και με τον εαυτό μου· τι το ’θελα ο βλάκας να σταθώ μπρος απ’ το παλιό ασημένιο ρολόι. Κι έτσι ντροπιασμένος όπως ήμουν, έκανα μεταβολή με σκυμμένο το κεφάλι για να καθίσω στη θέση μου. Μα εκείνη τη στιγμή ένα χέρι με έπιασε απ’ το μπράτσο και με εμπόδισε να προχωρήσω. Ήταν το χέρι εκείνης· εξακολουθούσε να με κοιτά κατάματα. «…Κι είπα στην ψυχή μου: να φοβάσαι και να περιμένεις τη φρίκη…» ψιθύρισε σαν να συμπλήρωνε αργοπορημένα την προηγούμενη κουβέντα της. Μα εγώ εκείνη τη στιγμή δε μπορούσα να καταλάβω τίποτε απ’ όσα έλεγε —πού να τα καταλάβω τα ακατανόητα— και τούτο μεγάλωνε τη ντροπή μου. Έτσι, με μιαν απότομη κίνηση ξέφυγα από το σφίξιμό της και τρέχοντας σχεδόν πήγα και κάθισα στη θέση μου, πέφτοντας πάνω στο θρανίο με το πρόσωπό μου ριγμένο στα μπράτσα μου. Όταν μια ώρα αργότερα, παρ’ όλη τη ντροπή μου, σήκωσα σιγά-σιγά το κεφάλι μου, τότε μονάχα μπόρεσα να δω και να αποτυπώσω μια για πάντα στο μυαλό μου την εικόνα της κυρίας Δομένικας· στεκόταν όρθια μπροστά από τον μαύρο πίνακα, θαρρείς κι απολιθώθηκε στη θέση όπου στεκόταν, όταν μου είπε την αινιγματική της κουβέντα· κι όπως μου είπαν ο Κούλης κι ο Βέλιας την επομένη, επί μία


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ώρα δεν άνοιξε διόλου το στόμα της μήτε καν κουνήθηκε διόλου πέρα-δώθε, όχι, έμενε ακίνητη σαν άγαλμα και κοιτούσε πίσω μας τον λευκό τοίχο. Ήταν λοιπόν μάλλον ψηλή στο ανάστημα η κυρία Δομένικα, θέλω να πω πως ήταν κάπως πιο ψηλή απ’ τις άλλες γυναίκες που ήξερα — απ’ τη μαμά μου, λόγου χάρη, ή απ’ την κυρία Φωτεινή· δεν είχε βέβαια το παράστημα της κυρίας Πανδώρας, μα ποια γυναίκα απ’ όσες γνώρισα στη ζωή μου είχε το παράστημα της μάγισσας με τα μαύρα μάτια; Όσο για το κορμί της, η κυρία Δομένικα ήταν αδύνατη μα όχι καμία κοκαλιάρα ξυλάγγουρη —εγώ, που την είδα γυμνή, το ξέρω καλά αυτό—, απλώς το σώμα της είχε μια παραξενιά: ενώ από τους αστραγάλους της ίσαμε τον αφαλό της η κάθε θηλυκή καμπύλη ήτανε θαυμαστά καλογραμμένη, σχεδόν τέλεια, οι πλάτες της άνοιγαν φαρδιές, σαν σε άντρα, τα μπράτσα της ήταν σφιχτά και τα μούσκουλά της σφιχτά. Και το πιο παράξενο: δεν είχε διόλου στήθος, ήτανε αυτό που λέμε σανίδα· εκεί που οι άλλες έχουνε βυζιά, αυτή είχε δύο σάρκινα εξογκώματα — αν δεν ήξερες, ίσως θα τα περνούσες για ρώγες… Τα ρούχα που φορούσε ήτανε πάντοτε συνηθισμένα· μια φούστα και μια μπλούζα ή ένα πουκάμισο, κι όταν έβρεχε μια μαντίλα στο κεφάλι· χρώματα θαμπά, που δεν τα θυμόσουν, ίσια παπούτσια, ή πέδιλα, δηλαδή ντύσιμο απλό, λιτό, καθημερινό, που δεν το πρόσεχε κανείς· ήτανε προφανές πως δεν είχε καμιά γυναικεία φιλαρέσκεια να ικανοποιήσει. Ίσως όμως και να ’ταν άλλη η αιτία που φάνταζε τόσο ουδέτερο το ντύσιμό της στα μάτια μας· γιατί είναι αλήθεια πως όποιος κοίταξε κατάματα την κυρία Δομένικα, έστω και τυχαία, δε μπόρεσε να ξεκολλήσει εύκολα το βλέμμα του από το πρόσωπό της, παρά έμενε να την κοιτά ακίνητος, σα να ναρκωνόταν πρόσκαιρα με το πετάρισμα των βλεφάρων της. Όχι πως είχε καμιά αγγελική θεσπέσια ομορφιά, μήτε στα μάτια της σπίθιζε η βουβή πρόκληση της θηλυκότητας, μα είχε στο πρόσωπό της κάτι ακαθόριστο που αιχμαλώτιζε το βλέμμα σου όμοια με το κερί που


κεφάλαιο 9

τρεμοπαίζει ή το αίμα που απλώνει… Κι άλλοτε έλεγα πως αυτό το κάτι ήτανε τα μάτια της —πράσινα σαν το βυθό της θάλασσας—, άλλοτε θαρρούσα πως τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν τα έντονα μήλα του προσώπου της και τα ρουφηγμένα μάγουλά της, άλλοτε πρόσεχα τα φρύδια της που ενώνονταν αναμεταξύ τους, ή τη στρογγυλή, σουβλερή, σχεδόν αστεία, μύτη της ή τα καστανόξανθα μαλλιά της που όταν ο ήλιος χτυπούσε κατευθείαν πάνω τους μοιάζαν να ’χανε πάρει φωτιά, κι άλλοτε η ματιά μου έπεφτε στα πιο χτυπητά σημάδια της: πρώτα στη μαύρη κρεατοελιά στο δεξί μάγουλο, μεγάλη όσο ένα δαχτυλίδι αρραβώνα, να φαντάζει πάνω στο ωχρό της δέρμα σαν ένα φτύμα του πονηρού στην αγνότητα, έπειτα στο μαύρο νύχι του μικρού δάχτυλου του αριστερού της χεριού, μακρύ ίσαμε τρία τέσσερα εκατοστά και κοφτερό σαν ξυράφι, αλίμονο, έτοιμο να κόψει καρωτίδες και να ξεριζώσει βολβούς ματιών, και τέλος στα χείλια της, α, τα χείλια της, σαρκώδη και διαρκώς πρησμένα, νόμιζες πως θα σκάζανε στο πρώτο άγγιγμα και θα ματώνανε, το χρώμα τους ήταν ένα ηδονικό πεθαμένο κόκκινο — σου μιλώ, αγάπη μου, για χείλια που φέρναν το θάνατο στη στιγμή. Θες ήταν όλα αυτά, θες ήταν κάτι άλλο που δεν πρόσεξαν τα παιδικά μου μάτια, όταν σε κοιτούσε η κυρία Δομένικα, δε γινόταν να χαμηλώσεις το βλέμμα σου, ένιωθες πως έβλεπε μεμιάς το βάθος της ψυχής σου και πως δεν είχες πια τίποτε να κρύψεις· κι όταν σου χαμογελούσε, σε γέμιζε μια άφατη γλύκα, κάτι σα γαλήνη, μα φορές-φορές, ιδίως όσο περνούσε ο καιρός, στάλαζε μέσα σου και μια ύπουλη, αδιόρατη μελαγχολία. Κι ήτανε τόσο δυνατή η ματιά της, που, να σκεφτείς, αν κοίταζε επίμονα τη φλόγα ενός κεριού, το ’σβηνε (μόνο τον Ύπνο είδα να ’χει και εκείνος τέτοια δυνατή ματιά, όταν, δύο χρόνια μετά το θάνατο της δασκάλας μας, ξεκλείδωσε μια χρυσή κλειδαριά κοιτώντας την επίμονα για μισό λεπτό). Και τώρα που σου μίλησα με τόσα για το παρουσιαστικό της κυρίας Δομένικας, τώρα το νιώθω καλά εκείνο


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

που μου ’πε ο Μαυρομανόλης ένα ανοιξιάτικο βράδυ του χίλια εννιακόσια ογδόντα δύο: «Οι λέξεις είναι μια χυδαία απάτη»· τώρα το νιώθω πόσο πολύ στρέχει τούτο, τώρα που είπα όλα όσα γίνεται να πει κανείς για τη μορφή εκείνης και δεν έχω πει τίποτε, τίποτε δεν έχω καταφέρει να σου δώσω από το ηδονικό τρέμουλο που έκοβε τα γόνατά μου όταν στεκόμουν απέναντί της, ούτε απ’ την ανεξήγητη νοσταλγία που με κυρίευε με κείνο το διφορούμενα καταφατικό βλέμμα της, σαν καλοκαιρινή ευωδιά μάντρας κατάφορτης με γιασεμιά — δε μεταφέρεται, λοιπόν, η πραγματική ζωή με τις λέξεις, άρα το μόνο που μπορώ να σου πω είναι τα γεγονότα, μόνον αυτά. Κι όταν η δασκάλα μας μου είπε «…να φοβάσαι και να περιμένεις τη φρίκη…» εκείνο το πρωινό της δεκάτης τετάρτης Σεπτεμβρίου του εβδομήντα πέντε, έγινε μες στην τάξη απόλυτη σιωπή, καθώς, όπως σου είπα, η κυρία Δομένικα έμεινε ακίνητη, όρθια μπροστά στον πίνακα, λες κι αγαλμάτωσε· ούτε τις κόρες των ματιών της κουνούσε. Κάποτε ζωντάνεψαν κάπως τα μάτια της κι ένιωσα το βλέμμα της να καρφώνεται πάνω μου, μα προφανώς το ίδιο θα ένιωσαν όλοι· σιγάσιγά ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Τότε γύρισε τη ματιά της σε όλη την τάξη, προφανώς ήθελε να βεβαιωθεί πως όλοι θα εντύπωναν στο μυαλό τους αυτό που επρόκειτο να κάνει. Έπειτα, με πολύ ήρεμες κινήσεις, άνοιξε τη μπλε της τσάντα κι έβγαλε από μέσα ένα μαύρο μαντίλι —έτσι όπως γυάλιζε, θα ’ταν από μετάξι το δίχως άλλο—, το σήκωσε ψηλά για μια στιγμή κι ύστερα το άφησε, θαρρείς ανέμελα, να πέσει πάνω στην έδρα· και το μαύρο μαντίλι έπεσε και σκέπασε ολότελα το παλιό ασημένιο ρολόι, ενώ η κυρία Δομένικα με βήμα αργό πήγε στην πόρτα, την άνοιξε και βγήκε έξω. Πέρασε κάμποση ώρα απ’ τη φυγή της κι εμείς ούτε που κουνηθήκαμε από τη θέση μας —ήταν, βλέπεις, μόλις η δεύτερη μέρα που μπαίναμε στην τάξη για μάθημα και δεν ξέραμε τι μας επιτρεπόταν και τι όχι—, οι μανάδες μας μας


κεφάλαιο 9

είχαν πει πως από την τάξη βγαίνουμε μονάχα άμα χτυπά το καμπανάκι· δεν κουνηθήκαμε λοιπόν διόλου απ’ τη θέση μας μέχρι να χτυπήσει, παρά μείναμε βουβοί στις θέσεις μας και στρέφοντας το κεφάλι μονάχα ανταλλάζαμε αμήχανα βλέμματα χωρίς να βγάζουμε τσιμουδιά. Και μόλις ακούστηκε εκείνο το λυτρωτικό καμπανάκι, σηκωθήκαμε φοβισμένοι σιγά-σιγά από τις καρέκλες μας και άπαταάπατα προχωρήσαμε προς την έδρα. Κάναμε έναν κύκλο γύρω από την έδρα και τα μάτια όλων μας στυλώθηκαν στο μαύρο μεταξωτό μαντίλι που ήταν παρατημένο πάνω στο ξύλο. Ναι, κάτω από κείνο το μαύρο μαντίλι κρύβονταν η αστραπή, η βροντή κι ο φόβος, η απογευματινή καταιγίδα της άνοιξης, το θρόισμα του νερού στις καλαμιές της ακροποταμιάς των παραμυθιών, το απαλό αεράκι που τα βράδια σφύριζε περνώντας ανάμεσα απ’ τις αμυγδαλιές της Κουπέλας· κάτω από το μαύρο μεταξωτό μαντίλι —πίστεψέ με, αγάπη μου— δεν υπήρχε ένα απλό ασημένιο ρολόι του χεριού, σαν κι αυτά που ξανάδα πολλές φορές υστερότερα σε παλαιοπωλεία και θλιβερά δωμάτια, όχι, εκείνο το ρολόι φυλάκιζε μέσα του τη θύελλα του αλαργινού πύργου, το κλάμα του ξεραμένου αμπελιού, την ανείπωτη πλησμονή του σταροχώραφου, το βογκητό του θλιμμένου δαίμονα, φυλάκιζε το λιγόστεμα του ολόγιομου φεγγαριού, τον ξέφρενο καλπασμό του μαύρου αλόγου, την αθωότητα του ανύποπτου σώματος που νεκρώνεται από τρομερό φαρμάκι, τη θλίψη των αγκυλωμένων δαχτύλων, την ομορφιά των μαύρων ρόδων και τη γοητεία των σκουληκιασμένων μήλων, όλα αυτά τα φυλάκιζε μέσα του εκείνο το ασημένιο ρολόι —ακόμα και τη γεύση των σκασμένων χειλιών που θα μας κόψουν το νήμα της ζωής—, α, έφτανε να τραβήξει κάποιος το μαύρο μαντίλι απ’ την έδρα και όλα ετούτα θα αποκαλύπτονταν για τον καθένα μας, έτσι νομίζαμε, μονάχα να τραβούσε κάποιος εκείνο το μαντίλι και θα κερδίζαμε οριστικά τη διαρκή σφριγηλότητα της σάρκας μας, το αρυτίδιαστο μέτωπο, την αιωνίως μπουμπουκιασμένη τριαντα-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

φυλλιά, τη χαλασμένη φυσαρμόνικα της φωτιάς, αχ, αγάπη μου, αυτό θαρρούσαμε εκείνη την ώρα, πως ο κερδισμένος χρόνος μάς ανήκει, είναι πια ολοδικός μας, πως το τικ-τακ του ρολογιού θα είναι στο εξής ο χτύπος της καρδιάς μας, πως η αιωνιότητα αξίζει πιο πολύ από έναν κήπο με τρελούς υακίνθους. Κι όπως στεκόμασταν όλοι μας γύρω-γύρω από την έδρα και ο καθένας περίμενε κάποιον βιαστικό και απερίσκεπτο να τραβήξει το μαντίλι —γιατί, μόλο που όλοι μας ποθούσαμε τόσο πολύ να κερδίσουμε αυτό που νομίζαμε πως είναι όλη η αλήθεια της ζωής, κανένας μας δεν ήθελε να είναι εκείνος που θα ξεσκέπαζε το ασημένιο ρολόι—, έξαφνα ο Γιώργος (που στα σίγουρα δε σκεφτόταν τίποτε απ’ όλα αυτά παρά μόνο το να κολλήσει τα χείλη του στο μαύρο μετάξι που άγγιξαν τα χέρια εκείνης) έκανε με μια νευρική κίνηση ένα βήμα εμπρός· στη στιγμή ο Μεγάλος Πρόδρομος —ένα γιγαντόσωμο αγόρι με μαύρα λιπαρά μαλλιά και υγρά μάτια που την επομένη στη συγκέντρωσή μας στο Μικρό Ρέμα μάς είπε ότι τον λένε Πρόδρομο, μα καθώς ήτανε διπλάσιος στον όγκο από τους υπόλοιπους ο Βέλιας τον βάφτισε Μεγάλο Πρόδρομο κι από τότε τού έμεινε αυτό το όνομα—, στη στιγμή λοιπόν ο Μεγάλος Πρόδρομος τον έπιασε από το μπράτσο και τον σταμάτησε. Αφού γύρισε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, ρίχνοντας σ’ όλους μας μια γοργή ματιά, είπε με την αργή βαθιά φωνή του δυο λέξεις μονάχα (ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγα να μιλά): «Όλοι μαζί…» Μόλις ακούσαμε αυτή την κουβέντα του, όλοι μας —δεκαπέντε αγόρια ήμασταν— αναθαρρήσαμε και κάναμε ένα βήμα εμπρός. Πράγματι, το σωστό ήταν, άμα μάς έμελλε να χαθούμε, να χαθούμε όλοι μαζί· πιάσαμε ο καθένας μας μιαν άκρη απ’ το μαύρο μεταξωτό μαντίλι και μες στον ενθουσιασμό της στιγμής ο Σώτερ σήκωσε το άλλο χέρι του και κραύγασε έξω φωνή «έτοιμοι…», κι αφού πήρε βαθιά ανάσα, συνέχισε «αλά ούνο, αλέ ντούο, αλέ τρε…» Έτσι, τραβήξαμε όλοι μαζί το μαντίλι της κυρίας Δομένικας, κι από την ορμή της ομαδικής κίνη-


κεφάλαιο 9

σης πισωπατήσαμε όλοι μας, σωριαστήκαμε κάτω σαν πληγωμένο ζώο, και στη στιγμή σηκωθήκαμε κοιτώντας πάντοτε προς την έδρα. Αλίμονο, το ρολόι δεν ήταν πια πάνω στην έδρα, τίποτε δεν υπήρχε κάτω απ’ το μαντίλι, κοιτούσαμε απορημένοι πάνω στο ξύλο, εκεί όπου έπρεπε να ’ναι το ασημένιο ρολόι, έτσι όπως το είχε αφήσει την προηγουμένη η κυρία Δομένικα, μα το ρολόι είχε εξαφανιστεί σαν από μάγια, δεν το ξέραμε, βλέπεις, τότε πως ό,τι σκεπάζεται από μαύρο μαντίλι που ’χει σφουγγίσει δάκρυα αποχωρισμού αφανίζεται μια για πάντα, γίνεται ατμός, αέρας — δεν το ξέραμε, σου λέω, τούτο. Το μόνο που νιώθαμε ήταν πως η διαρκής σφριγηλότητα της σάρκας μας, το αρυτίδιαστο μέτωπο, η αιωνίως μπουμπουκιασμένη τριανταφυλλιά, η τρελή φυσαρμόνικα της φωτιάς, όλα αυτά ήταν ένα όνειρο που κράτησε για ένα τικ-τακ κι ύστερα χάθηκε. Έτσι πήρε τέλος το πρώτο μάθημα της κυρίας Δομένικας. Σιγά-σιγά αρχίσαμε ο ένας μετά τον άλλο να βγαίνουμε έξω ρίχνοντας απ’ την πόρτα μια τελευταία ματιά στην έδρα, ο Γιώργος μάλιστα, προτού βγει, έψαξε με τα χέρια του το ξύλο του εδράνου και με μια αποφασιστική κίνηση μάζεψε από κάτω το μαύρο μεταξωτό μαντίλι, που μες στην αναστάτωση είχε βρεθεί στο πάτωμα, και το έκρυψε μες στον κόρφο του. Η μαμά μου με περίμενε στη γωνία του αριστερού δρόμου (ήταν η τελευταία φορά που με περίμενε έξω απ’ την τάξη), «τι κάνεις τόση ώρα» με ρώτησε αγριεμένη, «έχανα…» απάντησα, μα μήτε που κατάλαβε τι έτρεχε. Πήγαμε βιαστικά στο σπίτι απ’ τον καρόδρομο της Περραιβού και μου ’σφιγγε με δύναμη την παλάμη. Το βράδυ μού πέρασε και μάτι στο λαιμό μου, με νανούρισε κιόλας για να με πάρει ο ύπνος, μα εγώ το ήξερα πια πως θα πήγαινα ένα βράδυ στο σπίτι της κυρίας Πανδώρας μόνος μου και δε θα περίμενα κάποιον να με οδηγήσει απ’ το χέρι, γιατί το ’χα μάθει πια πως ό,τι νομίζεις σίγουρο αύριο θα εξαφανιστεί κάτω απ’ το μαύρο μαντίλι. Την άλλη μέρα το πρωί η κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

βιαστική, κι όταν σηκωθήκαμε, αμέσως μάς έκανε νόημα να καθίσουμε· «με λένε Δομένικα» είπε μόλις έγινε ησυχία, «θα κάνουμε το μάθημα μαζί για φέτος…»


10. Εδώ ο αναγνώστης αρχίζει να μαθαίνει μερικά από αυτά που κανονικά δεν πρέπει

Εντέλει με την κυρία Δομένικα κάναμε μάθημα όχι για μια, άλλα για δυο χρονιές (την πρώτη και τη δευτέρα δημοτικού), κι αυτές τις δύο χρονιές ήμασταν μαθητές της μονάχα δεκαπέντε αγόρια· για όλο αυτό το διάστημα τα κορίτσια κάνανε μάθημα με την κυρία Δροσιά και μόνο όταν η δασκάλα μας σταμάτησε απ’ το σχολείο, γίναμε αναγκαστικά ένα τμήμα: στις εννιά Ιουνίου του εβδομήντα εφτά, την ημέρα που τέλειωσε η δευτέρα δημοτικού, η κυρία Δομένικα μας ανακοίνωσε στις μαργαρίτες πως από κείνη τη μέρα δε θα ήταν πια η δασκάλα μας… Ύστερα ήρθε το μυστικό καλοκαίρι της ζωής μου, ήρθε και σκόρπισε την ψυχή μου στους φριχτούς ανέμους των μεγάλων υποσχέσεων και της οριστικής νοσταλγίας, κατόπιν το φθινόπωρο του εβδομήντα εφτά, ήταν το φθινόπωρο που ο Αγιούτος έτρεξε στο καμίνι, το φθινόπωρο που πειστήκαμε πως υπάρχουν πράγματι φιλιά που σκοτώνουν, το φθινόπωρο που τελείωσε με τη γαλάζια πανσέληνο του Νοεμβρίου, τότε που είδαμε την κυρία Δομένικα για τελευταία φορά… Και βέβαια, όλον αυτό τον καιρό που περάσαμε μαζί με τη δασκάλα μας, από τη μέρα που την πρωτοσυναντήσαμε ώς τη βραδιά που μας πούλησε το παραμύθι ότι τάχα θα ’φευγε μονάχα για δυο


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μήνες για να λιώσει μια μαύρη πέτρα κάτω απ’ τη γλώσσα της, κι έπειτα θα γυρνούσε στη γειτονιά μας (κι εμείς το πιστέψαμε, μόλο που την είδαμε να σταυρώνει τα δάχτυλά της), ώς εκείνη τη μέρα λοιπόν, την εικοστή εβδόμη του Νοέμβρη, κι από τότε πάλι ώς το πρωινό που βρήκαμε το κορμί της άψυχο επάνω στην Κουπέλα, την πέμπτη μέρα του Φλεβάρη του εβδομήντα οχτώ, συνέβησαν πάρα πολλά, κι εγώ δε μπορώ να σου τα πω όπως έγιναν, δεν έχω τον τρόπο για κάτι τέτοιο, τα λόγια μου θα είναι μονάχα σκιές των όσων έζησα. Κι έτσι, άμα δεν καταλαβαίνεις κάπου την ιστορία της κυρίας Δομένικας, άμα μες στη διήγησή μου νιώσεις να φωλιάζουν ανεξήγητα κενά, μη δυσανασχετήσεις· αυτή ήταν η ζωή μου, και τα ανεξήγητα κενά ίσως ήταν οι πιο όμορφες και συναρπαστικές στιγμές της… Κι αν, πάλι, αιστανθείς πως η ιστορία που διηγούμαι υπηρετεί το σχέδιο κάποιας Ανώτερης Δύναμης του Καλού ή του Κακού, σου λέω πως δεν υπηρετώ κανέναν, απλά θα πω την εκδοχή μου, θα μιλήσω για την κυρία Δομένικα, κι ας με κρίνει αυτός που στο τέλος τρώει το πρόσωπο και την καρδιά, θα μιλήσω για τον άνεμο της Κουπέλας που σχηματίζει τρεις λέξεις, σφυρίζοντας ανάμεσα απ’ τις αμυγδαλιές: «φύγε», «έρχου», «φίλησε». Για την Κουπέλα πρωτάκουσα τον Φλεβάρη του εβδομήντα έξι από το στόμα της κυρίας Δομένικας· ήταν η δεύτερη στροφή εκείνου του τραγουδιού που μας έμαθε την πρωτομηνιά του λειψού κακορίζικου μήνα, όπου ο Φλεβάρης ερχότανε φορώντας στο λαιμό την κόκκινη κορδέλα κι άνθιζε τις αμυγδαλιές επάνω στην Κουπέλα· από το στόμα της δασκάλας μας, λοιπόν, άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του λόφου που ήταν για κείνη ο τόπος των παράφορων ερώτων κι έμελλε να γίνει κι ο τόπος της γαλήνης της. Κι όταν ανέβηκα για πρώτη φορά στην Κουπέλα —ακριβώς ένα χρόνο υστερότερα—, και πάλι εκείνη προχωρούσε μπροστά κι ανέβαινε πρώτη το Θάνατο, οδηγώντας μας στη Φωλίτσα, εκεί όπου περίμεναν —και περιμένουν, εμάς και


κεφάλαιο 10

όλους— τα παιδεμένα σώματα των απελπισμένων, εκεί όπου προδότες και προδομένοι σκόρπιζαν στον άνεμο την αγαπημένη στάχτη. Ήταν ένας ανεμόδαρτος λόφος λοιπόν η Κουπέλα, κρυμμένος ολότελα στις παρυφές του δάσους. Αν δεν υπήρχε κάποιος να σε πάει, την πρώτη φορά δε θα τον έβρισκες ούτε σε χίλια χρόνια, κι όμως μετά μάς φαινότανε τόσο εύκολο· έπαιρνες απ’ την αλάνα του εκατοστού πέμπτου τον επάνω δρόμο, άφηνες πεντακόσια μέτρα πίσω σου τον Πύργο, λοξοδρομούσες αριστερά κι ανέβαινες αγάλιαγάλι την ανηφορίτσα που σ’ έβγαζε εμπρός στο Θάνατο· από εκεί και πέρα, αν το ’χες αποφασίσει, προχωρούσες… Κι όμως, μόλο που ’θελε μόλις μισή ώρα δρόμο απ’ την αλάνα του σχολειού μας, εκείνος ο λόφος με τις μυγδαλιές ήτανε για τη γειτονιά μας κάτι το πονηρό, το μυστηριωδώς απαγορευμένο. Κανείς δε μιλούσε ποτέ γι ’αυτόν —κανείς εκτός από εκείνη βέβαια—, να φανταστείς ακόμα κι η απλή αναφορά στο όνομα της Κουπέλας προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση, φόβο και ταραχή σε όποιον το άκουγε, σα να του θύμιζε κάποια παλιά ανομολόγητη αμαρτία ή μια αξεπλήρωτη οφειλή που αναπαυόταν για τα καλά στη λήθη. Και τούτον το φόβο τον κατάλαβα καλά από την πρώτη κιόλας μέρα που έμαθα για την Κουπέλα απ’ το φλεβαριάτικο τραγούδι της κυρίας Δομένικας. Μόλις γύρισα στο σπίτι, ρώτησα τη μαμά μου τάχα αδιάφορα τι ήταν η Κουπέλα. Η μαμά μου δεν ήξερε· το βραδάκι όμως πήγε για κάμποση ώρα στην κυρία Φωτεινή… Όταν γύρισε, ήταν αμίλητη. Άνοιξε το ψηλό ντουλάπι της κουζίνας και πήρε ένα βαζάκι. Κατόπιν μ’ έπιασε, μου άνοιξε με το ζόρι το στόμα και μου ’βαλε μαύρο πιπέρι στη γλώσσα, για να μάθω, όπως έλεγε, να μη λέω προστυχιές. Μα εκείνη τη μέρα το μυαλό μου ήταν αλλού κι ούτε που μ’ ένοιαξε το πιπέρι στη γλώσσα μου, μήτε και συλλογίστηκα διόλου το γιατί λύσσαξε τόσο η μαμά μου μόλις έμαθε τι ήταν η Κουπέλα. Το ίδιο μεσημέρι είχε, βλέπεις, φανερωθεί ο Σώτερ πως αγαπούσε κι αυτός την κυρία Πανδώρα, και το ίδιο βράδυ, μόλις θα έπε-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

φταν για ύπνο οι γονιοί μας, ήταν να συναντηθούμε και να ορκιστούμε ξανά, οι τρεις μας αυτή τη φορά με κουμπάρο τον Γιώργο, στο νταμάρι απέναντι απ’ της Φρόσως, στο όνομα όσων κοκκίνισαν κάποτε τα μάγουλά τους… Ωστόσο υπήρξε κάποιος που μου μίλησε για την Κουπέλα προτού μάς ανεβάσει εκεί η κυρία Δομένικα την πρωτομηνιά του Φλεβάρη του εβδομήντα εφτά: ήταν ο Μαυρομανόλης. Έβραζε το καλοκαίρι του εβδομήντα έξι, Ιούλιος μήνας, όταν ένα βράδυ χωρίς άνεμο, που ’σταζε στα μέτωπά μας ο ιδρώτας από τη ζέστη, καθόμασταν οι δυο μας στο μπαλκόνι του σπιτιού του κι εγώ τον ρώτησα στα ίσια «Μανόλη, πες μου για την Κουπέλα…» Ο Μαυρομανόλης, όπως πάντοτε, πήρε μια γεμάτη τζούρα απ’ το μακρύ τσιγάρο του και το πρόσωπό του χάθηκε για μια στιγμή πίσω από τον πηχτό μυρωδικό καπνό· κατόπιν απάντησε ζυγιάζοντας κατά το συνήθειό του μία-μία τις λέξεις, «εγώ πήγαινα στη σπηλιά του Αϊ-Γιώργη…» είπε κι η απάντησή του μου φάνηκε ακατανόητη. Τότε ο Μαυρομανόλης συνέχισε μονολογώντας: «Στην Κουπέλα ανέβαινε ο Παντελής», «…ο Παντελής;» έκανα εγώ απορημένος, «ναι, ο Παντελής» είπε εκείνος, «μου μίλησε δύο ή τρεις φορές για κάποιο λόφο…», «για κάποιο λόφο;» αρπάχτηκα απ’ την κουβέντα του με περιέργεια, ο Μαυρομανόλης έσβησε το τσιγάρο του με μια νευρική κίνηση, «…για κάποιο λόφο μέσα στο δάσος με τα πεύκα» συνέχισε, «που ’τανε κατάφορτος με μυγδαλιές, έτσι μου είπε…» «Μα θεριεύουν οι αμυγδαλιές μες στα πεύκα, Μανόλη;» τον ρώτησα και πάλι. Ο Μαυρομανόλης αχνοχαμογέλασε μιαν ιδέα τότε κι ύστερα, αγνοώντας την ερώτησή μου, είπε «ο Παντελής μού ’λεγε πως συναντούσε δαίμονες εκεί επάνω…», εγώ έμεινα άφωνος, μα φαίνεται πως γούρλωσα τα μάτια μου τρομαγμένος και εκείνος χαμογέλασε για να με καθησυχάσει, «μη φοβάσαι, δεν είχαν τη συνηθισμένη τους τρομερή όψη με τα κέρατα, τα κόκκινα μάτια, τη φλεγόμενη ουρά και τη σουβλερή τρίαινα στις άκρες των χεριών. Όχι, οι δαίμονες που


κεφάλαιο 10

τυραννούσανε την ψυχή του Παντελή επάνω στην Κουπέλα είχανε πάρει τη μορφή χαμένων προσώπων, κάτι σα φαντάσματα, σφαγμένοι εχθροί και σφαγμένοι δικοί, ο προδομένος φίλος κι ο προδότης, η αγαπημένη γυναίκα, συναντιόντουσαν εκεί και…» ο Μαυρομανόλης σταμάτησε τότε για να πάρει ανάσα, «και;» ρώτησα όντας σε έξαψη· εκείνος άναψε ένα καινούργιο τσιγάρο αναμετρώντας με με το βλέμμα του, πήρε δυο ή τρεις βαθιές τζούρες και κατόπιν επιτέλους μίλησε: «…τα πρωινά τον έβλεπα να έχει κόκκινα σημάδια σα ρουφήγματα σ’ όλα τα σημεία του κορμιού του που δεν καλύπτονταν με τα ρούχα, στα μάγουλα, στο λαιμό, στο σβέρκο, στους καρπούς και στις χελώνες των χεριών…» «Και δεν τον ρώτησες εσύ ποιος του τα ’κανε εκείνα τα ρουφήγματα;» τον διέκοψα εγώ, «όχι» απάντησε ξερά, «μόνο μια μέρα, από τις τελευταίες πριν φύγει, ήρθε κοντά μου χαμογελώντας τρελά και μου ψιθύρισε στο αυτί “αχ, πολύ μ’ αγαπούνε οι δαίμονες…”» «Κι ύστερα τι έγινε;» ξαναρώτησα εγώ, ο Μαυρομανόλης τράβηξε και πάλι βαθιά τζούρα, «…το βράδυ, παραμονή του φευγιού του, τον είδα να παίρνει ξανά τη στράτα για την Κουπέλα κρατώντας στα χέρια ένα ξύλινο κουτί. Ήτανε κάτι παλιά γράμματα που τα φύλαγε μακριά από όλους μας· κανένας δεν ήξερε τίποτε γι’ αυτά. Μόλις με είδε που τον έβλεπα, προσπάθησε ασυναίσθητα να κρύψει το κουτί κάτω απ’ το πανωφόρι του. Μα στη στιγμή, νιώθοντας πως ό,τι ήτανε να δω το ’χα δει, με κοίταξε κατάματα και μου είπε “επάνω εκεί ο άνεμος θα σκορπίσει τη στάχτη”. Ύστερα έκανε μεταβολή και έφυγε…» «Και τι απέγινε;» ρώτησα και πάλι εγώ, κάπως δισταχτικά τούτη τη φορά, «την άλλη μέρα το χάραμα έφευγε» συνέχισε ο Μαυρομανόλης κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο, «τον πήγα εγώ στο σταθμό και την ώρα που χωρίζαμε του είπα συνθηματικά “θα ανταμώσουμε το πρωινό”. Ο Παντελής τότε άπλωσε την παλάμη του, μου χάιδεψε τα χείλια με τα ακροδάχτυλά του και μου είπε “δεν υπάρχει πια πρωινό…” Τρεις μήνες αργότερα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

έμαθα ότι αυτοκτόνησε σε μια ξένη πόλη με γκρίζο ουρανό…» Αυτά μού είπε ο Μαυρομανόλης και σώπασε. Για μια στιγμή φύσηξε ένα ελαφρύ αεράκι. Πέρασε ώρα, εκείνος άναψε κι άλλο τσιγάρο κι ύστερα κι άλλο — ήταν φανερό πως δεν είχε να μου πει τίποτε άλλο. Σηκώθηκα να φύγω, όταν έξαφνα τον ρώτησα κοφτά: «Μανόλη, ξέρεις τι θα πει Κουπέλα;» Εκείνος με κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια κι ύστερα, κλείνοντας τα βλέφαρα, ψιθύρισε την ακατανόητη λέξη, που εγώ τον άκουσα να την ξεστομίζει άλλες τρεις φορές στα χρόνια που ακολούθησαν, κάθε φορά που ένιωθε πολύ κοντά του ζεστή την ανάσα της ήττας, της πικρής νοσταλγίας και του θανάτου: «Σοσί…» Αυτά που μου είπε ο Μαυρομανόλης εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ του εβδομήντα έξι ήταν και όλα όσα έμαθα για την Κουπέλα ίσαμε την πρωτομηνιά του Φλεβάρη του εβδομήντα εφτά, τότε που η ��υρία Δομένικα μας ανέβασε επάνω στον ακουβέντιαστο λόφο και μας διηγήθηκε τη φοβερή ιστορία της Κουπέλας — την ιστορία ενός απελπισμένου στερνού αγκαλιάσματος… Και μες στους αμέσως επόμενους μήνες μάθαμε όσα μπορούσε να γνωρίζει κανείς για το μυστικό της· Μάρτιο την είδαμε να ερωτεύεται επάνω στην Κουπέλα, τρεις φορές τον Απρίλη και άλλες τρεις τον Μάη περπατήσαμε το δειλινό ίσαμε το Θάνατο κι ύστερα πάλι πίσω, κι εκείνη μάς μιλούσε για τις κατάρες που βάραιναν το ριζικό της, για το πάθος, για τον πονηρό φταίχτη και για τους λαιμούς των αθώων, για τον σωριασμένο μανάβη επάνω στην καρότσα του… Κατόπιν ήρθε το καλοκαίρι του εβδομήντα εφτά κι εγώ έλειπα, κι ύστερα το βροχερό φθινόπωρο, τότε που ο Αγιούτος έτρεξε στο καμίνι· αρχές Οκτωβρίου ανεβήκαμε στο Στοιχειωμένο κι η γρια-Αλεξάνδρα, αφού πήρε χρυσάφι, μας απάντησε στις ερωτήσεις μας αν νικιέται άραγε το πεπρωμένο και ποια χείλη θα πάρουν απ’ τα χείλη τον θάνατο, και την ίδια μέρα ο Γιώργος έφυγε για το δάσος και τον χάσαμε για σαράντα μέρες. Κι όσο να γυρίσει ο φίλος μας, η κυρία Δομένικα


κεφάλαιο 10

έδωσε τρία φιλιά λυτρωμού, έτυχε να ’μαι μπροστά και να τα δω, το πρώτο στον μισοπεθαμένο σκύλο της αλάνας, το δεύτερο στον αποκεφαλισμένο Αϊ-Γιάννη, το τρίτο στον τρομακτικό ταξιδιώτη με τη μαύρη μάσκα στο πρόσωπο. Κι όταν ο Γιώργος γύρισε απ’ το δάσος, το ίδιο κιόλας βράδυ, πήγε στο σπίτι της έχοντας ποτίσει τα χείλη του με αυτά που έπρεπε, με το φτύμα του φιδιού, το αίμα του λαγού, τα δάκρυα του λύκου και της κουκουβάγιας το κρώξιμο, και της ζήτησε ένα μόνο φιλί και τίποτε άλλο, μα εκείνη δε δέχτηκε, γιατί αγάπη εκ του ασφαλούς δεν είναι αγάπη. Και το βράδυ που γέμισε η τελευταία πανσέληνος του φθινοπώρου, στις είκοσι εφτά, μας ανέβασε στο δωμάτιό της και μας είπε πως όλα όσα ξέραμε ήτανε ψέματα, μας είχε κάνει, έλεγε, μια φάρσα, δεν υπήρχανε ούτε φαρμακωμένα χείλη ούτε κατάρες ούτε σατανικά σχέδια, έτσι μάς είπε, κι εμείς τάχα δεν το προσέξαμε που σταύρωνε το δάχτυλο. Από τότε δεν την ξανάδαμε ζωντανή· σε εβδομήντα μέρες βρήκαμε το κορμί της πεσμένο μπρούμυτα επάνω στην Κουπέλα, τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, κολλημένα πάνω στο χώμα, και βέβαια όλα είχαν γίνει όπως έπρεπε.


11.

Ο Θεός σβήστηκε

Θα ’χε περάσει καμιά βδομάδα από τη δεκάτη τετάρτη Σεπτεμβρίου του εβδομήντα πέντε, από τότε δηλαδή που το ασημένιο ρολόι χάθηκε κάτω απ’ το μαντίλι της κυρίας Δομένικας, όταν ένα μουντό μεσημέρι (είχαμε μάθημα στην απογευματινή βάρδια) η κυρία Δομένικα μας μίλησε για το τι σημαίνει να αγαπάς έχοντας δεμένα τα μάτια σου με μαύρη κορδέλα. Όλα άρχισαν προς το τέλος της δεύτερης ώρας, τότε που η δασκάλα μας έγραψε με μεγάλα γράμματα πάνω πάνω στον πίνακα τη λέξη «Θεός» κι εμείς αντιγράψαμε τα τέσσερα γράμματα στα τετράδιά μας —στην ουσία, τα ζωγραφίσαμε— καθώς δεν είχαμε μάθει ακόμα την αλφαβήτα. Κι αφού τελειώσαμε την αντιγραφή κι ενώ περιμέναμε την κυρία Δομένικα να μας ζωγραφίσει στον πίνακα αυτό που σήμαινε εκείνη η λέξη — έτσι είχε κάνει όλες τις προηγούμενες ημέρες με τις λέξεις που άρχιζαν από τα εφτά πρώτα γράμματα του αλφαβήτου, όπως μας είχε ζωγραφίσει δηλαδή τον άνεμο,


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

τη βροχή,

το γάλα που χύθηκε απ’ το ποτήρι,

το δάκρυ,

τον εχθρό,

τη ζάχαρη,

και τον ήλιο

Ενώ περιμέναμε λοιπόν την κυρία Δομένικα να μας ζωγραφίσει τον Θεό, εκείνη άφησε την κιμωλία πάνω στην έδρα


κεφάλαιο 11

και προχώρησε προς το παράθυρο. Θα πέρασαν δέκα περίπου λεπτά που η δασκάλα μας κοιτούσε τον γκρίζο ουρανό — τι να ’ψαχνε άραγε; Κάποτε ο Σώτερ ψέλλισε χαμηλόφωνα «κυρία, δε μας ζωγραφίσατε τον Θεό…», η κυρία Δομένικα γύρισε τότε και μας κοίταξε, είχε ένα ύφος θλιμμένο και συνάμα γλυκύτατο, «άκουσε» είπε, «δεν υπάρχει τίποτε για να σας ζωγραφίσω…» Και σαν είπε αυτά τα λόγια, έγινε αναμεταξύ μας σούσουρο, τι να εννοούσε άραγε με τούτη την κουβέντα της η δασκάλα μας, μήπως το ότι δεν υπήρχε Θεός, μα τότε ποιος ήταν ο υπερκόσμιος πατέρας μας που έφτυσε και μας έπλασε και μας φύσηξε τη ζωή, ποιος ήταν αυτός που γέμισε την ομορφιά αγκάθια και στο κουκούτσι τής κάθε ηδονής στάλαξε τη θλίψη, τη μελαγχολία και τις τύψεις· κι αν δεν υπήρχε Θεός, εμείς πώς υπήρχαμε, μήπως είχαμε φυτρώσει στα λάχανα; Τέτοια ερωτήματα τριβέλιζαν το νου μας, όταν ξαφνικά ο Ζήσης έβαλε τα κλάματα κι όλοι λίγο-πολύ μπορούσαμε να φανταστούμε το γιατί. Εκείνη, μόλις είδε τον Ζήση να κλαίει, αμέσως πήγε στο θρανίο του, γονάτισε πλάι του και με τη γυμνή παλάμη του αριστερού της χεριού τού σκούπισε τα δάκρυα, ενώ με το δεξί τού χάιδευε το μάγουλο· μάλιστα, καθώς είχα συνεχώς στραμμένο το βλέμμα μου επάνω της, μου φάνηκε για μια στιγμή πως έβαλε αστραπιαία το δάχτυλό της στη γλώσσα της και γεύτηκε τα δάκρυα του φίλου μας. Όταν ησύχασε κάπως ο Ζήσης —γιατί, όσο κι αν αγαπάς τον Θεό, δε γινόταν να μην τον ησυχάσει το χάδι της δασκάλας μας—, η κυρία Δομένικα άρχισε να μας περνά όλους έναν-έναν με βλέμμα διαπεραστικό — ήθελε θαρρείς να τρυπήσει το μυαλό μας· κάποτε μίλησε με φωνή τρεμάμενη, «ό,τι είναι να ρωτήσετε, ρωτήστε το τώρα…» είπε, ήτανε ολοφάνερο πως είχε ταραχτεί για τα καλά. Έγινε σιωπή τότε για ένα-δύο λεπτά, κατόπιν ο Σώτερ σήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε καταπρόσωπο και τη ρώτησε ορθά κοφτά: «Κυρία, πέστε μας, υπάρχει ή δεν υπάρχει;» Μόλις άκουσε την ερώτηση του Σώτερ, η κυρία Δομένικα έσκυψε


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

το κεφάλι της, προσπάθησε να αρθρώσει κάποια κουβέντα που ανέβηκε στο στόμα της, μα δίστασε την τελευταία στιγμή —ίσως και να ’χε σκοπό κάποια πράγματα να μας τα πει αργότερα, όταν θα έχουμε δακρύσει έστω και μια φορά από τη θλίψη κάποιου σβησμένου δειλινού—, ωστόσο σχεδόν αμέσως κατάλαβε πως εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα δε γινόταν να μη μας μιλήσει. Τότε πήρε βαθιά ανάσα και μας ρώτησε: «Θέλετε να περπατήσουμε μαζί ώς τις μαργαρίτες;» Πράγματι, εκείνο το μουντό μεσημέρι περπατήσαμε ώς τις μαργαρίτες. Ήταν ένα απόμερο ξέφωτο, εκεί όπου τέλειωνε το Μικρό Ρέμα, στη στροφή του κάτω δρόμου· ένα ξέφωτο γεμάτο με κάτασπρα λουλούδια. Στο κέντρο τους έκαιγε σαν ήλιος η κίτρινη γύρη. Τα λουλούδια αυτά —τι παράξενο— μέναν ολάνθιστα όλον το χρόνο· μόνο μια μέρα το φθινόπωρο και μια την άνοιξη μια σταγόνα ολοκόκκινο αίμα λέρωνε ανεξήγητα τα ολόλευκά τους πέταλα, κι ο Κώστας ρωτούσε πάντοτε το ίδιο, «αφού τα λουλούδια δεν έχουν αμαρτίες, γιατί ματώνουν;», ωστόσο εκείνη τη μέρα, που περπατήσαμε για πρώτη φορά ώς τις μαργαρίτες μαζί με την κυρία Δομένικα, δεν ξέραμε τίποτε απ’ όλα αυτά, μονάχα ξέραμε πως τα πέταλα εκείνων των λουλουδιών τα μαδάνε για κάποιο λόγο της καρδιάς, και προχωρούσαμε διστακτικοί και αμίλητοι. Κάποτε φτάσαμε στο μικρό ξέφωτο κι η δασκάλα μας κάθισε πρώτη οκλαδόν· ευθύς τη μιμηθήκαμε κι εμείς. Τότε ήταν που η κυρία Δομένικα άρχισε να μιλά, κι η γλυκύτατη φωνή της ένιωθες πως σε τύλιγε σα μεθυστική ευωδιά: «Κοιτάξτε τα λουλούδια γύρω σας…» είπε χαϊδεύοντας με την αριστερή της παλάμη το χώμα, «χαίρονται την ομορφιά, τον ήλιο, και τη βροχή δίχως να καταλαβαίνουν, βλασταίνουν και μαραίνονται ολομόναχα δίχως να νιώθουν τ’ άνθισμά τους ή το χαμό τους· απλά στέκουνε τώρα κι αύριο θα ξεραθούν, θα τα σκορπίσει ο αέρας… Άραγε ποιος θα τα θυμάται;» Αυτά μάς έλεγε εκείνη, κι εμείς μήτε που καταλαβαίναμε τι σχέση είχε ο


κεφάλαιο 11

Θεός με τα λουλούδια που δε θα τα θυμάται κανένας αύριο, μα ήτανε τόσο γλυκιά η φωνή της, που σε μάγευε και μόνο να την ακούς: «Οι άνθρωποι θυμούνται και καταλαβαίνουν, γι’ αυτό ζουν το χαμό τους κάθε μέρα, αγαπούνε σε εκατόμβες πλημμυρισμένες στο αίμα, νοσταλγούν με σιδερένια δόντια στην καρδιά, κατανοούν το φόβο διά του φόβου, τετραγωνίζουν το θάνατο διά του θανάτου, κι όλα καταλήγουν στη μαύρη χοάνη, εκεί όπου σε κυκλώνει ένας εφιάλτης δίχως διέξοδο. Σ’ αυτή τη φρικτή χοάνη έρχεται κάποτε η ώρα που κάποιος μοιράζεται μαζί σου τον εφιάλτη και τότε το λουλούδι ανθίζει για να κελαηδήσει το κοράκι, το αφρόψαρο πηδά για να δακρύσει το λιοντάρι κι ο δήμιος τραγουδά για να γαληνέψει το πρόβατο, καθώς τότε, σαν σε τρελό πανηγύρι μες στον τρόμο, όλοι δίνουν όσα έχουν δίχως όριο: σινιάλα, χαμόγελα, ιδρώτα, λόγια, φιλιά, χάδια, αίμα, σάρκα, όρκους, την ίδια τη ζωή που πνέει στο σώμα, το αποτύπωμα του χεριού, το λαμπύρισμα των μαγεμένων ματιών, τα δάκρυα των απελπισμένων ερώτων… Αυτό νομίζω πως είναι ο Θεός, ένας κοινός εφιάλτης με όποιον βρέθηκε απέναντί σου, δίχως λογική κι ερμηνείες. Τι να σας ζωγραφίσω λοιπόν από αυτόν που σχηματίζεται με τη δική σας ανάσα; Μου μίλησαν και θα σας μιλήσουν για τον Θεό που εύκολα ζωγραφίζεται μ’ ένα σταυρό, μ’ ένα μαστίγιο, μ’ ένα μαχαίρι, για ένα Θεό που δίνει και παίρνει πίσω ό,τι έδωσε, για ένα Θεό που κρίνει και πληρώνει και θανατώνει και σημαδεύει, για τον Θεό που συντρίβει τους πονηρούς όφεις, που προσφέρει το έλεος με ζυγαριά. Μην τους πιστέψετε· αν σας μιλήσουν για τούτο τον Θεό, θα σας λένε ψέματα, θα σας μιλούν τα εντόσθια του στομαχιού τους κι όχι η γλώσσα τους. Γιατί ο Θεός της τελικής κρίσης είναι ένα ποτήρι με φαρμάκι… Γι’ αυτό σάς λέω, μην ξεραίνετε την ψυχή σας με το όνομά του· Θεός είναι να αγαπάς στο σκοτάδι έχοντας δεμένα τα μάτια σου με μαύρη κορδέλα, Θεός είναι να φιλάς στο στόμα τα πιο φαρμακερά φίδια, Θεός είναι να δακρύζεις για όσους χάθηκαν δίχως να ξέρεις τις λεπτομέρειες,


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

να δακρύζεις για ό,τι χάθηκε, ακόμη και για τούτες τις μαργαρίτες που αύριο θα χαθούν…» Αυτά μάς είπε η κυρία Δομένικα και σώπασε· ένα ύπουλο αεράκι βελόνιασε το δέρμα μας. Τότε σηκώθηκε όρθιος ο Ζήσης, που λάτρευε τόσο πολύ τον Θεό ή ό,τι θεωρούσε αυτός για Θεό· από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα: «Πάντοτε θα δακρύζω για τις μαργαρίτες που αύριο θα χαθούν…» είπε με φωνή που έτρεμε. Κι αφού πέρασε κάμποση ώρα που μείναμε μες στη σιωπή, κι η ψύχρα του αγέρα που ’χε σηκωθεί μας λόγχιζε τα μπράτσα, είδαμε κάποτε τη δασκάλα μας να σηκώνεται αμίλητη· αμέσως σηκωθήκαμε κι εμείς κι όλοι μαζί πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το σχολείο. Μα, όταν μπήκαμε στην τάξη, μας περίμενε μία έκπληξη: η λέξη «Θεός» που είχε γράψει πριν από μια ώρα στον πίνακα η κυρία Δομένικα είχε μόλις σβηστεί από φρεσκοβρεγμένο σφουγγάρι· μάλιστα στο μαύρο ξύλο είχε μείνει φανερό το ίχνος από την υγρασία του σφουγγαριού. Καθίσαμε τότε φοβισμένοι στα θρανία μας κυριευμένοι από δέος υπερκόσμιο κι ούτε ένας δεν τόλμησε να ρωτήσει ποιος είχε σβήσει εκείνη τη λέξη από το μαυροπίνακα…


12. Η φλαμουριά

Είναι αλήθεια πως για αρκετές νύχτες μετά από κείνο το μουντό μεσημέρι βλέπαμε όλοι στα όνειρά μας ότι μας κυνηγούσε η λυσσασμένη γάτα της θείας Δώρας, να ξεσκίσει με τα φοβερά νύχια της την κοιλιά μας και τα παιδικά μας γεννητικά όργανα· φαίνεται πως αυτά που μας είχε πει εκείνο το μεσημέρι η κυρία Δομένικα μας είχαν αναστατώσει για τα καλά, ίσως πάλι και να μας είχε τρομάξει ο σβησμένος απ’ το μαυροπίνακα Θεός… Κι όσο περνούσε ο καιρός, αρχίσαμε σιγά-σιγά να συνειδητοποιούμε ότι τα λόγια και οι πράξεις της δασκάλας μας τις περισσότερες φορές γεννούσαν εφιάλτες, μα, παραδόξως, αντί να μας απομακρύνουν από κείνη, μας μαγνήτιζαν όλο και πιο κοντά της, απόρροια μιας ακατανόητης μα έντονης γοητείας. Βέβαια χρειάστηκαν αρκετοί μήνες μέχρι να συνηθίσουμε τον τρόπο που η κυρία Δομένικα μας έλεγε όσα είχε να μας πει, χωρίς αμφιβολία ήτανε ιδιαίτερα απρόβλεπτη· τις περισσότερες μέρες δε μιλούσε παρά ελάχιστα μέσα στην τάξη, συνεννοούνταν μαζί μας με τα μάτια, με το κούνημα των βλεφάρων, με το στράβωμα των χειλιών, αλήθεια σού λέω, ανάμεσα σε μας και σε κείνη η ατμόσφαιρα ήταν αλλόκοτα ηλεκτρισμένη, γεμάτη παιδικά λαχανιάσματα και κρατημένες ανάσες, θαρρείς και της κάναμε ερωτική εξομολό-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

γηση· όταν κάποιος ρωτούσε κάτι, εκείνη συνήθως απαντούσε κοφτά και ξερά, σαν τρομαγμένο αγρίμι. Ωστόσο έρχονταν φορές, στην αρχή αραιά και πού, κατόπιν συχνότερα και τον τελευταίο καιρό κάθε που συναντιόμασταν, που έφταναν δύο ή τρεις δικές μας κουβέντες για ν’ αρχίσει να μας μιλά. Κι όταν άρχιζε, τα μάτια της παίρναν τη σταχτιά θαμπάδα της μελαγχολίας. Κι όσο περισσότερο τη γνωρίζαμε την κυρία Δομένικα, όλο και πιο πολύ τα λόγια της μας έβαζαν σε αλλόκοτες σκέψεις για τη δύναμη του πονηρού, γιατί με όλη την παιδική μας αθωότητα νιώθαμε πως κάποιο φοβερό μυστικό κρυβόταν στα χείλη που σχημάτιζαν τις κουβέντες της, πως τη δασκάλα μας την ακολουθούσαν αλλόκοτοι φριχτοί ίσκιοι που φέρναν τον πόνο, τη συμφορά και την απελπισία, καταχθόνιες δυνάμεις του απόλυτου σκότους. Και, μόλο που κάθε βράδυ σαν πέφταμε στο κρεβάτι μας για ύπνο μέναμε ξάγρυπνοι για ώρες κάνοντας ατέλειωτες υποθέσεις, δεν καταφέραμε να καταλάβουμε μόνοι μας ποιο ήταν αυτό το φοβερό μυστικό που τυραννούσε την ψυχή της, παρά μόνο όταν η ίδια μάς τα φανέρωσε όλα την άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά… Θυμάμαι σαν τώρα, αγάπη μου, εκείνο το αλλόκοτο συμβάν, το πρώτο από μια σειρά που ακολούθησαν, που ήταν σημάδι φανερό για το ότι κάποιος δαίμονας είχε φτύσει την κυρία Δομένικα· κι από τούτο το φτύμα δεν υπήρχε λυτρωμός… Ήταν ένα μεσημέρι στις αρχές του Οκτωβρίου, μόλις είχε σταματήσει η βροχή, και τα κίτρινα φύλλα που κάποτε ντύναν τα κλαδιά των δέντρων σάπιζαν μέσα στα λασπόνερα. H κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη βιαστική κι είπε σχεδόν αμέσως μόλις καθίσαμε στις καρέκλες μας: «Λοιπόν, ποιος από σας θα κάψει στο τέλος τη φλαμουριά;» Εμένα αυτή η κουβέντα με αιφνιδίασε, καθώς εκείνη την ώρα σκεφτόμουνα τα θαμπά μαύρα μάτια της κυρίας Πανδώρας, τα ξερακιανά της δάχτυλα με τα βαριά δαχτυλίδια, τα ολόμαυρα μακριά της νύχια, και ξαφνικά άκουσα τη δα-


κεφάλαιο 12

σκάλα μας να ψάχνει για κάποιον που θα κάψει τη φλαμουριά, κι ούτε που ήξερα καν τι ήταν η φλαμουριά και γιατί έπρεπε να την κάψει κάποιος στο τέλος. Όμως, μέσα στην έξαψη εκείνης της στιγμής, ένιωσα ξαφνικά πως το καθετί πάνω στη γη περίμενε εμένα για να ολοκληρωθεί, πως μπορούσα να καταφέρω τα πάντα, και στη στιγμή σηκώθηκα όρθιος και είπα: «Εγώ». Σχεδόν αμέσως συνήλθα και κατάλαβα τι είχα πει τόσο ασυλλόγιστα κι ένας έντονος φόβος έπιασε το στήθος μου — ποιος ήμουν εγώ που υποσχόμουν με τέτοια ευκολία και βεβαιότητα, και πού το ήξερα άραγε αν αυτό το κάψιμο της φλαμουριάς ήταν επιθυμία του Θεού ή του διαβόλου; Τρομαγμένος κοίταξα την κυρία Δομένικα· εκείνη βιάστηκε να με καθησυχάσει, «μη φοβάσαι…» μου είπε με τη γλυκύτατη φωνή της, «κουβέντες πάνω στην έξαψη του νου δε λογαριάζονται για αμαρτία…», έτσι μου είπε κι εγώ κάθισα κάτω ξεφυσώντας ανακουφισμένος, μα εκείνη συνέχισε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά τα λόγια της, κι έτσι δεν τ’ άκουσα. Τ’ άκουσε όμως ο Σώτερ κι εννιά χρόνια αργότερα, στον Άσπρο Βράχο, μου τα αποκάλυψε· η δασκάλα μας είχε πει μέσ’ απ’ τα δόντια της: «Τη φλαμουριά όμως θα την κάψεις εσύ…» Κι όπως κάθισα ησυχασμένος στην πλάτη της καρέκλας μου, είδα τον Σίμη, που καθότανε στο τρίτο θρανίο της σειράς των παραθύρων, να σηκώνει το χέρι του, «κυρία, μπορώ να έχω ένα χαρτομάντιλο…» είπε, «μάτωσε η μύτη μου…» Κοιτάξαμε όλοι το πρόσωπό του· πράγματι, η μύτη του είχε ανοίξει και έσταζε ολοκόκκινες σταγόνες αίμα στο δάπεδο της τάξης, που άπλωναν σαν ανοιγμένες παπαρούνες ανάμεσα στις λάσπες που ’χαμε φέρει μες στην αίθουσα με τις σόλες των παπουτσιών μας. Στη στιγμή η κυρία Δομένικα πήγε προς την έδρα κι έβγαλε από την τσάντα της όχι ένα χαρτομάντιλο, αλλά ένα λευκό βαμβακερό μαντίλι με το οποίο ευθύς αμέσως πήγε και σκούπισε τη μύτη του Σίμη· και, καθώς το αίμα του φίλου μας δε σταματούσε, η δασκάλα μας του γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω και τον έβαλε να κρατάει το


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μαντίλι με τέτοιο τρόπο, που να μένουν κλειστά τα δυο ρουθούνια του, ώστε να σταματήσει το αίμα. Και πράγματι έτσι έγινε, ο Σίμης κοιτούσε προς το ταβάνι και ανέπνεε με το στόμα, καθώς κρατούσε το μαντίλι στη μύτη του, ενώ η κυρία Δομένικα στάθηκε και πάλι μπροστά από το μαυροπίνακα και μας ρώτησε, ίσως και για να αποσπάσει την προσοχή μας από τη ματωμένη μύτη του Σίμη: «Δε μου λέτε, θα θέλατε να τραγουδήσουμε τη φλαμουριά;» «Κυρία, τι είναι, τέλος πάντων, αυτή η φοβερή φλαμουριά;» ρώτησε με κάποια δόση ειρωνείας ο Σώτερ. Εκείνη δεν έδειξε να προσβάλλεται, ίσα-ίσα μάλλον το εκτίμησε που κάποιος τη ρωτούσε για κάτι με τέτοια ευθύτητα, χαμογέλασε, έπειτα κοίταξε τον Σώτερ στα μάτια, «η φλαμουριά είναι η δικαιοσύνη μας» είπε με γλυκιά φωνή. Προτού προλάβουμε να συλλογιστούμε την ακατανόητη κουβέντα της, εκείνη άρχισε να τραγουδά ένα αφάνταστα μελαγχολικό τραγούδι γεμάτο θλίψη και συνάμα ανεξήγητη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν είχαμε ζήσει· ήταν η πρώτη φορά που άκουγα εκείνο το αργό, μακρόσυρτο τραγούδι που ’λεγε πως «στη βρύση τη βουνίσια σιμά είναι η φλαμουριά». Τραγούδησε, λοιπόν, η δασκάλα μας για το καταπράσινο δέντρο με τα μεγάλα κλαδιά, για το δέντρο που κάποτε πρόδωσε, όπως όλοι εξάλλου, κι όσο προχωρούσε από στροφή σε στροφή, τόσο έσπαζε η φωνή της, ενώ εμείς, μόλο που δεν ξέραμε τα λόγια, αρχίσαμε σιγά-σιγά να την ακολουθούμε τραγουδώντας περισσότερο έρρινα παρά κανονικά. Όταν φτάσαμε στην τελευταία στροφή μάλιστα, εμένα και τον Αγιούτο μάς πήραν τα δάκρυα, κι ίσως να μην ήμασταν οι μόνοι, καθώς, όταν τέλειωσε το τραγούδι μας κι αφού πέρασαν ένα-δυο λεπτά μες στη σιωπή, η κυρία Δομένικα μας είπε στα αστεία, έτσι, για να αποφορτίσει την ατμόσφαιρα, «βλέπετε, η φλαμουριά είναι το δέντρο της κλάψας…» Εκείνη τη στιγμή ήταν που ο Σίμης σήκωσε το χέρι του και είπε «κυρία, το αίμα μου σταμάτησε…» και της πρότεινε το άλλοτε λευκό μαντίλι της, που στο κέντρο του είχε σχη-


κεφάλαιο 12

ματιστεί ένα ολοκόκκινο άνθος· εκείνη πήρε το μαντίλι κι αμίλητη το έβαλε μες στην τσάντα της. Αμέσως μετά για μιαν ακόμη φορά μάς αιφνιδίασε λέγοντάς μας με ύφος αδιάφορο, «άμα θέλετε, μπορούμε να φυτέψουμε μια φλαμουριά εκεί που τελειώνουν οι μαργαρίτες…», έτσι μάς είπε, κι όπως το συνήθιζε, με πολύ πιο σιγανή φωνή συμπλήρωσε: «Κι όποιος μείνει στο τέλος την καίει…» Ο Σώτερ σήκωσε τότε το χέρι του και τη ρώτησε διστακτικά «κυρία, εσείς πιστεύετε σ’ αυτό;», «σε ποιο αυτό;» τον αντιρώτησε εκείνη, «ε, νά» απάντησε ο Σώτερ, «στη φλαμουριά, στη γαλήνη…», τα μάτια της κυρίας Δομένικας σκούρυναν τότε, «κοίταξε» είπε με βραχνή φωνή, «εγώ τη φλαμουριά μου την έκαψα και τη γαλήνη μου τη σκόρπισα στον άνεμο ενός καταραμένου λόφου με θέληση δική μου, ξηγηθήκαμε;», κι ήτανε η πρώτη φορά που την είδαμε να αγριεύει για μια στιγμή, λες και η κουβέντα του Σώτερ τη λόγχισε σε παλιά πληγή που δεν έκλεινε με τον καιρό. Απλώθηκε αμήχανη σιωπή για αρκετή ώρα, κάποτε ο Γιώργος μίλησε χωρίς ούτε καν να σηκώσει το χέρι του, «κυρία, σας παρακαλώ τραγουδήστε μας ξανά εκείνο το τραγούδι…», κι η κουβέντα του αυτή έμοιαζε με παράκληση ερωτική. Η κυρία Δομένικα τον κοίταξε έντονα για λίγο, έπειτα γύρισε γοργά τη ματιά της σ’ ολόκληρη την τάξη. «Εντάξει» είπε, παίρνοντας και πάλι τη γνώριμή μας γλυκύτατη έκφρασή της, «μόνο που θα μου υποσχεθείτε πως μόλις τελειώσουμε την αλφαβήτα θα φυτέψουμε μια φλαμουριά». Εμείς μόλις την ακούσαμε παραξενευτήκαμε, ποιος λόγος υπήρχε να μη θέλουμε να φυτέψουμε μια φλαμουριά, μας το ’χε ρωτήσει και πριν, κι άραγε γιατί μας ρωτούσε με τόση επιμονή για κάτι τόσο απλό που θα μας έβρισκε όλους σύμφωνους; Εκείνη πάλι φαίνεται πως κατάλαβε την απορία μας κι άρχισε να μιλά· η φωνή της ήταν ξερή, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της τραβήχτηκαν, «…όταν ανθίζει το ξύλο που κάποτε μπήγεις στη γη έχεις μοιράσει πια τη ζωή σου στα δυο· στο εξής, όπου κι αν φύγεις, όπου κι αν πας, όπου κι αν


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ξεχαστείς, θα πονάς διπλά, θα κλαις διπλά, η αγκαλιά σου θα γίνει άλλη τόση και τα φαρμακερά βέλη της τρέλας, της μοναξιάς και της απελπισίας θα βρουν το στήθος σου απροστάτευτο… Λοιπόν, προτού μού πείτε αν θέλετε να φυτέψουμε τη φλαμουριά, σκεφτείτε το, ύστερα δε θα μπορείτε να κάνετε πίσω…», αυτά μάς είπε κι είχα την αίσθηση πως ήταν λόγια προετοιμασμένα από πριν. Τότε, προτού προφτάσουμε οι υπόλοιποι να πούμε τίποτε, ο Γιώργος, αντί άλλης απάντησης, άρχισε να τραγουδά «στη βρύυυση τη βουνίσια σιμά είναι η φλαααμουριά…» κι ευθύς τον ακολουθήσαμε όλοι μαζί με λόγια που ανέβαιναν στο στόμα μας σαν από θαύμα· δεν ήταν λογικό να θυμόμαστε τα λόγια του τραγουδιού με τη μία φορά που το είχαμε ακούσει λίγο πρωτύτερα, «…στον ίιισκιο της καθόοομουν να ονειρευτώωω συχνάαα…» Τότε η κυρία Δομένικα χαμογέλασε κι ολόκληρο το πρόσωπό της έλαμψε, ίσως και να κοίταζε τον Γιώργο εκείνη τη στιγμή, εν πάση περιπτώσει, στην επόμενη στροφή άρχισε να τραγουδάει κι εκείνη μαζί μας, «…της χάραζααα στη φλούουουδα ονόοοματα ιεράαα και πάντα εκεί γυρνούουουσα σε λύυυπη, σεεε χαρά…» Μια ευδαιμονία υπερκόσμια μας είχε κυριεύσει όλους μας μες στην τάξη, καθώς τραγουδούσαμε για εκείνο το δέντρο που θα φυτεύαμε, μια πλησμονή ηδονικών αισθημάτων μάς πλημμύρισε κι όλα γύρω μας έχασαν το αληθινό τους βάρος και υψώθηκαν στον αέρα. Και τη στιγμή που τραγουδούσαμε για τότε που «…μια μέεερα ταξιδεεεύω σε μέεερη μακρινάαα…», συνέβη εκείνο που τώρα, τόσα χρόνια αργότερα, χωρίς επιφύλαξη θα το έλεγα σημάδι του δαίμονα για την κατάρα που βασάνιζε από γεννησιμιού της τη δασκάλα μας… Νά τι έγινε: η τσάντα της κυρίας Δομένικας, που ήταν όρθια πάνω στην έδρα, έπεσε χωρίς κανένας να την αγγίξει και μισάνοιξε· απ’ το άνοιγμα φάνηκε το διπλωμένο μαντίλι της, ματωμένο φυσικά από τη μύτη του Σίμη. Και μέσα από το διπλωμένο ολοκόκκινο μαντίλι άρχισαν να βγαίνουν πασχαλίτσες, η μια πίσω απ’ την άλλη σα μια


κεφάλαιο 12

ατέλειωτη στρατιά. Δεν ξέρω το γιατί, μα από εκείνη κιόλας τη στιγμή δεν είχα καμιά αμφιβολία για το ότι εκείνες οι πασχαλίτσες που βγαίναν μέσα από το μαντίλι είχαν γεννηθεί από το αίμα του Σίμη που πότισε το βαμβακερό ύφασμα. Και, μόλο που όλοι μας την προσέξαμε αυτή την αλλόκοτη σκηνή, ούτε ένας δεν τόλμησε να σταματήσει το τραγούδι του, ίσως γιατί το νιώσαμε πως εκείνη τη στιγμή κάποια δύναμη πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα μάς αποκαλυπτόταν, μια αποκάλυψη που αν έπαυε δε θα την αξιωνόμασταν για δεύτερη φορά· έτσι, συνεχίσαμε το στίχο που τραγουδούσαμε, για τη μέρα του μακρινού ταξιδιού όπου «…πάωωω να χαιρετήσω στερνάαα τη φλαααμουριά…», ενώ οι πασχαλίτσες που ’βγαιναν από το ματωμένο μαντίλι, καθώς προχωρούσαν, θαρρείς, σε παράταξη τέσσερις-τέσσερις, πέντε-πέντε, σχημάτισαν μια στενή, συμπαγή, κοκκινόμαυρη γραμμή που σιγά-σιγά ακολούθησε μιαν ολωσδιόλου αλλοπρόσαλλη πορεία: κατέβαινε κατακόρυφα το ξύλο της έδρας, προχωρούσε στο λασπωμένο δάπεδο της τάξης ίσαμε κάτω από την καρέκλα του Σίμη, εκεί όπου είχε στάξει πριν από λίγο η ματωμένη μύτη του… Κι ενώ το τραγούδι μας συνέχισε για τη φλαμουριά που «…βουίζαν τα κλαδιάααα της σα να μου κράζαν ώωω, κοντά μου πάντα μείειεινε, θα βρειειεις γαλήηηνη εδώ…», με έκπληξη βλέπαμε πως η γραμμή με τις πασχαλίτσες, από τη στιγμή που ένωσε το μαντίλι της έδρας με τις σταγόνες του αίματος κάτω στο λασπωμένο πάτωμα, έκανε μία ανεξήγητη στροφή, έναν ελιγμό σαν του φιδιού, και άρχισε να κατευθύνεται ίσια για την κυρία Δομένικα· και, καθώς την ώρα εκείνη του ελιγμού σταμάτησαν να βγαίνουν πασχαλιές από το μαντίλι της έδρας, νιώσαμε ακαθόριστα μέσα μας αυτό που πέντε χρόνια αργότερα θα το διαβάζαμε γραμμένο στην καρότσα του Ύπνου: «Η Ψυχή θα αναγεννηθεί μέσα από τον αφρό του αίματος των αθώων». Η δασκάλα μας συνέχισε να τραγουδάει μαζί μας, «…μακριάαα τώρααα στα ξέεενα έχασα τη χαράαα που ’νιωωωθα εκεί πάαανω κοντά στη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

φλαμουριάαα…» και το μαυροκόκκινο φίδι που ’χε σχηματιστεί με το σμάρι από τις πασχαλίτσες ολοένα την πλησίαζε, κι όπως έβλεπα τρομαγμένος μια το πρόσωπό της και μια κάτω στο πάτωμα, δεν πρόσεξα ότι το μαντίλι της κυρίας Δομένικας στεκόταν πάνω στην έδρα λευκό, κατάλευκο, δεν πρόσεξα ακόμη πως οι σταγόνες του αίματος κάτω από τη θέση του Σίμη δεν υπήρχαν μετά το πέρασμα της αλλόκοτης στρατιάς, όχι, δεν τα πρόσεξα όλα αυτά, μα τα πρόσεξε ο Σώτερ και μας τα είπε αργότερα. Πλησίαζε, λοιπόν, το κοκκινόμαυρο φίδι τη δασκάλα μας, μα εκείνη δεν αντιδρούσε διόλου, σα να μην το είχε δει. Κάποτε οι πασχαλίτσες άρχισαν να ανεβαίνουν στο πόδι της, και τότε ήταν που ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος, μα ο Σώτερ τον κράτησε από το μπράτσο και τον κάθισε κάτω, εμείς τραγουδούσαμε «…στο νου μου πάααντα μέεενει το ολόοοχαρο χωριόοο…», οι πασχαλίτσες ανέβαιναν σαν τύψεις, πρώτα την κοιλιά, έπειτα το στέρνο της κυρίας Δομένικας, πέρασαν το λαιμό της και τότε έγινε το πιο παράξενο, το ολωσδιόλου αλλόκοτο, αυτό που δήλωνε την παρουσία του υπερφυσικού πιο έντονα από όλα τα υπόλοιπα: εκείνες οι αναρίθμητες πασχαλίτσες που γεννήθηκαν ένα φθινοπωρινό μεσημέρι από το αίμα του Σίμη μαζεύτηκαν όλες μαζί (ναι, δεν είναι δυνατόν, μα έγινε) πάνω στα σκασμένα χείλη της δασκάλας μας και κόλλησαν εκεί επάνω, όπως θα κολλούσαν στο μαύρο μέλι. Η ένταση ήταν τόση, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι, χωρίς ωστόσο να σταματήσουμε το τραγούδι μας, που βρισκόταν άλλωστε στην κορύφωσή του, «στ’ αυτιά μου ακούω πάαανταα…», η κυρία Δομένικα τραγουδούσε μαζί μας με πάθος, και, Θεέ μου, τι φριχτό, όλο και πύκνωναν οι πασχαλίτσες πάνω στα χείλια της, έμπαιναν στο στόμα της και στα ρουθούνια της, παραμορφώνοντάς της τη μορφή, φαντάσου ένα φίδι να κουλουριάζεται γύρω-γύρω απ’ το στόμα σου, κι εμείς βλέπαμε με τρόμο στα μάτια και ασυναίσθητα δυνάμωνε ο τόνος της φωνής μας, «… θα βρειειεις γαλήηηνη εδώ…», οι πασχαλίτσες σιγά-σιγά χάνονταν


κεφάλαιο 12

μέσα στο στόμα της δασκάλας μας ή μπαίναν μες στη μύτη της κι ήταν σα να ’χε ανοίξει μια φριχτή πληγή στο κέντρο του προσώπου της, «… θα βρειειεις γαλήηηνη εδώ…» τραγουδήσαμε κι εμείς ξέπνοα για δεύτερη φορά τον τελευταίο στίχο της φλαμουριάς, κι έπειτα έγινε σιωπή, όπως όταν τα όνειρα σε ξεβράζουν στον ξύπνο, η κυρία Δομένικα μας έστρεψε την πλάτη για μερικά δευτερόλεπτα κι ύστερα γύρισε και μας κοίταξε. Κι αν κάτι που είναι πέρα από τη λογική σε τρομάζει μια φορά, είναι δυο φορές μεγαλύτερος ο τρόμος όταν αυτό το κάτι παύει ξαφνικά να υπάρχει κι εσύ γυρίζεις πίσω, σ’ αυτό που έχεις μάθει για πραγματικότητα. Έτσι κι εκείνο το προχωρημένο μεσημέρι, μόλις μετά τον τελευταίο στίχο του τραγουδιού μας είδαμε την κυρία Δομένικα με τα χείλη σκασμένα όπως πάντοτε, μα ολοκάθαρα, λες κι οι πασχαλίτσες που είχαν γεννηθεί από το αίμα του Σίμη είχαν χαθεί μες στο στόμα της ή είχαν εξαφανιστεί σαν όραμα που σβήνει, τότε τρομάξαμε ακόμη περισσότερο κι ο τρόμος μας μεγάλωσε κι άλλο όταν την ακούσαμε να μας λέει σε εύθυμο τόνο, «…λοιπόν, μόλις τελειώσουμε την αλφαβήτα θα τη φυτέψουμε τη φλαμουριά, έτσι;» Καθώς αναλογίζομαι μετά από τόσα χρόνια αυτό το περιστατικό με τις μαγιάτικες πασχαλίτσες που γεννήθηκαν ένα φθινοπωρινό μεσημέρι από τις κόκκινες σταγόνες μιας ματωμένης μύτης και χάθηκαν μέσα στο στόμα της κυρίας Δομένικας, μπορώ τώρα να πω χωρίς αμφιβολία πως όλα αυτά ήταν μια ξεκάθαρη επίδειξη της ισχύος που είχαν οι σκοτεινές δυνάμεις στη ζωή της δασκάλας μας. Εξάλλου, όπως μάθαμε αργότερα, τα χείλια της, όπου κόλλησαν οι πασχαλίτσες σαν στο μέλι, ήταν μια γοητευτική μα φαρμακερή παγίδα θανάτου… Ωστόσο δεν πρέπει να προτρέχω, ούτε και να χαλάω τη σειρά των γεγονότων ανοίγοντας παρενθέσεις, γιατί μόλις και μετά βίας συγκρατώ το κουβάρι, κι αν ανοίγω παρενθέσεις, μπορεί να παγιδευτώ για πάντα μες στις αγκύλες τους. Για ένα μήνα δεν έγινε η παραμικρή νύξη για εκείνο το


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μεσημέρι του Οκτωβρίου. Στις αρχές του Νοεμβρίου όμως τελειώσαμε την αλφαβήτα και η κυρία Δομένικα μας ζωγράφισε στον πίνακα την ώρα

που θα περάσει —όπως μας είπε— δίχως να το πάρουμε χαμπάρι. Ύστερα γύρισε και μας είπε χαμογελαστή: «Άντε, τώρα που τελειώσαμε με το ωμέγα, θα πάμε να φυτέψουμε εκείνη τη φλαμουριά που λέγαμε;» Τότε μας κατέλαβε ο ίδιος εκείνος τρόμος, όπως την ημέρα που οι πασχαλίτσες βγήκαν μέσα από το κόκκινο ματωμένο μαντίλι —ο τρόμος που τον είχαμε απωθήσει στα βάθη της ψυχής μας—, καθώς για έναν ολόκληρο μήνα δεν είχαμε μιλήσει για εκείνο το ακατανόητο περιστατικό ούτε καν μεταξύ μας, μόλο που από τότε είχαμε μαζευτεί άλλες τρεις φορές στα Βαρέλια (τη μία κατάπιαμε τις μπίλιες μας, την άλλη βρήκε ο καθένας το σκοπό της ζωής του, την τελευταία βγάλαμε από το στόμα μας φωτιές), σε καμιά δεν είχαμε μιλήσει για τις πασχαλίτσες — αντίθετα, είχαμε προσπαθήσει να τις ξεχάσουμε όπως ένα άσχημο όνειρο… Και φαίνεται πως ο τρόμος που μας κυρίευσε μόλις η δασκάλα μας μας ξαναμίλησε για τη φλαμουριά αποτυπώθηκε στην έκφραση που πήραν τα πρόσωπά μας, γιατί η κυρία Δομένικα, μόλις πέρασε ένα λεπτό μες στη σιωπή, μας είπε περιπαιχτικά «κοτζάμ άντρες και φοβάστε τόσο πολύ, λοιπόν;» κι είναι αλήθεια πως αυτή η κουβέντα μάς χτύπησε σα μαχαιριά στο στήθος, κι ο Γιώργος (ποιος άλλος;) στη στιγμή τής απάντησε, «τώρα που μάθαμε το ωμέγα δε φοβόμαστε τίποτε…» είπε και σηκώθηκε όρθιος. Έτσι, ήρθαμε στο φιλότιμο και πήγαμε και φυτέψαμε τη φλαμουριά εκείνο το πρωινό που μάθαμε και το ωμέγα. Η


κεφάλαιο 12

δασκάλα μας είχε φέρει μαζί της σε μια σακούλα νάιλον ένα κλαδάκι τριάντα περίπου εκατοστών και μας είπε «αν το μπήξουμε στο χώμα κι έχουμε πίστη, θα βγάλει ρίζες και θα πετάξει κλαδιά…» Περπατήσαμε, λοιπόν, ώς τις μαργαρίτες, ανεβήκαμε τα δέκα μέτρα του φαλακρού υψώματος και φτάσαμε εκεί όπου ανάμεσα στους βράχους ήτανε σφηνωμένη μια ξερή βρύση με κοντό σιδεροσωλήνα (κανείς δεν ήξερε ποιος και γιατί την είχε περάσει εκεί πέρα, μα όταν τριάμισι χρόνια υστερότερα έπεσε το μεγάλο θανατικό με την αρρώστια των ματιών και οι Αμόλυντοι φαρμάκωσαν το υδραγωγείο, τότε αυτή η ταπεινή βρύση έβγαλε, σαν από θαύμα, καθαρό νερό και για έξι ολόκληρους μήνες η γειτονιά μας —και όχι μόνο— έπινε μονάχα απ’ αυτήν), εκεί πήγαμε, λοιπόν, και μόλις φτάσαμε, η κυρία Δομένικα είπε στον Όττο «πάρε μια πέτρα και πέταξέ την όσο ψηλότερα μπορείς…» Ο Όττος πέταξε μια πέτρα κατακόρυφα κι όλοι τραβηχτήκαμε πίσω μη μας βρει πέφτοντας κατακούτελα. Κι όταν η πέτρα έπεσε στο χώμα, τρία-τέσσερα μέτρα πιο πέρα από τη βρύση, η κυρία Δομένικα πήγε και την πάτησε με το πόδι της κι είπε «εδώ». Έτσι, λοιπόν, αφήσαμε την τύχη να διαλέξει το σημείο όπου θα φυτεύαμε το δέντρο για το οποίο θα νιώθαμε υπεύθυνοι για όλη μας τη ζωή. Μ’ ένα μικρό σιδερένιο σκαλιστήρι, που το κουβαλούσε κι αυτό στη νάιλον σακούλα της η κυρία Δομένικα, σκάψαμε ένα λάκκο, στενό μα αρκετά βαθύ, ίσαμε μισό χέρι. Στο μεταξύ έφτασε κι ο Κούλης, που στον πηγεμό τού ’χε πει η δασκάλα μας να φέρει μισό τενεκέ νερό από το σπίτι του, που ’ταν το τελευταίο του κάτω δρόμου, χύσαμε λίγο μες στο λάκκο, έπειτα ρίξαμε και χώμα για να γίνει λάσπη κι ύστερα η κυρία Δομένικα μας είπε να πιάσουμε ο καθένας τους ώμους των μπροστινών μας, μπροστά-μπροστά ήτανε ο Μανόλης, ο Κώστας, ο Όττος κι εκείνη, που ’χαν χουφτιάσει το αδύναμο κλαδάκι, η δασκάλα μας φώναξε τότε «ένα, δύο, τρία, τώρα» και στη στιγμή μπήξαμε όλοι μαζί, με μια κίνηση


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

προς τα μπρος, το κλαδάκι της φλαμουριάς μες στο χώμα. Είν’ η αλήθεια πως, μόλο που έτρεμε το φυλλοκάρδι μας κι από στιγμή σε στιγμή το περιμέναμε, δε συνέβη εκείνο το πρωινό κάποιο αλλόκοτο περιστατικό όμοιο με αυτό του προηγούμενου μήνα, τότε που οι πασχαλίτσες γεννήθηκαν μέσα από το αίμα και χάθηκαν ανάμεσα στα χείλια της δασκάλας μας· δε φάνηκε λοιπόν εκείνο το πρωινό του Νοεμβρίου κάποιο απ’ τα σημάδια του μυστικού της κυρίας Δομένικας· μονάχα φυτέψαμε τη φλαμουριά μας, με τις παλάμες πατικώσαμε το χώμα γύρω-γύρω απ’ το λεπτό κλαδάκι κι έπειτα πιασμένοι χέρι-χέρι τραγουδήσαμε εκείνο το θλιμμένο τραγούδι για τη φλαμουριά. Κι όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, πριν καν τελειώσει η πρώτη στροφή, αρχίσαμε να χορεύουμε στον αργό ρυθμό του, απαλλαγμένοι πια από φόβο και σκοτεινούς εφιάλτες, λυτρωμένοι από ασυνείδητες ενοχές που πίκραιναν το στόμα μας σα χαλασμένο δόντι την ώρα του ύπνου — ναι, αγάπη μου, χορεύαμε και τραγουδούσαμε στο φαλακρό ύψωμα πάνω από τις μαργαρίτες μ’ ένα ανεξήγητο αίσθημα λύτρωσης, ίσως και να ’ταν η ελπίδα της ζωής που θα ξεπηδούσε μέσα απ’ το χώμα, ίσως να ’ταν και η γαλήνη που μας υποσχόταν ο απαλός άνεμος βουίζοντας ανάμεσα από τα καταπράσινα φύλλα· ποιος το ξέρει. Ήτανε τόση η ευφορία μας, τόσο πολύ γέμιζε την ψυχή μας η μαγεία εκείνων των στιγμών, που μόλις τελείωσε το τραγούδι γυρίσαμε στην αλάνα εξακολουθώντας να ’μαστε πιασμένοι χέρι-χέρι και χορεύοντας στον προηγούμενο ρυθμό, μόλο που δεν υπήρχε πια τραγούδι· και, την ώρα που ξεκινούσαμε να γυρίσουμε, η δασκάλα μας μας είπε «ας πάμε τώρα πίσω κι όποιος στο τέλος απομείνει να βάλει στη φλαμουριά φωτιά…», ναι, αυτό είπε και μου ’κλεισε το μάτι χαμογελώντας πονηρά, μα τούτο —γιά φαντάσου— δε με πείραξε μήτε μου έκανε καμιά εντύπωση, λες και δεν ήμουν εγώ μα κάποιος άλλος. Μόνο όταν φτάσαμε στην τάξη και καθίσαμε στα θρανία μας, νιώσαμε να ξαναγυρ-


κεφάλαιο 12

νάμε στην πραγματικότητα, καθώς είδαμε στον πίνακα τη ζωγραφισμένη ώρα, αλίμονο, πώς είχε περάσει έτσι η ώρα.


13. Τα φιλιά του αποχαιρετισμού

Τη φλαμουριά τη φυτέψαμε τη δεύτερη εβδομάδα του Νοεμβρίου του εβδομήντα πέντε· δυο μέρες αργότερα ο Πέτρος στο πρώτο από τα ηρωικά του αγιούτα έβγαλε τη Λίζα λιπόθυμη από το ξυλουργείο του Δεμέστιχα που ’χε τυλιχτεί στις φλόγες, ενώ στις είκοσι δύο του μηνός εγώ και ο Μεγάλος Πρόδρομος ορκιστήκαμε στο νταμάρι απέναντι απ’ το σπίτι της Φρόσως πως, μόλις η κυρία Πανδώρα αποφάσιζε ποιον απ’ τους δυο μας θα παντρευόταν, το ίδιο κιόλας βράδυ ο άλλος θα χανόταν από προσώπου γης και δε θα γυρνούσε ποτέ πίσω… Έτσι πέρασε ο Νοέμβριος, κι όταν το πρωινό της πρώτης Δεκεμβρίου η κυρία Δομένικα έγραψε με πλάγια καλλιγραφικά γράμματα στον πίνακα τη λέξη «χειμώνας», στο δικό μου το μυαλό εντυπώθηκε η ιδέα πως ο χειμώνας θα ήταν ο καιρός της βασανιστικής αναμονής μες στο σκοτάδι, ο καιρός που θα περίμενα απ’ την κυρία Πανδώρα να διαλέξει εκείνον που αγαπούσε περισσότερο — αυτό θα σήμαινε για μένα εκείνος ο χειμώνας… Το μεσημέρι της εβδόμης Δεκεμβρίου (κι ενώ την προηγουμένη ο μοιραίος Νίκος είχε μαντζούνια να μας κεράσει για τη γιορτή του, μα, καθώς ήταν λιγότερα απ’ όσα έπρεπε, δεν περίσσεψε μαντζούνι για μένα και τον Αγιούτο, κι έτσι ο μοιραίος Νίκος την άλλη μέρα μόλις μπήκαμε στην τάξη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ήρθε στα κρυφά και μας άφησε στο θρανίο τα δύο μαντζούνια που μας χρωστούσε για το κέρασμα), την έβδομη μέρα του τελευταίου μήνα της χρονιάς, λοιπόν, η κυρία Δομένικα μας μίλησε για τα φιλιά του αποχωρισμού, για το ξαφνικό κρυφτό του ήλιου, για το καταπράσινο λιβάδι… Όλα ξεκίνησαν από μια δική μου ερώτηση: την ώρα που είχα το μαντζούνι του μοιραίου Νίκου κάτω απ’ τη γλώσσα μου και περίμενα να λιώσει, σκέφτηκα ξαφνικά πως, αν η κυρία Πανδώρα διάλεγε εμένα, δε θα ξανάβλεπα ποτέ τον Μεγάλο Πρόδρομο, καθώς ο φίλος μου θα έπρεπε να φύγει και να μη γυρίσει ποτέ… Τότε η κυρία Δομένικα με κοίταξε χαμογελώντας αδιόρατα και, καταλαβαίνοντας πως κάτι με βασάνιζε, μου είπε «πες το…» Της έκανα την ερώτησή μου με φωνή αδύναμη και διστακτική: «Κυρία, όταν φεύγεις σημαίνει πως πεθαίνεις;» Η κυρία Δομένικα με κοίταξε με στιγμιαία έκπληξη, έπειτα προχώρησε προς τα παράθυρα και, κοιτώντας έξω με βλέμμα απλανές, μας ρώτησε «αλήθεια, ξέρετε πώς αποχαιρετάν κάποιον που φεύγει;» Και, μόλο που μου φάνηκε πως πήγαινε να αλλάξει το θέμα της κουβέντας, δε διαμαρτυρήθηκα· καθώς την άκουσα να συνεχίζει, ένιωσα την απόλυτη βεβαιότητα, δεν ξέρω το γιατί, πως μας μιλούσε με τα λόγια κάποιου άλλου: «Αυτούς που φεύγουν για ταξίδια δίχως γυρισμό να τους φιλάς εφτά φορές, όσα τα χρόνια που κρύβονται στον σπασμένο καθρέφτη· τρία φιλιά να τους δίνεις στο μέτωπο, ένα για τα όνειρα που μαζί σκαρώσατε, ένα για τις ρυτίδες που ο καιρός σάς χάραξε κι ένα για τα χαμόγελα που μοιραστήκατε. Έπειτα να τους φιλάς δυο φορές στο ζερβί μάγουλο, μια για τα δάκρυα που ξεράθηκαν πάνω στο δέρμα και μια για την ελπίδα που σας κράτησε μακριά απ’ τον ύπνο τα έναστρα καλοκαιρινά βράδια· κατόπιν να τους δίνεις ένα φιλί ακόμη στο μάγουλο το δεξί για το μαύρο σημάδι του ουρανού που όρισε το διάβα της ζωής σας. Τέλος, να τους φιλάς και μια φορά στο λαιμό για κείνο το πικρό παράπονο που κάποτε σας δέθηκε κόμπος στο λαρύγγι…»· αυτά μάς είπε η κυρία


κεφάλαιο 13

Δομένικα δίχως να ξεκολλήσει την αφηρημένη ματιά της απ’ το παράθυρο, και, πίστεψέ με, με την πρώτη και μοναδική φορά που ακούσαμε εκείνα τα λόγια αποτυπώθηκαν μεμιάς στη μνήμη μας… Κι όταν η δασκάλα μας γύρισε επιτέλους και μας κοίταξε, είδε προφανώς στα πρόσωπά μας μιαν αμηχανία ανάμεικτη με σαστισμάρα κι είπε με φωνή σαφώς ζωηρεμένη: «Πρώτ’ απ’ όλα, λοιπόν, όταν φεύγεις σημαίνει πως κάποιος πρέπει να σε φιλήσει…» «Κι αν δε βρεθεί κανείς να σου τα δώσει τούτα τα φιλιά του αποχωρισμού;» ρώτησε ξαναμμένος ο Σώτερ — φαίνεται πως θα ’χε κάτι στο μυαλό του· «…αν δε βρεθεί κανείς, θα γυρνάς εδώ κι εκεί χωρίς να βρίσκεις ησυχία…» του απάντησε εκείνη, «…θα τυραννιέσαι εις τον αιώνα των αιώνων, όπου πηγαίνεις πίσω σου θα σέρνονται φίδια σαν ερινύες, στον ύπνο δε θα βρίσκεις λυτρωμό, τα βλέφαρά σου θα τα σκεπάζει μαύρη βαριά λάσπη, φριχτοί ίσκιοι θα σου φράζουν το στόμα και τα ρουθούνια και θα σ’ εμποδίζουν να πάρεις ανάσα…», αυτά μάς έλεγε η κυρία Δομένικα κι ολοένα δυνάμωνε ο τόνος της φωνής της, «σας το λέω…» συνέχισε, «αν κάποτε φύγετε πρέπει κάποιος να σας φιλήσει όπως σας είπα…», «κολοκύθια…» ακούστηκε τότε η φωνή του Μεγάλου Πρόδρομου από το τελευταίο θρανίο, κι όπως φαντάζεσαι, γυρίσαμε όλοι και τον κοιτάξαμε με μάτια γουρλωμένα, ήτανε, βλέπεις, η πρώτη φορά που κάποιος αντιμιλούσε σ’ εκείνη, και μάλιστα με τρόπο διόλου ευγενικό, «κολοκύθια με τη ρίγανη…» επανέλαβε ξανά ο φίλος μας —κι αντίζηλός μου—, «όποιος φεύγει από εδώ πάει σε τόπο που δεν υπάρχει τίποτε, ούτε φίδια ούτε πόνος ούτε όνειρα ούτε κανένα άλλο από τούτα τα παραμύθια…», αυτά είπε ο Μεγάλος Πρόδρομος κι έγινε τότε κομφούζιο φοβερό, ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος ολοφάνερα παραξηγημένος που ’κανε τέτοια επίθεση στην κυρία Δομένικα, «εσύ να κοιτάς τη μυτόγκα την πουτάνα σου…» του φώναξε και στη στιγμή εγώ σηκώθηκα κι όρμησα καταπάνω του ουρλιάζοντας «ποιαν είπες πουτάνα, ρε τσόγλανε;» —μα, τώρα που


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

το σκέφτομαι, πιότερο τσαντίστηκα με κείνο το «σου», από πού κι ώς πού «σου» στον Μεγάλο Πρόδρομο η κυρία Πανδώρα;— όρμησα λοιπόν πάνω στον Γιώργο και πίσω από μένα όρμησε κι ο Μεγάλος Πρόδρομος φυσικά, ενώ ο Ζήσης, όντας στον δικό του κόσμο, έλεγε «μα όλοι θα πάμε στον υπέροχο χλοερό τόπο όπου μαζεύονται οι ψυχές…», προφανώς αυτόν τον είχε πειράξει εκείνο το «τίποτα» που λίγο πρωτύτερα είχε πει ο Μεγάλος Πρόδρομος… Τη στιγμή εκείνη, κι ενώ ήδη είχα χιμήξει στον Γιώργο πηδώντας στην κυριολεξία πάνω απ’ τον Μανόλη κι απ’ την ορμή μου είχαμε πέσει αγκαλιασμένοι κάτω στο πάτωμα, η κυρία Δομένικα έβαλε δυο δάχτυλα από κάθε χέρι στο στόμα της και σφύριξε εκκωφαντικά (πολύ καιρό αργότερα μας είπε πως έτσι την είχε μάθει να σφυρίζει κάποιος μουγκός γέρος που ’κανε θελήματα για τη μάνα της στο σπίτι των Φραντζήδων στη Σύρο). Και, μόλις σφύριξε, εμείς μείναμε ακίνητοι, κοκαλωμένοι — το φοβερό σφύριγμά της μας είχε αγαλματώσει στην κυριολεξία. Εγώ κι ο Γιώργος ήμασταν πεσμένοι κάτω, ο Μεγάλος Πρόδρομος από πάνω μας έτοιμος να ορμήσει, ο Ζήσης όρθιος μ’ ανοιχτό το στόμα. Πέρασε έτσι μισό λεπτό, ίσως και λίγο περισσότερο, όταν η κυρία Δομένικα ήρθε πάνω από μένα και τον Γιώργο και, κοιτώντας πιότερο αυτόν, είπε με φωνή ταραγμένη και ολοφάνερο θυμό «όσοι μπορούν να αγαπούν εκείνη που τη λες μυτόγκα και πουτάνα, ξέρουν ν’ αγαπούν· όσοι τη βρίζουν δεν ξέρουν…», αυτά είπε κι έπειτα γύρισε την πλάτη της και περπάτησε προς την έδρα, ενώ μόλις τότε εμείς ελευθερωθήκαμε από το σφύριγμά της… Και θα ’ταν στα σίγουρα καλύτερο να του βύθιζαν του Γιώργου χίλια πυρωμένα σπαθιά στο στήθος, παρά να του ’λεγε εκείνη αυτά τα λόγια, πως δεν ξέρει ν’ αγαπά, κι εδώ που τα λέμε η δασκάλα μας ήτανε λίγο αυστηρότερη απ’ ό,τι θα ’πρεπε, στο κάτω-κάτω, εκείνη μπορούσε να το καταλάβει πως ο Γιώργος δεν το εννοούσε αυτό που είχε ξεστομίσει· ό,τι είπε το ’πε για να την υπερασπιστεί — εντάξει, έκανε λάθος, αλλά


κεφάλαιο 13

όχι και να του πετάξει κατάμουτρα ότι δεν ήξερε ν’ αγαπάει. Και, μά την αλήθεια, μόλο που εγώ ο ίδιος του ’χα χιμήξει πριν από ένα λεπτό, τον λυπήθηκα εκείνη τη στιγμή τον Γιώργο, γιατί το πρόσωπό του είχε κιτρινίσει σα φλουρί και οι κόρες των ματιών του είχανε γίνει μισές απ’ ό,τι συνήθως. Με μια κίνηση σηκώθηκε όρθιος ξεφεύγοντας από το αγκάλιασμά μου, μάζεψε άρον-άρον τα πράγματά του και τρέχοντας βγήκε από την τάξη, αφήνοντας την πόρτα διάπλατα ανοιχτή… Εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν πως η κυρία Δομένικα δε γύρισε καν το πρόσωπό της να τον δει που ’φευγε. Τότε ήταν που κι εγώ σηκώθηκα όρθιος και, νιώθοντας πως έπρεπε να τον υπερασπιστώ, πήγα κοντά στην κυρία Δομένικα και της είπα «κυρία… ίσως να το ’πε από αγάπη…», στη στιγμή μού απάντησε εκείνη γυρνώντας ελαφρά προς το μέρος μου «αγάπη θα πει να βάζεις την αγάπη των άλλων πιο πάνω απ’ τη δική σου…» είπε με φωνή λιγότερο ταραγμένη αυτή τη φορά. Και, μόλο που είχα σκοπό να επιμείνω στην προηγούμενη κουβέντα μου, ίσως και για να την κάνω να πονηρευτεί πως ο Γιώργος ήταν ερωτευμένος μαζί της, μόλις άκουσα εκείνη την κουβέντα για την αγάπη των άλλων, ένιωσα ένα φιδάκι να ανεβαίνει απ’ το στομάχι μου προς τα πάνω και να κουλουριάζεται γύρω απ’ την καρδιά μου, βλέπεις, η κουβέντα της με αφορούσε κι εμένα· δεν αγαπούσα μόνο εγώ την κυρία Πανδώρα μα κι ο Μεγάλος Πρόδρομος (κι αργότερα θα αποκαλυπτόταν πως την αγαπούσε κι ο Σώτερ), και το μυαλό μου δεν το χωρούσε γιατί έπρεπε να βάλω την αγάπη των άλλων πάνω από τη δική μου. Από την άλλη όμως, κάπου βαθιά μέσα μου, ένιωθα — όχι από λογική μα από μια παράξενη διαίσθηση— πως στο τέλος, εκεί όπου όλα ξεπλένονται στα γάργαρα νερά του καταρράχτη, θ’ αποδεικνυόταν πως η κυρία Δομένικα είχε δίκιο… Έτσι, πισωπάτησα διστακτικά και κάθισα στο θρανίο μου βυθισμένος στους συλλογισμούς μου· κάποτε η δασκάλα μας γύρισε προς το μέρος μας και προχώρησε προς


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

το θρανίο του Μεγάλου Πρόδρομου, που ’χε καθίσει βέβαια κι αυτός στην καρέκλα του. Από την έκφραση του προσώπου της φαινότανε σα να της είχε περάσει η προηγούμενη ταραχή της, έφτασε από πάνω του, λοιπόν, και σκύβοντας ελαφρά ακούμπησε τις παλάμες της στο ξύλο του θρανίου· τότε του ’πε με γλυκύτατη φωνή «δεν είναι κολοκύθια με τη ρίγανη, καλέ μου Πρόδρομε…» απαντώντας στην προηγούμενη κουβέντα του, την κουβέντα που προκάλεσε την έκρηξη και τις βρισιές του Γιώργου. Έτσι, λοιπόν, σα να μην είχε συμβεί το παραμικρό στο ενδιάμεσο, η κυρία Δομένικα του ’δωσε του Μεγάλου Πρόδρομου την απάντηση στο «τίποτε» που είχε πει λίγο πρωτύτερα, εκείνος πάλι άνοιξε το στόμα του να απαντήσει κάτι, μα η δασκάλα μας έβαλε το δάχτυλό της πάνω στα χείλια του, προσπαθώντας ίσως έτσι να τον προστατέψει από τη μεγάλη κουβέντα που στο τέλος πάντα γυρνάει να χτυπήσει αυτόν που την ξεστόμισε. Κοκκίνισε τότε ο Μεγάλος Πρόδρομος, τα χείλη του τρεμούλιασαν, κάποτε έσκυψε το κεφάλι του ψιθυρίζοντας ντροπιασμένος «εμένα πάντως δε θα με φιλήσει κανένας…» Η κυρία Δομένικα τότε του χάιδεψε τα μαλλιά κι είπε με ψιθυριστή φωνή κι αυτή, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της, «για τον καθένα υπάρχει κάποιος που θα του δώσει ένα φιλί…»· κι αν θέλεις το πιστεύεις, αγάπη μου, εκείνη τη στιγμή, μόλο που δεν ήξερα ποιο ήταν το φοβερό μυστικό της δασκάλας μας, ένιωσα πως τα λόγια της αφορούσαν ακριβώς αυτό το μυστικό και μ’ έπιασε ρίγος. Καθώς εκείνη προχωρούσε προς την έδρα με αργά βήματα, ο Σώτερ έσπασε τη σιωπή ρωτώντας «…κι αν κάποιος φύγει ξαφνικά προτού προφτάσεις να του δώσεις τα εφτά φιλιά, τότε τι γίνεται;»· η κυρία Δομένικα απάντησε αμέσως, σα να περίμενε την ερώτηση: «αν κάποιος φύγει ξαφνικά, όπως λες, πρέπει να βρεις έναν καθρέφτη, μικρό ή μεγάλο, που κάποτε φυλάκισε την εικόνα του — το ξέρεις, θαρρώ, πως οι καθρέφτες δεν ξεχνάνε ποτέ. Αυτό τον καθρέφτη φίλα τον εφτά φορές κι έπειτα σπάσ’ τον· θα ’ναι σα


κεφάλαιο 13

να φιλάς αυτόν που έφυγε. Μονάχα μην ξεχάσεις να σπάσεις τον καθρέφτη…» Αυτά τα λόγια είπε η δασκάλα μας στον Σώτερ· μόλις απόσωσε την κουβέντα της, ήταν η σειρά του Βέλια να τη ρωτήσει: «…κι άμα αυτός ποτέ του δεν είχε δει το πρόσωπό του στον καθρέφτη;… κι αν ο καθρέφτης έχει χαθεί και δε μπορείς να τον βρεις πουθενά;», «τότε» απάντησε με βαθιά φωνή η κυρία Δομένικα «θα περιμένεις ίσαμε να χαθεί ο ήλιος μια ώρα του μεσημεριού. Γιατί σε κείνο το σκοτάδι που απλώνεται μες στην ημέρα οι δαίμονες βρίσκουν το δρόμο κι έρχονται πλάι μας, ανάμεσά μας, κλέβουν τον αέρα απ’ την ανάσα μας, μας ακουμπούν μάγουλο με μάγουλο, γυρεύοντας έτσι μια στάλα απ’ τη χαμένη γαλήνη τους, έναν πρόσκαιρο ελάχιστο αναπαμό απ’ το τυράννισμα της μαύρης φλόγας· και μόλις έρχεται ξανά το φως της ήλιου, αυτοί χάνονται πίσω. Μαζί με τους δαίμονες, λοιπόν, όσο βαστά η έκλειψη του ήλιου, έρχονται ανάμεσά μας και όσοι έφυγαν αφίλητοι. Τότε φίλησε εφτά φορές στον αέρα· θα ’ναι και πάλι σα να φιλάς εφτά φορές αυτόν που έφυγε χωρίς να τον αποχαιρετήσεις και δεν έχεις καθρέφτη που να ’χει φυλακίσει τη μορφή του…» Μετά βίας η δασκάλα μας τέλειωσε την κουβέντα της, καθώς αμέσως πνίγηκε σε έναν ξαφνικό ξερό βήχα κι εμείς μείναμε να την κοιτάμε σιωπηλοί και αρκετά φοβισμένοι. Τι γύρευαν οι δαίμονες ανάμεσα στα λόγια της, αναρωτιόμασταν, κι ακόμα, πού τα ήξερε εκείνη όλα τούτα τα κόλπα που ’μοιαζαν λίγο-πολύ με μαγεία; Η κυρία Δομένικα, νιώθοντας την απορία μας, αμέσως μόλις έπαψε ο βήχας της άρχισε να μας μιλά χαμηλόφωνα, μπορώ να πω μονολογούσε, κοιτώντας στον άσπρο τοίχο πάνω απ’ τα κεφάλια μας κάποιο αόρατο για μας σημάδι: «Ήταν το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά, τότε που για δύο μήνες κάθε μέρα ο ήλιος χανόταν μες στο μεσημέρι… Κάναμε λιτανείες στο νησί, ραντίζαμε με αγιασμό τα σπίτια μας, τα βράδια καίγαμε στις πλατείες τα χαϊμαλιά που οι γυναίκες φύλαγαν στα μπαούλα τ��υς, μήπως και πάψει το κακό· όμως οι ακατα-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

νόητες εκλείψεις δε σταματούσαν. Τα σκυλιά λύσσαγαν, τα κοκόρια λαλούσαν όλη τη μέρα, οι παλαβοί έκοβαν τις φλέβες τους πάνω απ’ τα πηγάδια βάφοντας κόκκινο το πόσιμο νερό… Οι γυναίκες εκείνο τον καιρό των εκλείψεων γέννησαν παιδιά σακατεμένα, που πέθαναν όλα πριν να χρονίσουν, αρουραίοι ρήμαξαν τα χωράφια, φίδια σκότωσαν τα ζωντανά και οι αγελάδες ξεράθηκαν ολότελα από γάλα. Οι γεροντότεροι στο νησί μιλούσαν για κάποιο ρυπαρό μίασμα, ο παπα- Γρηγόρης γυρνούσε τ’ απόγευμα από πόρτα σε πόρτα διαβάζοντας έξω φωνή εξορκισμούς και προσευχές, μήπως και λυτρωθούμε έτσι απ’ την οργή του Θεού, μα εγώ, κάθε που γινόταν η έκλειψη και έβαζα το μαυρισμένο γυαλί μπροστά απ’ τα μάτια μου, ένιωθα την ελιά στο δεξί μου μάγουλο να καίγεται και δυο χείλια σα ν’ αγγίζαν ελαφρά το λαιμό μου, μόλο που γύρω μου δεν ήταν κανείς… Κάποτε φύγαμε απ’ το νησί, τότε δεν κατάλαβα το γιατί, κι ήρθαμε στη Σαλονίκη, στα σπίτια που ’ναι δίπλα στο νοσοκομείο των φυματικών, έξω απ’ την πόλη…» Αυτά μάς έλεγε η κυρία Δομένικα κι εμείς ακούγαμε την παράξενη ιστορία της κρατώντας ακόμα και την αναπνοή μας, όταν έξαφνα το καμπανάκι σήμανε το τέλος του μαθήματος για κείνη την ημέρα. Κανένας μας δεν κουνήθηκε από την καρέκλα του, ώστε να δημιουργηθεί το συνηθισμένο πανδαιμόνιο, όπως συνέβαινε κάθε φορά που τελείωνε το μάθημα, τουναντίον, όλοι περιμέναμε με κομμένη την ανάσα τη δασκάλα μας να συνεχίσει την ιστορία της, να μας εξηγήσει τα ακατανόητα που γέμιζαν την ψυχή μας τρόμο, το σβήσιμο του ήλιου μες στο καταμεσήμερο, το θανατικό που ρήμαζε το νησί, τους αόρατους δαίμονες που φιλούσαν το λαιμό των κοριτσιών… Μα και η κυρία Δομένικα το κατάλαβε βέβαια πως γι’ αυτό μείναμε καρφωμένοι στις θέσεις μας και, καθώς είδε στα γουρλωμένα μάτια μας το πόσο είχαμε αγριευτεί, είπε σκύβοντας το κεφάλι «ωχ, μωρέ, αυτές οι ιστορίες δεν τελειώνουν…» δίνοντας έτσι τέλος στην αφήγησή της. Τότε ο Ζήσης σηκώθηκε και πάλι όρθιος, «…κι


κεφάλαιο 13

ο χλοερός τόπος, κυρία;» ρώτησε κι ήτανε έτοιμος να κλάψει· η δασκάλα μας φάνηκε να παραξενεύεται λίγο απ’ την ερώτησή του, έπειτα χαμογέλασε, «άκουσα κάποτε κι εγώ για κάποιο καταπράσινο λιβάδι, μα ποτέ μου δεν το είδα…» είπε κι ύστερα από μια μικρή σιωπή συνέχισε «αν κανένας από σας το δει, ας έρθει να μου πει αν φυτρώνουν βιολέτες…» Σαν άκουσα αυτή την κουβέντα, κάτι σκίρτησε τρελά μέσα μου, το μαντζούνι κάτω απ’ τη γλώσσα μου είχε λιώσει και το στόμα μου είχε γεμίσει με μιαν απερίγραπτη γλύκα, «δηλαδή, κυρία, όταν φεύγεις σημαίνει πως θα γυρίσεις;» ρώτησα τη δασκάλα μας με ολοφάνερη αγωνία· «όταν φεύγεις σημαίνει πως κάποιος σε περιμένει…» μου απάντησε η κυρία Δομένικα με μελαγχολική φωνή.


14. Ξεριζωμένη ξύλινη καρδούλα

Το ίδιο κιόλας μεσημέρι εκείνης της εβδόμης Δεκεμβρίου εγώ κι ο Μεγάλος Πρόδρομος του τη συγχωρέσαμε του Γιώργου εκείνη την κουβέντα για την κυρία Πανδώρα: όταν φεύγοντας απ’ το σχολείο τον είδαμε να κάθεται σα χαμένος στα Βαρέλια, εκεί στο Μικρό Ρέμα, κατεβήκαμε κοντά του και χωρίς να πούμε τίποτε τσουγκρίσαμε ελαφρά τα κεφάλια μας με το δικό του για να ξεχαστεί ό,τι έγινε… Ο ίδιος όμως δεν το συγχώρεσε τόσο γρήγορα στον εαυτό του· ήτανε, βλέπεις, αυτό που του ’χε πει η κυρία Δομένικα που τον τυράννησε πάρα πολύ, κι έτσι για αρκετές μέρες δε μιλούσε ούτε σε μας ούτε βέβαια σε κείνη, κι όσο κι αν τον ρωτούσαμε πολλά και διάφορα —τις πιο πολλές φορές μόνο και μόνο για να τον εξαναγκάσουμε να σπάσει τη σιωπή του—, εκείνος απαντούσε μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του πάνω ή κάτω. Πέρασαν δύο βδομάδες που η κατάσταση αυτή δεν άλλαζε, ώσπου έφτασε η μέρα που η κυρία Δομένικα μας μοίρασε τα δώρα μας για τα Χριστούγεννα, ήταν η εικοστή τρίτη του Δεκεμβρίου, τότε που θα κάναμε το τελευταίο μάθημα για το χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Όταν εκείνο το πρωινό ξυπνήσαμε, κι ενώ η καρδιά μας χτυπούσε σαν τρελή, είδαμε απ’ τα παράθυρά μας αυτό που περιμέναμε εδώ και δυο μήνες, από τότε που ο Τζακ


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μάς είχε μιλήσει για τα γένια που ο Θεός ξυρίζει από τα μάγουλά του κάθε χειμώνα: χιόνιζε… Ώς το μεσημέρι που πήγαμε στο σχολείο (είχαμε μάθημα στην απογευματινή βάρδια), το ’χε στρώσει για τα καλά· μάλιστα την ώρα που μπαίναμε στην τάξη, μόλις δηλαδή χτύπησε το καμπανάκι, κι αφού είχαμε παίξει για λίγο χιονοπόλεμο —κάνοντας ουσιαστικά προπόνηση για τη μεγάλη μάχη που συμφωνήσαμε να γίνει στο Μικρό Ρέμα την επομένη, αμέσως μετά τα καλαντίσματα—, την ώρα λοιπόν που μπαίναμε στην τάξη, ο Κούλης με τον Βέλια ήρθαν από πίσω μου ύπουλα κι έβαλαν γελώντας μέσα απ’ τη μπλούζα μου μια χιονόμπαλα και, φυσικά, άρχισα να πηδώ επάνω-κάτω σαν παλαβός ώσπου να λιώσει, καθώς ένιωθα χιλιάδες βελόνες να μπήγονται στο σβέρκο και στην πλάτη μου… Κι όταν η κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη, ξεκαρδισμένη στα γέλια κι αυτή, έγινε το πιο απρόσμενο απ’ όλα: στο δεξί της χέρι κρατούσε μια αφράτη χιονόμπαλα που την πέταξε με μιαν αστραπιαία κίνηση πάνω στον Γιώργο. Κι ήτανε πολύ καλή η ριξιά της· η χιονόμπαλα έσκασε πάνω στο κούτελο του Γιώργου και τα μαλλιά του γέμισαν άσπρες νιφάδες. Εκείνος πάλι την κοίταξε όχι με έκπληξη, ούτε βέβαια με θυμό, αλλά —αλίμονο— μ’ ένα σακατεμένο βλέμμα βουβής ικεσίας· ήταν ολοφάνερο πως ο φίλος μας είχε πια σπάσει και ζητούσε βοήθεια. Τότε έγινε κάτι το υπέροχο: η κυρία Δομένικα προχώρησε προς το θρανίο του και κοιτώντας τον με απερίγραπτη τρυφερότητα του τίναξε τις νιφάδες του χιονιού απ’ τα μαλλιά του. Τότε ο Γιώργος μίλησε για πρώτη φορά από το επεισόδιο της εβδόμης Δεκεμβρίου· η φωνή του έτρεμε, έλεγες από στιγμή σε στιγμή θα του κοπεί η ανάσα: «…Αν έκανες το κακό που δεν ξεγίνεται, τι ωφελεί κι αν το μετάνιωσες;… το μαχαίρι είναι πια μαχαίρι που μάτωσε, το χέρι έμαθε να χτυπά, o ουρανίσκος έμαθε τη γεύση του αίματος… Τι κι αν έγιναν όλα από λάθος, αφού έγιναν…», αυτά τής είπε της δασκάλας μας ο Γιώργος και σταμάτησε, καθώς μπούκωσε σ’ έναν πνιχτό λυγμό. Τότε


κεφάλαιο 14

η κυρία Δομένικα γονάτισε πλάι του και του σήκωσε το κεφάλι εξαναγκάζοντάς τον να την κοιτάξει κατάματα, «αν έδωσες μια μαχαιριά, χρωστάς ακόμη μια απ’ την ανάποδη…» του είπε κι έπειτα συμπλήρωσε με πικρό χαμόγελο «…όχι βέβαια πως θα ρεφάρεις… απλώς θα νιώσεις και στ’ άλλο σου μάγουλο το ανάλαφρο χάδι του εφιάλτη…» Και πριν καλά-καλά τελειώσει την αινιγματική της φράση, έκανε μία κίνηση με το αριστερό της χέρι, που τόση ώρα το κρατούσε με τρόπο πίσω απ’ την πλάτη της, κι άφησε, γιά φαντάσου, μια ακόμη χιονόμπαλα πάνω στο θρανίο του Γιώργου (και το πώς δεν είχε λιώσει τόσην ώρα στην παλάμη της εκείνη η χιονόμπαλα ήτανε βέβαια ένα μυστήριο ακατανόητο για τη δική μας λογική). Όταν ο Γιώργος τη ρώτησε κοφτά «τι πά’ να πει “ρεφάρω”;», η δασκάλα μας ξέσπασε σε νευρικά γέλια και γυρίζοντάς του την πλάτη άρχισε να περπατά προς την έδρα· είχε φτάσει μπροστά απ’ το μαυροπίνακα, όταν γύρισε έξαφνα και τον κοίταξε, «ρεφάρω θα πει κερδίζω αυτά που έχασα…» του είπε ξερά κι έπειτα συμπλήρωσε τονίζοντας μία-μία τις λέξεις «…μα τούτο δε γίνεται· η χιονόμπαλα που θα πετάξεις δεν είναι αυτή που ’σκασε στο κεφάλι σου…» Και τότε εκείνος με μια κίνηση αστραπιαία της πέταξε θυμωμένος τη χιονόμπαλα, τη βρήκε κι αυτός κατακούτελα και σκόρπισαν στα μαλλιά της οι άσπρες νιφάδες του χιονιού. Ενώ εκείνη τη στιγμή εμείς παγώσαμε —δεν είναι και λίγο πράγμα ένας μαθητής να πετάξει μια χιονόμπαλα κατακέφαλα στη δασκάλα του, έστω κι αν εκείνη έκανε την αρχή—, αμέσως η κυρία Δομένικα ξέσπασε σ’ ένα νέο κύμα γάργαρου γέλιου και μας παρέσυρε κι εμάς μαζί της. Όλοι, χωρίς να ξέρουμε το λόγο της τόσης ευθυμίας, αφεθήκαμε σε ένα νευρικό ασταμάτητο ξεκάρδισμα, όλοι σού λέω, μόνο ο Γιώργος έμεινε αγέλαστος και σιωπηλός. Κι όταν κάποτε πάψαμε τα γέλια, ο φίλος μας σηκώθηκε και ανέβηκε όρθιος πάνω στην καρέκλα του κοιτώντας τη δασκάλα μας στα μάτια «να το ξέρεις, εγώ θα ρεφάρω…» Εκείνη την ώρα δεν ξέ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ραμε ποιο ήταν το κακό που είχε κάνει ο Γιώργος και τον βασάνιζε τόσο πολύ και γι’ αυτό απορήσαμε με την κουβέντα του αυτή. Το τι είχε συμβεί το μάθαμε ενάμιση μήνα αργότερα, το απόγευμα της δεύτερης ημέρας του Φεβρουαρίου του εβδομήντα έξι, δηλαδή το απόγευμα που ο Γιώργος έγινε κουμπάρος δικός μου και του Σώτερ και του Μεγάλου Πρόδρομου· τότε μας το είπε με δάκρυα στα μάτια πως το ίδιο βράδυ της μέρας που η κυρία Δομένικα του είπε πως δεν ξέρει να αγαπά, αυτός μαχαίρωσε με το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας το πάνινο αρκούδι που του ’χε φτιάξει η μάνα του λίγο καιρό πριν εγκαταλείψει αυτόν και τον πατέρα του, καθώς έφυγε μ’ έναν πλανόδιο μικροπωλητή που ’φτιαχνε φυλαχτά και χάλκινα μπιχλιμπίδια και τα πουλούσε στις λαϊκές… Εκείνη την ημέρα κάναμε τελικά μόλις δυο ώρες μάθημα, δηλαδή τι μάθημα· την πρώτη ώρα, αφού η δασκάλα μας κι ο Γιώργος πέταξαν αναμεταξύ τους χιονόμπαλες κι είπαν όσα είπαν, τραγουδήσαμε όλοι μαζί το πασίγνωστο τραγούδι για το μοναχικό έλατο, που τόσο μάς άρεσε και που μας το είχε μάθει μια βδομάδα νωρίτερα, όταν στολίζαμε την τάξη μας (βάλαμε γιρλάντες στα παράθυρα και κολλήσαμε κάτι κακότεχνα κακορίζικα αστέρια στο μαυροπίνακα, τα ’χαμε φτιάξει όπως-όπως ο Βέλιας, ο Αγιούτος κι εγώ από χρυσόχαρτο· ο Λόλεψ θα ερχότανε σε τέσσερα χρόνια…). Κι όταν μετά το ασυνήθιστα μακρύ διάλειμμα —το χιόνι, βλέπεις— μπήκαμε στην τάξη αναψοκοκκινισμένοι από το χιονοπόλεμο για τη δεύτερη ώρα του τελευταίου μαθήματος του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε, η κυρία Δομένικα έβγαλε μέσα από την τσάντα της ένα μικρό πάνινο σάκο, τον άφησε πάνω στην έδρα και μας ρώτησε με ύφος τάχα αδιάφορο: «Μην ξέρετε ποιος ξερίζωσε την καρδιά του και τη μοίρασε στους πεινασμένους;»· μείναμε τότε σιωπηλοί και αμήχανοι· φυσικά δεν ξέραμε κανέναν που να ξερίζωσε την καρδιά του και μόλις το ακούσαμε από το στόμα εκείνης μάς έπιασε ένα ύπουλο σφίξιμο


κεφάλαιο 14

στο στήθος. Τότε η κυρία Δομένικα έγειρε το σώμα της πάνω στην έδρα, κι αφού πήρε βαθιά ανάσα, άρχισε με ουδέτερη φωνή να μας διηγείται αυτή την αλλόκοτη ιστορία που δεν την ξανάκουσα ποτέ ούτε και τη διάβασα στο μαύρο βιβλίο που λένε πως λυτρώνει την ψυχή απ’ τη θλίψη: «Κάποτε εκείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου συνάντησε έξω απ’ τη Χεβρώνα ένα μεγάλο καραβάνι με άντρες και γυναικόπαιδα που ’χαν σταματήσει σε μια πηγή με λιγοστό νερό. Τα μωρά έκλαιγαν, καθώς τα στήθη των μανάδων τους είχανε ξεραθεί, τα παιδιά ήταν σκελετωμένα, τα μάτια των αντρών είχαν αδειάσει απ’ την απόγνωση. Κι όταν ο γιος του ανθρώπου πήγε να πιει λίγο νερό περνώντας απ’ ανάμεσά τους, ούτε ένας δεν του ’δωσε σημασία μήτε καν έστρεψε κανείς το βλέμμα προς το μέρος του· τότε εκείνος ρώτησε κάποιον γέρο που ξαπόσταινε κοντά στην πηγή γιατί ξενιτεύτηκαν. Ο γέρος άρχισε να του μιλά αργά και κομπιάζοντας: «Άν είχες νιώσει, ξένε, εκείνο το φριχτό μούδιασμα που φέρνει στη ραχοκοκαλιά η πείνα, δε θα ρωτούσες… Δυο χρονιές τώρα ο Θεός μάς στέρησε το νερό του ουρανού, τα χωράφια μας ξεράθηκαν, τα ζώα μας ψόφησαν από ανεξήγητους πυρετούς κι όσα άντεξαν τα σφάξαμε για να χορτάσουμε για λίγο την πείνα μας. Κάποτε άρχισαν ν’ αρρωσταίνουν τα παιδιά κι οι γεροντότεροι σαν και του λόγου μου· κι όποιος αρρώσταινε σε ένα μήνα το πολύ πέθαινε. Δεν περνούσε μέρα που να μην κλείνουμε κι από έναν τάφο. Έτσι, όσοι απομείναμε πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το χωριό μας μήπως και βρούμε άλλον τόπο να ζήσουμε· βαδίζουμε δέκα μέρες μες στην έρημο και τρώμε σαύρες της άμμου. Ήδη στο δρόμο χάσαμε εννιά ψυχές· μα κι οι υπόλοιποι πόσο θ’ αντέξουμε ακόμη; Ίσαμε να γεμίσει το μισό φεγγάρι, θα ’μαστε όλοι μας τροφή για τα κοράκια…” Όταν ο γέρος απόσωσε τη διήγησή του κι αδιάφορος για απάντηση έγειρε εξαντλημένος στο πλάι, προσπαθώντας να ξεγελάσει τον ύπνο, ο γιος του ανθρώπου είπε κοιτώντας στο κενό: “Όσοι πεινάσατε


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ώς τούτη την ώρα από αύριο θα είστε χορτασμένοι για πάντα…” Στο άκουσμα αυτών των λόγων ένα παλικαράκι που ξάπλωνε λίγο πιο πέρα, θα ’ταν δε θα ’ταν δεκαοχτώ χρονών, μισοσηκώθηκε στους αγκώνες του και ρίχνοντάς του μια απερίγραπτα περιφρονητική ματιά έφτυσε στο χώμα και του είπε με θυμό “λες ψέματα…” Τότε ο γιος του ανθρώπου σηκώθηκε όρθιος και με σταθερή φωνή ζήτησε ένα μαχαίρι και έναν τσίγκινο δίσκο· κι ήτανε τόσο υποβλητικά γαλήνια η μορφή του, που σχεδόν αμέσως κάποιος άντρας που τον κρατούσαν ακόμη κάπως τα πόδια του πήγε ώς την καρότσα με τα τεντζερικά και του ’φερε ό,τι ζήτησε. Εκείνος γύμνωσε το στήθος του κι ευθύς έμπηξε δυο μαχαιριές στην ίδια του τη σάρκα σε σχήμα Χι, κι έπειτα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πεινασμένων έβαλε το δεξί του χέρι βαθιά μες στην πληγή και τραβώντας το απότομα ξερίζωσε την καρδιά του… Κι αφού απόθεσε και την καρδιά και το μαχαίρι στον τσίγκινο δίσκο, πήγε ώς την πηγή κι έπλυνε τα χέρια του απ’ το αίμα. Οι πεινασμένοι, πάλι, βλέποντας ένα κομμάτι σπλάχνου μες στο δίσκο, συγκέντρωσαν και την τελευταία ικμάδα της δύναμής τους, κι έχοντας στα μάτια τους μια λάμψη που δε θύμιζε τίποτε το ανθρώπινο, όρμησαν στα μουγκά για να το φάνε· κι ο καθένας έκοβε ένα κομμάτι της καρδιάς με το μαχαίρι και το έτρωγε ωμό, μα η καρδιά δε λιγόστευε, έμενε πάντοτε η ίδια, όσα κομμάτια κι αν κόβονταν… Κι έτσι χόρτασε όλο το καραβάνι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, την πείνα τόσων ημερών, και η καρδιά ήταν ολόκληρη στον τσίγκινο δίσκο. Τότε αυτοί που πριν από λίγο ήταν πεινασμένοι, με πρόσωπα που ’χαν πάρει και πάλι ανθρώπινη έκφραση, πλησίασαν με βήμα διστακτικό προς εκείνον που καθόταν πλάι στην πηγή, και το παλικάρι, που λίγο πριν τον είχε βρίσει για ψεύτη, προχώρησε και γονάτισε μπροστά του και του είπε με λυγμούς: «Συγχώρεσέ με, κύριε· εσύ είσαι στ’ αλήθεια αυτός που είσαι…» Και κείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου πάλεψε να σηκώσει όρθιο το παλι-


κεφάλαιο 14

κάρι, άγγιξε με το δάχτυλό του τα χείλη του, το μάγουλό του που ξάναψε από το άγγιγμα. Τότε ένας ψίθυρος γέμισε τον αέρα — κάτι σα “γκάβλα, γκάβλα, γκάβλα”· το αγόρι δεν ήταν βέβαιο αν μίλησε εκείνος που είχε βγάλει την καρδιά του ή ήταν ένα φτερούγημα του νου, μια ανάσα του ανέμου. Κατόπιν ο ξένος σηκώθηκε όρθιος, πήρε απ’ το χώμα ένα μικρό κομμάτι ξεραμένο ξύλο, που ποιος ξέρει πώς είχε βρεθεί εκεί πέρα, και με το δεξί του χέρι το έμπηξε μες στην πληγή του, στη θέση της ξεριζωμένης του καρδιάς. Κι έπειτα έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω…» Αυτή ήταν η ιστορία που μας διηγήθηκε η κυρία Δομένικα εκείνο το δεκεμβριάτικο μεσημέρι που χιόνιζε και, μόλις η δασκάλα μας τελείωσε κι απλώθηκε η σιωπή, νιώσαμε πως μας κατείχε ένα παράξενο συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε αποστροφή και συμπόνια, σε απορία και φόβο· κάποια στιγμή μάλιστα ο Τζίμης ρώτησε με χαμηλή διστακτική φωνή «…γίνεται, μωρέ, να ’χει κανείς τόσο μεγάλη καρδιά που να χορταίνει ένα ολόκληρο χωριό;», όμως εκείνη δεν του έδωσε καμιά απάντηση, μόνο τού χαμογέλασε σηκώνοντας τους ώμους της, σα να έλεγε: ό,τι ξέρω σάς το είπα, παραπέρα μη με ρωτάτε… Τότε τής έκανε κι ο Γιώργος μια ερώτηση με φωνή γεμάτη αγωνία: «…μπόρεσε αυτός ο γιος του ανθρώπου ν’ αγαπήσει με την ξύλινη καρδιά ή μήπως όχι;»· η κυρία Δομένικα δε σήκωσε τους ώμους κι αυτή τη φορά, μόνο έσκυψε το κεφάλι της και απάντησε στον φίλο μας με μια χαμηλόφωνη ερώτηση που χτύπησε κατευθείαν στο στόχο, «…δηλαδή εσύ, άμα σού ξεριζώσουν την καρδιά, θα με ξεχάσεις;», αυτό τον ρώτησε και βέβαια ο Γιώργος έμεινε κοκαλωμένος να την κοιτά με ανοιχτό το στόμα… Και η δασκάλα μας, μη θέλοντας να δώσει την παραμικρή συνέχεια στο διάλογο αυτό, την αμέσως επόμενη στιγμή πήρε στα χέρια της τον μικρό πάνινο σάκο που είχε αφήσει πάνω στην έδρα, κι αλλάζοντας τον τόνο της φωνής της μας είπε με κέφι: «Σας έφερα από ένα μικρό δώρο για τα Χριστούγεννα…» Και καθώς θα είδε τη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

χαρά για την αναπάντεχη τούτη έκπληξη να φωτίζει τα πρόσωπά μας, σήκωσε ψηλά τον μικρό σάκο και συνέχισε: «…μέσα εδώ είναι δεκαπέντε ξύλινες καρδιές· θα περάσω απ’ τα θρανία σας και ο καθένας από εσάς θα τραβήξει από μία… Εκείνη που μου διηγήθηκε την ιστορία που κι εσείς μόλις ακούσατε μου ’πε πως όποιος έχει επάνω του μια ξύλινη καρδιά από τούτες δε θα τον βρει τύχη κακή ή στεναχώρια… Αρκεί να ακουμπούν κι οι δεκαπέντε πάνω σε σάρκα…» Αμέσως η κυρία Δομένικα άρχισε να περνάει από θρανίο σε θρανίο και να προτείνει τον μικρό σάκο στον καθένα από μας, κι εμείς, ανυποψίαστοι και πανευτυχείς, βάζαμε το χέρι μας μέσα σα να τραβούσαμε λαχνό και παίρναμε στα τυφλά μια ξύλινη καρδιά, «την καρδούλα να την κρύψετε αμέσως κάτω απ’ τον κόρφο σας να μη τη δει κανείς» μας είπε· μόλο που δεν καταλάβαμε προς τι η τόση μυστικότητα, κάναμε ακριβώς αυτό που μας ζήτησε εκείνη. Έτσι, και οι δεκαπέντε τραβήξαμε από τον μικρό πάνινο σάκο από μια ξύλινη καρδιά ο καθένας και την κρύψαμε μες στον κόρφο μας. Σαν ένιωσα την αφή του κρύου ξύλου επάνω στο τρυφερό μου στέρνο, έξαφνα κατάλαβα πόσο, μα πόσο μεγάλη απελπισία χρειάζεται για να θερμάνεις μια ξύλινη καρδιά, να την κάνεις να μαλακώσει, να φουσκώσει με το αίμα και να πάλλεται στον γνώριμο ρυθμό της, κι έπειτα να πονέσει, όπως πονά η καρδιά τού κάθε ανθρώπου. Αυτό σκέφτηκα κι ένας αδιόρατος φόβος φούντωσε μέσα μου· για να ζωντανέψει ένα κομμάτι ξύλου μες στη σάρκα σου, θα πρέπει να έχεις φτάσει στο μη περαιτέρω, εκεί όπου το λογικό, η θέληση, η πίστη δεν έχουν καμιά δύναμη και μόνη σου ελπίδα πια είναι η μαυρίλα ολόγυρά σου, η μοναξιά του λυσσασμένου σκύλου, η γαλήνη στις ρυτίδες των δολοφόνων· μόνο τότε ξεριζώνεις την καρδιά σου και τη μοιράζεις, όπως εκείνος, και στη θέση της βάζεις ένα ξερό κούτσουρο… Κι ενώ ο φόβος μέσα μου φούντωνε όλο και περισσότερο, γύρισα και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Φυσούσε δαιμονισμένα, είχε σηκωθεί σωστή χιονοθύελλα, κι η


κεφάλαιο 14

κυρία Δομένικα μόλις μάς μοίρασε τα δώρα μας έγραψε στον πίνακα με τα υπέροχα πλάγια γράμματά της «Καλά Χριστούγεννα» κι από κάτω «Ευτυχισμένο το χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι», ενώ εμείς προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε πως είχαμε κάτω απ’ τις μπλούζες μας ένα κομμάτι ξύλο που θα κρατούσε μακριά μας την κάθε κακοτυχία… Κάποτε χτύπησε το καμπανάκι κι όλοι, θαρρείς ασυναίσθητα, βάλαμε το δεξί μας χέρι πάνω στο στήθος μας. Και ξαφνικά, σα να την έπιασε η μεγάλη βιασύνη, η κυρία Δομένικα πέρασε γοργά την τσάντα της στον ώμο, άνοιξε την πόρτα και, στο κατώφλι της, λίγο προτού χαθεί μέσα στη χιονοθύελλα, γύρισε και μας είπε με ξερή φωνή: «…μια καρδιά είναι πιο μεγάλη απ’ τις άλλες· όποιος την κρατήσει θα χαθεί δίχως να γνωρίσει τον έρωτα, δίχως καν να ανταλλάξει έστω και μια ερωτική ματιά από κείνες που βάζουν φωτιά στα ξερά χόρτα…» Αυτό μάς είπε κι έφυγε σαν κυνηγημένη, χωρίς καν να μας πει ένα τελευταίο «Χρόνια πολλά» ή έστω ένα «καληνύχτα»… Και βέβαια εύκολα μπορεί κανείς να μαντέψει τι κάναμε εμείς αμέσως· δε σκορπίσαμε μες στη χιονοθύελλα να πάει ο καθένας στο σπίτι του, αλλά, χωρίς καν να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα αναμεταξύ μας, βαδίζοντας όλοι μαζί σαν κουρδισμένοι και προχωρώντας σκυφτοί μέσα στη θύελλα, φτάσαμε στην αυλή της θείας Δώρας… Πηδήσαμε τα κάγκελα· στο στόμιο του πηγαδιού είχε ήδη μια παλάμη χιόνι. Τότε ο ένας μετά τον άλλο προχωρούσε μόνος του μπροστά στο πηγάδι, έβγαζε με το μουδιασμένο χέρι απ’ τον κόρφο του την ξύλινη καρδούλα και την πετούσε μέσα. Βλέπεις, δε μας πήρε πολλή ώρα για να το συνειδητοποιήσουμε πως ο καθένας μας θα μπορούσε να είχε τραβήξει τη μεγαλύτερη καρδιά, οπότε η καλή τύχη δεν αξίζει μία αν είναι να μη νιώσει κανείς το δαίμονα να του κατατρώγει τα σωθικά, α, όχι, ήταν χίλιες φορές προτιμότερη η κακή τύχη για όλους μας παρά κάποιος να χαθεί χωρίς να ανταλλάξει έστω για μια φορά τη φλογερή ματιά της αγάπης· έτσι ζυγίσαμε τα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

πράγματα, μόλο που μερικοί από μας δεν ξέραν καν πώς ήτανε αυτή η ματιά — εγώ το ήξερα… Έτσι, το μεσημέρι της εικοστής τρίτης Δεκεμβρίου του εβδομήντα πέντε πετάξαμε τις ξύλινες καρδιές μας στο πηγάδι της θείας Δώρας, σε κείνο το μυστηριώδες μαύρο στόμα της γης που η γρια-Αλεξάνδρα μού είχε πει πως έβγαζε απευθείας στον άλλο κόσμο, εκεί όπου δέκα μήνες αργότερα θα έπεφτε η τσιγγάνα Τερέζα μαζί με το νεογέννητο μωρό της κι ο Πέτρος θα έδινε το τέταρτό του αγιούτο· το εβδομήντα εννιά θα πετούσα το κόκκινο αστέρι του Λόλεψ που μου ’καψε την παλάμη, το ογδόντα ένα θα ’πεφτε μέσα ο Βέλιας —αλίμονο— με τη θέλησή του, και το ογδόντα τέσσερα θα κατεβαίναμε με τον Μεγάλο Πρόδρομο για να βρούμε εκεί κάτω το κλειδί που θα ξεκλείδωνε το στοιχειωμένο σπίτι… Όπως τα ξαναθυμάμαι όλα τώρα, καταλήγω ότι το πιο πιθανό είναι να μην υπήρχε μια ξύλινη καρδιά μεγαλύτερη απ’ τις υπόλοιπες, παρά εκείνη η κουβέντα της δασκάλας μας γι’ αυτόν που θα χαθεί χωρίς να τον καρφώσει έστω και μια φορά κάποια ερωτική ματιά, εκείνη η κουβέντα της, λοιπόν, να ήταν ένα ψέμα για να δει πόσο εύκολα πετάμε την καλή μας τύχη στο πηγάδι· γι’ αυτό εξάλλου μας είχε διηγηθεί λίγο πρωτύτερα την ιστορία εκείνου που ξερίζωσε την καρδιά του. Το δίχως άλλο το ’ξερε πως μια τέτοια ιστορία, αν την ακούσεις, δεν αφήνει το νου σε ησυχία. Εδώ Εκείνος, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, έβαλε την καρδιά του την αληθινή στο πιάτο των πεινασμένων κι εμείς θα φοβόμαστε να πετάξουμε μια ξύλινη, και μάλιστα όταν αυτή, εκτός απ’ την καλή τύχη, θα ’φερνε σε κάποιον από μας και την πιο μεγάλη συμφορά (γιατί το να ζεις δίχως να περιμένεις μες στην ομίχλη ένα ξυράφι στο λαιμό σου είναι στ’ αλήθεια η πιο μεγάλη συμφορά)· ε, όχι, θα ’μασταν ολότελα δειλοί αν λογαριάζαμε πιο πολύ μια ξύλινη καρδιά που θα μας έφερνε καλή τύχη από μια ερωτική ματιά που θα ’βαζε φωτιά στα σωθικά μας… Και μ’ όλ’ αυτά που σου λέω μη νομίσεις πως πάω να συγκρίνω τη δικιά μας πράξη με την


κεφάλαιο 14

ιστορία που ακούσαμε, ούτε βέβαια να σου πω πως κάναμε κάποιον ηρωισμό· ίσα-ίσα, κοιτάξαμε τον εαυτούλη μας, αληθινός ηρωισμός είναι να δίνεις δίχως να ελπίζεις, όπως Εκείνος, κι όχι να ανταλλάσσεις μετρώντας με τη ζυγαριά (κι εμείς όταν πετούσαμε τις ξύλινες καρδιές μες στο πηγάδι κάναμε το δεύτερο). Εξάλλου την ίδια ζυγαριά νομίζω πως εννοούσε κι ο Τζακ ο Ταρνανάς όταν, δεκαπέντε μήνες αργότερα, ούρλιαζε μες στα παραληρήματά του την ώρα που βούλιαζε στο Βάλτο «…όποιος έχει μπάρμπαλα ανάμεσα στα σκέλια του ας αφήσει κάτω τη ζυγαριά…» Το ’ξερε λοιπόν η κυρία Δομένικα ότι θα τα ζυγίζαμε και τα μεν και τα δε, κι ήταν εύκολο να φανταστεί ποια θα ’ταν η τελική απόφασή μας. Μας είπε την κουβέντα για τη μεγαλύτερη καρδιά την τελευταία στιγμή, έτσι ώστε να φύγει απ’ την τάξη αφήνοντάς μας με την ύπουλη φαρμακερή ακίδα να κάνει τη δουλειά της… Εύκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί η δασκάλα μας μας είπε να κρύψουμε κάτω απ’ τον κόρφο μας την ξύλινη καρδούλα αμέσως μόλις την τραβήξουμε απ’ τον μικρό σάκο, καθώς δεν έπρεπε να ξέρει κανένας αν υπήρχε ή όχι κάποια καρδιά μεγαλύτερη απ’ τις άλλες, ή ακόμη γιατί μας έβαλε να τραβήξουμε τα δώρα μας απ’ τον μικρό σάκο και δε μας τα ’δωσε με το χέρι της, καθώς το ’ξερε πως θα προτιμούσαμε να πέφταμε εμείς οι ίδιοι στο πηγάδι, παρά να πετάξουμε δώρο δοσμένο απ’ το χέρι της… Γι’ αυτό σού λέω, είναι πια ξεκάθαρο μες στο μυαλό μου πως η κυρία Δομένικα το ’θελε να μας βάλει σε τούτη τη δοκιμασία, το ’θελε να μάθουμε να πετάμε την καλή μας τύχη στο πηγάδι για μια ερωτική ματιά, και την είχε υπολογισμένη την αντίδρασή μας, γι’ αυτό εξάλλου την επόμενη μέρα απ’ τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού, την πρώτη μέρα του σχολείου για το χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, μπήκε στην τάξη και κατευθείαν —προτού καν μας πει «καλή χρονιά»— μας ρώτησε τάχα αυστηρά: «…ένα πουλάκι μού ’πε πως πετάξατε τα δώρα μου στο πηγάδι… Είναι αλήθεια;» Εμείς τότε σκύψαμε το κεφάλι μας ντροπιασμένοι, μα αυτό


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

δεν κράτησε πολύ, καθώς, αφού πέρασαν ένα-δυο λεπτά μες στη σιωπή, την ακούσαμε έξαφνα να ξεσπά σ’ ένα γάργαρο, ασταμάτητο γέλιο…


15. Η δασκάλα μαθαίνει στους μαθητές της την προσευχή

Θα ’χε περάσει καμιά εβδομάδα από τότε που άρχισαν και πάλι τα μαθήματα για την καινούργια χρονιά, όταν ένα πρωινό, την ώρα που ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε για το σχολείο, άνοιξαν οι ουρανοί κι έριξε νερό με το τουλούμι, έγινε σωστός κατακλυσμός, που όμως κράτησε για λίγα λεπτά. Αποτέλεσμα τούτης της ξαφνικής νεροποντής ήταν να έρθει η κυρία Δομένικα στην τάξη με ένα τέταρτο καθυστέρηση, καθώς το σπίτι της απείχε περίπου μισή ώρα απ’ το σχολείο, κι όταν τη βρήκε η βροχή είχε μόλις ξεκινήσει το δρόμο της και μάλλον θα αναγκάστηκε να περιμένει σε κάποιο υπόστεγο για να κοπάσει… Εμείς βέβαια φτάσαμε στην τάξη κανονικά στην ώρα μας, κι αφού περιμέναμε αμήχανοι για ένα πεντάλεπτο, άνοιξε η πόρτα και μπήκε στην τάξη ο Κερατένιος· ήταν λαχανιασμένος κι είχε κάτω απ’ τη μασχάλη του μια κλειστή κόκκινη ομπρέλα· «λόγω της καταιγίδος η δεσποινίς Δομένικα θα έχει μικράν καθυστέρησιν…» μας είπε και τα λόγια του μας φάνηκαν κάπως παράξενα με κείνα τα νι στο τέλος των λέξεων, ενώ το παρουσιαστικό του ήταν τόσο αστείο, κοντός, χοντρός και φαλακρός, με φάτσα κόκκινη σαν παντζάρι, μαύρο μουστάκι βούρτσα, μικρά μαύρα μάτια σαν της αλεπούς, κι ένα στενό κουστούμι ανοιχτό βυσσινί να τσιτώνει στην κοιλιά του,


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

έτοιμο θαρρείς να σκιστεί από το πάχος· τόσο αστείο ήτανε το παρουσιαστικό του, που αρχίσαμε να κρυφογελάμε στα πνιχτά, «μικρό είναι το μάτι σου…» του πέταξε μάλιστα μέσα απ’ τα δόντια του περιπαιχτικά ο Αγιούτος, κι εγώ που καθόμουν πλάι του το άκουσα καθαρά, ίσως και να το άκουσε και ο Κερατένιος, αφού την αμέσως επόμενη στιγμή άφησε κατά μέρος τα τελικά νι κι έμπηξε τις γκαρίδες «σκασμός, βρε παλιόπαιδα, ελεεινά…», κι εμείς, έχοντας συνηθίσει σε τέτοιες φωνές μόνο στα σπίτια μας κι όχι στο σχολείο (η κυρία Δομένικα ποτέ δε μας είχε μιλήσει έτσι), το βουλώσαμε αμέσως. Κι αφού πέρασαν ένα-δυο λεπτά που ξεφυσούσε κατακόκκινος ο Κερατένιος, έδειξε στην τύχη τον Μανόλη και του είπε κοφτά «εσύ σήκω στον πίνακα να κάνεις την προσευχή…», και βέβαια μες στη σύγχυσή του ο διευθυντής μας έκανε λάθος, γιατί ένα παιδί της πρώτης δημοτικού δε μπορούσε να ξέρει την προσευχή… Ο Μανόλης έμεινε ακίνητος στη θέση του, ώσπου ο Κερατένιος τού πάτησε ξανά μια αγριοφωνάρα: «Σήκω στον πίνακα, που να σε πάρει…»· τότε ο φίλος μας σηκώθηκε διστακτικά, πήγε στον πίνακα και στάθηκε σε στάση προσοχής. «Εμπρός, πες μας την προσευχή…» είπε κατακόκκινος ο διευθυντής. Ο Μανόλης τον κοίταξε ανέκφραστος και βέβαια δεν άνοιξε το στόμα του — ούτε καν ξέραμε τι θα πει «προσευχή». Ο Κερατένιος πλησίασε κοντά του· τώρα μιλούσε ψιθυριστά: «…θα το πεις, παλιόπαιδο, θα το πεις το πάτερ ημών, ειδεμή θα σε τσακίσω…» σφύριξε σαν το φίδι και σήκωσε την παλάμη του ψηλά να τον χτυπήσει… Όμως την ίδια στιγμή έβγαλε μια στριγκλιά πόνου και πιάνοντας με το αριστερό χέρι του τον δεξή ώμο τινάχτηκε, κι η ομπρέλα του έπεσε κάτω, λες και τον χτύπησε χάρτινο βέλος με καρφίτσα στη μύτη, σαν κι αυτά που ’ριχνε ο Τζίμης με το φυσοκάλαμό του στους ξύλινους σταυρούς των παραθύρων. Γυρίσαμε όλοι τα μάτια μας προς την πόρτα· η κυρία Δομένικα μόλις την είχε ανοίξει αθόρυβα και, βλέποντας τον Κερατένιο να είναι έτοιμος να χτυπήσει τον Μα-


κεφάλαιο 15

νόλη, στάθηκε ακίνητη και τον κάρφωσε μ’ ένα τρομερό βλέμμα. Τα μάτια της δεν ήταν όπως τα ξέραμε ώς τότε, δεν είχαν καμιά σχέση με μάτια ανθρώπου, καθώς το ασπράδι τους είχε σκουρύνει κι οι κόρες τους είχαν πάρει το άσπιλο λευκό χρώμα της τιμωρίας και της εκδίκησης, σα δίσκος του γεμάτου φεγγαριού στη χειμωνιάτικη παγερή νύχτα· δε χρειαζότα�� πολύ μυαλό για να καταλάβουμε πως αυτή η ματιά της δασκάλας μας ήταν που σούβλισε τον ώμο του φαλακρού διευθυντή μας και τον έκανε να χοροπηδά απ’ τον πόνο… Και, σα να μην του έφτανε αυτό, τον ρώτησε με ψιλή, αλλόκοτα ειρωνική φωνή, που ’κανε την τρίχα μας να σηκωθεί κάγκελο: «Πάθατε τίποτε, κύριε Κερατένιε μας;» Εκείνος πισωπάτησε τρίβοντας τον ώμο του κι έντρομος άρχισε να ψελλίζει, «δεν… δεν ήξερε την προσευχή… με κορόιδευε… το παλιό…» πήγε να πει, αλλά τρόμαξε μην η δασκάλα μας του χώσει καμιά δεύτερη σουβλιά με τη ματιά της και κατάπιε τη φράση του. «Δε φταίνε οι μαθητές, κύριε διευθυντά…» του είπε η δασκάλα μας κάπως πιο γλυκά αυτή τη φορά, κι ενώ οι κόρες των ματιών της είχαν σκουρύνει προς το συνηθισμένο τους, «…είναι στην πρώτη δημοτικού… δεν έχουν μάθει ακόμη να διαβάζουν, κύριε διευθυντά… πώς θα μπορούσαν να μάθουν την προσευχή;» «Έχετε απόλυτο δίκιο, κυρία Φραντζή… απόλυτο δίκιο, το σφάλμα είναι δικό μου, αποκλειστικά δικό μου…» απάντησε εκείνος ψευτοχαμογελώντας και ταυτόχρονα έσκυψε να πάρει την κόκκινη ομπρέλα του από κάτω. Έπειτα άρχισε να πισωπατά σιγά-σιγά, ενώ ο φόβος είχε παραμορφώσει το πρόσωπό του… Όταν έφτασε στην πόρτα, μουρμούρισε βιαστικά «…αν θέλετε, μάθετέ τους έστω το “άγιος ο Θεός”…» και, πριν καλά-καλά τελειώσει τη φράση του, τινάχτηκε έξω σα λαγός, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, ενώ ολόκληρη η τάξη ξέσπασε σε έξαλλα τρανταχτά γέλια… «Ξέρω μια προσευχή που θα τη μάθετε στο πι και φι…» μας είπε η κυρία Δομένικα ένα τέταρτο αργότερα, όταν δηλαδή κόπασαν κάπως τα γέλια και τα ξεκαρδίσματά


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μας για τη γεμάτη πανικό φυγή του Κερατένιου. «Άμα μιλάει για κανέναν πατέρα υπερκόσμιο που θα μας χωρέσει όλους στην υπέροχη στοργική αγκαλίτσα του, καλύτερα εγώ να φύγω, κυρία…» πετάχτηκε ο Όττος, «όχι, Όττο… είναι μια προσευχή που δεν έχει υπερκόσμιους πατεράδες» βιάστηκε να του απαντήσει κι έπειτα από λίγο συμπλήρωσε με νόημα: «…μήτε στο τέλος θα σε γλιτώσει από τον πονηρό…» «Αλήθεια, κυρία…» πετάχτηκε τότε ο Σώτερ «…τι τη χρειαζόμαστε την προσευχή;»· εκείνη ξερόβηξε δυο φορές, φάνηκε σα να μην ήθελε ν’ αρχίσει μια τέτοια κουβέντα, μα δε μπορούσε και να μην του απαντήσει, «…υπάρχει κάτι που το φοβάσαι, Σώτερ;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα και, καθώς ο φίλος μας έμεινε να την κοιτά απορημένος, απευθύνθηκε σ’ ολόκληρη την τάξη: «…γιά σκεφτείτε το όλοι σας, υπάρχει κάτι που φοβάστε;» Έκλεισα τα μάτια μου τότε, στο νου μου ήρθαν διάφορες εικόνες, η μια μέσα στην άλλη, η μορφή της μαμάς μου να σκύβει πάνω απ’ το παιδικό κρεβάτι μου για να δει αν κοιμάμαι, ο μαύρος σκύλος της κυρίας Πανδώρας να μου γλείφει το λαιμό, το κλειστό μπουμπούκι που ’κοψα από την τριανταφυλλιά του κήπου της και το ’χα από τότε κάτω από το μαξιλάρι μου περιμένοντάς το μια μέρα ν’ ανοίξει και από μέσα του να πεταχτεί μια φαρμακερή οχιά, ο Αγιούτος που στα όνειρά μου ερχόταν συνέχεια προς το μέρος μου έχοντας στο στόμα του αναμμένο το κερί του φεγγίτη, το μισό φεγγάρι του χειμώνα που θα ’κοβε την αθώα σάρκα σα λεπίδι, α, ήταν τόσα πολλά αυτά που φοβόμουν, που κεντούσαν την ψυχή μου κι έβαζαν τρανή φωτιά στη φαντασία μου… «Προσευχή είναι η αγάπη του φόβου…» ακούστηκαν δυνατά και καθαρά τα λόγια εκείνης και μας βγάλαν απ’ τη διανοητική μας δίνη, «δεν ξέρω αν το καταλαβαίνετε, μα αυτό είναι: να αγαπάς εκείνα που φοβάσαι…» συμπλήρωσε. Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε τότε — δεν ήταν κι εύκολο να το καταλάβουμε αυτό με την πρώτη· η δασκάλα μας έλεγε πως προσευχή είναι να αγαπάει κανείς αυτά που κά-


κεφάλαιο 15

νουν το φυλλοκάρδι του να τρέμει, δηλαδή τον Νάνο που θα μας έπνιγε άμα δεν ήμασταν καλά παιδιά, τα τέρατα των παραμυθιών του Ταρνανά, την ξεδοντιάρα γριά που δε θα λησμονούσε ποτέ τις αμαρτίες της γενιάς μας. Ώστε λοιπόν, για να προσευχηθώ, έπρεπε να αγαπήσω τον μαύρο σκύλο με τη διχαλωτή γλώσσα και το μισό φεγγάρι του χειμώνα, θα αγαπούσα με τα μάτια κλειστά κι ο τριγμός των δοντιών μου θα ήταν η μόνη μου αλήθεια… «Κι εγώ, κυρία, που φοβάμαι τον πονηρό, τι θα κάνω;… θα πρέπει την ώρα της προσευχής μου ν’ αγαπήσω τον ίδιο το διάβολο;» ακούστηκε έντρομος κάποια στιγμή ο Ζήσης. Η κυρία Δομένικα δε μίλησε, μα κοιτώντας τον στα μάτια κούνησε αργά καταφατικά το κεφάλι της. Εκείνος άρχισε έξαφνα να ωρύεται, «εγώ θα αγαπώ μονάχα τον κύριο ημών Ιησού Χριστό…» έλεγε «…και θα προσεύχομαι σ’ αυτόν και θα αποτάσσομαι τον πονηρό… ό,τι κι αν μου πεις εσύ, κυρία, εγώ θα αγαπώ μονάχα τον Κύριό μου…», «κι εγώ αυτό σού είπα, να αγαπάς τον Κύριό σου…» ψιθύρισε η δασκάλα μας και δεν την καταλάβαμε διόλου εκείνη την κουβέντα της δασκάλας μας, ευτυχώς που δεν την άκουσε ο Ζήσης, καθώς συνέχισε για αρκετά λεπτά να παραληρεί για την αγάπη του στον Θεό του, μέχρι που σώπασε κρύβοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα μπράτσα του. Κάποτε ο Σώτερ τής έκανε την καίρια ερώτηση: «Δηλαδή, κυρία, ο καθένας έχει τη δική του προσευχή, που δε θα είναι ποτέ ολόιδια με την προσευχή του πλαϊνού του…» Εκείνη τον κοίταξε με θαυμασμό, «αυτό ακριβώς είναι… ο καθένας έχει τη δική του προσευχή» επανέλαβε τα λόγια του κι έπειτα από μια μικρή παύση συνέχισε ενθουσιασμένη: «…Γι’ αυτό κι η προσευχή που θα σας μάθω δεν έχει “πάτερ ημών” κι “άγιος ο Θεός” κι “αμήν” και τίποτε τέτοιο… Κάθε μέρα, μόλις μπαίνουμε στην τάξη, θα καθόμαστε για ένα λεπτό στα θρανία μας σιωπηλοί κι ο καθένας μας θα προσπαθεί να αγαπήσει αυτό που φοβάται — αυτό μόνο· δεν είναι, στ’ αλήθεια, η ευκολότερη προσευχή που θα μπορούσε να γίνει;»


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

«Εσύ θα μας πεις τι φοβάσαι, κυρία;» ακούστηκε ξερή η φωνή του Μανόλη μετά από κάμποσα λεπτά σιωπής και —σύμπτωση άραγε;— μου πήρε την ερώτηση στην κυριολεξία μέσα απ’ το στόμα· εκείνη χλόμιασε κάπως κι έστρεψε το βλέμμα της προς τα κάτω, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία της. «…Και γιατί θέλεις να μάθεις τι φοβάμαι εγώ;» τον αντιρώτησε μετά από λίγο κοφτά κι επιθετικά θέλοντας να τον αποπάρει. Αυτή τη φορά τον πρόλαβα εγώ, «…για να ξέρουμε σε ποιον προσεύχεσαι…» της είπα κοιτώντας τη στα μάτια· η κυρία Δομένικα με μια γοργή ματιά κοίταξε ολόκληρη την τάξη κι έπειτα είπε χαμηλόφωνα: «Εγώ φοβάμαι τον άνεμο που σφυρίζει…» Έπειτα, κι ενώ ένιωσα ένα παράξενο γλυκό μούδιασμα χαμηλά στην κοιλιά μου, προχώρησε προς το παράθυρο της έδρας και κοίταξε έξω: «Στ’ αλήθεια, έχετε ακούσει ποτέ τον άνεμο που σφυρίζει;» ρώτησε με το βλέμμα στυλωμένο στη λεύκα της αλάνας και, χωρίς να περιμένει απάντηση, συνέχισε: «Υπάρχει πάντοτε μια ώρα του σκοταδιού, διαφορετική για κάθε νύχτα, που ο άνεμος σφυρίζει ανάμεσα από τις αμυγδαλιές του λόφου των απελπισμένων… Είναι η ώρα που οι δαίμονες γυρεύουν να γλυκάνουν το παράπονό τους και προκαλούν τον άνεμο, τον ερεθίζουν με αλλόκοτους λαρυγγισμούς, με πλαταγίσματα της γλώσσας, με απερίγραπτα ρουθουνίσματα, με ουρλιαχτά και αλαλαγμούς· τότε ο άνεμος φουντώνει, φουσκώνει με δάκρυα αρχαίων βασιλιάδων, με αίμα σκλάβων επαναστατών, με λευκά πέταλα που στολίζουν τα νεκροκρέβατα των θυσιασμένων παρθένων, με χυμούς από όλα τα λουλούδια του κόσμου που ανθίζουν τη νύχτα και ξεσπάει… Και το σφύριγμά του είναι πιο σίγουρο κι απ’ τον θάνατο… Έπειτα ο άνεμος αυτός σκορπίζει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και γεμίζει τα απάτητα μονοπάτια, τις μυστικές κοιλάδες, τα ρέματα και τις αλάνες με βιολέτες και ανεμώνες, τα υπέροχα άνθη της οργής του, χαμένες ψυχές παραδομένες στις βουλές του… Και τότε γαληνεύει μέχρι να τον προκαλέσουν ξανά οι δαίμονες…»


κεφάλαιο 15

Έξαφνα η δασκάλα μας γύρισε προς το μέρος μας· προφανώς, όλοι μας θα την κοιτούσαμε μ’ ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα τα μάτια: «Αυτό τον άνεμο φοβάμαι πιο πολύ από καθετί άλλο…» είπε κι αμέσως μετά, χαμηλώνοντας το βλέμμα, συμπλήρωσε σχεδόν ψιθυριστά: «Γι’ αυτό ποτέ μου δεν τόλμησα να μαζέψω τα λουλούδια που αφήνει στο πέρασμά του…» Το πρωί της επομένης είχε πάει πρώτη στην τάξη και μας περίμενε στην έδρα· μόλις μαζευτήκαμε όλοι και καθίσαμε στα θρανία μας, χωρίς να πούμε ούτε μια κουβέντα, σταυρώσαμε τα χέρια και κάναμε για πρώτη φορά τη σιωπηλή προσευχή μας. Δε θυμάμαι τι ήταν αυτό που προσπάθησα να αγαπήσω εκείνη την πρώτη φορά, θυμάμαι όμως ένα ακαθόριστο αίσθημα: ήταν κάτι παράξενο ανάμεσα σε λαχτάρα και μελαγχολία… Μαζί μας προσευχήθηκε βουβά κι εκείνη (αργότερα σκεφτήκαμε πως, δε μπορεί, ο λυσσασμένος άνεμός της θα άφηνε τα έξαλλα άνθη του και στη δική μας αλάνα, αρκεί ένα βράδυ να περιμέναμε άγρυπνοι ώς την ώρα που θα ανέτειλλε ο Εωσφόρος…). Ωστόσο, πριν περάσουν δυο-τρία λεπτά μες στη σιωπή, η κυρία Δομένικα έδωσε τέλος σ’ αυτή την πρώτη προσευχή μας, λέγοντας με τη γλυκύτατη φωνή της μιαν αινιγματική, ακατανόητη κουβέντα: «Έβρεχε όλη τη νύχτα…» Κι από κείνη τη μέρα δεν υπήρξε στον επόμενο ενάμιση χρόνο μάθημα με τη δασκάλα μας που να μην άρχισε με το σιωπηλό, γλυκά μελαγχολικό τρίλεπτο της προσευχής…


16. Το τραγούδι του Φεβρουαρίου

Το μεσημέρι της πρώτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, μια ώρα αφότου ο Σώτερ φανερώθηκε πως αγαπούσε κι αυτός την κυρία Πανδώρα, κι ενώ είχε μόλις αρχίσει ένα ξαφνικό πυκνό χιόνι με ψιλές νιφάδες, η κυρία Δομένικα μπήκε αναψοκοκκινισμένη και φουριόζα στην τάξη· έμοιαζε στ’ αλήθεια ενθουσιασμένη, περίμενε ανυπόμονα να προσευχηθούμε, και πάνω στα δυο λεπτά μάς είπε με χαρούμενη φωνή: «Σήμερα θα μάθουμε ένα τραγούδι για τον Κουτσοφλέβαρο…» Στη στιγμή πήρε την κιμωλία κι άρχισε να γράφει με πλάγια καλλιγραφικά γράμματα· σ’ ένα λεπτό είχε γεμίσει το μαυροπίνακα λέξεις, τις οποίες φυσικά εμείς δε μπορούσαμε να διαβάσουμε — δεν ήμασταν ακόμη τόσο προχωρημένοι στην ανάγνωση. «Θα σας το τραγουδήσω μια φορά μονάχα» είπε ξαναμμένη μόλις τέλειωσε το γράψιμο στον πίνακα· στο λαιμό της φορούσε μια κόκκινη κορδέλα, έμοιαζε μεταξωτή. «Μα, κυρία, δε μπορούμε να διαβάσουμε αυτό που μας γράψατε…» είπε διστακτικά ο Μανόλης· «δεν πειράζει» απάντησε με νεύρο εκείνη, «…αν θέλετε στ’ αλήθεια να το θυμάστε, σας φτάνει να το ακούσετε μια φορά μονάχα…» Και, πριν προλάβουμε να πούμε οτιδήποτε άλλο, η δασκάλα μας άρχισε να τραγουδά· η


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

φωνή της ήταν αλλόκοτα βραχνή, σα να ’χε κλείσει ο λαιμός της απ’ τον ακατανόητο για μας ενθουσιασμό της — και τι έγινε δηλαδή που ήταν η πρώτη μέρα του Φλεβάρη; θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς—, τα μάτια της, υγρά και γουρλωμένα, κοιτούσαν με παραφορά κάτι πίσω απ’ τις πλάτες μας, θαρρείς κι έβλεπε στον σκασμένο τοίχο της τάξης ένα αλλόκοτο όραμα (ίσως αυτό που βρήκαμε γραμμένο στο δεύτερο από τα κόκκινα τετράδιά της: μια χλομή κοπέλα που ξεπετιόταν ολόλαμπρη μέσα από το στόμα ενός φριχτού τέρατος): «Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, πόσο σε καρτερούσα, για να φιλήσω έξαλλα τα χείλη που ποθούσα· κι ήρθες φορώντας στο λαιμό την κόκκινη κορδέλα κι άνθισες τις αμυγδαλιές επάνω στην Κουπέλα, κι έφερες τον καρνάβαλο και κρέμασες τις χάντρες και ξάναψες τις κοπελιές και φούντωσες τους άντρες και σε χορό τούς έσυρες κι όλο κρασί κερνούσες κι όλους τούς εξελόγιασες κι όλους τούς εμεθούσες· και μένανε που ’μαι μοναχός κι ερωτοχτυπημένος, Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, με πλήγωσες και φέτος…» Και πράγματι, το τραγούδι αυτό χαράχτηκε στη μνήμη μας με κείνη τη μια φορά που η κυρία Δομένικα μας το τραγούδησε το μεσημέρι της πρώτης του Φεβρουαρίου του εβδομήντα έξι, ενώ ήδη το ψιλόστρωνε στην αλάνα μας… Βέβαια, όταν, το ίδιο κιόλας μεσημέρι, σκεφτήκαμε τα όσα έλεγε εκείνο το τραγούδι με τον παράξενο ρυθμό (η δασκάλα μας έφυγε απρόσμενα από τη δεύτερη κιόλας ώρα λέγοντάς μας αινιγματικά «μην ξεχάσετε να ξελογιαστείτε αυτόν το μήνα…», κι έπειτα πήγαμε στα Βαρέλια), όταν προσπαθήσαμε να καταλάβουμε, λοιπόν, τα λόγια του τραγουδιού της, το μυαλό μας γέμισε με μεγάλα κενά, με χάσματα, απ’ όπου ξεπηδούσαν σκοτεινές απορίες, ανολοκλήρωτες υποθέσεις, άκρες νημάτων που οδηγούσαν σε λογής παράξενους εφιάλτες: πρώτ’ απ’ όλα, ποιος ήταν ο άντρας του τραγουδιού που έμεινε μοναχός, ερωτοχτυπημένος και πληγωμένος από τον Κουτσοφλέβαρο, ποιος ήταν εκείνος ο τόπος με το μυστη-


κεφάλαιο 16

ριώδες όνομα «Κουπέλα», όπου επάνω εκεί άνθιζαν αμυγδαλιές, τι σήμαινε η κόκκινη κορδέλα στο λαιμό του Φλεβάρη ή γιατί έπρεπε να περιμένει κανείς αυτό τον ζεβζέκη μήνα για να φιληθεί έξαλλα με τα χείλη που ποθούσε, κι έπειτα θυμηθήκαμε και τα άλλα ανεξήγητα: το παλιό ασημένιο ρολόι που χάθηκε κάτω από το μαύρο μαντίλι, τις πασχαλιές που γεννήθηκαν μέσα από το αίμα του Σίμη και κατέληξαν σα φίδι στο στόμα της την ώρα που τραγουδούσαμε τη φλαμουριά, τις ακατανόητες κουβέντες της, τη ματιά της που σούβλισε την πλάτη του Κερατένιου. Και καταλήξαμε πως υπήρχε κάτι πολύ πολύ μεγάλο, κρυμμένο βαθιά μες στην ψυχή της δασκάλας μας, που, αλίμονο, όριζε το παρόν και το μέλλον της… Μα εκείνη τη μέρα εγώ, ο Σώτερ κι ο Μεγάλος Πρόδρομος δεν ήμασταν για περισσότερα, καθώς το ίδιο βράδυ ήταν να δώσουμε έναν ακόμη όρκο για την αγάπη της κυρία Πανδώρας. Όταν γύρισα στο σπίτι μου, το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει· σα να μην έφτανε αυτό, από μιαν απερίσκεπτη κουβέντα μου για την Κουπέλα η μαμά μου μου ’βαλε στο στόμα μαύρο πιπέρι… Κλείστηκα στο δωμάτιό μου με σβηστά τα φώτα· δεν ήθελα να σκέφτομαι τίποτε. Το βράδυ όμως, κι ενώ είχαν κοιμηθεί όλοι, αθόρυβος σαν τη γάτα, πήδησα από το μπαλκονάκι της πίσω πόρτας, έπεσα πάνω στο μαλακό χιόνι και τράβηξα για το νταμάρι απέναντι απ’ της Φρόσως… Οι μαύρες σκέψεις εκείνου του μεσημεριού ήταν μόνον η αρχή του αλλόκοτου λαβυρίνθου στον οποίο μάς οδήγησε το φοβερό μυστικό που κυβερνούσε τη ζωή της κυρίας Δομένικας· για τον επόμενο ενάμιση χρόνο το μυστικό αυτό δέσποζε στην παιδική μας φαντασία σαν ένα τέρας ίδιο με τη Λερναία Ύδρα, καθώς για κάθε ερώτημα που απαντιόταν ξεπηδούσαν δυο και τρία πολύ τρομακτικότερα και πιο φριχτά, τόσο που στο τέλος φτάσαμε να πιστεύουμε τους πιο ακραίους παραλογισμούς: λόγου χάρη, πιστέψαμε —κι εγώ τα πιστεύω ακόμη— πως ο


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ήλιος είναι μια τεράστια καραμέλα που γλυκύτερή της δεν υπάρχει, ή πως αυτό που κοκκινίζει τα μάγουλα των κοριτσιών, όταν χορεύουν τις καλοκαιρινές νύχτες γύρω από τη φωτιά, είναι το αίμα εκείνων που ο Μεγάλος Γύπας έφαγε την καρδιά τους την ώρα του πιο γλυκού ύπνου… Κι όταν δυο μέρες αργότερα ο Αγιούτος —βιαστικός όπως πάντοτε— πήγε να ξεδιαλύνει μια και καλή τα πράγματα, ρωτώντας τη στα ίσια, την ώρα που τέλειωνε το μάθημά μας, κι ενώ έξω είχε μόλις πέσει το σκοτάδι «…κυρία, θα μας πεις το μυστικό σου;», εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη, μα δεν τα ’χασε, κι αμέσως τού αντιγύρισε: «…και πού ξέρεις εσύ τι θα πει μυστικό;»· εκεί ο Αγιούτος κόμπιασε λίγο κι έπειτα είπε χαμηλόφωνα: «νά… άκουσα τη μαμά μου να λέει στη θεία μου για μια μυστική συνταγή του μπακλαβά…» Γελάσαμε με την κουβέντα του κι εκείνη πιο πολύ απ’ όλους. Κι έτσι όπως ήταν γελαστή, άνοιξε την πόρτα και με απόλυτη φυσικότητα, λες και μας έλεγε καληνύχτα, είπε πριν χαθεί μες στην παγερή νύχτα: «…κι εγώ είμαι πλασμένη με τη συνταγή του διαβόλου». Αφού πέρασαν δυο βδομάδες που ψάχναμε με φόβο κι αγωνία κάποιον για να δώσει μιαν απάντηση στις απορίες μας, μοιραία καταλήξαμε ένα Σαββάτο βράδυ στον Ταρνανά. Εκείνος πάλι μάς έβαλε να του τα πούμε όλα αναλυτικά επί μία ώρα, κι αφού μάς άφησε άλλη μισή να τον περιμένουμε δήθεν να σκεφτεί, πίνοντας ένα μπουκάλι τσίπουρο που το ’χε κλέψει ο Βέλιας απ’ το κελάρι του μπαμπά του, είπε τραυλίζοντας μεθυσμένα «δδδεν το ξέρετε… τα μμμυστικά θα μμμείνουν για πάντα μυσσστικά…» Κι έπειτα, προφανώς απ’ αφορμή την κόκκινη κορδέλα που φορούσε ο Φλεβάρης στον ερχομό του, σύμφωνα με το τραγούδι της κυρίας Δομένικας, μας διηγήθηκε —όσο μπορούσε να διηγηθεί στην κατάστασή του—, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος, μια παλιά ιστορία για μια πανέμορφη κοπέλα που τη σκοτώσανε με τρόπο φριχτό, κάποιος — άγνωστο ποιος— της έκοψε το κεφάλι ενώ αυτή κοιμόταν


κεφάλαιο 16

και το πήρε μαζί του, κι όμως εκείνη, έντεκα χρόνια μετά τον θάνατό της, εμφανίστηκε ολοζώντανη σ’ ένα χορό Πρωτοχρονιάς έχοντας δεμένη στο λαιμό της μια κόκκινη μεταξωτή κορδέλα στο χρώμα του αίματος…


17. Το γλυκό βατόμουρο

Εκείνες τις πρώτες μέρες του παγερού Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι δε μπορέσαμε να κοιμηθούμε κανονικά ούτε ένα βράδυ, καθώς ήταν ο καιρός που αρχίσαμε να το συνειδητοποιούμε πια για τα καλά πως η δασκάλα μας δεν ήταν μια κανονική γυναίκα σαν τις άλλες, τις μανάδες μας, τις θειες μας κι όλες τις υπόλοιπες, και πως η ζωή της οριζόταν από σκοτεινές, υποχθόνιες, ίσως και διαβολικές δυνάμεις, που στα σίγουρα μας ξεπερνούσαν όλους… Ωστόσο, μόλις πέρασαν οι πρώτες εβδομάδες, αρχίσαμε σιγά-σιγά να το συνηθίζουμε κάπως το μυστικό που περιέβαλλε την κυρία Δομένικα — κατά κάποιον τρόπο το αφομοιώσαμε, χωρίς φυσικά να το κατανοήσουμε, κάνοντάς το ασυνείδητα μέρος του ανήσυχου ύπνου μας και των εφιαλτών μας. Όχι ότι δεν το φοβόμασταν ή ότι δεν το συλλογιόμασταν τα βράδια μες στο σκοτάδι ή όποτε ακούγαμε από τις μαμάδες μας κουβέντες για τον πονηρό ή για την αμαρτία, απλώς, όσο περισσότερο τη ζούσαμε, η ομίχλη του μυστικού της γινόταν για μας μια αλλόκοτη καθημερινότητα, και το πεθαμένο κόκκινο των σκασμένων χειλιών της σιγά-σιγά προκαλούσε όλο και περισσότερο την ψυχή μας σε ένα ακαθόριστα θελκτικό μα επικίνδυνο ταξίδι στην απαγορευμένη ζώνη… Κι έτσι, όταν στις είκοσι εννιά του Φλε-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

βάρη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, δηλαδή τη δίσεκτη μέρα εκείνης της χρονιάς, ήρθε στην τάξη φέρνοντας μαζί της ένα μαύρο χωνί γραμμοφώνου και μας είπε με ύφος επίσημης ανακοίνωσης πως τρεις από μας παλεύουν για την αγάπη της ίδιας γυναίκας, εννοώντας βέβαια των έρωτα των τριών ορκισμένων για την κυρία Πανδώρα, κανείς δεν απόρησε ιδιαίτερα, μας φάνηκε φυσιολογικό που η δασκάλα μας τα ήξερε όλα όσα είχαν γίνει εκείνο το βράδυ της πρώτης Φεβρουαρίου στο νταμάρι απέναντι απ’ το σπίτι της Φρόσως. Μόνο οι τρεις ενδιαφερόμενοι —εγώ, ο Μεγάλος Πρόδρομος κι ο Σώτερ— νιώσαμε ένα δυνατό φτερούγισμα στην καρδιά, καθώς κάποιο λόγο θα είχε η κυρία Δομένικα κι έκανε έτσι αιφνιδιαστικά λόγο για μας και για τη μάγισσα με τα μαύρα μάτια… Πράγματι, το μεσημέρι εκείνης της μέρας, πήρε εμάς τους τρεις στις μαργαρίτες κι άκουσε τις καρδιές και των τριών με το μαύρο χωνί — δεν τολμήσαμε να ρωτήσουμε πού το ’χε βρει. Όταν άκουσε την καρδιά τη δικιά μου, είπε: «…χτυπά σαν αετός που μισεί…»· όταν άκουσε την καρδιά του Μεγ��λου Πρόδρομου, είπε: «…χτυπά σα σκαντζόχοιρος που φοβάται…»· όταν άκουσε την καρδιά του Σώτερ, χαμογέλασε κι είπε: «…χτυπά σα βήμα λύκου προς το πεπρωμένο…» Τότε εγώ, μην αντέχοντας τα σκοτεινά λόγια της, τη ρώτησα σχεδόν φωνάζοντας: «Ποιανού χτυπά πιο δυνατά;»· εκείνη χαμογέλασε κι έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα, που μας φάνηκαν ατέλειωτα, απάντησε με απόλυτη φυσικότητα: «…ρωτήστε το χωνί· αυτό ξέρει, εγώ απλώς άκουσα…» Και βέβαια τα όσα έγιναν εκείνο τον καιρό ανάμεσα στους τρεις μας και στην κυρία Πανδώρα είναι μια άλλη ιστορία — κι αν σου μίλησα για το μαύρο χωνί με το οποίο άκουσε η κυρία Δομένικα τις καρδιές μας, το έκανα για να σου πω ότι η μαύρη γύρη του εφιάλτη της κοκκίνιζε και τον δικό μας σβέρκο κι ας μην ξέραμε ακόμη τίποτε για εκείνον τον εφιάλτη… Κι όταν, παραμονή του Ευαγγελισμού, ρωτήσαμε τη δασκάλα μας «κυρία, ποιος είναι αυτός ο εφιάλ-


κεφάλαιο 17

της;», εκείνη έβαλε τα γέλια και μας είπε πως εφιάλτης είναι κάποιος που γνωρίζει καλά όλα τα κατατόπια… Ήταν μια από τις πρώτες ξάστερες βραδιές εκείνης της χρονιάς με τον ασυνήθιστα μακρύ χειμώνα, και η κυρία Δομένικα είχε έρθει απρόσμενα στο νταμάρι απέναντι απ’ το σπίτι της Φρόσως κρατώντας ένα μεγάλο βάζο· καθόμασταν σιωπηλοί και βαριεστημένοι, όταν με έκπληξη είδαμε στο φως του φεγγαριού τη σιλουέτα της να πηδά το φράχτη του νταμαριού, ποτέ δεν της είχαμε πει πως συχνά τα βράδια πηγαίναμε εκεί πέρα. Όταν ανέβηκε στην ταράτσα, μας είπε «έφτιαξα γλυκό βατόμουρο και σας έφερα να δοκιμάσετε…» Εκείνο το βράδυ στ’ αλήθεια μεθύσαμε με το γλυκό βατόμουρο· η δασκάλα μας είχε φέρει μαζί της κι ένα ασημένιο κουταλάκι που γύριζε από χέρι σε χέρι· πριν σβήσει η απερίγραπτη γλύκα της πρώτης κουταλιάς στο στόμα μου, το κουταλάκι είχε περάσει από όλους και βρισκόταν και πάλι στο χέρι μου, και αυτό έγινε ξανά και ξανά, ενώ το γλυκό απ’ το βάζο δεν σωνότανε… Μετά την εικοστή κουταλιά για τον καθένα μας, ο κόσμος από γύρω μας είχε χαθεί, το φεγγάρι είχε λιώσει σαν κερί, ο μαύρος θόλος είχε πλησιάσει κοντά μας κι ο νους μας βρισκόταν σε μιαν απίστευτη υπερδιέγερση, καθώς για κάθε λέξη που ακούγαμε εμφανιζόταν μπροστά μας και μια απίστευτη εικόνα. Έτσι, όταν ο Σώτερ ρώτησε την κυρία Δομένικα για τον εφιάλτη, είδα μπροστά μου ένα μαύρο τέρας, κάτι σα σαύρα με σιδερένια φτερά, κι έπειτα, όταν εκείνη μίλησε για κάποιον που γνωρίζει καλά τα κατατόπια, το τέρας μεταμορφώθηκε· έγινε ένας σκύλος με κοντά πόδια κι αυτιά λαγού. Κι όταν η δασκάλα μας συμπλήρωσε, πάντοτε γελώντας, «είναι κάποιος τόσο γλυκός που ποτέ δεν κάνει λάθος…», τότε είδα ένα τεράστιο βάζο που νόμιζα πως είχε γλυκό βατόμουρο, μα, καθώς πλησίαζα το χέρι μου, ξαφνικά πετάχτηκε από το στόμιό του μια διχαλωτή γλώσσα… Μια κραυγή φόβου μού ξέφυγε τότε κι έπειτα με έπιασε ένα παράλογο νευρικό γέλιο, ίσως γιατί υποσυνείδητα ήθελα να


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

διώξω το φόβο· ωστόσο οι εικόνες εκείνης της παραίσθησης δε σταμάτησαν, ίσα-ίσα, άρχισαν να εναλλάσσονται όλο και πιο γρήγορα, ήμουνα πια μες στον τρομερό καταρράχτη της νύχτας και το γλυκό βατόμουρο έφραζε το στόμα και τα ρουθούνια μου και δε μ’ άφηνε να ανασάνω, μα τι πείραζε; Κάποτε, δεν ξέρω πόση ώρα υστερότερα, ένιωσα τον άνεμο να χαϊδεύει τα μάγουλά μου κι αμέσως τα πάντα ξεκαθάρισαν. Πήρα βαθιά ανάσα: ο αέρας μύριζε θειάφι. Έτριψα τα μάτια μου και κοίταξα τους άλλους γύρω μου. Με κοιτούσαν κι αυτοί με έκπληκτα γουρλωμένα μάτια· ήταν φανερό πως δεν ήμουν μόνος μες στην παραίσθηση. Η κυρία Δομένικα δε γελούσε πια, ήταν όρθια και στεκόταν στην άκρη της ταράτσας κι έλεγες πως προσπαθούσε ν’ ακούσει τον άνεμο. «Σήμερα άρχισε πιο νωρίς… πρέπει να φύγω…» ψιθύρισε κάποτε και χωρίς να πει άλλη κουβέντα έκανε ένα βήμα μπροστά κι έπειτα εξαφανίστηκε, ίσως πήδησε στο κενό από ύψος δύο ορόφων χωρίς να πάθει τίποτε, ίσως πάλι να έγινε ένα με τη μαρτιάτικη νύχτα σαν τη γυναίκα-σκιά στο καλειδοσκόπιο του Τζακ… Δεν ξέρω πώς καταφέραμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας εκείνο το βράδυ, ούτε και θυμάμαι αν η μάνα μου με περίμενε έξαλλη στην εξώπορτα ούτε καν αν μ’ έδειρε — στα σίγουρα αυτό θα ’γινε, καθώς είχα αργήσει τουλάχιστον τρεις ώρες… Το πρωί της επομένης στο μυαλό μου όλα έμοιαζαν μ’ ένα θολό όνειρο. Μα την ώρα που η μαμά μού φορούσε το άσπρο μου πουκάμισο (είχαμε γιορτή εκείνη τη μέρα κι ο Κερατένιος μάς είχε πει να πάμε στο σχολείο με τα καλά μας), ένιωσα μια παράξενη γλύκα να ανεβαίνει στο στόμα μου: ήταν το γλυκό βατόμουρο της προηγούμενης νύχτας που, θαρρείς κι ήταν κάποιο ζωντανό πλάσμα, γύρευε αργά-αργά να βγει έξω απ’ το στόμα μου… Μ’ έπιασε τρόμος και αηδία, μα κρατήθηκα μέχρι η μαμά μου να με χτενίσει και να βγω απ’ την πόρτα. Τότε το γλυκό άρχισε να κυλάει από τα χείλια μου στο πιγούνι μου και μετά στο λαιμό μου… Μέχρι να φτάσω στην αλάνα του σχολείου, είχε


κεφάλαιο 17

γεμίσει το πουκάμισο και το παντελόνι μου κι έσταζε απ’ τα μπατζάκια μου· ωστόσο δεν αισθανόμουν άσχημα πια, μονάχα απορούσα πώς χώρεσε τόσο γλυκό στην κοιλιά μου. Στην αλάνα με περίμενε μια ακόμη έκπληξη: όλοι οι φίλοι μου ήταν πασαλειμμένοι με γλυκό βατόμουρο όπως εγώ… Όταν ακούστηκε το καμπανάκι, με κυρίευσε μια ανεξήγητη χαρά· ας έλεγε ό,τι ήθελε ο Κερατένιος για το λερωμένο μου πουκάμισο, είχα κρατήσει για μια νύχτα στο στομάχι μου την κομμένη διχαλωτή γλώσσα του πιο θελκτικού και συνάμα του πιο μιαρού τέρατος, και δεν ήταν λίγο αυτό… Και —ω του θαύματος— όταν σταθήκαμε στη γραμμή, ο Κερατένιος βλέποντάς μας είπε χαμογελώντας γλυκύτατα —λες και του ’χαν κάνει μάγια— «τι όμορφα πουκάμισα που φοράτε σήμερα!»· δίπλα του η κυρία Δομένικα μας έκλεισε το μάτι. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα απ’ τη γιορτή· στο τέλος μόνο, όταν τα παιδιά της τετάρτης τραγούδησαν ένα τραγούδι όλο παλμό και πάθος, κι ενώ είχε μόλις φυσήξει ένα ελαφρύ αεράκι, εμείς, χωρίς καμιά συνεννόηση, θαρρείς και μας διέγειρε ομαδικά το απαλό χάδι του ανέμου στα μάγουλά μας, βγήκαμε και οι δεκαπέντε απ’ τις σειρές μας κι ο ένας πίσω απ’ τον άλλον κάναμε μια παράξενη παρέλαση γύρω απ’ την αλάνα… Όταν τέλειωσε το τραγούδι, εμείς περπατούσαμε ακόμη· πίσω μας αφήναμε μια γραμμή απ’ το γλυκό βατόμουρο που έτρεχε απ’ τα μπατζάκια μας… Κάποτε φτάσαμε μπροστά στους υπόλοιπους, που μας κοιτούσαν μ’ ανοιχτό το στόμα· ο Όττος που πήγαινε πρώτος προχώρησε προς τον Κερατένιο και τον αγκάλιασε. Το άσπρο πουκάμισο του διευθυντή μας, εκεί στο ύψος της κοιλιάς, γέμισε γλυκό βατόμουρο, έμοιαζε σα να τον είχε μαχαιρώσει κάποιος· μα ο Κερατένιος χαμογελούσε ευτυχής — ποιος ξέρει τι μάγια τού ’χε κάνει η δασκάλα μας εκείνη τη μέρα… Η γιορτή τέλειωσε μέσα σε ένα παραλήρημα χαράς, ενθουσιασμού και χειροκροτημάτων, λες κι είχε κερδηθεί ο αγώνας της άνοιξης. Κι όταν πήγαμε αμέσως μετά στα Βαρέλια για να απολαύσουμε την αίσθηση του γλυκού


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

που κολλούσε στο στήθος, στις μασχάλες και στα σκέλια μας, τότε φάνηκε ο μαύρος σκύλος της κυρίας Πανδώρας κι είχε ανάμεσα στα δόντια του ένα μαύρο κρίνο…


18.

ΑΝ ΕΙΣΑΙ, ΕΙΜΑΙ

Ο πραγματικός αγώνας για να κερδηθεί η άνοιξη έγινε είκοσι μέρες αργότερα, και, βέβαια, δεν κερδήθηκε· κερδήθηκε μονάχα η στιγμιαία ομορφιά της θλίψης, η βεβαιότητα των σφιγμένων δοντιών, η ανυπομονησία του αίματος, η δροσιά της κόψης του κυρτού σπαθιού. Απ’ τις αρχές του Απρίλη η δασκάλα μας έβαλε μέσα μας το σκουλήκι και το άφησε να κάνει τη δουλειά του: «Φέτος δε θα ’ρθει διόλου η άνοιξη…» μας είπε τάχα μονολογώντας ένα απόγευμα μόλις τελειώσαμε το μάθημα, ενώ κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο τον ουρανό που μούχρωνε σιγά-σιγά. Δεν ήταν και δύσκολο να το πιστέψουμε· ο Απρίλης είχε μπει κι ακόμη δεν είχαν ανθίσει οι μαργαρίτες, μήτε κανένα άλλο λουλούδι, τα πρωινά ο ήλιος δεν ανάτελλε περήφανος θριαμβευτής, μα φοβισμένος και δειλός, γεμάτος τύψεις, τα χελιδόνια δεν είχαν φανεί και τα βράδια στο νταμάρι απέναντι απ’ της Φρόσως, όσο κι αν στήναμε αυτί μες στη σιωπή, δεν ακούγαμε τίποτε, μήτε καν έναν μοναχικό κούκο… Κι όταν ένα μεσημέρι, λίγες μέρες αργότερα, είδαμε ένα μαύρο σημάδι ψηλά στον ουρανό, στα στήθη μας φτερούγισε άγρια η ελπίδα, κι όρθιοι το περιμέναμε να έρθει πιο κοντά, ενώ ο Τζίμης ήδη γκάριζε «χε-λι-δό-νι, χε-λι-δό-νι…», καθώς είχε δει με την καταπληκτική του όραση ακόμη και την άσπρη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

κοιλιά του· μα το ’φερε έτσι η τύχη —ή μήπως δεν ήταν τύχη;— και το μαύρο σημάδι ήρθε και προσγειώθηκε μπροστά στα πόδια μας, εκεί στο Μικρό Ρέμα: ήταν ένα τσαλακωμένο χαρτί που καιγόταν, ίσως κάποια επιστολή που ο κάτοχός της της έβαλε φωτιά και την άφησε να την πάρει ο αέρας. Ο Σώτερ έσκυψε πάνω από το καμένο χαρτί τη στιγμή ακριβώς που η φλόγα έτρωγε και την τελευταία λευκή άκριά του· άπλωσε το χέρι του να πιάσει το μαύρο αποκαΐδι, μα αυτό διαλύθηκε στην παλάμη του, κι εκείνος, γεμάτος απογοήτευση, είπε: «Πάει τελείωσε, δε θα ’ρθει ποτέ…» «Εγώ λέω να κάψουμε όλα τα βιβλία που ’χουν εικόνες ανθισμένων λουλουδιών…» είπε της δασκάλας μας με σταθερή φωνή ο Μανόλης ένα απόγευμα όταν τελειώσαμε το μάθημά μας, κι ενώ ο Απρίλης είχε φτάσει στο μέσο του. Εκείνη ξαφνιάστηκε, τον κοίταξε απορημένη, μα, πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ο φίλος μας συνέχισε διστακτικά, σάμπως να απολογούνταν: «…αφού η άνοιξη δε θα ’ρθει ποτέ…» Μόλις το άκουσε αυτό, πήρε αμέσως φωτιά· «κι εγώ λέω πως δεν είστε άντρες» του απάντησε φωνάζοντας —έδειχνε πολύ εξοργισμένη, τα μάτια της πετούσαν αστραπές— «…πως είστε φοβισμένες κότες που ζαρώνουν στη γωνιά τους όταν μουγκρίζει ο ουρανός, καλά θα σας κάνει η άνοιξη και δε θα έρθει ποτέ στην αλάνα σας, η άνοιξη είναι γι’ αυτούς που ’χουν τα κότσια, η άνοιξη είναι γι’ αυτούς που την κυνηγούν, γι’ αυτούς που αγωνίζονται να την κερδίσουν στα αυλάκια του αίματος και που πεθαίνουν χαμογελώντας και ψιθυρίζοντας τ’ όνομά της· για τέτοιους άντρες είναι η άνοιξη κι όχι για σας που μου μιρλιάζετε σαν κλαμένα μουνιά…» Μείναμε να την κοιτάμε άφωνοι και σοκαρισμένοι — ποτέ δε μας είχε μιλήσει έτσι η δασκάλα μας· ώς τη μέρα εκείνη μάς είχε αγριέψει δυο-τρεις φορές, μα όχι να μας ξεφτιλίσει έτσι, να μας πει πως ήμασταν «σαν κλαμένα μουνιά», ακόμα κι ο Τζακ, που ήξερε όλες τις βρισιές του κόσμου, ούτε για πλάκα δε μας το είχε πει ποτέ. Η κυρία


κεφάλαιο 18

Δομένικα, όρθια, μας κοίταζε με μάτια που έκαιγαν κι έτρεμε — έλεγες πως προσπαθούσε να συγκρατηθεί για να μη μας πει περισσότερα· το αίμα μού είχε ανέβει στο κεφάλι, υπήρχε μεγάλη ένταση στην ατμόσφαιρα κι ένιωθα πάρα πολύ άσχημα· κάποια στιγμή άνοιξα το στόμα μου για να διαμαρτυρηθώ, μα ζαλίστηκα κι έπεσα πάνω στο θρανίο μου, σχεδόν λιποθύμησα… Όταν συνήλθα κάπως, μισό λεπτό αργότερα, είδα δίπλα μου τον Γιώργο, άσπρο σαν το πανί, να ’χει μπήξει το καλοξυμένο μολύβι του στη μέση της αριστερής του παλάμης· το αίμα είχε κάνει μια μικρή λίμνη. Ο φίλος μου μίλησε πολύ αργά, σχεδόν διακεκομμένα, προφανώς από φόβο μήπως ο έρωτας τρεμουλιάσει τη φωνή του κι εκείνη τον νομίσει για δειλό: «Κυρία, πες μου για τα αυλάκια του αίματος…» Όποτε φέρνω στο νου μου εκείνον τον Απρίλιο που η κυρία Δομένικα μας μίλησε για τον αγώνα της άνοιξης, θαυμάζω όλο και πιο πολύ τον αριστοτεχνικό τρόπο που μας παρέσυρε στην ξέρα της και μας παγίδευσε εκεί, τραβώντας κάθε φορά κι από λίγο το δόλωμα κάτω από τη μύτη μας, παριστάνοντας άλλοτε την αδιάφορη κι άλλοτε τη θυμωμένη ή κάνοντάς μας διάφορα κόλπα όπου την έπαιρνε, λέγοντάς μας πως τάχα δεν ήθελε να μας πει περισσότερα· κι όμως, κάθε φορά πετούσε και μια κουβέντα που αγκίστρωνε όλο και πιο πολύ την ψυχή μας… Έτσι, όταν ο Γιώργος τη ρώτησε για τα αυλάκια του αίματος, εκείνη καμώθηκε πως δεν επρόκειτο να απαντήσει, φεύγοντας όμως απ’ την τάξη τίναξε το φαρμάκι της λέγοντας περιφρονητικά: «Τι να σας πω για τα αυλάκια του αίματος, εσείς το λαιμουδάκι σας το έχετε περί πολλού…» Και βέβαια το ήξερε πως ο Γιώργος δε θα το σήκωνε αυτό, να του πετάξει εκείνη μια τέτοια κουβέντα κατάμουτρα, και πως την άλλη μέρα ο φίλος μας θα είχε κάτι να της απαντήσει. Πράγματι, την άλλη μέρα ο Γιώργος ήρθε στο σχολείο με το φαρδύ μαχαίρι του πατέρα του μες στη σάκα του κι αμέσως μετά την προσευχή το ακούμπησε πάνω στο θρανίο και της είπε:


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

«Κυρία, αν δε μου πεις για τα αυλάκια του αίματος, θ’ ανοίξω ένα λάκκο στην αλάνα και θα τον γεμίσω μοναχός μου…» Κι όμως, η δασκάλα μας και πάλι προσποιήθηκε πως δεν επρόκειτο να πει τίποτε, «κάνε ό,τι θες, εμένα τι με νοιάζει…» του απάντησε, αφήνοντάς τον να την κοιτά σα χαμένος· όμως και πάλι την ώρα που έφευγε είπε χαμηλόφωνα: «Αξία έχει ένα αυλάκι που θα οδηγήσει το αίμα ώς τα λουλούδια…» Και φυσικά και πάλι το ήξερε πως την άλλη μέρα θα πηγαίναμε στο σχολείο άγρυπνοι, με τα νεύρα μας κουρελιασμένα από την ολονύχτια αδιέξοδη κουβέντα στο νταμάρι απέναντι απ’ το σπίτι της Φρόσως για το τι εννοούσε λέγοντάς μας πως το λαιμουδάκι μας το ’χουμε περί πολλού και πως αξία έχει ένα αυλάκι που θα οδηγήσει το αίμα κάπου, κι ο Γιώργος δε θα ερχόταν διόλου στο μάθημα, καθώς απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ θα περπατούσε απ’ το Μικρό ώς το Μεγάλο Ρέμα και πάλι πίσω στο Μικρό, μήπως και βρει το αυλάκι που θα οδηγούσε το αίμα στα λουλούδια· κι όταν αμέσως μετά τη βουβή προσευχή μας σηκώθηκα όρθιος και της είπα ξερά αυτό που είχαμε συμφωνήσει απ’ το πρωί (ο Σώτερ έκρυψε ξυλαράκια για να δούμε ποιος θα της το έλεγε κι ήμουν εγώ που τράβηξα το σπασμένο), «κυρία, πες εσύ το πώς κερδίζεται η άνοιξη και θα δεις άμα φοβόμαστε για το λαιμό μας ή όχι…», μια αστραπή έλαμψε για μια στιγμή στη ματιά της κι αμέσως μετά πήρε αδιάφορο ύφος και είπε: «Αφήστε τα αυτά, δεν είναι για την ηλικία σας…» Ήταν όμως η τελευταία φορά που καμώθηκε την αδιάφορη για τον αγώνα της άνοιξης. Το ίδιο βράδυ ήρθε στο νταμάρι απέναντι απ’ το σπίτι της Φρόσως — έφτασε ένα λεπτό αφότου ο Σώτερ είχε πει μονολογώντας μελαγχολικά «…ποιος ξέρει… ίσως να μη μας έμελλε να αγωνιστούμε κι εμείς για την άνοιξη…» Τότε η δασκάλα μας εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας κι εγώ, τουλάχιστον, σκέφτηκα πως ίσως στ’ αλήθεια να ήταν η γυναίκα-σκιά που, όποτε ήθελε, ξεπηδούσε απ’ τη μαύρη νύχτα…


κεφάλαιο 18

«Για να κερδηθεί η άνοιξη, χρειάζεται πρώτα απ’ όλα κάποιος να χαλαλίσει το λαιμό του…» μας είπε αμέσως μόλις κάθισε μαζί μας οκλαδόν στο τσιμέντο της αλάνας· όταν είδε πως κανένας μας δεν αντέδρασε, συνέχισε: «Άμα βρεθεί αυτός, χρειάζονται κι άλλα: να ’ναι η ώρα που ο ήλιος βουτά στον ορίζοντα κι ο άνεμος να φυσά ανάποδα, κι ένα αυλάκι να ξεκινά από τις μαργαρίτες ίσαμε την κατηφόρα του Μικρού Ρέματος. Χρειάζεται ακόμα μια ατσαλένια κυρτή σπάθα κι ένα γερό χέρι να την κατεβάσει. Και προπαντός δεν πρέπει να φοβηθεί ή να διστάσει κανένας, γιατί ο πραγματικός θάνατος είναι ο δισταγμός πριν απ’ το θάνατο…» Η κυρία Δομένικα μιλούσε ξερά κι άχρωμα, χωρίς ψυχή, πολλά χρόνια αργότερα διάβασα πως έτσι μιλούσαν οι παλιοί μαντατοφόροι σφαγών και καταστροφών· «…λοιπόν, το αυλάκι θα το σκάψουμε όλοι μαζί απ’ αύριο το πρωί· την κυρτή σπάθα θα την κρατώ εγώ… Μένει να βρούμε ποιος θα βάλει το λαιμό του γι’ αύριο το απόγευμα…» Έγινε σιωπή για μισό λεπτό· θυμήθηκα τα λόγια του Ταρνανά για κείνο το Ζορζ-Ζακ των αινιγματικών ιστοριών του: «Όλα ήταν ένα στιγμιαίο κάψιμο στο σβέρκο, κι έπειτα η δροσιά γέμισε το ακέφαλο κορμί…» Αμέσως μετά σκέφτηκα την κυρία Πανδώρα: αν πέθαινα για την άνοιξη, θα ήταν περήφανη για μένα — γιατί όχι, λοιπόν; Ωστόσο δεν ξέρω αν εντέλει θα σήκωνα το χέρι μου, το πιο πιθανό είναι ο φόβος να μου αγκύλωνε το κορμί και τη γλώσσα. Εν πάση περιπτώσει, εκείνη τη στιγμή που εγώ σκεφτόμουνα αν θα άρεσε κάτι τέτοιο στην αγαπημένη μου μάγισσα, άκουσα τον Γιώργο να λέει με εξίσου ξερή κι άχρωμη φωνή με κείνη «αυτός που θα βάλει το λαιμό του βρέθηκε· αυτή που θα κατεβάσει τη σπάθα να το ξανασκεφτεί, μήπως και δειλιάσει την τελευταία στιγμή…» Γύρισα και τον κοίταξα· τα μάτια του έλαμπαν μέσα στη νύχτα σαν τις γαλάζιες φωσφορούχες μπίλιες του Πέπα. Κανένας μας δε μίλησε, κανένας δεν τόλμησε να φανεί στη δασκάλα μας πιο άντρας απ’ αυτόν και —κυρίως αυτό— κανένας δεν τόλμησε να του αμφισβη-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

τήσει το δικαίωμα να δοκιμάσει το χέρι εκείνης στο λαιμό του. Όταν η δασκάλα μάς μίλησε, ο τόνος της φωνής της ήταν αλλαγμένος, ίσως γιατί είχε πετύχει πλέον αυτό που ήθελε· «έννοια σου, Γιώργο και δε θα δειλιάσω…» του είπε απαντώντας ξερά στην πρόκλησή του κι έπειτα σηκώθηκε, έφτασε στην άκρη της ταράτσας, κι όπως το συνήθιζε, έγινε ένα με το μαύρο της νύχτας… Την άλλη μέρα ήταν Κυριακή και πήγαμε στις μαργαρίτες από τις δέκα το πρωί· ο Βέλιας είχε πάρει στα κρυφά από την αποθήκη του θείου του τέσσερα κασμαδάκια κι ένα φτυάρι. Η κυρία Δομένικα μας περίμενε εκεί· φορούσε ένα μακρύ κόκκινο φουστάνι — ήταν στ’ αλήθεια πολύ όμορφη. Χωρίς πολλές κουβέντες μοίρασε τα κασμαδάκια, ένα έδωσε στον Τζίμη, ένα στον Κώστα, ένα στον Μανόλη κι ένα κράτησε για τον εαυτό της, ενώ το φτυάρι το πήρε — ποιος άλλος;— ο Μεγάλος Πρόδρομος. Αρχίσαμε να σκάβουμε το χαντάκι από τις μαργαρίτες ώς το Μικρό Ρέμα· ήταν περίπου πενήντα μέτρα. Η δασκάλα μας μαζί με τους άλλους τρεις που ’χαν κασμάδες πήγαιναν μπροστά· πίσω τους προχωρούσαμε εμείς σκάβοντας με ό,τι έβρισκε ο καθένας, οι πιο πολλοί με ξύλο, αλλά και με μυτερές πέτρες, με κονσερβοκούτια, ακόμη και με τα χέρια. Πίσω από όλους μας ακολουθούσε ο Μεγάλος Πρόδρομος· αυτός έκανε και την πιο πολλή δουλειά: με το φτυάρι έβγαζε απ’ το σκαμμένο αυλάκι το χώμα κι έπειτα πατίκωνε τη γη για να μη ρουφήξει μέσα της το αίμα πριν φτάσει στο ρέμα. Παρόλο που είχαμε πει στον Γιώργο να έρθει κατευθείαν το μεσημεράκι, εκείνος ήρθε απ’ το πρωί, όπως όλοι μας· μάλιστα έσκαβε με πάθος μ’ ένα ξύλο ακριβώς μπροστά μου… Κάποια στιγμή που κουράστηκα, κάθισα για λίγο να πάρω μιαν ανάσα και τον παρατήρησα προσεκτικά: έσκαβε χωρίς να σταματάει, φλυαρούσε συνέχεια με τους γύρω του, αυτός, που συνήθως ήταν λιγομίλητος, γελούσε μόνος του, χαχάνιζε με το παραμικρό· ήταν ολοφάνερο πως ήθελε να δείξει ότι δεν έτρεχε τίποτε κι ότι διόλου δεν τον απασχολούσε που


κεφάλαιο 18

σε λίγες ώρες το αυλάκι που έσκαβε θα γέμιζε με το αίμα του. Κάποια στιγμή, έτσι όπως έσκυψε, είδα απ’ το άνοιγμα του πουκάμισού του πως είχε γράψει κάτι στο στήθος του με το σκούρο κόκκινο κραγιόν της μάνας του, ήταν απ’ τα ελάχιστα δικά της πράγματα που του ’χαν μείνει μετά το φευγιό της. Πλησίασα κοντά του, τάχα για να τον βοηθήσω στο σκάψιμο· καθώς ��ονάτισε για να βγάλει μια κοτρόνα, μπόρεσα να δω τι είχε γράψει στο στήθος του, δε χρειάστηκε καν να συλλαβίσω για να το διαβάσω, ήταν η ίδια φράση που απ’ την αρχή της χρονιάς έγραφε κάθε μέρα με το μολύβι του πάνω στο θρανίο μας με κεφαλαία γράμματα και, λίγο πριν χτυπήσει το καμπανάκι για να σχολάσουμε, την έσβηνε φτύνοντας σάλιο και τρίβοντάς τη με την παλάμη του: ΑΝ ΕΙΣΑΙ, ΕΙΜΑΙ. Το αυλάκι το τελειώσαμε κοντά στις πέντε το απόγευμα· κατάκοποι και ιδρωμένοι, καθίσαμε όλοι στις μαργαρίτες, κάτω από τη φλαμουριά μας. Για πολλή ώρα μείναμε όλοι μας ακίνητοι και σιωπηλοί· ακούγονταν μόνο οι ανάσες μας μέσα στην άπνοια του απογεύματος. Στο μυαλό μου στριφογύριζαν τα λόγια της κυρίας Δομένικας το προηγούμενο βράδυ: «Δεν πρέπει να φοβηθεί ή να διστάσει κανένας…» Κάποτε έστρεψα τη ματιά μου επάνω της· στο φως του μεσημεριού η ελιά στο μάγουλό της είχε πάρει το χρώμα των χειλιών της. Κοιτούσε τον ορίζοντα με μια αδιόρατη μελαγχολία στο βλέμμα — δε μπορούσες να το πιστέψεις πως σε λίγη ώρα αυτή η γυναίκα θα κατέβαζε μια σπάθα σ’ έναν ανυπεράσπιστο λαιμό… Τότε, εκεί που καθόμουν, με πήρε ο ύπνος· είδα ένα παράξενο όνειρο: Η δασκάλα μας χιμούσε σα λυσσασμένο σκυλί σ’ ένα πρόβατο και το κατασπάραζε με τα δόντια της, αίματα γέμιζαν το πρόσωπό της, το λαιμό της, τα χέρια της, κι έπειτα εκείνη πέταξε το απομεινάρι του ζώου κι άρχισε να με πλησιάζει γρυλίζοντας. Ήταν μοναδικά ωραία, φοβόμουν, μα δεν ήθελα να φύγω· στις κόρες των ματιών της έλαμπε κάτι απόλυτα σίγουρο, ίσως αυτή η λάμψη να ήταν η μεγάλη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

αλήθεια… Ξύπνησα απότομα κι άνοιξα τα μάτια· η κυρία Δομένικα με κοιτούσε χαμογελώντας γλυκύτατα. Δάγκωσα τη γλώσσα μου για να μη φοβηθώ. Αναζήτησα με το βλέμμα τον Γιώργο· ο αθεόφοβος κοιμόταν, δεν ξέρω αν έπαιζε θέατρο, αλλά αν έπαιζε το ’παιζε καλά, μέχρι και την ενστικτώδη κίνηση του κοιμισμένου κατάφερε να κάνει όταν έδιωξε με το χέρι του ένα φυλλαράκι που ο άνεμος κόλλησε στο μάγουλό του… Θα ’χαν περάσει κοντά δυο ώρες που ’μασταν πεσμένοι σε κείνη την αλλόκοτη νάρκη, όταν η δασκάλα μας σηκώθηκε όρθια και χτύπησε δυνατά τα χέρια της φωνάζοντας: «Αν είναι να κερδηθεί η άνοιξη, η ώρα είναι τώρα…» Πράγματι, ο ήλιος είχε ήδη βουτήξει για να χαθεί στον ορίζοντα κι ο ουρανός ήτανε πια μισός μοβ και μισός κόκκινος… Η κυρία Δομένικα προχώρησε προς τη φλαμουριά· στη ρίζα της είχε αφήσει απ’ το πρωί μια μεγάλη ξύλινη θήκη. Την άνοιξε κι έβγαλε μια κυρτή ατσαλένια σπάθα, μακριά ένα μέτρο· άραγε από ποιον να την είχε πάρει; Την έπιασε από την ασημένια λαβή και τη σήκωσε ψηλά· το ατσάλι της λεπίδας έσκισε τον αέρα… Κοίταξε τον Γιώργο χαμογελώντας· «Αυτή που θα κατεβάσει τη σπάθα είναι έτοιμη…» είπε χαμηλόφωνα. «Κι αυτός που θα βάλει το λαιμό του παίρνει θέση…» της απάντησε ο Γιώργος με απίστευτη ηρεμία, κι αμέσως γονάτισε στην αρχή του αυλακιού που σκάβαμε όλη τη μέρα, εκεί όπου είχαμε βάλει ένα χοντρό κούτσουρο για να πέσει πάνω του το ακέφαλο σώμα… «Κι ο ανάποδος άνεμος, κυρία;» ρώτησε τότε με ανησυχία ο Σώτερ, «σ’ ένα λεπτό θα ’χει φυσήξει…» του απάντησε εκείνη ξερά. Κι έτσι όπως ήταν γονατισμένος και σκυμμένος ο Γιώργος, η δασκάλα μας κατέβασε σιγά-σιγά την ατσαλένια σπάθα και με την κόψη της άγγιξε ανεπαίσθητα το δέρμα του σβέρκου του· αμέσως πετάχτηκε ανυπόμονο το αίμα του και γέμισε το γιακά απ’ το πουκάμισό του, ενώ εκείνος έμενε ακίνητος, κοιτώντας ανέκφραστος το σκαμμένο χώμα μπροστά του — ίσως και να μην είχε καταλάβει τίποτα. Τότε φύσηξε


κεφάλαιο 18

ο άνεμος ανάποδα· μια αλλόκοτη δροσιά τρύπωσε στα στήθη μας κι ένα μούδιασμα ξεκίνησε από εκεί χαμηλά, ανάμεσα απ’ τα σκέλια μας, κι ανέβαινε προς την καρδιά… Η κυρία Δομένικα με μια περίτεχνη κίνηση σήκωσε τη σπάθα ψηλά πάνω από το κεφάλι της· τα μάτια της κοιτούσαν μπροστά κι είχαν γίνει κατάμαυρα, το ίδιο και τα χείλη της: είχαν πάρει το χρώμα της ελιάς της. Ο Γιώργος ήταν γονατισμένος πάνω απ’ το κούτσουρο, ο λαιμός του ήταν στον αέρα και κοιτούσε πάντα μπροστά· στα σίγουρα θα έσφιγγε τα δόντια του, δε μπορεί, μα το έκανε με τόση βεβαιότητα, που δεν κουνιόνταν μήτε τα βλέφαρά του. Ένα αίσθημα θαυμασμού και συγκίνησης φούσκωσε το στήθος μου εκείνη την ώρα, ο ήλιος βουτούσε στον ορίζοντα κι ο αγαπημένος μου φίλος έβαζε το κεφάλι του στον αγώνα για μιαν άνοιξη που δε θα μύριζε ποτέ του, κι ούτε μια στιγμή δεν ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του, ακόμη κι όταν φύσηξε ο ανάποδος άνεμος — α, ήταν αληθινά ωραίος ο Γιώργος εκείνο το απόγευμα, έτσι όπως είχε δοθεί ολόκληρος στον παραλογισμό και στη φρίκη της ομορφιάς, λίγες, ελάχιστες στιγμές πριν η κυρτή σπάθα της κυρίας Δομένικας του κόψει το λαιμό… Τότε ακούστηκε ο Ζήσης (και δεν ξέρω πόσην ώρα η δασκάλα μας θα περίμενε με τη σπάθα ψηλά μέχρι κάποιος να δει αυτό που ο Ζήσης είδε): «Κυρία, δες, άνθισαν οι μαργαρίτες…»· όλοι κοιτάξαμε τις μαργαρίτες γύρω μας, είχαν πράγματι ανθίσει, τα λευκά πέταλά τους ρόδιζαν από το κόκκινο φως της δύσης, έλεγες πως κάποιος έσταξε πάνω τους μια σταγόνα αίμα… Ώστε, λοιπόν, δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να κατεβάσει η δασκάλα μας την κυρτή σπάθα παίρνοντας το κεφάλι του Γιώργου, η άνοιξη είχε έρθει μια στιγμή πριν κερδηθεί, κι εμάς μάς κατέκλυζε ένα αλλόκοτο συναίσθημα: χαρά απ’ τη μια που ο φίλος μας δε θα πέθαινε, κι απ’ την άλλη μια ανεξήγητη, παράλογη θλίψη, σαν ένα ύπουλο ζώο που μας δάγκωνε χαμηλά στην κοιλιά, καθώς πλέον το ξέραμε πως το αυλάκι μας δε θα γέμιζε με το αίμα του, και τα λουλούδια δε θα ανθίζαν με τη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

δική του βεβαιότητα. Κι ενώ κάναμε τέτοιες σκέψεις, εκείνος, γονατισμένος όπως ήταν, γύρισε το κεφάλι του προς την κυρία Δομένικα, που είχε πάντα το σπαθί ψηλά, «ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό…» της είπε με φωνή σα σφύριγμα φιδιού, «εγώ κι εσύ ξέρουμε για τι γίνεται αυτός ο αγώνας…»· και, καθώς η δασκάλα μας παρέμενε ανέκφραστη, συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «Στο κάτω-κάτω, πρόκειται για τη δική μου άνοιξη…» Στα χείλη εκείνης διαγράφηκε ένα αδιόρατο αινιγματικό χαμόγελο, τουλάχιστον έτσι μού φάνηκε, δεν ξέρω αν είδα καλά. Έπειτα όλα έγιναν μέσα σε μια στιγμή: η κυρία Δομένικα με μια αστραπιαία κίνηση κατέβασε την κυρτή σπάθα· μ’ ένα φριχτό ήχο το ατσάλι έσκισε στα δυο τον ανάποδο άνεμο και χωρίς να το θέλουμε τα μάτια μας έκλεισαν. Όταν τ’ ανοίξαμε, ο Γιώργος κοιτούσε πάντα μπροστά· το κεφάλι του εξακολουθούσε να ’ναι στη θέση του και η λεπίδα της κυρτής σπάθας ήταν σφηνωμένη βαθιά στο χοντρό κούτσουρο κάτω απ’ το λαιμό του. Η δασκάλα μας κοιτούσε πέρα μακριά τον ολοκόκκινο ορίζοντα και χαμογελούσε μελαγχολικά· είχε κατεβάσει την κυρτή σπάθα τόσο γρήγορα, όσο μόνο οι δαίμονες μπορούσαν, τόσο που η κόψη της έγινε χίλιες φορές πιο ψιλή από μια τρίχα, πιο ψιλή κι απ’ τα μαλλιά των αγγέλων, πιο ψιλή απ’ τις ακτίνες του Θλιμμένου Άστρου, κι έτσι πέρασε μέσα απ’ το λαιμό του Γιώργου χωρίς να τον κόψει, χωρίς καν να ματώσει το δέρμα του, όπως είχε γίνει πριν από λίγο στο ανεπαίσθητο άγγιγμα του ατσαλιού. Ο φίλος μας σηκώθηκε με αργές κινήσεις (χρόνια αργότερα στον Άσπρο Βράχο μάς είπε πως το μόνο που κατάλαβε όταν έπεσε η σπάθα ήταν μια παράξενη δροσιά, όπως και στην ιστορία του Τζακ), τα μάτια του ήταν σκοτεινιασμένα κι απλανή, καθώς το είχε καταλάβει πια πως η άνοιξη προχωρεί όπως θέλει εκείνη ερήμην όλων μας. Με μια κίνηση ξεσφήνωσε την κυρτή σπάθα απ’ το κούτσουρο και χωρίς να πει τίποτε την έδωσε στην κυρία Δομένικα. Εκείνη τον κοίταξε νικημένη — το σχέδιό της να μας μάθει τι θα πει


κεφάλαιο 18

αγώνας ήταν τόσο τέλειο, που την παγίδευσε. Και την τελευταία στιγμή, όταν ο Γιώργος επέμεινε, ήταν αναγκασμένη να το τραβήξει περισσότερο απ’ όσο το ’χε σκοπό, και τώρα έπρεπε να το παραδεχτεί: «Κανένας δε μπορεί να κερδίσει την άνοιξη, να την κάνει δική του… Ένας τέτοιος αγώνας είναι πάντοτε χαμένος…» είπε με σταθερή φωνή παίρνοντας την κυρτή σπάθα στα χέρια της. Κι έτσι όπως γονάτισε για να τη βάλει στη θήκη της, το ηλιοβασίλεμα έστειλε το στερνό του βέλος βάφοντάς τα όλα κόκκινα: τα μαλλιά της που πέφταν στο πρόσωπό της, το δέρμα των χεριών της, την ατσαλένια λεπίδα, ακόμα και τα πέταλα των ανθισμένων λουλουδιών γύρω της. Τότε άκουσα πίσω μου τον Αγιούτο να ψιθυρίζει: «…ας είναι χαμένος… αρκεί να κοκκινίσει ο ορίζοντας για μια στιγμή…»


19. Τα δάχτυλα της κυρίας Δομένικας

Εκείνη η άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι καθυστέρησε τον ερχομό της· αφότου ήρθε όμως, οργίασε μέσα σε δυο-τρεις μέρες, λες κι ήθελε να καλύψει το χαμένο έδαφος. Κάθε πρωί ο ήλιος ανέτελλε ανυπόφορα εκτυφλωτικός, κι απ’ τις φαρμακερές ακτίνες του όλα τα λουλούδια της αλάνας άνθισαν έξαλλα, τόσο που η γειτονιά μας γέμισε με τις πιο μεθυστικές και συνάμα τις πιο αλλόκοτες μυρωδιές. Το μεσημέρι της τρίτης μέρας από τον ερχομό της άνοιξης, ήρθαν όλα μαζί τα χελιδόνια, ατέλειωτα σμήνη που μαύριζαν τον ουρανό, και τα βράδια στο νταμάρι απέναντι απ’ το σπίτι της Φρόσως ο άνεμος έφερνε μια παράξενη γύρη από λουλούδια μυστικών κήπων, που κολλούσε στα χείλη κι είχε τη γεύση της ζάχαρης, κελαηδίσματα, ιαχές και παράξενες μουσικές που λώλαιναν το νου. Την πρωτομαγιά (ήταν Μεγάλη Πέμπτη, καθώς το Πάσχα είχε τραβήξει στον Μάιο εκείνη τη χρονιά) οι δυο πλευρές του Μικρού Ρέματος κοκκίνισαν από τις παπαρούνες· θυμάμαι την επομένη είχαμε σκεπάσει τον επιτάφιο μόνο με παπαρούνες — ο καθένας μας είχε μαζέψει από μια αγκαλιά, κι όταν τον γυρίσαμε στην εκκλησία, είχανε μείνει οι μίσχοι μονάχα, τα πέταλα είχαν χαθεί… Και μαζί με τη φύση χαίρονταν το ανοιξιάτικο ξέσπασμα και οι άνθρωποι· ήταν οι μέρες που


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

έγιναν τα πιο έξαλλα αγκαλιάσματα των γυναικών από τους άντρες τους, κι ας ήταν νηστεία, κι απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ο Τζίμης συνεχώς μετρούσε αναστεναγμούς και βογκητά… Εκείνες τις μέρες έκανε άλλωστε κι ο Ταρνανάς την ύστατη προσπάθεια να κατακτήσει ξανά τη μαντμαζέλ Παλούκα· για χρόνια συζητιόταν στη γειτονιά τα όσα συνέβησαν το βράδυ της Ανάστασης του εβδομήντα έξι, άλλοτε με διάθεση ιλαρή κι άλλοτε επειδή μερικοί αναζητούσαν τα σημάδια του δαίμονα: αμέσως μετά το καθυστερημένο, όπως πάντα, Χριστός Ανέστη του παπα-Λεπ Ταιρ, άρχισαν όλοι να τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά τους και με έκπληξη διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε ούτε ένα που να ’ταν βρασμένο· έτσι, τα χέρια και τα ρούχα όλων μας γέμισαν με κίτρινα γλοιώδη κροκάδια. Βέβαια, όλα τα είχαμε καταστρώσει εμείς, προκειμένου να δεχτεί η μαντμαζέλ τον έρμο τον Τζακ στο κρεβάτι της εκείνη τη νύχτα της Ανάστασης, καθώς το ’χε πει πως θα πλαγιάσει μ’ αυτόν που θα σπάσει το αυγό της· κι όλα πήγαιναν καλά στο σχέδιό μας, η κυρία Δομένικα μας έστειλε στη γρια-Αλεξάνδρα, κι εκείνη, με αντάλλαγμα ένα επίχρυσο σκουλαρίκι, μας έδωσε το βότανο που θα ’κανε τα αυγά να μη σφίξουν στο βράσιμο της Μεγάλης Πέμπτης, κι εμείς το καταφέραμε να το ρίξουμε σ’ όλες τις κατσαρόλες των γυναικών που έβραζαν αυγά, και στην κατσαρόλα της Παλούκας φυσικά. Όλα πήγαιναν καλά λοιπόν, ώς τη στιγμή που ο Τζακ αποφάσισε να δράσει από μόνος του, κι άλλαξε στα κρυφά το αυγό που ’χε μισοβράσει στο μπρίκι του με το αυγό εκείνης, κι έτσι το βράδυ της Ανάστασης, μόλο που παραφύλαγε πλάι της και τσούγκρισε πρώτος μαζί της, το αυγό του έγινε θρύψαλα και του ’μεινε ο ωμός κρόκος στο χέρι. Κι έτσι, τους νίκησε όλους η μαντμαζέλ Παλούκα και κοιμήθηκε μόνη της, κι ας ήταν η βραδιά ιδανική για παράφορους έρωτες, όπως άλλωστε όλα τα βράδια εκείνου του Μαΐου. Ίσως γι’ αυτό η δασκάλα μας ερχόταν τα πρωινά στο μάθημα με μαύρα μάτια και μας διάβαζε παράξενες ιστορίες για λυσσασμένες γυναίκες που


κεφάλαιο 19

ποθούσαν τρελά τους πιο φριχτούς δολοφόνους και που έκαναν τη φαντασία μας να οργιάζει. Ένα τέτοιο μεθυστικό βράδυ στα τέλη του Μαΐου πήγαμε για πρώτη φορά με τον παπα-Λεπ Ταιρ δίπλα στον κήπο της κυρίας Πανδώρας, εκεί που φώλιαζαν όλα τα τέρατα του κακού, και της κάναμε καντάδα. Την πρώτη Ιουνίου ο Πέτρος έδωσε στο δάσος το τρίτο του αγιούτο στον Νίφου, στον μαύρο Αφρικανό απ’ το ιταλικό τσίρκο, που οι Τσιγγάνοι της χαράδρας τον είχαν κάνει βασιλιά τους και τον λογαριάζαν για δαίμονα… Η δεύτερη Τετάρτη του Ιουνίου ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου για κείνη τη χρονιά. Ξεκινήσαμε το πρωί για να πάμε στο σχολείο μ’ ένα ανάμεικτο συναίσθημα· επιτέλους είχε έρθει το πολυπόθητο καλοκαίρι και για μας, ο καιρός των καρπών της λήθης και της απόλυτης ευδαιμονίας· μα τώρα που είχε φτάσει δε μας χαροποιούσε τόσο, όσο όταν το περιμέναμε, μπορώ να πω πως μάλλον μάς κύκλωνε ένας ακαθόριστος φόβος, ίσως γιατί τις παιδικές ψυχές μας τις διαπερνούσε υποσυνείδητα η υποψία αυτού που χρόνια αργότερα θα μας έλεγε ένα βράδυ ο κάτωχρος Μαξιμιλιανός: «Η ωραιότερη αύρα του καλοκαιριού μας θα είναι η απαλή ανάσα του θηρίου μια στιγμή πριν μας κατασπαράξει…» Ήμασταν κάπως μουδιασμένοι λοιπόν εκείνο το πρωινό, μπήκαμε στην τάξη με σκυφτό το κεφάλι, καθίσαμε στις καρέκλες μας, κάναμε τη σιωπηλή προσευχή μας· από την έδρα η κυρία Δομένικα μας κοίταζε χαμογελώντας μελαγχολικά. Κάποτε μπήκε στην τάξη, τάχαμου φουριόζος, ο Κερατένιος, έχοντας φορέσει στο πρόσωπό του ένα γλοιώδες χαμόγελο (από τη μέρα που ’χε πάει να βάλει τον Μανόλη να πει με το στανιό την προσευχή, δεν είχε ξανάρθει μες στην τάξη — προφανώς είχε φοβηθεί τόσο την κυρία Δομένικα, που την απέφευγε συστηματικά). Μπήκε λοιπόν στην τάξη, αποφασισμένος να τελειώσει όσο γίνεται πιο γρήγορα, μη τυχόν και του ρίξει τη φοβερή ματιά της η δασκάλα μας και τον αφήσει στον τόπο, άνοιξε το χαρτο-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

φύλακά του και μας μοίρασε βιαστικά τα ενδεικτικά μας· στον καθένα μας έλεγε κι από ένα «εύγε», γουρλώνοντας τα μάτια του σα χαζός — είχαμε πάρει όλοι μας τον ίδιο βαθμό, ακόμη κι ο Κούλης, δέκα άριστα, μα ούτε που μας ένοιαζε διόλου. Κι έπειτα, πισωπατώντας προς την πόρτα, είπε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, κάτι σαν κήρυγμα, μας ευχήθηκε καλό καλοκαίρι και τσακίστηκε να φύγει. Εκείνη μ΄α΄ ς μίλησε τρία λεπτά αργότερα: «Το σχολείο τέλειωσε για φέτος· θα ξαναρχίσουμε με τις πρώτες βροχές…» είπε με τη γλυκύτατη φωνή της και μ’ έναν ανεπαίσθητα πιο σκληρό τόνο συνέχισε: «Στη ζωή όλα τελειώνουν· απ’ όσα βλέπετε γύρω σας και ζείτε κάθε μέρα τίποτε δε θα κρατήσει για πάντα… Μόνο ο φόβος δεν τελειώνει ποτέ…» Τότε μίλησε ο Σώτερ και ρώτησε —σύμπτωση άραγε;— το ίδιο που ’θελα να ρωτήσω κι εγώ: «Κι η αγάπη, κυρία;»· η κυρία Δομένικα έμεινε για μια στιγμή σκεφτική κι έπειτα είπε: «Το σχολείο τέλειωσε· αν θέλετε, πάμε στις μαργαρίτες…» «Αγάπη που δεν τελειώνει ποτέ δεν είναι αγάπη…» είπε με σταθερή φωνή μόλις καθίσαμε γύρω της οκλαδόν, εκεί, γύρω από τις μαργαρίτες, κάτω από το φαλακρό ύψωμα, όπου η φλαμουριά μας είχε πετάξει τα πρώτα της φύλλα. Ο ήλιος ήδη έκαιγε για τα καλά· «η αγάπη που δεν τελειώνει ποτέ είναι φόβος…» συνέχισε η δασκάλα μας ξεφυσώντας, «μόνο ο φόβος είναι αιώνιος και βγαίνει πάντοτε νικητής…» «Δηλαδή όλα τα υπόλοιπα τελειώνουν;» επέμενε ο Σώτερ· εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή χαμογελώντας κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Μα, κυρία, τότε τελειώνει κι η ομορφιά…» διαμαρτυρήθηκε ο Μανόλης· η κυρία Δομένικα έβαλε τότε τα γέλια «μα φυσικά και τελειώνει, αυτό δα έλειπε… άμα δεν τέλειωνε, δε θα ’ταν ομορφιά…», «…θα ήταν φόβος…» συμπλήρωσε ο Όττος. Εκείνη τον κοίταξε με θαυμασμό, «μπράβο, Όττο» αναφώνησε ενθουσιασμένη, «αυτό ακριβώς θα ήταν: φόβος…» Έγινε τότε σιωπή· η κυρία Δομένικα μας γύρισε με το βλέμμα της: ήμασταν όλοι μάλλον δυσαρεστημένοι


κεφάλαιο 19

με την εξέλιξη της κουβέντας. Τότε μίλησα εγώ: «…δηλαδή, κυρία, τίποτε από εμάς δε θα μείνει για πάντα;»· η δασκάλα μας πήρε βαθιά ανάσα πριν απαντήσει: «Σας νοιάζει, λοιπόν, και σας αυτό το “για πάντα”… Κι όμως, ό,τι είναι ωραίο στη ζωή είναι επειδή δεν ανήκει σ’ αυτό το “πάντα”… γιά σκεφτείτε το, οι χαρές της σάρκας, η άνοιξη, η ομορφιά, ο αγώνας, τα όνειρα, ακόμα κι η ίδια η ζωή μας, η δική μου και η δική σας, όλα αυτά γιατί άραγε αξίζουν, γιατί τα κυνηγάμε και παραδινόμαστε σ’ αυτά σα μαγεμένοι;» Άφησε να περάσει μισό λεπτό για να συνεχίσει· όλοι κρεμόμασταν από τα χείλη της: «…αξίζουν γιατί ξέρουμε πως κάποτε θα τελειώσουν, αξίζουν γιατί κάπου βαθιά μέσα μας το νιώθουμε πως ποτέ δε θα τα κερδίσουμε οριστικά, πως είναι περαστικά, εφήμερα, μάταια, πως γεννιούνται για να γίνουν στάχτη και να σκορπίσουν στους ανέμους· κι όμως, αυτά περιμένουμε μέρα και νύχτα, γι’ αυτά πολεμούμε και σκοτώνουμε ξεχειλίζοντας τα ποτάμια με αίμα, διαμελίζοντας σώματα, βγάζοντας μάτια, κόβοντας γλώσσες, τρώγοντας καρδιές… όλα γίνονται για μια υπέροχη ματαιότητα, για τίποτε άλλο…» Τα μάγουλα της δασκάλας μας είχαν αναψοκοκκινίσει· τα μάτια της είχαν σκουρύνει, ήταν πολύ όμορφη στο φως του πρωινού ήλιου, καθώς μας μιλούσε για τη ματαιότητα: «…όμοια με τα υπόλοιπα χάνεται κι η αγάπη, ακόμη κι η πιο δυνατή κι η πιο παράφορη· είναι μια φωτιά που καίει την ψυχή, το νου, τη σάρκα, τον κόσμο ολόκληρο… Καίγονται μόνο όσοι το θέλησαν πολύ, λιώνουν οι σάρκες και τσιτσιρίζουν οι ψυχές· κι έπειτα η φωτιά σβήνει… Όσο για την αιωνιότητα, αυτήν βγάλτε την απ’ το μυαλό σας και μην προσπαθείτε να την κατακτήσετε· η αιωνιότητα ανήκει μόνο στον θάνατο κι είναι γεμάτη με στάχτες χαμένων αγώνων, παράφορων ερώτων, παράλογων ανοίξεων και ακραίας αγάπης, η αιωνιότητα είναι γεμάτη με στάχτες και φόβο· για να την κυνηγήσεις, πρέπει να είσαι πλασμένος από αυτά τα δυο κι όχι από ψυχή και σάρκα…» Κι αυτή την τελευταία πρόταση η δασκάλα μας


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

την είπε κάπως ξεψυχισμένα και μάλλον πρέπει να της ξέφυγε, γιατί αμέσως μετά έβαλε την παλάμη της στο στόμα, θαρρείς και προσπαθούσε έτσι να σταματήσει τη γλώσσα της από το να πει κι άλλα που ίσως δεν έπρεπε να ακούσουμε· ποιος ξέρει, ίσως να ’χαν σχέση με το παράξενο μυστικό της… Ο ήλιος έλαμπε τόσο πολύ, που τα χρώματα γύρω μας είχανε ξεθωριάσει· το καλοκαίρι είχε έρθει λοιπόν κι οι έρωτές μας θα ήταν για πάντα μάταιοι… Τότε η κυρία Δομένικα ψιθύρισε: «Ελάτε κοντά μου…» Μια ύπουλη ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα μου· σηκωθήκαμε και γονατίσαμε μπροστά της φτιάχνοντας ένα ημικύκλιο· τα πρόσωπά μας απείχαν από το πρόσωπό της λίγα εκατοστά. Εκείνη χαμογέλασε παράξενα και κατόπιν σήκωσε το δεξί της χέρι κι έκανε μια κυκλική κίνηση, αγγίζοντας για μια στιγμή το αριστερό μάγουλο του καθενός μας· ένιωσα έναν οξύ πόνο στο δέρμα, λες κι είχε ξυράφι στην άκρη των δαχτύλων της, μα αμέσως μετά φύσηξε ηδονικά ένα απαλό αεράκι γεμάτο ευωδιές που με γέμισε αγαλλίαση. Ο Γιώργος ήταν ο τελευταίος του ημικύκλιου· την ώρα που το χέρι εκείνης έφτασε ν’ αγγίξει και το δικό του μάγουλο, το έπιασε δυνατά απ’ τον καρπό με τη δεξιά παλάμη του σταματώντας το… Η δασκάλα μας τον κοίταξε απορημένη. Έμειναν έτσι ακίνητοι για αρκετή ώρα· κανείς τους δεν ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του. Όταν ο φίλος μας μίλησε, η φωνή του έμοιαζε με τα παραληρήματα του κοιμισμένου Τζακ: «Εγώ είμαι πλασμένος από στάχτες και φόβο και θα σ’ αγαπώ για πάντα…» της είπε κι έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε με σταθερό βήμα.


20. Η τυφλόμυγα

Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι ήταν το πρώτο μου στη γειτονιά με το κοκκινόχωμα, και, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μαντμαζέλ Παλούκας, η γειτονιά μας ήταν το μοναδικό σημείο του κόσμου όπου ο ήλιος έκαιγε στην απόλυτο κατακόρυφο, και δεν άργησαν τα ίδια τα φαινόμενα να την επιβεβαιώσουν, καθώς δεν υπήρξε μέρα που να μην ακούσαμε κάποια μαύρη πέτρα να σκάζει με κρότο, απελευθερώνοντας την ψυχή της, ή να μην είδαμε ένα μελαγχολικό ρόδο με ξεθωριασμένα τα κόκκινα πέταλά του. Τις νύχτες πάλι, ενώ παραφύλαγα κρυμμένος στην πέτρα έξω από το σπίτι της κυρίας Πανδώρας, άκουγα αόρατες λυτρωτικές ρομβίες κι έβλεπα ίσκιους με μελόντικες (άραγε φαντάσματα πεθαμένων;) να παίζουν την υπέροχη μουσική ενός τραγουδιού του οποίου δεν ήξερα τα λόγια. Έτσι κύλησαν για μένα εκείνοι οι τρεις μήνες των διακοπών μέχρι να ξαναρχίσει το σχολείο, με την αναμονή να μου τρώει την ψυχή, την αναμονή της ανάσας ενός αγγέλου που θ’ άναβε τη φλόγα ενός κεριού, την αναμονή των ανθρώπωντράγων που θα χόρευαν επιτέλους το χορό της Ελευθερίας, κι ακόμη, με την αναμονή ενός μηνύματος μέσα στη νύχτα, ενός μηνύματος εκείνης της μάγισσας που τον Μάρτη μού ’χε στείλει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο με το σκύλο της. Όσο


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

για την κυρία Δομένικα, μετά το τέλος του σχολείου τη χάσαμε μόνο για δέκα μέρες κι ύστερα άρχισε να έρχεται και να μας βρίσκει, πρώτα μία φορά την εβδομάδα, έπειτα δύο, κι έπειτα μέρα παρά μέρα, προς το τέλος του καλοκαιριού μάλιστα ήταν σχεδόν καθημερινή στα μέρη όπου μαζευόμασταν· ερχόταν στα Βαρέλια και στην αλάνα και στο νταμάρι απέναντι από το σπίτι της Φρόσως κι έπαιζε μαζί μας μήλα και κρυφτό και κυνηγητό κι όταν κουραζόμασταν σι μαριό. Ριχνόταν στο παιχνίδι με πρωτόφαντο πάθος και κέφι, πολλές φορές χωρίς να πει ούτε καν μια καλημέρα, έτρεχε δυο φορές πιο πολύ από μας, ίδρωνε και λαχάνιαζε και γελούσε τρελά κάθε φορά που έπιανε ένα μήλο, ορμούσε απ’ την κρυψώνα της σαν αίλουρος για να τα φτύσει στο κρυφτό κι έφευγε πάντοτε την ώρα που κοκκίνιζε ο ήλιος… Πρέπει να έβρισκε μεγάλη χαρά σε κείνα τα παράφορα παιχνίδια μας, θαρρείς κι όταν κυνηγιόμασταν ή της πετούσαμε τα μήλα δεν έστρεχαν οι όροι του σκοτεινού μυστικού της, και τα σπουργίτια του διαβόλου που ράμφιζαν τη σάρκα της δε μπορούσαν να την πειράξουν την ώρα εκείνη· ναι, σε κείνα τα κυνηγητά, στα κρυφτά και στα μήλα, το μυστικό της δεν είχε εξουσία. Εκείνο το καλοκαίρι δυο φορές μονάχα είδαμε αυτή τη σκιά της παλιάς κρυφής αμαρτίας να σημαδεύει το πρόσωπό της… Η πρώτη ήταν μια μέρα στα τέλη του Ιουλίου. Εκείνο το πρωινό η κυρία Δομένικα μας βρήκε στα Βαρέλια ξαπλωμένους καταγής, σχεδόν σε κατάσταση νάρκης, αληθινά ζαβλακωμένους από ένα φριχτό καύσωνα — ήταν αναμφισβήτητα η πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού. «Τι πάθατε, σας βάρεσε ο ήλιος κατακούτελα;» μας ρώτησε η δασκάλα μας μόλις μας είδε· ο Τζίμης ήταν αυτός που της απάντησε με ραθυμία: «…έχει τόσο πολύ ήλιο, που δεν υπάλχει τίποτε για να χάσεις, κυλία…» Εκείνη χαμογέλασε αινιγματικά: «Πάντοτε υπάρχει κάτι για να χάσεις». Τότε μίλησα κι εγώ, ένιωθα πως οι ακτίνες του ήλιου σούβλιζαν αδυσώπητες την ψυχή και το νου μου: «…δεν υπάρ-


κεφάλαιο 20

χει λοιπόν κάποιο σκοτεινό παιχνίδι, κυρία, να γλιτώσουμε επιτέλους από το απαίσιο τούτο φως;» Έμεινε να με κοιτά σκεφτική για αρκετά λεπτά· έπειτα έκανε μεταβολή κι έφυγε με μηχανικό βήμα χωρίς να πει κουβέντα. Ήρθε ξανά κοντά στο καταμεσήμερο, έσφιγγε κάτι μαύρο στο δεξί της χέρι και χαμογελούσε· «ποιος είναι αυτός που θέλει να γλιτώσει από το απαίσιο φως;» Σήκωσα διστακτικά το χέρι μου· τα μάτια μου ήταν σχεδόν κλειστά, μόλις που είδα τη σιλουέτα της να πλησιάζει σα μαύρο σκιάχτρο λουσμένο στο φως. Ένιωσα τα χέρια της να μου χαϊδεύουν τα μαλλιά κι έπειτα τ’ ακροδάχτυλά της ν’ αγγίζουν τα βλέφαρά μου. Όλα ήταν εν αναμονή· κάποτε αισθάνθηκα μια αναζωογονητική αύρα να γεμίζει τα πνευμόνια μου κι αμέσως μετά τα πάντα έγιναν μαύρο σκοτάδι. Πέρασαν ένα-δυο λεπτά μέχρι να φέρω τα χέρια μου στο πρόσωπό μου και να ψαύσω το μεταξένιο ύφασμα της κορδέλας με το οποίο η κυρία Δομένικα μου είχε δέσει τα μάτια. Ο κόσμος γύρω μου ήταν πια ήχοι, φωνές, βήματα πάνω στη σκόνη, ανάσες, λαχανιάσματα. Κάποτε ένιωσα ένα άγγιγμα στα μάγουλά μου που με ηλέκτρισε αλλόκοτα, ήταν σα να με άγγιζαν με ρώγες τρεμάμενου σταφυλιού —μα πού βρέθηκε σταφύλι στα τέλη Ιουλίου—, η φωνή της δασκάλας μου ήχησε σαν άγριος καταρράχτης: «Κράτα τα όνειρά σου, τυφλόμυγα…» Ασυναίσθητα θέλησα να περπατήσω, άπλωσα τα χέρια μου μπροστά, «πρέπει να μας πιάσεις…» ακούστηκε και πάλι η φωνή της, «…κι όποιον πιάσεις πρέπει να τον αναγνωρίσεις…» Εκείνο το μεσημέρι κατάλαβα για πρώτη μου φορά τι θα πει να ονειρεύεσαι με σφαλισμένα μάτια και τα όνειρά σου να μη μπορούν να διαφύγουν ανάμεσα απ’ τα βλέφαρα· τότε τα όνειρα γίνονται μανιασμένα ζώα που κατασπαράζουν τις ίδιες τους τις σάρκες και ρημάζουν την ψυχή· κι όμως, αυτά τα αφηνιασμένα όνειρα ηλέκτρισαν ανεπανάληπτα ηδονικά το είναι μου — μια άγρια σεληνιασμένη αθωότητα με πλημμύρισε… Ένιωθα τον εαυτό μου να προχωρά δίχως κατεύθυνση, κι


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

όμως δε φοβόμουν, ο μόνος μου προσανατολισμός ήταν ένα παράξενο ένστικτο, να γίνω ένα με τους άλλους μέσα από το σκοτάδι, να τους πιάσω και να τους πασπατέψω εκεί όπου ποτέ δεν τολμούσα, να τους ζουλήξω τα μπράτσα και να τα μελανιάσω, να τους πάρω μαζί μου στην απαγορευμένη ζώνη όπου η άγνοια είναι ελευθερία. «Κι αν δε μας πιάσεις, θα μείνεις για πάντα τυφλόμυγα…» ακούστηκε η φωνή εκείνης κι έπειτα και πάλι το κροταλιστό γέλιο της· αμέτρητα δάχτυλα χαϊδεύαν τα μάγουλά μου, κάποιος μάλιστα με φίλησε —έτσι μού φάνηκε τουλάχιστον—, κι εγώ παρέπαια, σκόνταψα κι έπεσα τρεις ή τέσσερις φορές, μα ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος, με τα όνειρά μου ανεξέλεγκτα στη φυλακή τους, θήραμα και μαζί κυνηγός… Κάποτε χούφτιασα με την παλάμη μου κάποιο χέρι απ’ τον καρπό· την επόμενη στιγμή βρέθηκα αγκαλιασμένος μ’ ένα αδύνατο σώμα — είχα πιάσει κάποιον λοιπόν κι έπρεπε να τον αναγνωρίσω. Εκείνος βέβαια δε μιλούσε, μόνο άκουγα την ανάσα του… Μα έτσι όπως κόλλησα το στέρνο μου στο δικό του, ένιωσα το χτύπο της καρδιάς του: χτυπούσε σαν ένα αδύναμο μοτεράκι, σαν την καρδιά του πληγωμένου περιστεριού του Πέπα· μόνο ένας απ’ τους φίλους μου έτρεμε τόσο πολύ, «μη φοβάσαι, Κούλη, είναι ωραίο αυτό το σκοτάδι…» του είπα. «Είναι ωραίο, μα τώρα πια θα το χάσεις…» άκουσα τη φωνή εκείνης στο αυτί μου και την επόμενη στιγμή η μαύρη κορδέλα λύθηκε χωρίς να καταλάβω το πώς και το φαρμακερό φως γέμισε τα μάτια μου· ήταν σα να με τρυπούσαν χίλιες βελόνες. Έπεσα κάτω κι έτριβα τα μάτια μου για αρκετή ώρα· όταν μπόρεσα να ξαναδώ, ο Κούλης ήταν αυτός που περπατούσε στη ζώνη της αλλόκοτης ελευθερίας και γύρω του όλοι οι υπόλοιποι να τον ακολουθούν σαν ένα μεθυσμένο σμάρι… Κι όταν κάποτε ο φοβισμένος φίλος μας αγκάλιασε τον Τζίμη ουρλιάζοντας θριαμβευτικά «Τζίμη, σ’ έπιασα…» —δεν το κατάλαβε ο έρμος ότι ο Τζίμης στάθηκε εξεπίτηδες μπροστά του για να τον πιάσει—, ο Όττος τού ’βγαλε την κορδέλα με τον ίδιο


κεφάλαιο 20

τρόπο που εκείνη την είχε βγάλει από μένα πριν από λίγο κι άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της για να της τη δώσει· η κυρία Δομένικα δεν την πήρε, «δέσ’ την εσύ, Όττο, στα μάτια του Τζίμη…» του είπε γελώντας και, καθώς ο Όττος την κοίταξε αμήχανα, σα να τη ρωτούσε «πώς;», εκείνη τον επέπληξε τάχα αυστηρά: «Έπρεπε να το ’χες δει από πριν και να μην είχες το μυαλό σου σε ξανθές πλεξούδες· πρώτα τη φτύνεις, μετά τη φυσάς κι έπειτα την περνάς τρεις φορές μπροστά απ’ τα μάτια, κρατώντας με το δεξί χέρι την αριστερή άκρη της κορδέλας και την άλλη με το αριστερό· ή θα τα καταφέρεις ή θα δέσεις τα χέρια σου κόμπο. Όμως μονάχα έτσι κρατιούνται τα όνειρα της τυφλόμυγας…» Ο Όττος τότε την κοίταξε για μια στιγμή, σίγουρα πικαρισμένος με την κουβέντα της για τις ξανθές πλεξούδες, έπειτα πήρε βαθιά ανάσα και, ω του θαύματος, με αφάνταστη δεξιοτεχνία έδεσε μονομιάς την κορδέλα γύρω από τα μάτια του Τζίμη, «αυτό είναι…» φώναξε ενθουσιασμένη η δασκάλα μας, «…ο καθένας ξέρει τον τρόπο αν το πιστεύει…» Κι ο Τζίμης έπιασε τον Κώστα, κι ο Κώστας τον Βέλια, κι ο Βέλιας τον Σίμη, κι ο Σίμης τον Μανόλη κι όλοι, ο ένας μετά τον άλλο, δέναμε τη μαύρη κορδέλα στα μάτια του πιασμένου κι όλοι το καταφέρναμε, λες και τα χέρια μας οδηγούνταν όχι από μας αλλά από κάποιον άλλον — ο Αγιούτος μάλιστα την έδεσε μόνος στα μάτια του με εντυπωσιακή επιδεξιότητα και άνεση. Κάποτε ο Σώτερ έπιασε τον Γιώργο, κι ήμουν εγώ μάλιστα που έλυσα την κορδέλα από τα μάτια τού ενός και την έ��εσα στα μάτια του άλλου. Ο Γιώργος δεν άρχισε να παραπατά, όπως κάναμε όλοι οι υπόλοιποι· αδιαφόρησε πλήρως για τα χάδια μας στα μάγουλα και στο σβέρκο του και τα γαργαλητά στα πλευρά του και για κάμποσο έμεινε εντελώς ακίνητος… Έπειτα, χωρίς την παραμικρή σύσπαση των χειλιών του, προχώρησε με απόλυτη σιγουριά, παρότι τα μάτια του ήταν δεμένα —βλέπεις, αυτός δεν καταλάβαινε από τα φυλακισμένα όνειρα της τυφλόμυγας, αυτός ήταν πλασμένος από στάχτη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

και φόβο—, προχώρησε, λοιπόν, με απόλυτη σιγουριά κι έφτασε μπροστά στη δασκάλα μας, που σαν τον είδε να ’ρχεται έπαψε να γελά και κύρτωσε περήφανα τον κορμό της μια ιδέα προς τα πίσω. Κι όταν βρέθηκε μπροστά της, στο μισό μέτρο, τότε, παραβαίνοντας τους κανόνες του παιχνιδιού, έλυσε τη μαύρη κορδέλα χωρίς να αποδείξει πως την αναγνώρισε φωνάζοντας το όνομά της, χωρίς καν να την πιάσει ή έστω να την αγγίξει… Αμέσως μετά, μόλο που είναι αδύνατο τα μάτια του ανθρώπου να δουν κατευθείαν από το σκοτάδι στο φως, το βλέμμα του Γιώργου στυλώθηκε στο δικό της, ίδιο με βλέμμα γερακιού, και τα βλέφαρά του δεν τρεμόπαιξαν ούτε μισή φορά. Την κοίταξε κατάματα λοιπόν και της έδωσε το μαύρο μακρόστενο ύφασμα λέγοντάς της με άχρωμη φωνή «η σειρά σου, κυρία…» Δεν ξέρω γιατί όταν μας έφερνε η δασκάλα μας τη μαύρη κορδέλα στα Βαρέλια δεν είχε υπολογίσει κι αυτό το ενδεχόμενο —δεν ήταν δα κι απίθανο πάνω στο παιχνίδι να βρεθεί κι αυτή πιασμένη απ’ την τυφλόμυγα—, ποιος ξέρει, ίσως να νόμιζε πως θα μπορούσε να ξεφεύγει εύκολα, καθώς ήταν μεγαλύτερη και πιο γρήγορη, ίσως πάλι να πίστευε πως τα όνειρα της τυφλής μύγας δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε κείνη, καθώς ήταν κυκλωμένη από δυνάμεις ανώτερες που δε θα επέτρεπαν σε καμιά τυφλόμυγα να την πιάσει, η ουσία πάντως είναι πως, όταν ο Γιώργος τής έδωσε τη μαύρη κορδέλα λέγοντάς της «η σειρά σου, κυρία…», για πρώτη φορά εκείνο το καλοκαίρι των παράφορων παιχνιδιών σχηματίστηκαν στο πρόσωπό της οι μαύρες κάθετες ρυτίδες που χαράκωναν βίαια τα μάγουλά της. Πισωπάτησε τρομαγμένη, «όχι εγώ…» ψέλλισε, «…δεν είναι αυτό για μένα…» ή κάτι παρόμοιο. Όλοι μας την κοιτάξαμε με φανερή απορία, νά το πάλι αυτό το σκοτεινό μυστικό που κρατούσε φυλακισμένη την ψυχή της δασκάλας μας, αυτό που ώρες-ώρες την έκανε να φοβάται με ανεξήγητη ένταση και μεταμόρφωνε κυριολεκτικά την όψη της, θαρρείς και ρουφούσε μεμιάς όλο το αίμα απ’ το πρό-


κεφάλαιο 20

σωπό της και το χαράκωνε με τις γραμμές του πεπρωμένου. Τι να ’ταν όμως αυτό που τόσο την τρόμαξε αυτή τη φορά: το βλέμμα του Γιώργου, η μαύρη κορδέλα της τυφλόμυγας ή μήπως κάποιος ψίθυρος στο αυτί της που την προειδοποιούσε πως, αν της δέναν τα μάτια με τη μαύρη κορδέλα, τότε δε θα ’χε πια κανέναν έλεγχο πάνω στον ίδιο της τον εαυτό — και φαίνεται πως αυτό ήταν αποφασισμένη να μην το επιτρέψει… Από πάνω μας ο ήλιος έκαιγε βασανιστικά, η κυρία Δομένικα συνέχιζε κάτωχρη να πισωπατά μουρμουρίζοντας ασύνδετες προτάσεις: «…δεν είναι για μένα αυτό, σας λέω… ο βαρκάρης με το ξουραφιασμένο πρόσωπο γνωρίζει… εσείς γυρέψατε γλιτωμό απ’ το φως, όχι εγώ… εξάλλου εγώ δε θ’ αργήσω να φύγω μια και καλή για τη χώρα των ίσκιων…»· και μόλις είπε αυτό το τελευταίο έκανε μεταβολή κι έφυγε τρέχοντας. Ένα ανεπαίσθητο αεράκι φύσηξε για μια στιγμή, ίσως και να ’ταν ιδέα μας· όταν η δασκάλα μας χάθηκε στη στροφή του κάτω δρόμου, κοιτάξαμε τον Γιώργο: ήταν ακίνητος σαν απολιθωμένος, το βλέμμα του στυλωμένο πλέον στο πουθενά, το χέρι του τεντωμένο μπροστά, και, το πιο παράξενο, η μαύρη κορδέλα άφαντη, λες και την πήρε μαζί του το στιγμιαίο αεράκι. Μια εβδομάδα αργότερα η κυρία Δομένικα ήρθε και μας βρήκε στο νταμάρι απέναντι απ’ της Φρόσως ενώ παίζαμε μήλα· μπήκε στο παιχνίδι χωρίς να πει κουβέντα, σα να μην είχε συμβεί τίποτε. Ποτέ όμως δεν ξανάπαιξε μαζί μας τυφλόμυγα.


21. Ο έρωτας του Τζίμη

Η δεύτερη φορά που είδα τις μαύρες κάθετες ρυτίδες στο πρόσωπο της κυρίας Δομένικας εκείνο το καλοκαίρι ήταν στο τέλος του Αυγούστου, τότε που ο Τζίμης ερωτεύτηκε το άγαλμα της Παναγίας με τη μορφή δεκατετράχρονης κοπέλας. Ο φίλος μας έμοιαζε να ’χε λωλαθεί εντελώς εκείνες τις μέρες· σταμάτησε να έρχεται στα παιχνίδια μας και περιφερόταν παντού αγκαλιά με το άγαλμα (ήταν μάλιστα βαρύ, καμωμένο από μάρμαρο, κι όλοι απορούσαμε πώς κατάφερνε να το σηκώνει για τόσες ώρες), μουρμουρίζοντας συνεχώς περιπαθή ερωτόλογα, που ποιος ξέρει από πού τα ’χε ακούσει. Και το απόγευμα της τρίτης μέρας ήρθε καμαρωτός-καμαρωτός στα Βαρέλια με τη μαρμάρινη Παναγία στην αγκαλιά του, και με επίσημη φωνή μάς ανακοίνωσε πως την αγαπούσε και σκόπευε να περάσει τη ζωή του μαζί της. Δεν τον περιγελάσαμε —ο Τζίμης ήταν αγαπημένος φίλος—, απλά, σκεφτήκαμε, τον βάρεσε η αυγουστιάτικη ζέστη στο κεφάλι, θα του περάσει. Μόνο ο Σώτερ τον ρώτησε σοβαρά: «Αυτή σ’ αγαπάει;»· η απάντηση του φίλου μας ήταν αποστομωτική: «…μ’ αγαπάει, μα ντλέπεται να μου το πει…» Αμέσως μετά μάς ανακοίνωσε και τις υπόλοιπες αποφάσεις του: θα έπαιρνε το άγαλμα κάθε μέρα μαζί του, όπου κι αν πήγαινε, κι ό,τι κι αν έκανε θα το έκανε


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μπροστά του, μέχρι να αποφασίσει η Παναγία να ζωντανέψει και να του μιλήσει· θα την περίμενε χίλια χρόνια κι ακόμη περισσότερα — αυτά μάς είπε κι άλλα παρόμοια, και μόλις τέλειωσε άφησε με προσοχή το άγαλμα σε μια πέτρα και μας πρότεινε εκείνη τη μέρα να παίξουμε κυνηγητό· είχαμε κάμποσο καιρό να κυνηγηθούμε και το καλοκαίρι τέλειωνε, αυτό μάς είπε, και βέβαια κάτι είχε στο μυαλό του… Μισή ώρα αργότερα ήρθε κι η κυρία Δομένικα, μπήκε στο παιχνίδι, όπως πάντα, χωρίς να πει κουβέντα κι άρχισε να κυνηγά τον Όττο — συνήθως διάλεγε να κυνηγήσει αυτόν γιατί ήταν ο πιο γρήγορος… Μα, πριν περάσει μισό λεπτό, ακούστηκε η αγριοφωνάρα του Τζίμη: «Αν είναι να πιάσεις κάποιον, πιάσε εμένα…» κι αμέσως συμπλήρωσε πιο σιγά: «…αν το μπολείς…» Ήτανε φανερό πως ο φίλος μας ήθελε να κάνει τη μόστρα του στη μαρμάρινη μνηστή του· η δασκάλα μας κοντοστάθηκε για μια στιγμή, τον κοίταξε με μάτι θολό κι έπειτα χίμηξε προς το μέρος του. Και βέβαια, όλοι οι υπόλοιποι δε χρειαστήκαμε περισσότερο από μισό λεπτό για να καταλάβουμε πως εκείνο το απόγευμα το παιχνίδι ήταν για δύο, άντε για τρεις, αν μετρούσαμε και το άγαλμα· ο Τζίμης και η κυρία Δομένικα έτρεχαν δαιμονισμένα, περνούσαν από δίπλα μας σαν τον άνεμο, θαρρείς και χορεύαν στο ρυθμό των τυμπάνων του διαβόλου που τ’ ακούγαν μονάχα αυτοί… Κάποτε η δασκάλα μας έπιασε τον ψηλόλιγνο φίλο μας, έξι φορές είχε καταφέρει να της ξεφύγει την τελευταία στιγμή κάνοντας την προσποίηση του χελιδονιού, κι οι ελιγμοί του άγγιζαν το τέλειο, μα την έβδομη φορά σκόνταψε σ’ ένα ξερό ξύλο, παραπάτησε κι εκείνη τον χτύπησε με την παλάμη της στον ώμο· μα αυτό δε σήμαινε το τέλος του παιχνιδιού τους: ο Τζίμης, τώρα πια αυτός θα κυνηγούσε, μέτρησε βιαστικά μέσα απ’ τα δόντια του μέχρι το δέκα (τόσο ήταν το όριο για να φύγει ο ένας μακριά από τον άλλον και να ξαναρχίσει το παιχνίδι) κι έπειτα, δε θέλει και πολύ για να το μαντέψεις, ξεχύθηκε σα λυσσασμένος στο κατόπι της…


κεφάλαιο 21

Σ’ αυτόν τον δεύτερο γύρο δεν κάναμε καν τον κόπο να τρέξουμε μακριά, το ξέραμε απ’ την αρχή πως θα ήμασταν απλοί θεατές του υπέροχου κυνηγητού τους — το μόνο που είχε αλλάξει ήταν οι ρόλοι και τα κόλπα του κυνηγημένου. Η κυρία Δομένικα ήταν πολύ ψηλή για να κάνει την προσποίηση του χελιδονιού, το καλύτερο της δασκάλας μας ήταν το πέταγμα του γύπα, τότε που έκοβε το τρέξιμό της, αφήνοντας τον κυνηγό να ’ρθει κοντά της και μια στιγμή πριν την πιάσει πετιόταν πέντ’-έξι μέτρα μακριά του κι έτσι έκοβε τα γόνατα του κυνηγού της — μόνο εκείνη κι ο Όττος το καταφέρνανε αυτό, καθώς ήθελε ικανότητα αστραπιαίας επιτάχυνσης. Είχανε αλλάξει λοιπόν τα κόλπα του παιχνιδιού κι οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί, μα η κτηνώδης μανία που τους είχε ρίξει σε κείνο το παιχνίδι, κάτι ανάμεσα σε σαρκική έλξη και διάθεση αυτοκαταστροφής, φούντωνε όλο και πιο πολύ… Και πέρασε πολλή ώρα που ο Τζίμης κυνηγούσε την κυρία Δομένικα —ίσως μισή, ίσως μία—, ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει κι αυτοί ακόμη κυνηγιόντουσαν· η δασκάλα μας είχε δοκιμάσει το γύπα ίσαμε τριάντα φορές και, παρά τα καταπληκτικά ψαράκια που ’κανε ο φίλος μας, του ξέφευγε συνέχεια. Ήταν κι οι δυο τους μούσκεμα στον ιδρώτα, θαρρείς και τους είχες αδειάσει από έναν κουβά νερό στην πλάτη, ο Τζίμης ήταν μάλιστα κατακόκκινος από το κοκκινόχωμα, καθώς σε κάθε προσποίησή της κυλιόταν καταγής· μια παράξενη ευτυχία είχε αρχίσει να κυριεύει την ψυχή μου καθώς τους έβλεπα, ένιωθα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά πως η κάθε μάχη, ο κάθε πόλεμος, το κάθε χάσμα του λογικού υπακούει στην απόλυτη ομορφιά ενός μαγευτικού απογεύματος, όταν ο ήλιος γέρνει σιγά-σιγά κοκκινίζοντας τον ορίζοντα. Δεν άργησα να διαψευστώ: κάποια στιγμή η δασκάλα μας ετοιμάστηκε για ένα ακόμη πέταγμα του γύπα· ο Τζίμης είχε κουραστεί, έτρεχε πια με αφρισμένο το στόμα, κι όταν εκείνη έκοψε, ο φίλος μας δε μπορούσε πια να ξεγελαστεί κι έκοψε κι αυτός, το ήξερε πως το ψαράκι που ετοιμαζόταν να κάνει θα ήταν το τελευ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ταίο του για κείνο το απόγευμα, χωρίς αμφιβολία δε θα μπορούσε να ξανασηκωθεί. Τότε η κ��ρία Δομένικα σταμάτησε εντελώς· δυο μέτρα μακριά της σταμάτησε κι ο Τζίμης… «Τλέξε, λοιπόν… θα σε πιάσω…» μούγκρισε ο φίλος μας· «θα τρέξω την ώρα που πρέπει…» του απάντησε εκείνη με σταθερή φωνή. Τότε καταλάβαμε όλοι τι είχε στο μυαλό της η κυρία Δομένικα: ετοιμαζόταν τάχα να παραπατήσει επίτηδες για να την πιάσει ο Τζίμης… Το κακό όμως ήταν πως το είχε καταλάβει κι αυτός· πήρε βαθιά ανάσα, «αυτό δε θα το επιτλέψω ποτέ…» της είπε με ήρεμη μα σταθερή φωνή, αλίμονο αν ρεζιλευόταν έτσι μπροστά στη μαρμάρινη Παναγία του, «τλέξε, κυλία, σε παλακαλώ…» Πέρασαν μερικές στιγμές γεμάτες ηλεκτρισμό, με τους δυο τους να στέκονται ακίνητοι και να κοιτιούνται στα μάτια· τη σιωπή έσπασε η φοβισμένη φωνή του Ζήση, «Ιησούς Χριστός νικά…» φώναξε, «η Παναγία κλαίει…» Γυρίσαμε όλοι και κοιτάξαμε το άγαλμα: πράγματι, η Παναγία έκλαιγε και μάλιστα έκλαιγε με κατακόκκινα δάκρυα που κυλούσαν πάνω στο άσπρο μάρμαρο… Μείναμε άφωνοι· σε καμία περίπτωση δε μπορούσαμε να πιστέψουμε κάτι τέτοιο αν δεν το βλέπαμε με τα ίδια μας τα μάτια. Είχε στ’ αλήθεια, λοιπόν, ψυχή μέσα της εκείνη η μαρμάρινη Παναγία με τη μορφή της δεκατετράχρονης κοπέλας· τα δίχως κόρες μάτια της είχαν δακρύσει —άραγε για το κυνηγητό του Τζίμη και της κυρίας Δομένικας ή μήπως για κάτι άλλο;—, και, το πιο φοβερό, τα δάκρυά της είχαν το χρώμα του αίματος… Μόλις συνήλθε από την πρώτη έκπληξη, ο Τζίμης όρμησε πάνω στο άγαλμα, «μην κλαις, αγάπη μου…» της έλεγε σκουπίζοντας τα δάκρυα με την ιδρωμένη μπλούζα του, «μην κλαις, δε θα σε παλαμελήσω ποτέ πια…», αυτά κι άλλα παρόμοια της έλεγε ώσπου κάποτε έβγαλε τη μπλούζα του, σκέπασε μ’ αυτή το πρόσωπο του αγάλματος κι έπειτα, δίχως να πάψει τα ερωτόλογα και τις συγγνώμες, το πήρε αγκαλιά κι έφυγε αγνοώντας μας ολότελα. Όσο για τη δασκάλα μας, αυτή έμεινε ακίνητη για κά-


κεφάλαιο 21

μποσο, στο πρόσωπό της είχαν φανεί και πάλι οι μαύρες κάθετες ρυτίδες του αδυσώπητου πεπρωμένου, στο φως του ήλιου που βασίλευε έμοιαζε με μια μάσκα όπου θριάμβευαν η φρίκη και η μοναξιά· κάποια στιγμή πλησίασα κοντά της και με φωνή που έτρεμε τη ρώτησα: «Κυρία, για σένα έκλαψε η Παναγία;»· εκείνη τότε μού απάντησε ξερά «η Παναγία κλαίει για ένα γιο που κάθε νύχτα σφάζει τη μάνα του την ώρα του ύπνου…», αυτό μού είπε κι έπειτα άρχισε να περπατά με αργό βήμα προς τον κάτω δρόμο. Φυσικά δε μπορέσαμε να ερμηνεύσουμε τα λόγια της δασκάλας μας, παρόλο που τα συζητήσαμε το ίδιο βράδυ στο νταμάρι απέναντι απ’ της Φρόσως, απλά στις μέχρι τότε ακατανόητες κουβέντες της είχε προστεθεί ακόμη μια… Την επόμενη μέρα ο Τζίμης μάς ανακοίνωσε περιχαρής πως η ψυχή της αγαπημένης του βγήκε από το άγαλμα και πλέον θα φώλιαζε στα πνευμόνια του μέχρι να βρει ένα άλλο σώμα για να σκηνώσει. Όταν τον άκουσα, απ’ το μυαλό μου πέρασε η σκέψη πως η άβυσσος του μυαλού φτιάχνεται από τον ίδιο το νου που εντέλει καταπίνει, και δεν είναι φωτιά που σιγοπυρώνει ή μια νομοτελειακή καταβύθιση ενός διελινού όπου ο ήλιος γέρνει, μα κάτι άλλο, ακαριαίο σαν αστραπή, αδιανόητο κι όμως επινοημένο από το ίδιο μυαλό που αδυνατεί να το αντέξει, κάτι απερίγραπτα φριχτό και συνάμα απόλυτα θελκτικό, που ακόμη δεν ήθελα καν να φανταστώ…


22. Η λαχτάρα των χελιδονιών

Από κείνη τη μέρα που δάκρυσε το άγαλμα, η κυρία Δομένικα δεν ξανάρθε στα Βαρέλια για κυνηγητό ή για μήλα στο νταμάρι απέναντι απ’ το σπίτι της Φρόσως· την ξαναείδαμε δυο βδομάδες αργότερα, όταν ξανάρχισαν τα σχολεία. Ήταν η πρώτη μέρα της δευτέρας δημοτικού. Είχε πολλή ζέστη εκείνο το πρωινό του αγιασμού, ο παπα-Λεπ Ταιρ βουτούσε το χέρι του στο αγιασμένο νερό και δρόσιζε το σβέρκο του, κι όταν έφτασε η ώρα να μας ραντίσει με το βασιλικό, ράντιζε μια εμάς και μια μες στον κόρφο του. Η κυρία Δομένικα δεν είχε φανεί ακόμη· κάποια στιγμή ο τρελόπαπας πήρε στο χέρι τη γαβάθα με τον αγιασμό κι άρχισε να περπατάει ανάμεσά μας και, ψέλνοντας σε μια ακατανόητη γλώσσα, ράντισε τον καθένα μας ατομικά. Όταν τέλειωσε μ’ όλες τις τάξεις, έριξε τις τελευταίες σταγόνες στα μαλλιά και στο μέτωπό του κι αμέσως έφυγε τραγουδώντας παράφωνα μιαν ιταλιάνικη μελωδία. Τότε φάνηκε από τον κάτω δρόμο η δασκάλα μας… Χρόνια αργότερα, όταν γυρεύαμε —μάταια βέβαια— να συνδέσουμε τις κομμένες κλωστές των γεγονότων που ζήσαμε, σκεφτήκαμε πως εκείνο το πρωινό η δασκάλα μας ήθελε να αποφύγει τις σταγόνες του αγιασμού. Το πρόσωπό της έδειχνε κουρασμένο, εύκολα καταλάβαινες πως κάτω απ’


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

το δέρμα παραφύλαγαν οι μαύρες ρυτίδες, έτοιμες να φανερωθούν και πάλι… Μπήκαμε στην τάξη, εκείνη ήταν ήδη καθισμένη στην έδρα και χαμογελούσε αινιγματικά· όταν καθίσαμε στις θέσεις μας, τις ίδιες με την προηγούμενη χρονιά, βρήκαμε αφημένα στα θρανία μας ξερά λουλούδια: ήταν βιολέτες κι ανεμώνες, ένα λουλούδι για τον καθένα μας — το δίχως άλλο εκείνη τα ’χε αφήσει στα θρανία μας. Μείναμε να κοιτάμε τα λουλούδια διστακτικά, δεν τ’ αγγίζαμε από φόβο μη συντριβούν και γίνουν σκόνη στα δάχτυλά μας, «ξέρετε, κάποτε θα ανθίσουν κι αυτά τα λουλούδια…» ακούστηκε κάποτε η γλυκύτατη φωνή της, «…τα ’φερε ο άνεμος… είναι τα άνθη της οργής του… Δεν ξέρω πώς, βρεθήκανε σε μια ερημωμένη χελιδονοφωλιά που έπεσε, ίσως και να ’ταν αυτά ο λόγος που τα χελιδόνια την εγκατέλειψαν… Έχουν ξεραθεί απ’ τον καιρό, γι’ αυτό εξάλλου μπόρεσα να τα πιάσω στα χέρια μου… Φυλάξτε τα και περιμένετε με υπομονή, πίστη κι ελπίδα… αυτοί που ξέρουν λένε πως θα υπάρξει καιρός που θα ανθίζουν τα ξερά λουλούδια…» Κι ενώ μάς έλεγε αυτά τα λόγια, πρόσεξα πως ήταν στ’ αλήθεια συγκινημένη, τα χείλη της έτρεμαν και τα μάτια της γυάλιζαν υγρά, θαρρείς και ζούσε ξανά ένα όραμα των χρόνων της αθωότητάς της, προτού έρθουν στη ζωή της οι δαίμονες και τα φοβερά μυστικά· «…και γιατί τα δίνεις σε μας, κυρία;» τη ρώτησε τότε ο Σώτερ, «…γιατί δεν τα κρατάς για σένα;» «Γιατί είστε φίλοι μου, οι μόνοι φίλοι της ζωής μου…» απάντησε εκείνη με σταθερή φωνή· κι αμέσως μετά, θέλοντας να υποβαθμίσει την προηγούμενη κουβέντα της, συνέχισε: «Εξάλλου μόλις ζωντανέψουν αυτά τα λουλούδια θα ζωντανέψει μαζί τους κι ο λυσσασμένος άνεμος που τα σκόρπισε. Σας το ’χω πει κι άλλοτε: τον φοβάμαι αυτόν τον άνεμο, είναι ο μεγάλος μου εφιάλτης… Αν κρατήσω εγώ τ’ ανθισμένα λουλούδια του, ο άνεμος θα κάψει το δέρμα μου· αν τα κρατήσετε εσείς, θα σας δροσίσει ηδονικά…» Τότε ο Σώτερ πιάστηκε αμέσως απ’ την κουβέντα της, ίσως να σκέφτηκε πως είχε έρθει η στιγμή


κεφάλαιο 22

για να μάθουμε το μυστικό της, «…και γιατί να σε κάψει ο άνεμος, κυρία;… πες μας επιτέλους, τι διαφορετικό έχεις από μας;» τη ρώτησε θαρρετά. Η κυρία Δομένικα έμεινε για λίγο σιωπηλή κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα τον τοίχο πίσω απ’ τις πλάτες μας, έπειτα χαμογέλασε βεβιασμένα κι άρχισε να μιλά κομπιάζοντας: «Γιά φαντάσου η ζωή σου να είναι το αντίστροφο της ζωής των άλλων… η σύλληψή σου να ’γινε σύμφωνα με σχέδια παράφορου μίσους· να γεννηθείς μέσα απ’ τον θάνατο και για να ζήσεις να πρέπει να πεθαίνουν οι άλλοι… να έχεις μετρημένο τον πόθο, το φόβο και την ελπίδα… να ζεις τα ηλιοβασιλέματα σε έναν κλειστό ουράνιο θόλο…» Η δασκάλα μας σταμάτησε εκεί και μας κοίταξε ικετευτικά, ήταν ολοφάνερο πως δεν ήθελε να μας πει περισσότερα· για μια ακόμη φορά τα λόγια της, αντί να ησυχάσουν την ψυχή μας, την ανατάραζαν όλο και πιο πολύ και έκαναν τα αινίγματα της ζωής της ακόμα πιο σκοτεινά και περίπλοκα. Τότε μίλησε ο Γιώργος, η φωνή του ήταν παράξενη, λες και μιλούσε κάποιος μες στον ύπνο του: «Όποιος θέλει να περιμένει με υπομονή, πίστη κι ελπίδα ας το κάνει· εγώ δε μπορώ…» είπε κι έτριψε τις δυο παλάμες του, κάνοντας σκόνη ανάμεσά τους την ξερή βιολέτα που εκείνη είχε αφήσει στη θέση του… Στο μεταξύ, όσο περνούσαν οι μέρες και οι βδομάδες εκείνου του φθινοπώρου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, εγώ, ο Σώτερ και ο Μεγάλος Πρόδρομος περιερχόμασταν σε όλο και μεγαλύτερη σύγχυση και ταραχή: η κυρία Πανδώρα μάς είχε υποσχεθεί μιαν απάντηση ώς το τέλος Νοεμβρίου, κι έτσι τα πάντα θα ξεκαθάριζαν με την απόφασή της — αυτό νομίζαμε τουλάχιστον εμείς οι τρεις που ’μασταν υποψήφιοι για να την κάνουμε γυναίκα μας. Οι νύχτες μου ξημέρωναν χωρίς ύπνο, με εξόριστα όνειρα άλλων συνειδήσεων να με επισκέπτονται φευγαλέα στις στιγμές της πιο έντονης διαύγειας, κι όπως έλεγε κι ο παπα-Λεπ Ταιρ, τα όνειρα έξω απ’ τον ύπνο είναι τόσο τρομακτικά, όσο το πρόσωπο ενός ανθρώπου χωρίς το δέρμα του… Τα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

απογεύματα έπαιρνα τους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ, προσπαθώντας μάταια να συλλογιστώ ότι ο Μεγάλος Πρόδρομος κι ο Σώτερ ίσως και να αγαπούσαν τη μάγισσα με τα μαύρα μάτια όσο κι εγώ, ίσως και ακόμη περισσότερο — η ίδια η κυρία Πανδώρα είχε ζητήσει κι απ’ τους τρεις μας να συμφιλιωθούμε με κάτι τέτοιο, το ’χε θέσει ως απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτόν που θα διάλεγε· φυσικά, στο τέλος αυτών των περιπλανήσεων, κάθε φορά τα βήματά μου μ’ έβγαζαν στην αυλή του σπιτιού της, μπροστά στον απίστευτο κήπο του ερέβους, όπου έσμιγαν το καλό, το κακό και το αποκρουστικά ουδέτερο… Όσο για τις ώρες του μαθήματος με την κυρία Δομένικα, ήταν για μένα ένα ευχάριστο διάλειμμα στον κυκεώνα των αλλόκοτων σκέψεων, των απελπισμένων υπολογισμών και των αδιέξοδων υποθέσεω��· η δασκάλα μας ήξερε, βέβαια, τι συνέβαινε και μας άφησε ανενόχλητους στη νάρκη της αναμονής για την επιλογή της μάγισσας, δε μας είπε ούτε μια κουβέντα ή συμβουλή, κάποτε-κάποτε μας κοιτούσε χαμογελώντας γλυκύτατα, κι αυτό ήταν όλο. Μονάχα μια φορά εκείνο το φθινόπωρο μας ζήτησε να πάμε στις μαργαρίτες μαζί με τους υπόλοιπους, τότε που μας είπε πως έπρεπε να κάνουμε κάτι για τα χελιδόνια που είχαν ξεχάσει να φύγουν για τις νότιες θάλασσες… Ήταν μια παράξενη κι ανεξήγητη αλλαγή που είχε συμβεί στα χελιδόνια εκείνο τον καιρό· ξαφνικά συμπεριφέρονταν σαν τα πουλιά που έχουν μάθει στο κλουβί, μπαίνανε στα σπίτια και φώλιαζαν στα ράφια και στα συρτάρια, κάθονταν να τα χαϊδέψεις και τσιμπούσαν κύβους ζάχαρης απ’ την παλάμη σου, μερικά είχαν αρχίσει και κάτι άθλια κελαηδίσματα, προφανώς για να γίνουν αρεστά στους ανθρώπους, μερικά άλλα είχαν αρχίσει να περπατάνε στα δυο τους πόδια σαν τις κότες· «κάποιος πήρε απ’ τα πουλιά την τρελή λαχτάρα τους…» μας είπε η κυρία Δομένικα στις μαργαρίτες εκείνο το μεσημέρι της δεκάτης πέμπτης Οκτωβρίου (ακριβώς μια βδομάδα μετά το τέταρτο αγιούτο


κεφάλαιο 22

του Πέτρου στο πηγάδι της θείας Δώρας), «κι άμα δεν την ξαναβρούν για να φύγουν, θα ψοφήσουν με τις πρώτες παγωνιές…» «Κι εμείς τι μπορούμε να κάνουμε;» ρώτησε ο Όττος, «σάμπως στην τσέπη μας την έχουμε τη λαχτάρα τους να τους την ξαναδώσουμε πίσω; Κι αφού έτσι διάλεξαν τη ζωή τους, ποιοι είμαστε εμείς να αποφασίζουμε για λογαριασμό τους;» Η δασκάλα μας του απάντησε ιδιαίτερα επιθετικά: «Όττο, άμα φοβάσαι, να σηκωθείς να φύγεις και να μην κάνεις ανόητες ερωτήσεις… Ο καθένας είναι αυτό που θέλει να γίνει… κι εσύ το ίδιο… Όσο ζεις, αποφασίζεις δίχως να μπορείς να δεις πίσω από τη μαύρη κουρτίνα, δίχως να ξέρεις για το ποιος σφυρίζει τη μουσική της νύχτας· ειδάλλως, είσαι ένας χέστης…», αυτά είπε η δασκάλα μας του Όττου και τα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει και πετούσαν φωτιές· όλοι μείναμε με ανοιχτό το στόμα, η κυρία Δομένικα δε συνήθιζε να μιλά έτσι… Ο Όττος είχε σκύψει το κεφάλι ντροπιασμένος. «Και τη λαχτάρα πώς θα τη βρουν τα χελιδόνια για να φύγουν;» ψέλλισε σιγά-σιγά ο Κώστας, από φόβο μην πάρει αντίστοιχη απάντηση με την προηγούμενη· η κυρία Δομένικα όμως απάντησε γλυκά αυτή τη φορά, σχεδόν το ψιθύρισε: «Η λαχτάρα τους έρχεται με τη λαχτάρα σου, γεννιέται μέσα από αυτήν…» Το ίδιο βράδυ και οι δεκαπέντε (και φυσικά μαζί μας κι ο Όττος, και μάλιστα πιο παθιασμένος από όλους μας) βγήκαμε σκαστοί απ’ τα σπίτια μας δίχως να κρατάμε σκουπόξυλα, ξύλα, κλαδιά, τα άσπρα σεντόνια μας ή ό,τι άλλο… Ήμασταν μόνον εμείς και το σώμα μας, η λαχτάρα μας που θα ξυπνούσε τη λαχτάρα τους. Συναντηθήκαμε εκεί, στην άκρη της αλάνας, με την κυρία Δομένικα, που ήρθε έχοντας στην αγκαλιά της ένα μαύρο ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι. Στον καθένα μας έδωσε μια χούφτα από τα πούπουλα του μαξιλαριού: «Βάλτε τα στο στόμα σας κι έπειτα κρατήστε τα δόντια σφιχτά και τσιρίχτε μ’ όλη σας τη δύναμη…» Φυσικά, μας έδινε οδηγίες δοκιμασμένες μες στους αιώνες: πράγματι γεμίσαμε τη νύχτα με τη λαχτάρα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μας. Τρέχαμε σα δαιμονισμένοι και τσιρίζαμε πνιχτά σαν τους φριχτούς νεκροζώντανους των παραμυθιών του Βάλτου, χωρίς ούτε στιγμή να ξεσφίξουμε τα δόντια· δεν αφήσαμε δρόμο και στενό που να μη σκορπίσουμε τον πανικό και την ταραχή που προκαλούν οι φευγαλέοι νυχτερινοί ίσκιοι, κι είναι αλήθεια πως, όσο προχωρούσε η νύχτα, όλο και πιο πολύ μάς πλημμύριζε ένα παράξενο αίσθημα, εφιαλτικό και συνάμα μεγαλειώδες — ποιος ξέρει, ίσως εκείνες τις στιγμές να μας κυβερνούσαν κάποιες ακατονόμαστες δυνάμεις, οι ίδιες που κυβερνούσαν και τη ζωή της δασκάλας μας… Κι όπως είχαμε τα πούπουλα στο στόμα μας, με την πρώτη τσιρίδα βούλωσαν τ’ αυτιά μας, κι έτσι δεν ακούγαμε καλά τις τσιρίδες μας — πιο πολύ τις φανταζόμασταν να ξεπετάγονται σα γαλάζιες φλόγες και να τρυπώνουν στις χελιδονοφωλιές… Και στο κέντρο του κορμιού μας ένα πρωτόγνωρο κενό άρχισε να μεγαλώνει, σαν ένας κύκλος που ξεκίνησε μικρός από εκεί χαμηλά κι όσο άνοιγε νέκρωνε όλο και πιο ηδονικά τη σάρκα μας… Λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα βρεθήκαμε να παραπατάμε στην αλάνα, όπου μας περίμενε η δασκάλα μας με το ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι της· φτύσαμε στη χούφτα της τα πούπουλα που ’χαμε στο στόμα μας τόσες ώρες και φύγαμε αμίλητοι σαν τα φαντάσματα. Την άλλη μέρα αποδείχτηκε περίτρανα πως η κυρία Δομένικα ήξερε καλά τι μας έλεγε. Πράγματι, η λαχτάρα ξυπνά τη λαχτάρα: το πρωί, μόλις σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι για να πάω στο σχολείο, είδα απ’ το παράθυρό μου τον ουρανό να μαυρίζει απ’ τα σμάρια των χελιδονιών που φεύγανε κατά κύματα για τις νότιες θάλασσες…


23. Οι αετοί με τα κομμένα κεφάλια

Ο Νοέμβριος ξεκίνησε με μια φοβερή βροχή που κράτησε μια βδομάδα. Κατόπιν έπιασαν οι μεγάλοι αγέρηδες και η παγωνιά· ωστόσο μέσα μου έκαιγε η φλόγα της τυραννικής αναμονής: η μάγισσα με τα μαύρα μάτια θα έδινε την απάντησή της πριν σχολάσει ο μήνας… Τελικά τα πράγματα έγιναν όπως έπρεπε· εγώ άντεξα τη φωτιά να μου καίει τη σάρκα και το σίδερο να τρυπά το κορμί μου, όμως δε μπόρεσα να πιω ένα ποτήρι με νερό μες στο σκοτάδι… Κι έπειτα η κυρία Πανδώρα πέθανε την ώρα που εγώ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, νόμιζα πως είχα βρει την αλήθεια στα μάτια του φιδιού που μου ’σφιγγε το λαιμό χωρίς να με πνίγει…. Όταν την έθαψαν, έλειπα — ήταν η πρώτη φορά απ’ τον Σεπτέμβριο του εβδομήντα πέντε που έφυγα για δυο μέρες από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα. Όταν γύρισα κι έμαθα τον θάνατό της, άρχισα να περιπλανιέμαι στα τυφλά για ολόκληρη τη νύχτα, ώσπου λίγο πριν από το ξημέρωμα έπεσα (άραγε τυχαία ή μήπως την αναζητούσα χωρίς να το ξέρω;) πάνω στην κυρία Δομένικα… Είχε πραγματικά φαρμακερό κρύο εκείνη την ώρα που έσβηνε η νύχτα για να ξημερώσει η τριακοστή Νοεμβρίου του εβδομήντα έξι. Ωστόσο η δασκάλα μας, όταν συναντηθήκαμε στο στύλο του ηλεκτρικού, στο δρόμο της θείας


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

Δώρας, δεν έδειξε καμία έκπληξη, ίσα-ίσα, έμοιαζε προετοιμασμένη για τη συνάντησή μας. Αμέσως με πλησίασε, μου ’πιασε σφιχτά το χέρι και με τράβηξε κάτω απ’ το μαύρο πανωφόρι της — ένιωθα τα δάχτυλά της γύρω απ’ τον καρπό μου σα να ’ταν ξύλινα. Κι έπειτα, παρασέρνοντας το άβουλο κορμί μου, άρχισε να με οδηγεί κάπου. Φτάσαμε στις μαργαρίτες. Όταν καθίσαμε στο παγωμένο χώμα, χωρίς εγώ να πω τίποτε, εκείνη άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα: «Ξέρεις, είσαι ο τρίτος που βρίσκω να περιπλανιέται τέτοιαν ώρα…» Προσπάθησα να την κοιτάξω στα μάτια· μέσα στο φως της νύχτας, που ’σπαζε σιγά-σιγά για το ξημέρωμα, δεν έβλεπα τις κόρες τους, ούτε καν τους βολβούς και τα βλέφαρα — μόνο δυο μαύρους κρατήρες. «…Κι είσαι ο τρίτος που δεν ξέρει πως ο θάνατος είναι η ωραιότερη κατάληξη μιας τέτοιας αγάπης…» συνέχισε σκύβοντας προς το μέρος μου, λες και μου εμπιστευόταν κάποιο μυστικό, «ναι, ο θάνατος…» επανέλαβε εμφαντικά, «όλα τ’ άλλα είναι παζάρια, σκατωμένες συμφωνίες, σαπίλα…» «Δε μου τα λες καλά, κυρία…» διαμαρτυρήθηκα τότε με φωνή που έτρεμε, «την αγαπούσα κι έπρεπε τώρα να ’μουν εγώ πεθαμένος… όμως δε μπόρεσα να πιω το ποτήρι που μου ’δωσε… εκείνη το ’πιε, εκείνη πέθανε… Εσύ το ’χεις ακούσει άλλος ν’ αγαπά κι άλλος να πεθαίνει;» Η κυρία Δομένικα γέλασε για μια στιγμή κι έπειτα μου απάντησε με τρυφερή φωνή: «Πλάκα έχεις… επειδή πήρε η καρδιά σου φωτιά νόμισες πως μπορούσες να αγαπάς όπως εκείνη… Εσύ κι οι άλλοι δυο αγαπήσατε στα τυφλά· η κυρία Πανδώρα αγάπησε μ’ ανοιχτά μάτια… Το ν’ αγαπάς έτσι δεν είναι εύκολο πράγμα… θέλει να συνταιριάξεις το πιο θολό πάθος με την απόλυτη γαλήνη… Εκείνη το μπορούσε. Σ’ όλη της τη ζωή προετοιμαζόταν γι’ αυτό: ήταν πλασμένη από την απόγνωση, είχε σχεδιάσει η ίδια την καταστροφή της… απλά περίμενε τη στιγμή…» Έπιασα το κεφάλι μου με τις παλάμες μου· δεν καλοκαταλάβαινα βέβαια τα όσα έλεγε η κυρία Δομένικα, όμως την τελευταία λέξη της την


κεφάλαιο 23

ένιωσα στο μυαλό μου σα σφυριά. Όταν συνήλθα, τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα· «…κι ο πόνος, κυρία;… πότε θα ησυχάσω απ’ τον πόνο; πότε θα γίνω φίλος με την τρύπα στο στήθος μου;» τη ρώτησα με λυγμούς… Εκείνη έκανε κάμποση ώρα για να μου απαντήσει —ίσως και δυο και τρία λεπτά—, κι όταν επιτέλους μίλησε, είπε κάτι που έμελλε να το ξανακούσω απ’ το στόμα της, εκεί, στον ίδιο τόπο, δέκα μήνες αργότερα: «Η φωτιά σβήνει με φωτιά, το ακατανόητο εξηγείται με ακατανόητο, ο πόνος ησυχάζει με πόνο…» Κι έπειτα, χωρίς άλλη κουβέντα, σηκώθηκε, μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έφυγε με σταθερό βήμα. Γύρισα κι είδα τη σιλουέτα της να απομακρύνεται· ξημέρωνε… Οι αετοί που κρατούσαν στα νύχια τους κομμένα κεφάλια ανθρώπων ήρθαν στην αλάνα το μεσημέρι της έκτης Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς, κι ήταν στα σίγουρα το πιο αποτρόπαιο θέαμα που είχα δει στη ζωή μου μέχρι τότε… Εκείνη τη μέρα η χιονοθύελλα έσκουζε στην αλάνα απ’ το πρωί· το μεσημέρι είχε δυναμώσει, στο σχολείο πήγαμε περπατώντας σκυφτοί τοίχο-τοίχο, μη και μας πετάξει πέρα ο άνεμος. Η κυρία Δομένικα μας περίμενε όρθια, έπαιζε τα δάχτυλά της με νευρικότητα και το πρόσωπό της ήταν ανήσυχο, λες και κάποιο κακό προαίσθημα βάραινε την ψυχή της… Αμέσως μετά τη σιωπηλή προσευχή μας, την ώρα που ο μοιραίος Νίκος μάς μοίραζε μαντζούνια — ήταν το συνηθισμένο κέρασμα για τη γιορτή του—, κόπηκε το ρεύμα· η τάξη σκοτείνιασε, παρόλο που ήτανε δυόμισι η ώρα το μεσημέρι, ο ουρανός είχε τόση μαυρίλα, σα να ’ταν σούρουπο. Δε γινόταν να κάνουμε κανονικό μάθημα, κι έτσι, μετά από αρκετά λεπτά αμήχανης σιωπής, η κυρία Δομένικα μας ρώτησε με ασυνήθιστα διστακτική φωνή: «…μήπως θέλετε να σας πω μια ιστορία για κάποιο μολυβένιο στρατιώτη που…» Πριν ολοκληρώσει τη φράση της, ακούστηκε το πρώτο ρέκασμα, οξύ και διαπεραστικό σα λόγχη στο στομάχι· εκείνη τινάχτηκε σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, το πρόσωπό της παραμορφώθηκε από την


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ένταση… Έπειτα από ένα λεπτό προχώρησε με αργά βήματα προς το παράθυρο. Κοιτάξαμε όλοι έξω· το μόνο που βλέπαμε ήταν ο λευκός στρόβιλος της χιονοθύελλας· έπειτα ακούσαμε ένα δεύτερο ρέκασμα, ακόμη πιο τρομακτικό απ’ το πρώτο, κι αμέσως μετά ένα φοβερό χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου, που το έκανε χίλια κομμάτια, θαρρείς και κάποιος πέταξε ένα τούβλο. Όλοι όσοι κάθονταν απ’ τη μεριά των παραθύρων πετάχτηκαν φοβισμένοι απ’ τις θέσεις τους· ευτυχώς κανένας δεν τραυματίστηκε από τα τζάμια, μα, πίστεψέ το, εκείνη τη στιγμή λίγο μάς ένοιαζε αυτό, καθώς στο μισό δευτερόλεπτο ανάμεσα στο δεύτερο ρέκασμα και στο χτύπημα που ’σπασε το τζάμι είχαμε δει μια φριχτή και απαίσια εικόνα, βγαλμένη θαρρείς απ’ τον χειρότερο εφιάλτη: ένας τεράστιος αετός, γκρίζος, με χάλκινα φτερά, με χρυσό ράμφος και μαύρα αδυσώπητα μάτια, ερχόταν προς το παράθυρο και στα νύχια του κρατούσε ένα κομμένο ανθρώπινο κεφάλι βουτηγμένο στο αίμα: ένα ανθρώπινο κεφάλι με βγαλμένα τα μάτια, μόρφαζε λες κι ήταν ζωντανό —μα ο μορφασμός του ήταν κάτι σα μορφασμός υπέρτατου θριάμβου—, και στα μάγουλά του έτρεχε αίμα — ή μήπως έκλαιγε με κόκκινα δάκρυα είτε χαράς είτε απερίγραπτου πόνου είτε και τα δυο μαζί… «Να μη ζυγώσει κανένας την πόρτα ή το παράθυρο…» είπε βραχνά η δασκάλα μας κι η φωνή της είχε κάτι το ανατριχιαστικά ακραίο· έπειτα πήρε βαθιά ανάσα, προχώρησε στην πόρτα, την άνοιξε και βγήκε έξω στη χιονοθύελλα… Είχαν περάσει πέντε λεπτά όταν, χωρίς να μιλήσει κανένας μας, αποφασίσαμε όλοι μαζί να παραβούμε την εντολή της· πιάσαμε ο ένας τον ώμο του άλλου και, ενωμένοι σαν ένα πλάσμα, σύραμε τα πόδια μας προς το σπασμένο παράθυρο. Στην αρχή δε βλέπαμε τίποτε· σε λίγο όμως — τάχα να ’ταν τυχαίο ή μήπως όχι;— η χιονοθύελλα άρχισε να κοπάζει σιγά-σιγά, κι έτσι διακρίναμε όλο και πιο καθαρά τη σιλουέτα της δασκάλας μας στο κέντρο της αλάνας και, πάνω απ’ το κεφάλι της, τους υπερφυσικούς αετούς με την


κεφάλαιο 23

απαίσια λεία στα νύχια τους· δίχως καμιά αμφιβολία επρόκειτο για τα ίδια εκείνα μυθικά πουλιά-τέρατα που σκότωναν τα άγρια άλογα και τους έτρωγαν το συκώτι. Ήταν πραγματικά αμέτρητοι (παρόλο που μετά από χρόνια ο παπα-Λεπ Ταιρ έλεγε πως δε θα δεις ποτέ δυο αετούς μαζί) και πλέον τα ρεκάσματά τους ακούγονταν συνέχεια, τόσο φοβερά, που έλεγες πως όλες οι δυνάμεις του μίσους που υπήρχαν στη φύση είχαν συσπειρωθεί μέσα στον ήχο τους. Η δασκάλα μας περπατούσε ανάμεσα απ’ τους αετούς, τα χέρια της ήταν σηκωμένα ψηλά, έμοιαζε να τους λέει κάποια λόγια, ποιος ξέρει τι; Κάποια στιγμή η χιονοθύελλα έπαψε εντελώς, ο ουρανός ξάνοιξε κάπως, η ατμόσφαιρα έγινε ξαφνικά απίστευτα διαυγής· τότε, μας φάνηκε πως ακούσαμε τη δασκάλα μας να ουρλιάζει· ίσως και να ’ταν μοναχά ιδέα μας. Λίγο αργότερα ακούσαμε όμως και πάλι ουρλιαχτά και τότε συνειδητοποιήσαμε πως ούρλιαζαν τα κεφάλια που κρατούσαν οι αετοί· τώρα βλέπαμε ότι και τα φριχτά πρόσωπα και τα ανοιχτά στόματα και τα ουρλιαχτά δε διέφεραν πολύ απ’ τα ρεκάσματα των αετών… Ήτανε νέοι άντρες με πρόσωπα αρχαίων αγαλμάτων, γυναίκες με μακριά μαλλιά, έφηβοι με κουρεμένα τα κεφάλια, μικρά κορίτσια με ασχημάτιστα ακόμη τα μήλα του προσώπου, γέροι ρυτιδιασμένοι με ψαρά γένια, και τα αίματα αυλάκωναν τα πρόσωπά τους κι οι γλώσσες τους ήταν μαύρες… κι όλων τα μάτια ήταν βγαλμένα. Πέρασαν έτσι δυο ώρες· κοιτούσαμε ακίνητοι, νιώθαμε πως η καρδιά μας είχε γίνει μια κρύα σκληρή πέτρα μες στο στήθος μας… Δε νιώθαμε πια με τις αισθήσεις μας· μια παράξενη πρωτόγνωρη λογική μάς είχε υποτάξει και μια υπερκόσμια γαλήνη είχε πλημμυρίσει την ψυχή μας. Κι όσες φορές κι αν ανακαλώ στο μυαλό μου τα όσα είδα εκείνο το τρομερό μεσημέρι, αγκαλιασμένος με τους φίλους μου μπροστά απ’ το σπασμένο παράθυρο της τάξης, έρχονται στο νου μου ανάκατες εικόνες απίστευτα καθαρές, στιλπνές, άψυχες, ίσως κι ανύπαρκτες, εικόνες που εισέβαλλαν μέσα μου και με μίαιναν με


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

την ίδια τους την καθαρότητα, εικόνες ξένες και εχθρικές, ελπίζω να καταλαβαίνεις, δε μπορώ να το περιγράψω καλύτερα… Πέρασαν έτσι κοντά δυο ώρες, σε λίγο θα έπεφτε το σκοτάδι· τα ρεκάσματα γίνονταν όλο και πιο υποφερτά κι όλοι συμφιλιώνονταν με όλα. Οι τεράστιοι αετοί άρχισαν να πετούν χαμηλά, τόσο που τα κομμένα κεφάλια που κρατούσαν ήρθαν στην ίδια ευθεία με το κεφάλι της κυρίας Δομένικας. Τότε την είδαμε να πιάνει το κάθε κεφάλι που ’βρισκε μπροστά της και να φέρνει το πρόσωπό της κοντά· στην αρχή νομίσαμε πως το φιλούσε, αλλά όχι, δεν έκανε αυτό, η δασκάλα μας έγλειφε το αίμα που κυλούσε απ’ τα βγαλμένα μάτια… Αμέσως όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό μας — ή τουλάχιστον έτσι νομίσαμε: κάποιος έστελνε ένα δώρο στην κυρία Δομένικα, ένα πεσκέσι εκλεκτό, όπως θα ’λεγε κι ο Τζακ, κι εκείνη ήταν υποχρεωμένη να το δοκιμάσει… Έπεσε το σκοτάδι· δε βλέπαμε πια τίποτε απ’ όσα γίνονταν στην αλάνα. Κάποτε, μια ώρα αργότερα, ακούσαμε ένα τελευταίο ρέκασμα, πιο φοβερό απ’ όλα τα προηγούμενα, θαρρείς και ρεκάζαν χίλιοι αετοί μαζί· έξαφνα ξυπνήσαμε από την παγωμένη ακινησία μας, βάλαμε τις παλάμες στ’ αυτιά μας κι έπειτα, τρελοί απ’ το φόβο, τρέξαμε μες στην τάξη και, σκουντουφλώντας πάνω στα θρανία, λουφάξαμε στην πιο μακρινή γωνία απ’ τα παράθυρα. Ένα λεπτό μετά το τελευταίο ρέκασμα, ακούσαμε βήματα· κάποιος είχε μπει απ’ την πόρτα — η κυρία Δομένικα μίλησε με σιγανή φωνή, σχεδόν ψιθύρισε: «Είναι ώρα να φύγετε για τα σπίτια σας… την ιστορία του μολυβένιου στρατιώτη θα σας την πω αύριο…» Μαζέψαμε στα τυφλά τα τετράδιά μας και βγήκαμε έξω· περπατώντας τοίχο-τοίχο φτάσαμε στο δρόμο της θείας Δώρας, εκεί όπου έφεγγε ο στύλος του ηλεκτρικού… Η χιονοθύελλα είχε αρχίσει ξανά…


24. Τα φιλιά χάνονται για πάντα

Από εκείνη τη φοβερή μέρα του Δεκεμβρίου η κυρία Δομένικα άρχισε να γίνεται όλο και πιο μελαγχολική. Δε γελούσε πια όπως άλλοτε, έδειχνε κουρασμένη, σα να ’χε σπάσει κάτι μέσα της, σα να ’χε μυρίσει το δαιμονικό λουλούδι που καραδοκεί στους εφιάλτες μας και μας περιμένει όλους — η γρια-Αλεξάνδρα είχε πει πως τα πνευμόνια και η κοιλιά όποιου μύριζε αυτό το λουλούδι θα σάπιζαν με φριχτούς πόνους. Στη γιορτή των Χριστουγέννων (στο δέντρο είχαμε δέσει με σπάγκο φύλλα φλαμουριάς, που ο Τζίμης τα κρατούσε στο οινόπνευμα από τον Οκτώβριο) ήρθε καθυστερημένη, τα μάτια της ήταν πρησμένα σα να ’κλαιγε όλη τη νύχτα· όταν στην ανταλλαγή των δώρων τραβούσαμε ο καθένας το δώρο του από τον άσπρο σάκο, όλοι προσέξαμε να μην πιάσει το χέρι μας το μαύρο τετράγωνο κουτάκι που ’χε φέρει ο Γιώργος — γι’ αυτό κι όλοι είχαμε φέρει μακρόστενα δώρα δεμένα με κορδέλες, για να μη μπερδευτεί κανένας… Όταν ήρθε η σειρά της, τελευταία όπως πάντα, είχε απομείνει στο σάκο μόνο το μαύρο κουτί· το άνοιξε μπροστά μας και βρήκε μέσα —αλίμονο— ένα μάτι αετού κι ένα κομμάτι χαρτί που έγραφε με πλάγια καλλιγραφικά γράμματα «αν ήθελες…» Δεν είπε τίποτε, μόλο που κατάλαβε πως ήταν του Γιώργου, μονάχα χαμογέ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

λασε αφηρημένα — και βέβαια ο φίλος μας το πήρε αυτό για ενθαρρυντικό σημάδι. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς χιόνιζε, κι ενώ πηγαίναμε μέσα στη νύχτα στο Μεγάλο Ρέμα, με τον Βέλια οδηγό να μας δείξει το χωράφι με τις ζαχαρένιες φλόγες, ακούσαμε ξαφνικά από ψηλά τα στριγκά ρεκάσματα των φριχτών πουλιών και σφίχτηκε η ψυχή μας. Φυσικά ο Γιώργος ήθελε να γυρίσει πίσω, «με χρειάζεται… πρέπει να πάω κοντά της…» άρχισε να μονολογεί, «άσ’ το, ρε Γιώργο, τώρα πληρώνονται παλιοί λογαριασμοί… τέτοια ώρα μόνο εσύ τής έλειπες…» του είπε ξερά ο Μανόλης σκουντώντας τον στην πλάτη, και φαίνεται πως τον έπεισε, γιατί συνέχισε να προχωρά μαζί μας χωρίς να ξανανοίξει το στόμα του μέχρι το ξημέρωμα που γυρίσαμε πίσω. Στις εφτά του Αϊ-Γιαννιού —ήτανε μια ηλιόλουστη Κυριακή— ο Πέπας ήρθε το μεσημέρι στα Βαρέλια και μας έδωσε ένα κομμάτι μαυρισμένο γυαλί· το κρατούσε φυλαγμένο στον κόρφο του κι όχι στην κασέλα με την πραμάτεια που του ’χαν δώσει για να πουλήσει στα πανηγύρια εκείνης της μέρας. «Είναι το γυαλί της αιωνιότητας… εδώ μπορείτε να κρατήσετε για πάντα το φιλί κάποιας που αγαπάτε… Χθες ολημέρα τα ’φτιαχνε ο μπάρμπας μου, μαυρίζοντας με τη φλόγα του κεριού σπασμένα τζάμια· απ’ το πρωί πούλησα ίσαμε είκοσι κομμάτια… Κράτησα ένα και για σας που ’σαστε βαλτωμένοι για τα καλά…» είπε λαχανιασμένος και μας έκλεισε το μάτι με νόημα πριν φύγει βιαστικά. Και βέβαια δε χρειάστηκε καν να σκεφτούμε ποιανής το φιλί θα θέλαμε να κρατήσουμε στο γυαλί εκείνο· αν ζούσε η κυρία Πανδώρα, θα γινόταν αληθινός σκοτωμός ανάμεσα στον Γιώργο και σε μας τους τρεις — ��υσικά εμείς θα θέλαμε το φιλί εκείνης στο μαυρισμένο γυαλί του Πέπα, μα η μάγισσα με τα μακριά δάχτυλα ήταν ήδη έξι βδομάδες πεθαμένη και τα σκουλήκια θα ’χαν φάει πια τα μαύρα χείλια της κι ολόκληρο το πρόσωπό της, άρα όλοι ήμασταν σύμφωνοι: στο μαυρισμένο γυαλί της «αιωνιότητας» έπρεπε πάση θυσία να κρατήσουμε το φιλί της κυρίας Δομένικας, πριν φύγει κι


κεφάλαιο 24

αυτή για τη χώρα των ίσκιων —τον περασμένο Ιούλιο μας είχε πει, αλίμονο, ότι δε θ’ αργούσε—, έπρεπε να κρατήσουμε το φιλί της υπέροχης δασκάλας μας με τα σκασμένα χείλη και τα φοβερά ανομολόγητα μυστικά… Το πρωί της επομένης εκείνη μάς περίμενε καθισμένη στην έδρα χαμογελώντας γλυκύτατα —εκείνο το μήνα ήμασταν δυο βδομάδες πρωινοί και μια απογευματινοί—, μόλις είπαμε τα «χρόνια πολλά» (ήταν η πρώτη μέρα του σχολείου για τη νέα χρονιά) και κάναμε βουβοί την προσευχή μας, της μιλήσαμε, προτού προλάβει να πει οτιδήποτε: θα της ζητούσαμε μια χάρη και δε θα μας αρνιότανε, ήτανε κάτι που το θέλαμε πολύ… «Αν είναι κάτι που το μπορώ, γιατί όχι…» απάντησε εκείνη με κεντρισμένο το ενδιαφέρον της· «το μπορείς και το παραμπορείς, κυρία» της χίμηξε ο Σώτερ, «από σένα θέλουμε μόνο τα δυο σου χείλη…» Για μια στιγμή πάνιασε —έφυγε θαρρείς όλο το αίμα από το πρόσωπό της—, όταν όμως ο φίλος μας συμπλήρωσε βγάζοντας απ’ τον κόρφο του το μαυρισμένο τζάμι «…για ένα φιλί σε τούτο το γυαλί», συνήλθε κάπως· για ένα-δυο λεπτά έμεινε σιωπηλή κι έπειτα ρώτησε με κάποια επιφύλαξη: «…και τι το θέλετε το αποτύπωμα των χειλιών μου στο γυαλί;» Ο Όττος ήταν που της απάντησε κι η φωνή του είχε έναν παράξενο τόνο, σα να ειρωνευόταν τον εαυτό του: «Είναι το γυαλί της αιωνιότητας, κυρία… το φιλάς και μένει για πάντα το φιλί σου εκεί…» Και βέβαια ο φίλος μας είχε πει τη λάθος λέξη, η κυρία Δομένικα δεν πίστευε στην αιωνιότητα· μόλις άκουσε γι’ αυτήν, έκανε μια γκριμάτσα αηδίας κι έπειτα ξέσπασε σ’ ένα νευρικό γέλιο, «…μπα σε καλό σας…» είπε μόλις ησύχασε κάπως, «και ποιος σάς είπε πως μπορεί το φιλί το δικό μου να μείνει στην αιωνιότητα;… ξεχάσατε πως στην αιωνιότητα χωράνε μόνο στάχτες και φόβος;» μας ρώτησε, «ακόμη κι αν το φιλί σου δε χωρά στην αιωνιότητα, εμείς το θέλουμε…» είπε χαμηλόφωνα ο Μανόλης. Τότε η δασκάλα μας κοίταξε μ’ ένα αχνό χαμόγελο έξω απ’ το παράθυρο, ο καιρός πήγαινε για βροχή, και


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

η φωνή της είχε τώρα τη βραχνάδα της μελαγχολίας, μόλο που πριν από δυο λεπτά γελούσε: «Κανένα φιλί δε μένει στην αιωνιότητα… η αιωνιότητα είναι μόνο του θανάτου… τα φιλιά, η σάρκα, το μίσος, η αγάπη, όλα αυτά απλώς σε οδηγούν… φτάνουν ώς το σύνορο κι έπειτα χάνονται για πάντα…» Γύρισε και μας κοίταξε, τα μάτια της πετούσαν αστραπές· «το ακούσατε, χά-νο-νται για πά-ντα…» επανέλαβε τονίζοντας την κάθε συλλαβή, κι έπειτα συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «…γι’ αυτό αξίζουν ό,τι αξίζουν…» Για αρκετή ώρα δεν είπε τίποτε άλλο κι εμείς βέβαια μείναμε μουγκοί. Έξαφνα πήρε το λόγο ο Σώτερ: «Δηλαδή, κυρία, δε θα το φιλήσεις τούτο το γυαλί;» τη ρώτησε· «ποιος ο λόγος; αφού σάς το ’πα πως όλα τα φιλιά της ιστορίας χάθηκαν και θα χάνονται… να το ξέρετε: όποιος φιλήσει την αιωνιότητα δε θα είναι άνθρωπος πια, θα είναι κάτι άλλο…» «Μα δεν το κατάλαβες ακόμη, κυρία, πως εμείς άλλο θέλουμε κι απλά ντρεπόμαστε να σου το πούμε… γι’ αυτό κι ο Όττος σού λέει ιστορίες για την αιωνιότητα και τρίχες κατσαρές…»· κοίταξα τον Σώτερ παραξενεμένος, ο φίλος μας μιλούσε με τόση σιγουριά, που στην αρχή έμεινα μ’ ανοιχτό το στόμα, γρήγορα όμως κατάλαβα πού το πήγαινε: «Άλλο θέλαμε εμείς, κυρία… θέλαμε να φιλήσουμε τα δυο σου χείλη… σκεφτήκαμε όμως πως μια γυναίκα σαν και σένα δίνει αληθινά φιλιά μόνο εκεί που της γουστάρει κι είπαμε πως μας αρκούσε ένα φιλί έστω και μ’ ένα γυαλί ανάμεσά μας… αυτό είναι όλο, κυρία… κι αυτό είναι το γυαλί…» Εκείνη τη στιγμή θαύμασα το μυαλό του Σώτερ, ήταν στ’ αλήθεια ο πιο έξυπνος απ’ όλους μας· μόλις κατάλαβε πως η δασκάλα μας δεν επρόκειτο να φιλήσει το γυαλί, καθώς δεν πίστευε ότι μπορεί ένα φιλί να έχει θέση στην αιωνιότητα της στάχτης και του φόβου, συνέλαβε στη στιγμή το ιδιοφυές σχέδιό του κι αμέσως τής είπε πως αληθινός σκοπός μας ήταν να τη φιλήσουμε πίσω από το μαυρισμένο τζάμι του Πέπα, ίσως μάλιστα και να ’χε προσέξει το στιγμιαίο πάνιασμά της πριν από λίγη ώρα, όταν της είπε πως


κεφάλαιο 24

θέλαμε μονάχα ένα φιλί της, και να υποψιάστηκε κάποια αδυναμία της που θα βοηθούσε να καμφθούν οι αντιστάσεις της και να πετύχουμε τον πραγματικό σκοπό μας — ή μήπως όχι, μήπως ο Σώτερ εντέλει δεν είχε επινοήσει ένα ιδιοφυές σχέδιο για να πετύχουμε το σκοπό μας, απλώς είχε πει αυτό που κανένας μας δεν τολμούσε να ομολογήσει, πως η αληθινή λαχτάρα μας δεν ήταν να αποτυπωθεί το φιλί της στην αιωνιότητα, στο κάτω-κάτω, τι μας ένοιαζε η αιωνιότητα, πως η αληθινή λαχτάρα μας ήταν πράγματι να φιληθούμε μαζί της, με τα μάτια κλειστά, κι ας ήταν ένα τζάμι στο ενδιάμεσο… «Τα φιλιά είναι υπόθεση αίματος…» είπε ξερά η κυρία Δομένικα δέκα λεπτά αργότερα, κι ήταν η πρώτη κουβέντα της μετά τα λόγια του Σώτερ — σ’ αυτό το διάστημα είχε μείνει σιωπηλή καρφώνοντάς μας όλους, τον ένα μετά τον άλλο, με ματιά διερευνητική. Φυσικά δεν καταλάβαμε τι εννοούσε μ’ εκείνα τα λόγια και την κοιτάξαμε με φανερή αμηχανία· «το κάθε φιλί το βαραίνει όλο το αίμα της ιστορίας…» συνέχισε εκείνη, «η κάθε συνάντησή μας προετοιμάστηκε μες στους αιώνες από εφιαλτικούς λαβυρίνθους φρίκης, πολέμους, επαναστάσεις, αφανισμούς φυλών και πολιτισμών, από λογής εκατόμβες κι αμέτρητες δολοφονίες…» «Μα, κυρία…» διαμαρτυρήθηκε ο Βέλιας, «εσύ μάς έλεγες πως οι άνθρωποι ορίζουν μόνοι τις πράξεις τους…», «ναι, ορίζουν τις πράξεις τους…» του απάντησε εκείνη, «…μα είναι άλλο το τι θα κάνεις κι άλλο το ποιος θα βρεθεί απέναντί σου… αυτό πολλοί το λένε τύχη, άλλοι μοίρα, άλλοι πεπρωμένο ή ριζικό… είναι γλυκές αυτές οι λέξεις, βοηθούν σ’ ένα γαλήνιο ύπνο… όμως ο δρόμος για να συναντηθούν δυο άνθρωποι, για να σμίξουν δυο κορμιά, για να φιληθούν δυο στόματα, είναι ένα αυλάκι που το χάραξαν θάλασσες αίματος σε αιώνες αίματος…»· σταμάτησε για μια στιγμή, σα να δίστασε κάπως, κι έπειτα συμπλήρωσε κοιτώντας το κενό: «…και καταλήγει στη νύχτα του αίματος που δε θα ξημερώσει ποτέ…» Μόλις η δασκάλα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μας τέλειωσε τη φράση της, ο Γιώργος σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και με σταθερό βήμα προχώρησε μπροστά απ’ την έδρα· στάθηκε απέναντί της σε στάση προσοχής, ένα εσωτερικό τρέμουλο τον συντάραζε και το κορμί του έγερνε προς τα μπρος, λίγο ακόμη και θα ’χανε την ισορροπία του — ήταν φανερό πως ζητούσε με όλο του το είναι μια δική της κουβέντα επιβεβαίωσης γι’ αυτό που σκεφτόταν. Η αντίδραση της κυρίας Δομένικας μας έκανε μεγάλη εντύπωση, καθώς μέχρι τότε η δασκάλα μας συνεχώς αποθάρρυνε τον Γιώργο όποτε εκείνος τής έδειχνε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον έρωτά του· φαίνεται όμως πως εκείνη τη μέρα θέλησε να νιώσει για λίγο τη γλυκιά μέθη της παράτολμης αμεριμνησίας: του χαμογέλασε αινιγματικά κι έπειτα με φωνή απόλυτα γαλήνια του είπε: «Ναι, Γιώργο, για να συναντηθούμε εσύ κι εγώ, χρειάστηκαν θάλασσες αίματος σε αιώνες αίματος…» Ο φίλος μας δεν ήθελε τίποτε άλλο· ανείπωτα ευτυχισμένος προχώρησε προς την πόρτα και την άνοιξε. Έξαφνα γύρισε προς το μέρος της και της είπε με τρεμάμενη φωνή: «Όταν θα σε φιλήσω εγώ, δε θα υπάρχει γυαλί ανάμεσά μας…»· τη στιγμή που έφυγε από την τάξη ακούστηκε ο πρώτος κεραυνός… «Όλα αυτά που μας είπες, κυρία, είναι ένας λόγος παραπάνω για να φιληθούμε πίσω απ’ το μαυρισμένο γυαλί…» άρχισε ν’ αγορεύει με ζέση ο Σώτερ μόλις η δασκάλα μας σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα που ο Γιώργος φεύγοντας είχε αφήσει ανοιχτή, «…αν όλη η ιστορία του κόσμου είναι ένα αυλάκι φρίκης για να συναντηθούμε, θα ’ταν χίλιες φορές κρίμα να μη φιληθούμε, θα είναι ένα φιλί με τη δασκάλα μας, τίποτε άλλο, τίποτε πρόστυχο ή χυδαίο…» «Και πού το ξέρεις εσύ τι είναι χυδαίο και πρόστυχο;» τον ρώτησε τάχα αυστηρά εκείνη, χωρίς ωστόσο να κρύβει το θαυμασμό της για την πανέξυπνη επιχειρηματολογία του, «νά, μας έχει πει μερικά πράγματα ο Τζακ…» απάντησε εκείνος διστακτικά· «α… ο Τζακ…» μονολόγησε σκεφτική η κυρία Δομένικα. «Ώστε λοιπόν… επιμένετε;» μας ρώτησε


κεφάλαιο 24

μετά από λίγο κοιτώντας και πάλι έξω απ’ το παράθυρο τις αστραπές που έσκιζαν τον ουρανό· εμείς μείναμε σιωπηλοί, ένα περίεργο σφίξιμο μας έπιασε στο στήθος, νιώθαμε πως εκείνη ήταν έτοιμη να κάνει αυτό που της ζητήσαμε, πως ήταν έτοιμη να αφεθεί για μια φορά στη μαγεία μιας παράτολμης ιδέας, μην υπολογίζοντας τις συνέπειες… «Άντε, λοιπόν…» είπε αποφασιστικά, σηκώθηκε από την έδρα και προχώρησε προς το θρανίο του Σώτερ· έμοιαζε γεμάτη ενέργεια: «Δώσ’ το μου, επιτέλους, τούτο το γυαλί· και σηκωθείτε όλοι σας και κάντε μια γραμμή μπροστά στον πίνακα…» Μείναμε ακίνητοι στις θέσεις μας, θαρρείς κι είχαμε ζαβλακώσει από τον αλλόκοτο ηλεκτρισμό που εξέπεμπε η δασκάλα μας εκείνη τη στιγμή· «τι συμβαίνει; μήπως το μετανιώσατε;» ακούσαμε τη φωνή της να μας ρωτά πειραχτικά· όχι βέβαια, αυτό μάς έλειπε, να το ’χαμε μετανιώσει, αλίμονο: σηκωθήκαμε με τέτοια βιασύνη από τις καρέκλες μας, που πέσαν κάτω τα μολύβια και τα τετράδιά μας· μέσα σε μια στιγμή είχαμε φτιάξει κιόλας μια γραμμή στον πίνακα, εγώ ήμουνα τελευταίος, πριν από μένα ήταν ο Μεγάλος Πρόδρομος και πριν απ’ αυτόν ο Αγιούτος. Η κυρία Δομένικα στάθηκε μπροστά στη γραμμή που ’χαμε κάνει, μας μέτρησε μια τελευταία φορά με το βλέμμα της, «είστε έτοιμοι;» ρώτησε κι εμείς τής απαντήσαμε καταφατικά μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού μας. Έξαφνα τα μάτια της άστραψαν, σα να της πέρασε μια τρελή ιδέα απ’ το μυαλό: «Τι θα λέγατε αν φιλιόμασταν χωρίς το μαυρισμένο γυαλί ανάμεσά μας;» μας ρώτησε μ’ ένα παράξενο χαμόγελο, τόσο σίγουρο, που ο φόβος μούδιασε την κοιλιά μας, «θα το αντέχατε ένα τέτοιο φιλί;» Έξω η καταιγίδα είχε ξεσπάσει μανιασμένη και σφυροκοπούσε τα παράθυρα της τάξης μας κι απανωτοί κεραυνοί έκαναν τη γη να τρέμει, ενώ στο μυαλό μας στροβιλιζόταν το ερώτημα εκείνης, που τα χείλη της είχαν χρώμα κόκκινο πεθαμένο· κάποτε ακούστηκε και μια απάντηση, ήταν ο Ζήσης που μίλησε, ναι, ο Ζήσης: «Κυρία, αν ήθελες…» Μα εκείνη και πάλι μάς


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

αιφνιδίασε, σα να ’παιζε μαζί μας, «αφήστε το καλύτερα… άκου λέει να σας φιλήσω χωρίς το γυαλί…» είπε συμπληρώνοντας υποτιμητικά, «εσείς μπορεί να μου μείνετε και στον τόπο…» Προτού προφτάσουμε να πούμε τίποτε, έπεσε στα γόνατα ώστε να είναι τα στόματά μας στο ίδιο ύψος· «μη φοβάστε, δε θα πονέσει…» είπε και κλείνοντας τα μάτια φίλησε το μαυρισμένο γυαλί της αιωνιότητας. Ο πρώτος που φίλησε την άλλη μεριά του γυαλιού, στο σημείο ακριβώς όπου φάνηκε το περίγραμμα των χειλιών της, ήταν ο Κούλης· ίσα που άγγιξε τα χείλη του για μια στιγμή κι έπειτα τραβήχτηκε. Ακολούθησε ο Βέλιας, μετά ο Ζήσης, ο μοιραίος Νίκος, ο Κώστας, ο Όττος, ο Σίμης, ο Μανόλης, ο Παύλος, ο Τζίμης, ο Σώτερ, ο Αγιούτος, ο Μεγάλος Πρόδρομος. Όταν έφτασε η σειρά μου, ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν· καθώς πλησίαζα το στόμα μου, μια στιγμή πριν κλείσω τα μάτια μου, πρόφτασα να τη δω: τα μάτια της κλειστά, δυο ρυτίδες χαράκωναν το μέτωπό της, οι αδένες του λαιμού της διογκωμένοι. Τα χείλη της, έτσι όπως ακουμπούσαν στο μαυρισμένο γυαλί, ήταν πιο κόκκινα από κάθε άλλη φορά, θελκτικά όσο και το φεγγάρι των ονείρων του Πέτρου, κι έπειτα ένα κόκκινο τυφλό φίδι τινάχτηκε σα φλόγα, έσπασε το γυαλί και μπήκε στο στόμα μου, γλίστρησε γλυκά στο φάρυγγά μου και μόλις έφτασε στο στομάχι με τσίμπησε μ’ όλο του το φαρμάκι· ένιωσα μια φριχτή σουβλιά στα σωθικά μου κι έπεσα κάτω. Όταν συνήλθα, η κυρία Δομένικα στεκόταν πάνω μου και με κοιτούσε γελαστή, «εμ, φιλιά μού ’θελες…» είπε χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά. Καθώς γυρνούσαμε στις θέσεις μας, άκουσα πίσω μου τον Σώτερ να λέει τάχα αδιάφορα: «Κυρία, δε μου δίνεις το γυαλί να το πετάξω φεύγοντας;»· «δε μου λες, Σώτερ…» του είπε εκείνη ειρωνικά, «μήπως ξέρεις άλλον κανέναν έξυπνο εκτός από σένα;» Ο φίλος μας πήγε κάτι να απαντήσει, μα στη στιγμή κατάλαβε πως ήταν μάταιο να επιμείνει στο σχέδιό του: «Θέλουμε να θυμόμαστε το σχήμα του φιλιού σου, κυρία…» της είπε χαμηλόφωνα. Εκείνη


κεφάλαιο 24

τότε σήκωσε ψηλά το χέρι της, τον κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα πέταξε κάτω μ’ όλη της τη δύναμη το μαυρισμένο γυαλί του Πέπα, που ’χε το αποτύπωμα του φιλιού της, κάνοντάς το χίλια κομμάτια. Ύστερα άρχισε να περπατάει πάνω στα θρύψαλα λιώνοντάς τα με το παπούτσι της· μόλις έφτασε στην έδρα, ο Όττος την άκουσε να ψιθυρίζει: «Εγώ το ’πα ξεκάθαρα… τα φιλιά χάνονται για πάντα…» «Στ’ αλήθεια, λοιπόν, φοβάστε μη με ξεχάσετε;» μας είπε αιφνιδιάζοντάς μας η δασκάλα μας την επομένη, αφότου κάναμε τη σιωπηλή προσευχή μας· μια φυματική χλομάδα είχε απλωθεί στο πρόσωπό της, τα μάτια της, μελαγχολικά, κοιτούσαν στο κενό. Στην ερώτησή της δεν απάντησε κανένας, θέλαμε να της πούμε πως δε γινόταν να την ξεχάσουμε ποτέ, με καμιά δύναμη του κόσμου αυτού ή κάποιου άλλου, πως όσο θα είχαμε συνείδηση του εαυτού μας εκείνη θα ήταν στην ψυχή και στο νου μας, μα την ίδια ώρα θυμηθήκαμε το παραλήρημα του Ταρνανά τη νύχτα του Αγίου Στεφάνου για τη φρικτή μοβ ομίχλη που κάποτε, όπως έλεγε, θα ερχόταν και στον δικό μας παράλληλο, θα ’μπαινε στα σπίτια μας από τις καπνοδόχους και τις χαραμάδες κάτω απ’ την πόρτα, θα τρύπωνε στα ρουθούνια και στα πνευμόνια μας και θα έφερνε στο μυαλό μας την απόλυτη λήθη, κι όλα γύρω μας θα γίνονταν ένας προστατευτικός μοβ θόλος, όπου τα λουλούδια θα φυτρώναν από τον ουρανό προς τη γη κι εμείς απλά θα περιμέναμε κάποτε να μας εμβολίσουν, άδειοι από λαχτάρα και φόβο, χωρίς ν’ αγαπάμε και να μισούμε πια αυτούς που κάποτε αγαπήσαμε και μισήσαμε… Κι όταν δέκα λεπτά αργότερα η κυρία Δομένικα, φανερά ενοχλημένη, μας είπε αυστηρά «κάτι σάς ρώτησα και σεις τώρα μου παίζετε το μουγκό», ο Μανόλης ήταν αυτός που της απάντησε διστακτικά: «Κυρία, φοβόμαστε τη μοβ ομίχλη…» Το πρόσωπό της συσπάστηκε σ’ ένα σκληρό μορφασμό, «ο Τζακ σάς μίλησε για τη μοβ ομίχλη;» μας ρώτησε χαμηλόφωνα χωρίς να περιμένει απάντηση κι αμέσως μετά συμπλήρωσε μονολογώντας κάτι


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ακατανόητο: «Ας είναι… ο Τζακ ζει στην ομίχλη με την αξία του…» Την αμέσως επόμενη στιγμή έβγαλε απ’ την τσάντα της ένα παλιό παγούρι, καμωμένο από καλάι, που ’χε σκαλισμένο πάνω στο μέταλλο ένα ματωμένο ξίφος με περίτεχνη λαβή: «Πριν από εκατό χρόνια σε κάποιον πόλεμο, σε ένα μακρινό βόρειο τόπο, ένας καβαλάρης σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα την ώρα που ήταν έτοιμος να πιει νερό απ’ το παγούρι του. Τα δάχτυλα του χεριού του σφίξαν το ανοιγμένο παγούρι και το άλογό του άρχισε να τρέχει σα δαιμονισμένο για μέρες, μεταφέροντας τον νεκρό αναβάτη του χίλια χιλιόμετρα μακριά· σταμάτησε σαν έφτασε σε μια βόρεια λίμνη ανάμεσα στα βουνά, δίπλα στο σπίτι ενός ψαρά. Από τότε, όποιος ήπιε έστω και μια μικρή γουλιά από τούτο το παγούρι του πεθαμένου, ακόμη κι αν έβρεξε μόλις τη γλώσσα του με το νερό, που μαύρισε τόσο καιρό μες στον κασσίτερο, για όλη του τη ζωή, όποτε θυμάται αγαπημένο πρόσωπο που ’χει πεθάνει, τα χείλη του ματώνουν…» Σταμάτησε για λίγο, θαρρείς να το σκέφτηκε για μιαν ακόμη φορά, κι έπειτα μας είπε με σταθερή φωνή: «Αν θέλετε, έχει από αυτό το μαύρο νερό και για σας…» «Κι η μοβ ομίχλη;» ρώτησε ανήσυχος ο Ζήσης· η δασκάλα μας και πάλι δίστασε πριν απαντήσει: «Η μοβ ομίχλη που φοβάστε είναι εδώ παντού γύρω μας… Όταν θα πάψει το αίμα μας να είναι κόκκινο, τότε θα μας κατακτήσει μια και καλή για πάντα…» Εκείνη την ώρα ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά στην τάξη, ίσως στον Πύργο, κι η αίθουσα σείστηκε· σε λίγα λεπτά θα άρχιζε μια ακόμη καταιγίδα παρόμοια με αυτή τής προηγούμενης μέρας… Δεν είχαμε άλλη ερώτηση για τη δασκάλα μας· ο Κούλης (κι είναι παράξενο αυτό, γιατί ο Κούλης ήταν ο πιο φοβητσιάρης απ’ όλους μας) σηκώθηκε απ’ το πρώτο θρανίο, πήρε το παγούρι, γύρισε στη θέση του, χωρίς δισταγμό ήπιε μια μικρή γουλιά και το ’δωσε στον διπλανό του. Σε τρία λεπτά είχαμε πιει όλοι από το μαύρο νερό του πεθαμένου καβαλάρη, εκτός απ’ τον Γιώργο που όταν του ’δωσα το παγούρι το πήρε και χωρίς


κεφάλαιο 24

να πιει σηκώθηκε και το πήγε στην έδρα, λέγοντας στην κυρία Δομένικα: «Εγώ τα χείλη μου τα ματώνω με το μαχαίρι…» Ένιωθα παράξενα εκείνη την ώρα, καθώς προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω πως στο εξής, όποτε θα θυμόμουν αγαπημένο νεκρό, τα χείλη μου θα μάτωναν· τότε ήρθε έξαφνα στο νου μου η κυρία Πανδώρα να πετά κόκκινο τριαντάφυλλο στο δρόμο μου. Γύρισα και είδα τον Μεγάλο Πρόδρομο: με κοιτούσε κι αυτός, με μια σταγόνα αίμα στην άκρη των χειλιών…


25. Η Δομένικα Φραντζή δίνει ένα νούμερο

Το πρωί της πρώτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, βγαίνοντας από το σπίτι μας να πάμε στο σχολείο, πέσαμε σε μια φοβερή παγωνιά· είχε τουλάχιστον δυο βδομάδες να βρέξει και λυσσομανούσε ένας ξερός βοριάς που ξύριζε πραγματικά τη σάρκα· κι έτσι, όταν μπήκαμε στην τάξη, τα χείλη ολωνών ήταν σκασμένα από το κρύο. Η κυρία Δομένικα μας περίμενε καθισμένη στην έδρα, όπως έκανε απ’ την αρχή εκείνης της σχολικής χρονιάς κάθε φορά που ήμασταν πρωινοί μέχρι να μαζευτούμε όλοι και να αρχίσουμε το μάθημα· όμως, εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό, η δασκάλα μας δε χαμογελούσε γλυκύτατα όπως συνήθως, καθόταν φριχτά κοκαλωμένη κι έμοιαζε με βαλσαμωμένη νεκροζώντανη, τα μάτια της ήταν πρησμένα, πεταγμένα έξω σαν του βατράχου, οι κόρες τους βασιλεμένες πίσω από τα πάνω βλέφαρα, οι δυο γνώριμες μαύρες κάθετες ρυτίδες χαράκωναν τα μάγουλά της, τα φρύδια της είχανε σμίξει αλλόκοτα κι ολόκληρο το πρόσωπό της ήταν μια μάσκα άσχημου θανάτου. Το πιο πιθανό, θα ’λεγε κανείς, ήταν πως είχε πιει κάποιο φοβερό πιοτό την προηγούμενη νύχτα, όμως εμείς βάλαμε με το νου μας το χειρότερο, πως είχαν ξανάρθει τα πουλιά με τα κομμένα κεφάλια στα νύχια τους ή πως είχε αρχίσει να κυριεύει την ψυχή της η


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

περουβιανή μελαγχολία για την οποία μάς μιλούσε συνέχεια εκείνο τον καιρό ο Ταρνανάς. Όταν μπήκε στην τάξη κι ο τελευταίος —ήταν ο Αγιούτος, καθυστερημένος όπως πάντα, μουρμουρίζοντας ασυνάρτητες δικαιολογίες—, εκείνη περίμενε μισό λεπτό για τη σιωπηλή προσευχή μας κι έπειτα μίλησε με φωνή ολότελα βραχνή, κι ενώ οι κόρες των ματιών της παρέμεναν βασιλεμένες: «Συγχωρέστε με, μα δε θα κάνουμε σήμερα μάθημα, έχω μια γρίπη καραμπινάτη, δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ· ένας ύπουλος πυρετός μ�� αλάλιασε… Έχω ζαλάδες και νιώθω πως άμα σηκωθώ στον πίνακα θα σωριαστώ κάτω… Γι’ αυτό προτείνω να τραγουδήσουμε — άμα το θέλετε κι εσείς, βέβαια…» Ο Κώστας ήταν που της απάντησε: «Κυρία, δε μπορούμε να τραγουδήσουμε, είμαστε άρρωστοι κι εμείς… Σήμερα το πρωί τα χείλη μας σκάσαν από το κρύο…» Η κυρία Δομένικα χαμογέλασε με δυσκολία, οι κόρες των ματιών της φάνηκαν επιτέλους κι η μορφή της έγινε κάπως ανθρώπινη· «όχι δα κι άρρωστοι…» είπε κι αμέσως μετά συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «Μακάρι και τα δικά μου χείλη να ’χαν σκάσει απ’ το κρύο…» Αυτό κι αν ήταν ευκαιρία: τις άλλες φορές που την είχαμε ρωτήσει για το μυστικό της είχαμε πιαστεί από κάτι ασήμαντες λεπτομέρειες, και νά που εκείνη η ίδια μάς πρόσφερε το λαγό στο πιάτο — δε θα τον αφήναμε βέβαια να ξεγλιστρήσει και πάλι. Τέσσερις τουλάχιστον από μας, εγώ, ο Σώτερ, ο Μανόλης κι ο Πέτρος, ανοίξαμε ταυτόχρονα το στόμα μας, όμως ο Γιώργος μάς πρόφτασε όλους, «από τι έσκασαν, λοιπόν, τα δικά σου χείλη, κυρία;» τη ρώτησε με τέτοια παραφορά, που χωρίς να το θέλει σηκώθηκε όρθιος, ρίχνοντας κάτω το θρανίο του με θόρυβο. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, ήτανε φανερό πως πονούσε, έπειτα προσπάθησε να χαμογελάσει και του απάντησε κομπιάζοντας: «…τα χείλη μου έσκασαν γιατί έτσι έπρεπε…» Αυτή τη φορά ήταν ο Σώτερ που μίλησε, σταθερά και κοφτά, «δε σε ρώτησε αυτό, κυρία… άσε στην άκρη τα λόγια που παραπλανούν και πες μας το καθαρά από


κεφάλαιο 25

τι έσκασαν τα χείλη σου, μας το χρωστάς…», «ναι, κυρία…» πετάχτηκα κι εγώ, «πες μας επιτέλους το μυστικό σου…» Τότε η δασκάλα μας έκρυψε το πρόσωπό της μες στις παλάμες της κι έπειτα από ένα λεπτό άρχισε να μιλά σιγανά, σχεδόν ψιθύριζε: «Γυρεύετε να μάθετε πράγματα που θα πονηρέψουν την αγάπη σας, τον έρωτά σας, τα όνειρά σας… άμα σάς μιλήσω, να το ξέρετε, δε θα μπορώ να πάρω πίσω όσα θα πω, δε θα ’ναι πλέον δυνατό να σβήσουν από τη μνήμη σας, θα ’ναι μαζί σας για πάντα, σα μια μικρή αλεπού κάτω από τη μπλούζα σας που θα σας ξεσκίζει τη σάρκα… στ’ αλήθεια το θέλετε, λοιπόν;» Δεκατέσσερα στόματα απαντήσαμε με μια φωνή «το θέλουμε», μόνο ο Γιώργος δε φώναξε μαζί μας, καθώς είχε τόση λαχτάρα ν’ ακούσει το μυστικό της, που του ’χε κοπεί η λαλιά· πίστευε ο έρμος πως η αιτία όλων των ανεξήγητων που συνέβαιναν με την κυρία Δομένικα ήταν εκείνος, πως η δασκάλα μας ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του, εξάλλου του το ’χε πει μόλις πριν από τρεις βδομάδες: για να συναντηθούν οι δυο τους, χρειάστηκαν αιώνες αίματος… Εκείνη, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της, μουρμούρισε «ας είναι… στον εφιάλτη όλοι έχουν δικαίωμα…», κι έπειτα με δυνατή φωνή μάς είπε: «Το μυστικό μου είναι ο θάνατος… ο θάνατος των άλλων κι ο δικός μου… με βήμα λύκου και μάτια πελαργού… επάνω στην Κουπέλα… μ’ ένα φιλί κι ο άνεμος να σφυρίζει… και μια μέρα που δύει πριν ανατείλει… οχτακόσιες εβδομήντα εννιά χιλιάδες εκατόν είκοσι πέντε…» αυτά μάς είπε κι έπειτα σώπασε, σκύβοντας το κεφάλι, ενώ ο Γιώργος, σαν παλαβός, άρπαξε το μολύβι του κι έγραψε πάνω στο εσωτερικό ύφασμα της κασετίνας του το νούμερο που μόλις μ΄΄ας είχε πει η κυρία Δομένικα — χωρίς αμφιβολία εκείνος ο αριθμός έκρυβε τη μέρα του θανάτου της. Ωστόσο, μόλο που για αρκετές βδομάδες σπάσαμε το κεφάλι μας δοκιμάζοντας κάθε δυνατή εκδοχή που περνούσε απ’ το νου μας —ο Σώτερ κι ο Αγιούτος μάλιστα ένα απόγευμα γέμισαν ένα ολόκληρο τετράδιο ιχνογραφίας με πι-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

θανούς συνδυασμούς των έξι ψηφίων κι έπειτα, καθώς δεν έβγαζαν άκρη, έστησαν κι ένα φοβερό καβγά—, δεν καταφέραμε να βρούμε με ποιον τρόπο ανασχηματιζόταν το μυστικό νούμερο, ώστε να αποκαλυφθεί η μέρα που θα πέθαινε η δασκάλα μας, παρά μόλις το πρωινό εκείνης της μέρας που ο Κερατένιος μπήκε στην τάξη μαζί με τον αστυνόμο με το τσιγκελωτό μουστάκι και την Αύρα Φραντζή…


26. Σύμπτωση: οι μαθητές βλέπουν τις αμυγδαλιές την ώρα που ανθίζουν

Κι αν την πρωτομηνιά του Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά δε ρωτήσαμε τη δασκάλα μας τίποτε για το μυστηριώδες εξαψήφιο νούμερο, δε συνέβη βέβαια το ίδιο και με την κουβέντα της για την Κουπέλα, δε γινόταν να το αφήσουμε να περάσει έτσι κι αυτή τη φορά και να μη ρωτήσουμε για τον μυστηριώδη λόφο που βρισκόταν κάπου στο δάσος πάνω απ’ τον Πύργο. Το παράξενο όνομά του το ακούσαμε για πρώτη φορά ακριβώς πριν από ένα χρόνο, την πρώτη Φεβρουαρίου του εβδομήντα έξι, τότε που η κυρία Δομένικα μας πρωτοτραγούδησε εκείνο το τόσο θλιβερό τραγούδι για τον Κουτσοφλέβαρο και τις αμυγδαλιές που άνθισαν πάνω στην Κουπέλα, κι από τότε πιστέψαμε πως η ακατανόητη τρισύλλαβη αυτή λέξη έκρυβε όλα τα μυστικά της δασκάλας μας, κι όχι μόνον αυτά: ήταν η λέξη που ακόμα και η απλή αναφορά της αρκούσε για να μας βάλουν οι μανάδες μας πιπέρι στο στόμα και που όποιον κι αν ρώτησε ο καθένας μας —εγώ ρώτησα τον Μαυρομανόλη— άκουγε μια ιστορία τόσο αλλόκοτη, ώστε εντέλει η Κουπέλα να φαντάζει στο μυαλό μας σα μια μυθική πόρτα που αν δεν την περνούσαμε δε θα μαθαίναμε ποτέ τις πραγματικές διαστάσεις του κόσμου… Έτσι, μόλις η κυρία Δο-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μένικα πήρε μια-δυο ανάσες μετά τα αινιγματικά λόγια της και πριν περάσει καν μισό λεπτό, ο Σώτερ τη ρώτησε με ξερή φωνή και μάτια σκοτεινά, θολωμένα: «Κυρία, τι είναι, επιτέλους, αυτή η Κουπέλα;» Εκείνη το σκέφτηκε για λίγο, έπειτα σήκωσε τους ώμους και του απάντησε κοφτά: «Είναι ένας λόφος που τον ανεβαίνεις μόνο άμα το θέλεις…» Η φωνή του Γιώργου ακούστηκε σα ρόγχος μαχαιρωμένου «θα μ’ ανεβάσεις, λοιπόν;» «Άκουσε, Γιώργο» του είπε η δασκάλα μας χαμογελώντας μελαγχολικά, «…στην Κουπέλα ανεβαίνουν οι αποφασισμένοι…» «Κι εγώ μήπως δεν είμαι αποφασισμένος;» αναφώνησε θυμωμένα ο Γιώργος· μια ηλεκτρισμένη σιωπή απλώθηκε τότε, ώσπου πήρα το λόγο εγώ· ένιωθα έναν αδικαιολόγητα οξύ πόνο στο στήθος, σάμπως κάποιο αόρατο χέρι να μου ’μπηγε εκεί βελόνες ψιλές όσο μια τρίχα: «Κυρία, όλοι το ’χουμε αποφασίσει, κι ο Γιώργος πιο πολύ απ’ όλους… ανέβασέ μας σ’ αυτόν το λόφο…» Το χαμόγελό της έγινε διφορούμενο, ήταν στ’ αλήθεια εκπληκτικό πώς άλλαζε η έκφρασή της από τη μια στιγμή στην άλλη, «έξω έχει παγωνιά και τα χείλη σας είναι σκασμένα από το κρύο…» είπε, «κυρία, το ’χουμε αποφασίσει…» τη διέκοψε με τη βαριά φωνή του ο Μεγάλος Πρόδρομος, μα εκείνη συνέχισε σα να μην τον άκουσε, «…και στην Κουπέλα έχει στενά μονοπάτια και θάμνους αγκαθερούς…», «κυρία, το ’χουμε αποφασίσει…» επανέλαβε ο Σώτερ, μα η δασκάλα μας συνέχιζε να λέει, «…εκεί γυρνούν κι άνθρωποι με πρόσωπα σαπισμένα και δάχτυλα που η σάρκα έχει λιώσει κι είναι μονάχα κόκαλα που θέλουν χάδια και φιλιά…», «κυρίααα…» ούρλιαξε ο Γιώργος με δάκρυα στα μάτια μην αντέχοντας πια… Εκείνη σταμάτησε επιτέλους, πήρε και πάλι βαθιά ανάσα και, κοιτώντας επίμονα τον ερωτευμένο φίλο μας στα μάτια, είπε: «…αφού το ’χετε αποφασίσει, πάμε». Τότε σκέφτηκα ότι η κυρία Δομένικα είχε στ’ αλήθεια μεταμορφωθεί, είχε γίνει πάρα πολύ όμορφη, ενώ μόλις λίγη ώρα νωρίτερα η όψη της μας προκαλούσε τον τρόμο· κι ένιωσα για μια στιγμή κάτι από αυτό


κεφάλαιο 26

που έκαιγε τα σωθικά του Γιώργου, ίσως γιατί το βλέμμα της δασκάλας μας καθώς τον κοιτούσε μου φάνηκε ίδιο με το βλέμμα της μάγισσας που είχε κλέψει τη δική μου καρδιά, ήταν το βλέμμα που αν το ακολουθούσες έφτανες ώς το τέλος… Δε θυμάμαι σχεδόν τίποτε από τη διαδρομή που κάναμε εκείνη την πρώτη φορά μέχρι να φτάσουμε στην Κουπέλα, θυμάμαι μόνο ότι περπατούσαμε για μισή ώρα ώσπου κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν αλλόκοτο λόφο. Εκεί που πηγαίναμε μες στο δάσος, κι ενώ μπροστά μας δε βλέπαμε τίποτε παρά μόνο τους κορμούς των πεύκων, έξαφνα βγήκαμε σ’ ένα ξέφωτο και τον είδαμε στα πενήντα μέτρα, απροσδόκητο και μυστηριώδη, θαρρείς η γη να ’χε πετάξει ένα βυζί χωρίς λόγο κι αιτία… Οι πρόποδες εκείνου του λόφου ίσαμε για τριάντα-σαράντα μέτρα ήταν σκεπασμένοι από πυκνούς, ψηλούς μαύρους θάμνους, ακόμη κι ο πιο ψηλός άντρας θα χανόταν ανάμεσά τους· μετά η κλίση γινόταν απότομη, άρχιζαν τα δέντρα, ήτανε μυγδαλιές, ψηλές ίσαμε δέκα μέτρα η καθεμιά, ίσως και περισσότερο, και τόσο πυκνές, που τα κλαδιά της καθεμιάς νόμιζες ότι ενώνονταν με όλες τις υπόλοιπες — να σκεφτείς πως οι κορμοί τους ήταν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο, που, αν αγκαλιαζόμασταν δυο από μας, δε χωρούσαμε να περάσουμε ανάμεσά τους. Κι όπως τον είδαμε για πρώτη φορά, νιώσαμε ένα γλυκό ηδονικό μούδιασμα χαμηλά στην κοιλιά· ένας λόφος με μυγδαλιές μέσα στο δάσος των πεύκων ίσως να ήτανε ο τόπος όπου ο καθένας μας θα έβρισκε τα πιο γοητευτικά όνειρα να παραμονεύουν κάτω από τα πλεγμένα κλαδιά και πίσω από τους τόσο πυκνούς κορμούς… Κι αφού πέρασαν πέντε λεπτά που τον κοιτούσαμε σαστισμένοι, η κυρία Δομένικα είπε με δυνατή συγκινημένη φωνή: «Αυτός είναι ο μαύρος λόφος της Κουπέλας…» Ο Σώτερ τότε τη ρώτησε «γιατί τον λες μαύρο λόφο, κυρία;», μα πριν εκείνη προφτάσει να απαντήσει ακούστηκε ο Όττος, «κοιτάξτε… ανθίζουν οι μυγδαλιές…» φώναξε έκπληκτος· χρειάστηκε ν’ ανοιγοκλείσουμε τα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μάτια μας για να το συνειδητοποιήσουμε πως πράγματι μπροστά μας άνθιζε εκείνη τη στιγμή ολόκληρος ο λόφος. Τα γυμνά κλαδιά γίνονταν άσπρα σα να σκεπάζονταν από χιόνι, ούτε λίγο ούτε πολύ φανερωνόταν ξαφν��κά μπροστά στα μάτια μας η τρομερή ψυχή της φύσης για την οποία μάς είχε πει τόσα ο Τζακ — ήταν στ’ αλήθεια ένα απίστευτο θέαμα για μας και βέβαια μείναμε για αρκετά λεπτά να κοιτάμε θαμπωμένοι με ανοιχτό το στόμα, ακίνητοι και βουβοί… «Δεν έχετε ξαναδεί μυγδαλιές ν’ ανθίζουν την πρώτη του Φλεβάρη;» είπε κάποτε η δασκάλα μας σπάζοντας τη σιωπή, «κυρία, είναι τόσο όμορφος…» ψιθύρισε με θαυμασμό ο μοιραίος Νίκος· η απάντηση της κυρίας Δομένικας ήταν σαν ένας πικρός αναστεναγμός: «Είναι όμορφος γιατί είναι ένας μαύρος λόφος, γεννημένος από θάνατο, φρίκη και προδοσία… Πιστέψτε αυτό που σας λέω, καθετί που βλέπετε λευκό απάνω του είναι τόσο μαύρο, που τα μάτια δεν το αντέχουν και το βλέπουν για λευκό»· αυτά είπε κι έπειτα συμπλήρωσε βιαστικά: «Εγώ ανεβαίνω, όποιος θέλει ας έρθει…»


27.

«Αυτό δεν είναι μονοπάτι, αυτό είναι σκέτος θάνατος» μονολόγησε ο Μανόλης την ώρα που ανεβαίναμε εκείνο το θεόστενο μονοπάτι που οδηγούσε στην κορυφή της Κουπέλας, δίνοντάς του έτσι, χωρίς να το ξέρει βέβαια, και το όνομα με το οποίο θα μιλούσαμε γι’ αυτό στα χρόνια που ακολούθησαν. Μπροστά πήγαινε εκείνη βιαστική — πριν από μια ώρα στην τάξη μάς είχε πει πως δε μπορούσε καν να σταθεί όρθια, μα νά τώρα που δεν την προλαβαίναμε καν, ανηφορίζαμε πίσω της αγκομαχώντας, η κλίση του εδάφους γινόταν όλο και πιο απότομη και κάθε λίγο τα πόδια μας σκαλώναν σε ρίζες που είχαν πεταχτεί έξω από το χώμα, σα φλέβες από γιγάντια ανθρώπινα μέλη. Μόλο που ήταν μέρα, και μάλιστα πριν απ’ το μεσημέρι, ήταν τόσο πυκνά πλεγμένα τα ανθισμένα κλαδιά πάνω από τα κεφάλια μας, που δεν έφτανε στο μονοπάτι μήτε μια ακτίνα φωτός, σα βαθιά νύχτα που τη φωτίζει μονάχα η ομίχλη· με βία διέκρινες την πλάτη του μπροστινού σου, κι ήταν αυτό το μοναδικό σημείο αναφοράς του κόσμου γύρω σου σε κείνη την ανάβαση — ίσως και να ’ναι έτσι ο θάνατος, ποιος ξέρει… Κάποτε, κάμποση ώρα αργότερα, έλαμψε και πάλι στο βάθος το παγωμένο φως της μέρας· εκεί, στην κορυφή του λόφου, ήταν ένα ξέφωτο, και στο κέντρο μια ρηχή


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

γούβα και γύρω της οι μυγδαλιές. «Τούτο δω το μέρος είναι η Φωλίτσα…» είπε η δασκάλα μας όταν βγήκαμε όλοι απ’ το μονοπάτι, κι έμοιαζε να είναι συνεπαρμένη από κάτι πολύ σπουδαίο· «όταν θα φεύγετε από δω, να πιαστείτε χέρι-χέρι πριν κατεβείτε το μονοπάτι… το Θάνατο που είπε κι ο Μανόλης…» και μας έκανε όλους εντύπωση το πώς είχε ακούσει την κουβέντα εκείνη (ο Μανόλης την είχε πει χαμηλόφωνα, κι εκείνη ήταν πολύ μπροστά)· «…να πιαστείτε χέρι-χέρι…» συνέχισε η δασκάλα μας, «…γιατί αλλιώς μπορεί κάποιον από σας να τον πάρουν οι δαίμονες και να του φάνε τις σάρκες…»· «Ιησούς Χριστός νικά…» ψιθύρισε αμέσως ο Ζήσης και μια παράξενη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου. Πέρασαν ένα-δυο λεπτά σιωπής, ώσπου ο Γιώργος τής είπε θυμωμένος: «Γιατί, εσύ δε θα ’ρθεις μαζί μας όταν θα φύγουμε;»· η απάντησή της ήταν στ’ αλήθεια ακατανόητη και η χροιά της φωνής της προκαλούσε έναν υπόγειο τρόμο που πολλαπλασίαζε την προηγούμενη ανατριχίλα: «Εγώ ανήκω εδώ πέρα…». «Κι εγώ ανήκω…» κόμπιασε ο Γιώργος με αδύναμη φωνή, ίσως ήθελε να πει «κι εγώ ανήκω σε σένα», μα δε μπόρεσε να το ολοκληρώσει — το βλέμμα της κυρίας Δομένικας ήταν τόσο σκοτεινό, τόσο απόλυτο, που του ’κοψε τα γόνατα κι έπνιξε τις λέξεις στο λαιμό του. Ένας ξαφνικός αγέρας φύσηξε σφυρίζοντας ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων κι ανακάτεψε τα μαλλιά της, φύσηξε ίσα για μια στιγμή κι έπειτα έπαψε. Τότε μίλησε ο μοιραίος Νίκος, βρίζοντας, όπως έκανε πάντα όταν φοβόταν πολύ: «Τι σημαίνουν όλα τούτα τα γαμημένα, κυρία;… τι στο διάολο είναι αυτός ο λόφος;» Η δασκάλα μας δε θύμωσε από τα βρισίδια του, το ήξερε πως ο Νίκος προσπαθούσε έτσι να διώξει το φόβο του, «κάθισε κάτω και θα σου πω λοιπόν τι είναι αυτός ο λόφος…» του ’πε κοφτά, «καθίστε όλοι σας…» συμπλήρωσε αμέσως μετά και πρώτη εκείνη κάθισε οκλαδόν κάτω στο χώμα της Φωλίτσας. Όταν καθίσαμε κι εμείς, άρχισε να μιλά αργά μα σταθερά και δε σταμάτησε παρά μόνο σαν πέρασε πολλή


κεφάλαιο 27

ώρα· και βέβαια δε θα μπορούσα να θυμηθώ ακριβώς τα όσα μάς είπε η κυρία Δομένικα για τον μαύρο λόφο και την παράξενη δικαιοσύνη του εκείνο το παγερό πρωινό. Ωστόσο, χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τα κόκκινα τετράδιά της, βρήκα στο τέταρτο απ’ αυτά την ίδια διήγηση, γραμμένη με τα ίδια ακριβώς λόγια· όσες φορές την ξαναδιαβάζω έχω στ’ αυτιά μου την υπέροχη φωνή της, κι ο πιο μεγάλος τρόμος της ψυχής μου γίνεται ένα ανάλαφρο χάδι του ανέμου στο μάγουλο: «Την ιστορία που ακολουθεί την άκουσα ένα φλεβαριάτικο απόγευμα, όταν ήμουν δεκάξι χρονών, από το στόμα κάποιου απελπισμένου φυματικού μια βδομάδα πριν δώσει τέλος στη ζωή του μ’ ένα ασημένιο πιστόλι· λίγο καιρό αργότερα τη διάβασα γραμμένη από το χέρι του σε ένα κιτρινισμένο σημειωματάριο ανάκατα με άλλες ημιτελείς διηγήσεις χωρίς νόημα και λογική. Δεν έμαθα ποτέ από ποιον την άκουσε εκείνος ή αν τη διάβασε σε κάποιο μυστικό βιβλίο, κρυμμένο καλά στον πάτο ενός ξερού πηγαδιού κάτω από σάπια φύλλα δέντρων —πάντως ή τη διάβασε κάπου ή την άκουσε ή, έστω, την επινόησε—, στα σίγουρα όμως δεν την έζησε, καθώς όλα έγιναν πολύ πριν αυτός γεννηθεί. Τότε, στα δεκάξι μου χρόνια, δε μπορούσα να βρω ένα ξεκάθαρο κίνητρο που τον ώθησε να δει το δικό του τέλος μέσα από μια τέτοια ιστορία απελπισίας, τρέλας, ακατανόητης γαλήνης και θανάτου· τώρα, χρόνια αργότερα, νιώθω πως συχνά συμβαίνει μια ιστορία απελπισίας του παρελθόντος να ορίζει το απελπισμένο παρόν σου και να γίνεται η μηχανή που προβάλλει τη ζωή των άλλων στη δική σου ζωή… »Όλα ξεκίνησαν πριν από πολλά χρόνια, στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, σε ένα χωριό της Εύβοιας που είχε δεν είχε είκοσι οικογένειες. Βρισκόταν στη νοτιοανατολική άκρη του νησιού, στην πίσω πλαγιά του βουνού Οχή, πάνω στο βράχο της ακτής, ανάμεσα στο Μερούθι και στο Κάβο


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

Ντόρο. Τα βιβλία και οι χάρτες της εποχής το ονομάζουν Μυγδαλιά —κι είχε πράγματι μια θεόρατη αμυγδαλιά φυτρωμένη ανεξήγητα μέσα στη μαύρη πέτρα—, μα οι ντόπιοι το λέγαν Κουπέλα. Ακούστηκαν πολλές ερμηνείες σχετικά με το τι σήμαινε το όνομα αυτό, όλες όμως θολές κι αινιγματικές: κάποιοι έλεγαν πως έτσι ονομάσαν το βράχο του χωριού οι ναυτικοί που περνούσαν με τα καράβια τους, καθώς από μακριά έμοιαζε πράγματι με μεγάλη κούπα, κι άλλοι πάλι θυμόντουσαν πως αυτό, ή κάπως παρόμοιο, ήταν το όνομα μιας φριχτής αρκούδας της περιοχής που είχε τρομοκρατήσει ολόκληρη την Εύβοια για πολλά χρόνια τον καιρό της Επανάστασης· μα όταν ήρθαν οι λεπροί στο χωριό κι άρχισαν όλοι στην Καστρούπολη να μιλάνε για τα σημάδια του Αντίχριστου, μερικοί είπαν πως η λέξη “κουπέλα” στο φράγκικο ιδίωμα των καστρουπολιτών σήμαινε την ελπίδα, άλλοι πως σήμαινε την κόλαση κι άλλοι τη λέπρα και την ασχήμια — εξ ου και το ρήμα “κουπέλιασε” στη γλώσσα των βουνίσιων του τόπου εκείνου, που σήμαινε “μαράθηκε”, “μαράζωσε” ή κάτι τέτοιο. Μα ένας γέρος μέθυσος, γνωστός στην Καστρούπολη για τις παραδοξότητές του, παραληρούσε τα βράδια για κάποιον τρομερό πειρατή που τη χρονιά χίλια οχτακόσια ξεβράστηκε στην ακτή με τα μάτια βγαλμένα και κομμένα τ’ αυτιά και τη μύτη και, αφού σύρθηκε ώς τη μυγδαλιά του βράχου, πριν ξεψυχήσει χάραξε με το νύχι του στον κορμό της τη λέξη “CUPELA”… »Η Κουπέλα έγινε λεπρότοπος κοντά στο χίλια οχτακόσια πενήντα· φάνηκαν σημάδια λέπρας πρώτα σε δυο άντρες κι έπειτα σε μια κοπέλα, κι ο γιατρός από την Καστρούπολη μίλησε αμέσως για τη φοβερή αρρώστια που έτρωγε τη σάρκα, πλήγιαζε το δέρμα, εξαφάνιζε μύτες, αυτιά, δάχτυλα κι έκανε τη μορφή του ανθρώπου μορφή κτήνους. Τότε ειπώθηκε πως την αρρώστια την είχαν φέρει οι ναύτες ενός γαλλικού εμπορικού πλοίου που έκανε τη διαδρομή Μασσαλία-Κωνσταντινούπολη και ναυάγησε μια χειμωνιάτικη νύχτα στ’ ανοιχτά του Κάβο-Ντόρο· οι ναύ-


κεφάλαιο 27

τες κατάφεραν να βγουν στην ακτή και έμειναν για μια βδομάδα αποκλεισμένοι στην Κουπέλα λόγω της φοβερής κακοκαιρίας, οπότε μοιραία έφαγαν από το ίδιο τσουκάλι με τους κατοίκους του χωριού, κοιμήθηκαν στα κρεβάτια τους, έπλυναν το πρόσωπό τους στην ίδια σκάφη… Εκείνη την εποχή η λέπρα προκαλούσε τέτοιο τρόμο, που μέσα σε μια βδομάδα αφότου έγινε λόγος για τα σημάδια της έφυγαν όλοι απ’ το χωριό από το φόβο μην κολλήσουν. Έμειναν μόνο οι τρεις άρρωστοι, οι γυναίκες των δυο αντρών και μια ξαδέρφη του κοριτσιού. Οι αρχές της Καστρούπολης μέσα στον πανικό έστειλαν αμέσως αναφορά στην πρωτεύουσα, με την ελπίδα πως θα τους μάζευαν κι αυτούς τους τρεις από εκεί και θα τους έστελναν κάπου μακριά, ίσως σε κάποιο ερημονήσι του Αιγαίου· όμως εκείνη η ενέργειά τους είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Η κυβέρνηση, όχι μόνο δεν πήρε τους τρεις αρρώστους από την Κουπέλα, αλλά αποφάσισε να στείλει εκεί κι όσους λεπρούς είχε καταχωνιασμένους εδώ κι εκεί. Για να κατευνάσει τις αντιδράσεις των οργισμένων Καστρουπολιτών, τους έστειλε και γραπτό υπόμνημα που εξηγούσε πως η Μυγδαλιά ήταν το πλέον κατάλληλο μέρος για να συγκεντρωθούν οι λωβιασμένοι, καθώς ήταν απομονωμένο, είχε ήδη ερημώσει απ’ την αρρώστια, υπήρχε νερό κι έτοιμα χτισμένα σπίτια και πως, εν πάση περιπτώσει, το μέτρο θα ήταν προσωρινό, μια που θα οικοδομούνταν στα αμέσως επόμενα ��ρόνια μεγάλο λεπροκομείο στην Αθήνα. Μα στα αμέσως επόμενα χρόνια οι Καστρουπολίτες έβλεπαν να επιβεβαιώνονται οι φόβοι τους και κάθε τόσο να περνάνε μέσα από την πόλη τους για να πάνε στο καταραμένο χωριό τα καραβάνια των λεπρών που έρχονταν από κάθε μέρος της Ελλάδας είτε με το σκυλοκάραβο είτε από το δρόμο της Χαλκίδας — θλιβερές πομπές με παραμορφωμένους ανθρώπους που φορούσαν άσπρες κουκούλες κι είχαν κουδούνια στο λαιμό. Σε δέκα χρόνια είχανε μαζευτεί στην Κουπέλα πάνω από τετρακόσιοι λεπροί. Ζούσαν κοινοβιακά, χωρίς καμιά επαφή με τον


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

υπόλοιπο κόσμο, οι πιο γεροί ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, το ψάρεμα και το κυνήγι, είχαν κοινά βάσανα και την κοινή μοίρα των καταραμένων, κι έπρεπε να επιβιώσουν χωρίς να περιμένουν τίποτε απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Έχτισαν σπίτια με λάσπη και ξύλα, μια που δεν τους έφταναν αυτά που υπήρχαν, έφτιαξαν στάβλους, κάρα, βάρκες για ψάρεμα, ακόμη και μια μάντρα για να καίνε τους νεκρούς τους… Κανένας άλλος δεν περνούσε την Οχή πέρα από το Πλατανιστό — εκεί πια έμεναν μόνο αυτοί. Άλλαξαν κάμποσες κυβερνήσεις από τότε, αλλά η Κουπέλα παρέμενε λεπρότοπος. Το μόνο που κατάφεραν οι Καστρουπολίτες, μετά από επίμονες διαμαρτυρίες χρόνων, ήταν να μην πιάνει άγκυρα στο λιμάνι τους το σκυλοκάραβο με τους χανσενικούς, παρά να πηγαίνει στ’ ανοιχτά απ’ το Μερούθι και να τους βγάζει στην ακτή της Κουπέλας με βάρκες. Αυτό γινότανε μια ή δυο φορές το χρόνο, στο μέσο του καλοκαιριού ή στις αρχές του φθινοπώρου…»


28. Όπου, ανάμεσα στα άλλα φοβερά, ένας λεοντόμορφος φτιάχνει μια λεμονάδα, ενώ οι λεπροί τραγουδούν κι αγκαλιάζονται

«Το κακό άρχισε τη μέρα των Χριστουγέννων του χίλια εννιακόσια ένα, όταν φάνηκε ο Ολλανδός — ένας πληρωμένος φονιάς που απ’ το πρωί την έστησε με την καραμπίνα του κι ένα φλασκί ούζο κάτω από τη μυγδαλιά του βράχου και σημάδευε όποιον έβλεπε να περπατά έξω απ’ τα σπίτια· μόνο την πρώτη μέρα τουφέκισε δώδεκα λεπρούς, λες κι ήταν ο αρχάγγελος-εκδικητής και τιμωρός της δυστυχίας τους. Ήταν πράγματι Ολλανδός, ποιος ξέρει πώς είχε καταλήξει στην Ελλάδα, ψηλός με ξανθή γενειάδα, γαλανά μάτια κι ανέκφραστο πρόσωπο, και φυσικά είχε πληρωθεί από τους Καστρουπολίτες για να ξεπαστρέψει μια για πάντα τους λεπρούς της Κουπέλας· ποτέ τους δε χώνεψαν οι κάτοικοι της Καστρούπολης την εγκατάσταση των αρρώστων δίπλα στην πόλη τους, το θεωρούσαν κατάρα σταλμένη από τον διάβολο και αιτία όλων των δυστυχιών τους, κι όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ γύριζε στο μυαλό τους η σκέψη πως έπρεπε μόνοι τους να δώσουν οριστική λύση σ’ εκείνη την πληγή. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η φοβερή δολοφονία του υφασματέμπορου Δημοσθένη Αρτεμόπουλου και της πανέμορφης γυναίκας


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

του Λουίζας, που βρέθηκαν σφαγμένοι στο σπίτι τους στις αρχές του Νοεμβρίου, έγκλημα που δε διαλευκάνθηκε ποτέ, μα όλοι το φόρτωσαν στους χανσενικούς, βασισμένοι σε λόγια του αέρα και φανταστικές ιστορίες για κάποιον με τη φριχτή όψη των λεπρών που τον είδαν τη βραδιά του φόνου να τριγυρνά γύρω απ’ το κάστρο… Γι’ αυτό έφεραν και τον Ολλανδό απ’ τον Πειραιά μες στο καταχείμωνο (δηλαδή την εποχή που δεν υπήρχαν επισκέπτες και παραθεριστές στην Καστρούπολη) και του έταξαν μια χρυσή λίρα για κάθε είκοσι κεφάλια, χώρια αυτά που έδωσαν στον αστυνόμο για να κάνει τα στραβά μάτια — τόσο πολύ ήθελαν να γλιτώσουν από τους λεπρούς που ζούσαν πίσω από το βουνό. Εκείνος έπιασε αμέσως δουλειά: από την ανατολή ώς τη δύση έπινε και σκότωνε· μόλις έπεφτε ο ήλιος, γύριζε με το μουλάρι στην Καστρούπολη και την επομένη ξεκινούσε πολύ πριν απ’ το ξημέρωμα… Την πρώτη μέρα τουφέκιζε όποιον περπατούσε, αυτούς που έβγαζαν έξω τα ζώα ή ψάρευαν με τις βάρκες και τις γυναίκες που πήγαιναν στην πηγή για νερό. Οι χανσενικοί κλείστηκαν στα καλυβόσπιτά τους σαν τρομαγμένα ζώα και προσεύχονταν στον άγνωστο θεό τους, αδύναμοι να κάνουν το οτιδήποτε: να φύγουν; ούτε λόγος, πού να πάνε να ζήσουν τόσοι άρρωστοι, ποιος θα τους δεχόταν… Να αμυνθούν; εκείνοι είχαν μόνο μαχαίρια, κι ο Ολλανδός είχε δυο καραμπίνες, πιστόλια, σφαίρες… Από τη δεύτερη μέρα άρχισε να μπαίνει στα σπίτια, καθώς δεν έβγαινε πια ψυχή στους δρόμους· διάλεγε το πού θα χτυπούσε καπνίζοντας ένα μακρύ πουράκι κάτω από τη μυγδαλιά, έπειτα, με βήμα αργό, χωρίς διόλου να βιάζεται, περπατούσε ώς το σπίτι που είχε διαλέξει, έμπαινε μέσα ανενόχλητος —τα σπίτια των λεπρών δεν είχαν πόρτες— και τους σκότωνε όλους πυροβολώντας τους σχεδόν εξ επαφής, μεθοδικά, δίχως να κάνει διάκριση ανάμεσα σε γυναίκες, γέρους ή ετοιμοθάνατους. Οι λεπροί δεν πρόβαλλαν την παραμικρή αντίσταση· τον δεχόντουσαν μοιρολατρικά, με σκυμμένο το κεφάλι, μουρμουρίζοντας ακατάληπτους ψι-


κεφάλαιο 28

θύρους, λες κι η ζωή τους ήταν στην απόλυτη διάθεση εκείνου, ίσως μάλιστα κάποιοι απ’ αυτούς μες στην απόγνωσή τους να σκέφτηκαν πως ο φονιάς ήταν σταλμένος απ’ τον Μεγάλο Αφέντη για να τους λυτρώσει από το βάσανο που έτρωγε τις σάρκες τους τόσα χρόνια… »Τη νύχτα του Αϊ-Γιαννιού του χίλια εννιακόσια δύο, κι ενώ ο Ολλανδός, που είχε ήδη σκοτώσει περισσότερα από εκατόν πενήντα άτομα, γλεντούσε πίνοντας αμέτρητες κανάτες με κερασμένο κρασί στο πανηγύρι της Καστρούπολης, οι χανσενικοί της Κουπέλας μαζεύτηκαν στη μάντρα, όπως κάθε βράδυ, για να κάψουν τα πτώματα εκείνης της ημέρας και να προσευχηθούν βουβοί, δίχως να ξέρουν σε ποιον απευθύνονται, μήτε και να ζητούν κάτι συγκεκριμένο με την προσευχή τους· ήταν παράξενα ήρεμοι, ίσως η απόγνωση που γεννιέται μες στη φρίκη να είχε γίνει ο μοναδικός τρόπος για να γαληνεύει η ψυχή τους… Τότε, μέσα στην πνιγηρή μουγκαμάρα, πήρε το λόγο μια γυναίκα από τις πιο παλιές στην Κουπέλα, το μισό πρόσωπό της ήτανε τόσο φαγωμένο απ’ την αρρώστια, που φαινόταν το κόκαλο του ζυγωματικού της και το άλλο μισό απείραχτο, λες και η λέπρα έπαιζε μαζί της, δείχνοντας έτσι τη δύναμή της· εκείνη η γυναίκα μίλησε για τον Γιωργάκη Σταυρόπουλο ή Λεμονμπούζη και την παράξενη ιστορία του. Αυτός ο Σταυρόπουλος ήταν κάποτε ο καλύτερος λεμονμπούζης στην πόλη του Μεσολογγίου, ίσως και σε ολόκληρη τη δυτική Στερεά Ελλάδα, περίφημος για την ομορφιά του, τα τσαλίμια του, το βροντερό ντελάλισμά του, μα κυρίως για τη γλυκύτατη λεμονάδα που ’φτιαχνε. Όταν λώβιασε στα χίλια οχτακόσια εβδομήντα ένα, όλο το Μεσολόγγι αναστατώθηκε, στην αρχή κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει, μα, καθώς τα σημάδια στο κορμί του πλήθαιναν, μια νύχτα τού φόρεσαν κουδούνια και τον έδιωξαν κακήν-κακώς από τη λιμνούπολη για το λεπροχώρι της Εύβοιας, πεζό, με συνοδεία έφιππους χωροφύλακες ώς τη Ναύπακτο· κανένας δε βρέθηκε να του πει αντίο στο φριχτό φευγιό του, μήτε καν η κοπέλα που


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

αγαπούσε. Στην Κουπέλα έμεινε μονάχα για τέσσερις μήνες· δε μιλούσε καθόλου στους άλλους λεπρούς, κοιμόταν στο χώμα σκεπασμένος με μια κουβέρτα κι έτρωγε ρίζες. Όταν έφτασε το καλοκαίρι, έφτιαξε μια παράξενη λεμονάδα με κίτρα, πικρολέμονα και διάφορα φύλλα από τα δέντρα της Οχής και την ήπιε· για είκοσι μέρες ψήθηκε στον πυρετό, μα την εικοστή πρώτη μέρα σηκώθηκε ολότελα θεραπευμένος και υγιής — μόνο το πρόσωπό του είχε σημαδευτεί για πάντα. Έφυγε δίχως να χαιρετήσει κανέναν. Για χρόνια δεν άκουσαν τίποτε γι’ αυτόν, όταν κάποτε κάποιοι λεπροί που ’χαν έρθει απ’ τη Λάρισα μίλησαν για κάποιον Γιωργάκη Σταυρόπουλο που ’ταν ακουστός ως φοβερός και τρομερός έμπορος ναρκωτικών στη Σαλονίκη και κυκλοφορούσε σαν το διάολο φορώντας πάντοτε μαύρη μάσκα στο πρόσωπό του. Η γυναίκα με τη μισοφαγωμένη όψη κατέληξε πως αυτή η παλιά, απίθανη ιστορία ήταν η μόνη λύση για τους λεπρούς της Κουπέλας, η μόνη τους ελπίδα για να σωθούν: έπρεπε να φύγουν εκείνη κιόλας τη νύχτα απ’ το χωριό, να πάρουν το δρόμο για τη Θεσσαλονίκη, να φτάσουν —όπως φτάσουν— ξεφεύγοντας από Έλληνες και Τούρκους χωροφύλακες κι έπειτα να βρούνε τον Λεμονμπούζη και να τον παρακαλέσουν, να τον εκλιπαρήσουν γονατιστοί να τους φτιάξει μια παρόμοια λεμονάδα με κείνη, να του τάξουν και να του ορκιστούν ό,τι θέλει, φτάνει να γιατρευτούν — δε θα τους άφηνε να ψοφήσουν έτσι, δε μπορεί να μη τους συμπονούσε, στο κάτω-κάτω, υπήρξε κάποτε ένας απ’ αυτούς… »Ξεκίνησαν πριν ξημερώσει, περισσότεροι από διακόσιοι πενήντα άνθρωποι τυλιγμένοι με κουρελιασμένες κι άθλιες κάπες, φορώντας άσπρες κουκούλες στο κεφάλι για να κρύβουν την παραμορφωμένη τους όψη. Πίσω τους έσερναν μπόγους με τα λιγοστά τους υπάρχοντα· και βέβαια οι πρώτοι κι οι τελευταίοι φορούσαν τα κουδούνια των χανσενικών. Στο δρόμο τους δε συναντήθηκαν με τον Ολλανδό, κι αυτό τούς παραξένεψε… Όταν πέρασαν μέσα απ’ την Κα-


κεφάλαιο 28

στρούπολη, ο δρόμος ερήμωσε μεμιάς, έντρομοι όλοι έτρεξαν να κλειστούν στα σπίτια και στα μαγαζιά τους, μαντάλωσαν τις πόρτες και, ψιθυρίζοντας προσευχές (καθώς νόμισαν πως ήρθε η ώρα της έλευσης του μιαρού θηρίου της Αποκαλύψεως), είδαν απ’ τα παράθυρά τους το φριχτό καραβάνι των απελπισμένων που περνούσε τραγουδώντας ένα παράξενο θλιβερό τραγούδι. Οι χωροφύλακες δεν τόλμησαν βέβαια να τους σταματήσουν κι ο Ολλανδός δεν ήταν εκεί για ν’ αρχίσει να τους πυροβολεί· κοιμόταν του καλού καιρού στην ��άμαρη μιας παστρικιάς, ανήμπορος να συνέλθει από το γλέντι της προηγούμενης νύχτας. Και την ώρα που οι λεπροί έφευγαν από την πόλη, έγινε κάτι το εντελώς απρόσμενο: ο ογδοντάχρονος Λεωνίδας Μπινής, συνταγματάρχης του στρατού της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, γόνος Ανδριωτών εφοπλιστών, πρώην βουλευτής και ιδιόρρυθμος γέροντας πια, που δε μιλούσε σε κανέναν κι έμενε απομονωμένος σε μια παραθεριστική έπαυλη της Καστρούπολης, βγήκε στο δρόμο φορώντας το καλό μαύρο κουστούμι του και, στητός σαν κυπαρίσσι, μπήκε ανάμεσα στους λεπρούς τραγουδώντας το αλλόκοτο τραγούδι τους κι έφυγε μαζί τους. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Ολλανδός πήγε στην Κουπέλα κι έκαψε όλα τα σπίτια των αρρώστων, τους στάβλους και τις βάρκες τους, ακόμη και τη μάντρα που έκαιγαν τους νεκρούς τους· μια εβδομάδα αργότερα ένα αγόρι απ’ την Καστρούπολη έκαψε και τη μυγδαλιά του βράχου, όπως έπρεπε, ένα δεκάχρονο αγόρι, που τα απογεύματα του προηγούμενου καλοκαιριού έπαιζε κρυφτό μ’ ένα λεπρό στο κάστρο. »Οι χανσενικοί της Κουπέλας έφτασαν στη Θεσσαλονίκη τρεις βδομάδες αργότερα, κι ήταν λιγότεροι από διακόσιοι, κι οι μισοί από αυτούς ημιθανείς· δεν υπήρξε μέρα που να μην αφήσουν στο δρόμο τους δυο και τρία και τέσσερα πτώματα — τα έκαιγαν επιτόπου και συνέχιζαν. Τους περισσότερους από αυτούς τούς έβρισκαν παγωμένους το ξημέρωμα — έκανε φοβερό κρύο εκείνο τον Γενάρη και κοι-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μόντουσαν αγκαλιασμένοι όλοι μαζί για να ζεσταίνουν ο ένας τον άλλον. Από όσες πόλεις πέρασαν —Χαλκίδα, Θήβα, Λιβαδειά, Λαμία, Φάρσαλα, Λάρισα, Κατερίνη— η ίδια εικόνα: τρόμος, έρημοι δρόμοι και πίσω απ’ τις γρίλιες προσευχές που ξόρκιζαν τον σατανά· κάποιοι πονόψυχοι ανοίγαν για μια στιγμή το παράθυρο και τους πετούσαν καρβέλια ψωμί. Στη Λάρισα μια μαυροντυμένη γριά τούς ακολούθησε ανεξήγητα, παρόμοια με τον Λεωνίδα Μπινή· σε κανέναν δεν είπε το όνομά της, έλεγε μόνο πως τον γιο της τον έλεγαν Αποστόλη. Όταν πέρασαν την κοιλάδα των Τεμπών και μπήκαν στο έδαφος της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Τούρκοι χωροφύλακες, φοβισμένοι, δεν τους σταμάτησαν, μάλλον προτίμησαν να ξεχάσουν το πέρασμά τους σαν κακό όνειρο. Το απόγευμα της εικοστής ενάτης Ιανουαρίου μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, και στην πόλη η φήμη κυκλοφόρησε σαν τον άνεμο· το βράδυ δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους, μα τυχαία βρήκαν έναν τρελό οπιομανή έξω απ’ το σταθμό των τρένων και τους είπε προς τα πού βρισκόταν το σπίτι του Λεμονμπούζη: ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος έμενε κάπου στην ανατολική πλευρά της πόλης, πάνω από τη λεωφόρο των εξοχών. Όταν κάποτε βρήκαν το σπίτι του, οι τρεις γηραιότεροι του καραβανιού —τον είχαν προλάβει στην Κουπέλα— του χτύπησαν την πόρτα. Ο Λεμονμπούζης τούς άνοιξε φορώντας τη μάσκα του· εκείνοι είχανε βγάλει τις κουκούλες τους για να τους θυμηθεί. Στην αρχή δεν τους πήρε με το καλό, έκανε πως δεν τους ήξερε και τους είπε να φύγουν πριν φωνάξει τους χωροφύλακες· όταν όμως άκουσε γιατί ήρθαν απ’ την Κουπέλα και τι ζητούσαν απ’ αυτόν, στάθηκε για λίγο σκεφτικός κι έπειτα τους είπε να τον περιμένουν για λίγο να δει τι μπορεί να κάνει. Μετά από δέκα λεπτά βγήκε ξανά έξω και τους είπε πως, για να φτιάξει τη λεμονάδα που θα τους γιάτρευε, έπρεπε να βρει βοτάνια που θα στοιχίζαν μιαν ολόκληρη περιουσία. Οι γέροντες του ζήτησαν ένα σεντόνι. Μόλις τους το ’δωσε, γύρισαν στο καραβάνι των λεπρών που τους περίμεναν στο


κεφάλαιο 28

δρόμο· στα μάτια τους τρεμόπαιζε η φλόγα μιας αμυδρής ελπίδας… Σε μισή ώρα είχαν μαζευτεί πάνω στο απλωμένο σεντόνι του Λεμονμπούζη ένα βουναλάκι απ’ ό,τι πολύτιμο έκρυβαν για χρόνια στους κόρφους τους οι λεπροί: κοσμήματα, λίρες, βέρες και δαχτυλίδια, φυλαχτά, σταυροί, κηροπήγια, ακόμη και χρήματα και εικόνες της Παναγίας, αντικείμενα που δόθηκαν για κατευόδιο μέσα σε κλάματα από γονείς, γυναίκες κι αδέρφια στον καθένα που ξεκινούσε για το ταξίδι χωρίς επιστροφή προς το λεπροχώρι της Εύβοιας. Όταν ξαναχτύπησαν την πόρτα του και του έδωσαν το σεντόνι δεμένο μπόγο, εκείνος είχε φορέσει τη μαύρη κάπα του και τη ρεπούμπλικα, “δε γίνεται να μείνετε εδώ…” τους είπε, “αύριο πρωί θα ’ρθει η αστυνομία και θα σας διώξει απ’ την πόλη. Θα σας πάω εγώ σ’ ένα μέρος όπου δε θα σας βρει κανένας, κι αύριο το βράδυ θα σας φέρω τη λεμονάδα…” Περπάτησαν τρεις ώρες μέσα στη μαύρη νύχτα — αυτός πήγαινε μπροστά. Κάποτε ο δρόμος τέλειωσε και μπήκαν στο δάσος, σκόνταψαν σε κορμούς και ρίζες. Βγήκαν σ’ ένα μεγάλο άνοιγμα γεμάτο με ξερές πευκοβελόνες· εκεί σταμάτησαν. Ο Λεμονμπούζης τούς είπε να μη φύγουν και να τον περιμένουν σε κείνο το μέρος, καθώς ήθελε μια μέρα για να φτιάξει τη λεμονάδα που θα τους γιάτρευε… »Το επόμενο βράδυ ήρθε σπρώχνοντας το καρότσι με το μεγάλο ντεπόζιτο της λεμονάδας· απ’ το απόγευμα έπεφτε ψιλό χιόνι, το κρύο είχε γίνει πια ανυπόφορο. Μόλις βγήκε στο ξέφωτο, άναψε με το τσακμάκι του ένα κλεφτοφάναρο· τι παράξενο, ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος δε φορούσε τη μάσκα του. Όταν οι λεπροί είδαν στο λιγοστό φως το πρόσωπό του, ένιωσαν μιαν αλλόκοτη ανακούφιση: δεν είχε μύτη μήτε φρύδια και ζυγωματικά μήτε πιγούνι, μόνο δυο μάτια που έλαμπαν παράξενα, κι όπως ήταν λαχανιασμένος από το δρόμο, έμοιαζε στ’ αλήθεια ένας ακόμη απελπισμένος, ένας όμοιός τους… Τους φώναξε να κάνουν όλοι μια σειρά και κανένας να μην πιει δυο φορές, γιατί η λεμο-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

νάδα ίσα-ίσα που θα ’φτανε για όλους· ταυτόχρονα όμως επέμεινε σα μανιασμένος να πιουν όλοι από τη λεμονάδα του, ακόμη κι ένας άντρας που ’χε πέσει σε κώμα από το ίδιο πρωί —του την έβαλε ο ίδιος στο στόμα με το κουταλάκι—, ακόμη και ο Λεωνίδας Μπινής, που αρνιόταν επίμονα να πιει, καθώς έλεγε πως εκείνος δεν είχε λέπρα στο σώμα μα στην καρδιά και στο νου: “Πρέπει να πιεις γιατί έχεις μολυνθεί, αν δεν πιεις φάρμακο, κάποτε θα βγάλεις λέπρα και θα μολύνεις κι άλλους…” Κι έτσι, ήπιαν όλοι από τη λεμονάδα του Λεμονμπούζη και μούδιασε το στόμα τους από την αφάνταστη γλύκα της. “Ώς αύριο το μεσημέρι θα σας έχει πιάσει πυρετός· το βράδυ θα ’ρθω να σας δώσω το δεύτερο ποτήρι και θα φουντώσει ακόμη πιο πολύ και μεθαύριο το τρίτο για να σας φύγει…” τους είπε εκείνος· έπειτα έσβησε το κλεφτοφάναρό του και σπρώχνοντας το καρότσι του χάθηκε μες στο σκοτάδι… »Οι χανσενικοί άρχισαν να υποψιάζονται πως ο Λεμονμπούζης τούς ξεγέλασε από το ξημέρωμα της επομένης, καθώς, αντί ν’ ανεβάσουν πυρετό, όπως τους είχε πει, μούδιασαν τα πόδια τους ώς τα γόνατα και δε μπορούσε κανείς να περπατήσει· όσο περνούσε η μέρα, το μούδιασμα ανέβαινε. Μέχρι το μεσημέρι το σώμα τους από τη μέση και κάτω είχε νεκρωθεί. Χιόνιζε πια για τα καλά, γύρω ο τόπος είχε γίνει άσπρος. Την ώρα που χανόταν η μέρα, άρχισαν οι πρώτοι πόνοι στην κοιλιά κι η υποψία τους έγινε βεβαιότητα. Πράγματι, ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος ή Λεμονμπούζης, που κάποτε υπήρξε ένας απ’ αυτούς, τους είχε γελάσει· το ’ξερε καλά πως, όταν ο κάθε λεπρός έφευγε από τον τόπο του, του έδιναν στο χέρι οι δικοί του ό,τι πολύτιμο είχαν για στερνή βοήθεια… Μόλις είδε διακόσιους λωβιασμένους έξω από το σπίτι του να του ζητούν απεγνωσμένα γιατρικό για να γίνουν καλά, συνέλαβε αμέσως το σχέδιό του: θα τους έπαιρνε τα κοσμήματα, τις λίρες κι ό,τι άλλο είχαν με την υπόσχεση της σωτήριας λεμονάδας —θα του τα δίνανε, δεν είχαν άλλη ελπίδα εκτός από αυτόν— κι


κεφάλαιο 28

έπειτα θα τους πήγαινε έξω απ’ την πόλη, σ’ ένα ξέφωτο στο δάσος, που το ήξερε μόνο αυτός, λέγοντάς τους πως θα τους έφερνε τη λεμονάδα την επομένη. Φυσικά το επόμενο βράδυ δεν τους έδωσε να πιουν τη λεμονάδα που γιατρεύει τη λέπρα (δεν ήξερε καν να φτιάξει τέτοια λεμονάδα, η λέπρα απ’ το δικό του σώμα δεν έφυγε από τη λεμονάδα που ’φτιαξε, όπως νόμισαν όλοι, αλλά από ένα τσίμπημα φιδιού στην κατηφοριά της Οχής που του ’φερε τον πυρετό), δεν τους είχε φτιάξει λοιπόν τη λεμονάδα της σωτηρίας, παρά μιαν άλλη, που αντί για ζάχαρη είχε κοπανισμένα ξερά βατόμουρα της Αλγερίας, τον πιο γλυκό καρπό του κόσμου που έφερνε τον θάνατο μέσα σε τριάντα έξι ώρες, νεκρώνοντας ολόκληρο το σώμα σιγά-σιγά από τα κάτω άκρα ώς το κεφάλι. Γι’ αυτό κι επέμενε να πιουν όλοι από το δηλητήριό του, για να μη μείνει κανείς να μαρτυρήσει τι τους έκανε· γι’ αυτό τούς πήγε και σ’ εκείνο το ξέφωτο μέσα στο δάσος, για να μη βρει κανένας τα πτώματα ή τα κόκαλα τους… Κι έτσι, όταν έπεσε η νύχτα για τα καλά κι οι λεπροί της Κουπέλας συνειδητοποίησαν πλήρως πως ο Λεμονμπούζης δε θα ερχόταν και πως κανένας τους δε θα ζούσε ώς το ξημέρωμα, απλώθηκε η απόλυτη σιωπή. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός θρήνος, μήτε καν ένας λυγμός, μήτε καμιά κατάρα γι’ αυτόν που τους πρόδωσε για έναν μπόγο με κατευόδια απελπισμένων· οι προδομένοι λεπροί ένιωθαν τις νιφάδες του χιονιού πάνω στο σαπισμένο πρόσωπό τους και μια πρωτόγνωρη χαρά γέμιζε την ψυχή τους — δεν είχαν πια την παραμικρή δυνατότητα και την παραμικρή ανάγκη· η εκδίκησή τους θα ήταν η σιωπή τους, η γαλήνη… Έξαφνα, κι ενώ το μούδιασμα ανέβαινε στο στήθος τους, αγκαλιασμένοι καθώς ήταν απ’ το προηγούμενο βράδυ, σφίχτηκαν αναμεταξύ τους μ’ όλη τη δύναμη που τους απόμενε· πολλοί ίσως να ήταν ήδη πεθαμένοι, μα τα χέρια τους, με όσα δάχτυλα είχε ο καθένας, έσφιγγαν μανιασμένα τους πλαϊνούς τους. Ένα βουητό ακούστηκε, κάτι σαν παράπονο ή σαν ανάσα· δεν ήταν πια οι διακόσιοι ετοιμοθάνατοι χανσενικοί,


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

μα ένας λόφος της γης που ανάσαινε, μια ψυχή στο τελευταίο τρέμισμά της. Όλα ήταν πια παρελθόν: η φριχτή αρρώστια, ο Ολλανδός, ο Λεμονμπούζης, η προηγούμενη ζωή τους, όλα… Κι όταν έπαψε το παραπονεμένο βουητό κι η σιωπή έγινε απόλυτη, ένα υπερκόσμιο τραγούδι άρχισε ν’ ακούγεται από το λόφο με τις πλεγμένες ανθρώπινες σάρκες: “Κι αν θέλετε να μάθετε το όνομά μου, μάθετέ το από τα ίδια μου τα χείλη…” Τότε φύσηξε ένας αφάνταστα δυνατός άνεμος κι αμέσως σηκώθηκε φοβερή χιονοθύελλα· γρήγορα τα κορμιά των λεπρών πάγωσαν, μα το τραγούδι τους δε σταματούσε. »Έτσι, μέσα σε μια νύχτα, λίγες ώρες πριν ξημερώσει η πρώτη Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια δύο, οι παγωμένες σάρκες των λεπρών που τραγουδούσαν έγινε μια τούμπα της γης. Με το πέρασμα των ημερών, ο άνεμος έφερε χώμα και σκέπασε τα κοκαλωμένα απ’ το κρύο κορμιά, κι έπειτα κι άλλο χώμα κι άλλο, κι άλλο, κι η μικρή τούμπα μεγάλωσε απίστευτα, μέσα σε λίγες μέρες έγινε λοφίσκος, σε τρεις βδομάδες λόφος ολόκληρος, την άνοιξη πετάχτηκαν πράσινοι βλαστοί μέσα απ’ το χώμα. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού είχαν γίνει πανύψηλοι κορμοί· όταν χειμώνιασε, έβγαλαν κλαδιά που άπλωσαν και πλέχτηκαν μεταξύ τους κι αγκαλιαστήκαν. Και τον Φλεβάρη άνθισαν εκείνες οι μυγδαλιές… Τα άνθη τους κρατούσαν για έξι μήνες, ίσαμε τον Αύγουστο· με το φύσημα του ανέμου σκόρπιζαν και τα κλαδιά έμεναν γυμνά μέχρι τον Φλεβάρη. Κι εκείνα τα δέντρα δεν καρπίσαν ποτέ μήτε μύγδαλα μήτε κανέναν άλλο καρπό… Και την ώρα του δειλινού, όποιος το πρόσεχε, θα έβλεπε πως ο λόφος φούσκωνε και ξεφούσκωνε, καθώς ανάσαιναν οι λεπροί που ’χανε γίνει δαίμονες και νοσταλγούσαν. Και τα βράδια ο άνεμος σφύριζε λυσσαλέα ανάμεσα απ’ τα κλαδιά, σχηματίζοντας λέξεις ανθρώπινες, προστάγματα που αν τα άκουγε κανείς έπρεπε να υπακούσει αμέσως, ειδάλλως ο άνεμος έπαιρνε την ψυχή του και τη σκόρπιζε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και στα χρό-


κεφάλαιο 28

νια που ακολούθησαν, όσοι πήγαιναν στο λόφο —για ό,τι κι αν πήγαιναν— ήξεραν πως ήταν ο λόφος των λεπρών της Κουπέλας· με κάποιον μυστηριώδη τρόπο η ιστορία του θλιβερού καραβανιού από το μακρινό λεπροχώρι της Εύβοιας, που ήρθε στη Θεσσαλονίκη μια χειμωνιάτικη βραδιά, έφτανε σ’ αυτούς που έπρεπε να την ξέρουν, όπως τα μυστικά των αλχημιστών και των μάγων των περασμένων αιώνων…»


29. Το τέλος του Λεμονμπούζη

«Το ίδιο βράδυ που οι λεπροί πέθαιναν τραγουδώντας αγκαλιασμένοι, ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος ξεχώριζε ανάλογα με την αξία τους τα όσα κοσμήματα και φυλαχτά τούς πήρε· κάποτε έπιασε στο χέρι του μέσα στο σωρό το ασημένιο μενταγιόν που ’χε χαρίσει για δώρο αρραβώνα στην κοπέλα που αγαπούσε τριάντα πέντε χρόνια πριν, στο Μεσολόγγι. Το αναγνώρισε αμέσως· το ’χε πάρει από Γιαννιώτη τεχνίτη, κι απ’ έξω είχε σκαλισμένα δώδεκα φίδια που δαγκώναν έναν αετό — εξάλλου είχε βάλει τον τεχνίτη να χαράξει μέσα τα αρχικά του: “Γ.Σ.”. Η τρέλα χίμηξε στο μυαλό του την ίδια στιγμή τόσο αστραπιαία, που η συνείδησή του έμεινε εντελώς απείραχτη, ανέπαφη, ατάραχη, όσο η επιφάνεια του λαδιού· εκείνη τη νύχτα έπεσε για ύπνο χωρίς να σκέφτεται τίποτε δυσάρεστο ή βίαιο ή μελαγχολικό — ηδονικά κενός, γαλήνιος σα μικρό παιδί. Το πρωί της επομένης αγόρασε μια άμαξα με τέσσερα άλογα, έβαλε μέσα τα νταμιτζάνια και τα τσουκάλια που ’φτιαχνε το λεμόν μπουζ, τα κάθε λογής βοτάνια, τις ρίζες, τις σκόνες και τα φαρμάκια που μάζευε τόσα χρόνια, και το απόγευμα έφυγε απ’ τη Θεσσαλονίκη, αφού προηγουμένως έβαλε φωτιά στο σπίτι του· έλεγαν πως την άλλη μέρα οι χωροφύλακες έμειναν άφωνοι, όταν, ψάχνοντας στ’ αποκαΐδια,


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

βρήκαν μια σιδερένια κασέλα φίσκα στις χρυσές λίρες και στα κοσμήματα, τόσο βαριά, που χρειάζονταν τέσσερις σωστοί άντρες για να τη μεταφέρουν… Για δέκα χρόνια βούιξε ολόκληρη η Μακεδονία για τον φριχτό άγγελο του θανάτου με τη μαύρη μάσκα, που έλεγαν πως δεν ήταν άλλος από τον Αντίχριστο· γυρνούσε με την άμαξα σε πόλεις και χωριά και κερνούσε στις πλατείες το γλυκύτατο λεμόν μπουζ, που ήταν φτιαγμένο όχι μόνο με αλγερινά βατόμουρα, αλλά και με άλλους, ακόμη χειρότερους, φαρμακερούς καρπούς. Όποιος το έπινε πέθαινε με φριχτούς, απερίγραπτους πόνους: οι πιο τυχεροί τέλειωναν σε μερικές ώρες, για άλλους τραβούσε μια ή δυο μέρες, για μερικούς και περισσότερο — κανένας όμως δεν έζησε πάνω από μια βδομάδα… Έλεγαν πως μάγευε τους πάντες μονάχα με την παρουσία του, πως, όταν έμπαινε σ’ ένα χωριό, οι εγκυμονούσες απέβαλλαν αμέσως, κι όλοι —άντρες, γυναίκες και παιδιά—, μόλο που ’χαν ακούσει γι’ αυτόν κι έτρεμαν τον ερχομό του, ξεχνούσαν τα πάντα και σα μαγεμένοι έτρεχαν παραληρώντας στην πλατεία μ’ ένα πήλινο ποτήρι στο χέρι και χτυπιόντουσαν με λύσσα αναμεταξύ τους για το ποιος θα πρωτοπιεί τη λεμονάδα του. Εκείνος, σιωπηλός, κερνούσε όσα ποτήρια λεμόν μπουζ γέμιζε ένα απ’ τα μικρά νταμιτζάνια του κι έπειτα έφευγε αφήνοντας τους πιο πολλούς ανικανοποίητους να τρέχουν ουρλιάζοντας πίσω απ’ την άμαξά του και να εκλιπαρούν να τους γεμίσει και το δικό τους ποτήρι· μόνο όταν χανόταν η άμαξά του στον ορίζοντα, συνέρχονταν και ξαναβρίσκαν το λογικό τους και τότε όσοι δεν είχαν πιει ευχαριστούσαν τον Θεό που γλίτωσαν. Ποτέ δεν πήγαινε για δεύτερη φορά στο ίδιο μέρος. Ειπώθηκαν γι’ αυτόν τόσα και τόσα· απ’ όπου περνούσε γίνονταν εξορκισμοί κι αναθέματα, κι όπου δεν είχε ακόμη εμφανιστεί έκαναν λιτανείες για να μην πάει· ακόμα και θυσίες γίνανε για να τον καλοπιάσουν. Γι’ αυτόν φτιάχτηκαν τα πιο τρομακτικά παραμύθια του καιρού εκείνου. Κάθε τόσο οι Αρχές τον επικήρυτταν για όλο και μεγαλύτερο ποσό, αλλά κανένας δεν κατάφερε να


κεφάλαιο 29

τον πιάσει ή έστω να τον στριμώξει, μήτε ο στρατός κι η αστυνομία, μήτε εκείνοι που πολεμούσαν στους βάλτους, μήτε όσοι θέλαν τις λίρες της επικήρυξης —κι ήταν πάμπολλοι αυτοί—, καθώς η άμαξά του χανόταν έξαφνα από τη μια περιοχή κι εμφανιζόταν στην άλλη, μόλο που ’χαν πιασμένα όλα τα περάσματα… Κι αφού φαρμάκωσε αμέτρητους ανθρώπους, του τέλειωσαν κάποτε του Λεμονμπούζη τα βοτάνια κι οι ρίζες. Τότε έφτιαξε ένα τελευταίο ποτήρι από τη λεμονάδα του για τον εαυτό του, το ήπιε κι ύστερα οδήγησε σα μανιασμένα τα άλογά του στην Κουπέλα. Ήταν Φλεβάρης —σύμπτωση άραγε;— του χίλια εννιακόσια δώδεκα. Ανέβηκε στη Φωλίτσα χωρίς να σκοντάψει ούτε σ’ έναν κορμό ή σε μια ρίζα και πέθανε σφίγγοντας στην παλάμη του το ασημένιο μενταγιόν με τα δώδεκα φίδια που δαγκώναν τον αετό, ενώ ο άνεμος σφύριζε μέσα απ’ τα κλαδιά “έρχου”… »Στα χρόνια που ακολούθησαν κάμποσοι δοκίμασαν τη δικαιοσύνη του λόφου των αγκαλιασμένων λεπρών — κανείς δεν ξέρει πόσοι, παρά μόνο ο άνεμος… Στη γούβα της Φωλίτσας ερωτευμένοι γύρεψαν παράφορα αγκαλιάσματα, στερνά φιλιά, επιθανάτιους ρόγχους, προδότες και προδομένοι ξεψύχησαν μαζί, επαναστάτες έκαναν στάχτη τα μυστικά της ήττας και της μελαγχολίας τους, δολοφόνοι νοστάλγησαν τα δάχτυλα της μάνας τους, κωφάλαλοι ληστές έθαψαν στο χώμα κλειστές κασέλες, τρελοί κι αλαφροΐσκιωτοι έβαλαν το κεφάλι τους μέσα σε τενεκέδες με αναμμένα κάρβουνα κι έβγαλαν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα δάχτυλα κι έκοψαν τις γλώσσες τους και τα γεννητικά τους όργανα για να χαρούν τη δροσιά του μαχαιριού, και πόσοι άλλοι ακόμη που δεν άκουσε κανένας γι’ αυτούς· όνειρα και ουτοπίες πληρώθηκαν με θάνατο, ματαιωμένοι έρωτες στάλαξαν την πίκρα που ξεστρατίζει το μυαλό απ’ το δρόμο του, μελαγχολίες βρήκαν το μοναδικό αντίκρισμά τους σε μια ωχρή αιωνιότητα. Και πάντοτε ο άνεμος φύσαγε λυσσαλέα, κι όπως περνούσε ανάμεσα απ’ τα κλαδιά


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

των απελπισμένων δέντρων, το σφύριγμά του τρυπούσε την ψυχή. Και το στριγκό εκκωφαντικό σφύριγμα έμοιαζε μ’ ένα αόρατο πληγωμένο τέρας που προσπαθούσε απεγνωσμένα να μιλήσει με την ανθρώπινη λαλιά, και μερικές φορές το κατάφερνε σχηματίζοντας κανονικές λέξεις, δικές μας: άλλοτε “φύγε”, άλλοτε “έρχου” κι άλλοτε “φίλησε”, σκοτεινά προστάγματα που κανείς ποτέ δεν τόλμησε να εξηγήσει…»


30. ! # ! #

" !

!" "

Με τα λόγια αυτά η κυρία Δομένικα έπαψε τη μακρά διήγησή της για τον μαύρο λόφο της Κουπέλας, ενώ είχε ήδη περάσει το μεσημέρι εκείνης της παγερής πρωτομηνιάς του Φλεβάρη. Και είναι αλήθεια πως σταμάτησε κάπως απότομα —την ώρα που μιλούσε για τα προστάγματα του ανέμου—, ίσως γιατί ένιωσε πως πήγαινε να προχωρήσει πιο πολύ απ’ ό,τι έπρεπε, φανερώνοντάς μας μυστικά που δε θα μας πονήρευαν απλά, αλλά θα έπνιγαν τη διάνοιά μας στους βάλτους της τρέλας και θα έκαναν την ψυχή μας έρμαιο μιας αρρωστημένης εμμονής, μιας εμμονής που θα μας οδηγούσε στον όλεθρο, χωρίς δική μας απόφαση… Το ίδιο απότομα τέλειωνε και η γραπτή εκδοχή της ιστορίας εκείνης στο τέταρτο από τα κόκκινα τετράδιά της —πάλι όταν έγραφε για τα προστάγματα του ανέμου—, που σήμαινε πως ήταν συνειδητή επιλογή της δασκάλας μας να κρατήσει κάποια πράγματα στο σκοτάδι, καθώς πίστευε πως όποιος ήθελε να διαλέξει ετούτο το δρόμο έπρεπε να οδηγηθεί μόνος του ώς εκεί, κι όχι να τον μπλέξουν τα δικά της λόγια χωρίς τη θέλησή του… Κι εμείς, όσην ώρα την ακούγαμε, νιώθαμε το φόβο να απλώνεται ��έσα μας, μουδιάζοντας ηδονικά σάρκα και νου, κι όταν σταμάτησε, δεχτήκαμε τη σιωπή της με


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ένα ανάμεικτο συναίσθημα, κάτι σαν ανακούφιση και θλίψη μαζί· και βέβαια το καταλάβαμε πως δάγκωσε τη γλώσσα της μια στιγμή πριν ξεστομίσει κάτι που ίσως να ήταν η ουσία του μυστικού της, μα δεν είχαμε πια μέσα μας σιγουριά για τίποτα ώστε να επιμείνουμε με μιαν ακόμη ερώτηση. Γείραμε προς τα πίσω —από το κρύο δε νιώθαμε πια τα αυτιά και τις μύτες μας— και, κλείνοντας τα μάτια, παραδοθήκαμε σε μια ομαδική παραίσθηση γεμάτη με εικόνες νυχτερινής αγρύπνιας γύρω από φλόγες — άνθρωποι με μαύρη μάσκα στο πρόσωπο και φριχτοί ετοιμοθάνατοι που αγκαλιάζαν μανιασμένα τους διπλανούς τους… Μόνο ο Γιώργος δεν το ’βαλε κάτω — κι είχε βέβαια τους λόγους του. Θα ’χαν δε θα ’χαν περάσει δέκα λεπτά, όταν ακούσαμε τη φωνή του, ψιλή κι εριστική, να ρωτά τη δασκάλα μας: «Κι εσύ γιατί βρέθηκες σ’ αυτόν το λόφο; Ξέρεις πολλά για να τα ’μαθες τυχαία…» Η δασκάλα μας απάντησε με δυσκολία, δε μιλούσε πια με την αργή γλυκύτατη φωνή της, αλλά μ’ ένα ανεξέλεγκτο τραύλισμα· ανασηκωθήκαμε όλοι μας κοιτώντας την με απορία — ήτανε φανερό πως κάτι συνέβαινε στην κυρία Δομένικα εκείνη την ώρα, σα να πάλευαν οι κουβέντες της με τον άλλο της εαυτό: «Σου ’χω μιλλλήσει για τις θάλασσες… του αίματος τις θάλλλασσες… εγώ δεν έπρεπε… δεν έπρρρεπε να φιλήσω… μα εγώ φίλλλησα…» Πήρε δυο-τρεις βαθιές ανάσες, πιάνοντας το στήθος της σα να πονούσε, και συνέχισε το παραλήρημά της: «…ένας κομμμένος λαιμός και νννα σου οι θάλασσες από αίμα… Μμμου ’δωσε τη ζωή… μμμου ’δωσε και το θάνατο… Κι ο βαρρρκάρης με το ξουραφιασμμμένο πρόσωπο δδδεν αντέχει…» Το πρόσωπό της είχε ασπρίσει. «Με βββήμα λλλύκου και μμμάτια πελλλαργού, σου λέω… Πίσω απ’ τους κορρρμούς των δέντρων με περιμένουν οι δδδαίμονες… Ό,τι μου δδδόθηκε μου δόθηκε… Χίλιες μμμέρες είναι χίλλλιες μέρες…» αυτά είπε κι έπειτα ούρλιαξε μ’ όλη τη δύναμη των πνευμόνων της, πέφτοντας μπρούμυτα και κρύβοντας το πρόσωπό της μες στις παλάμες της — κι ύστερα


κεφάλαιο 30

το ουρλιαχτό της έγινε βήχας ασταμάτητος. Όταν ησύχασε, το τραύλισμα είχε φύγει απ’ την ομιλία της· όμως τώρα μιλούσε με φωνή δωδεκάχρονου κοριτσιού, κοφτά και χαμηλόφωνα, το μάτι της γυάλιζε σαν του λαβωμένου αγριμιού, κι ο φόβος μάς είχε κυκλώσει και πάλι για τα καλά: «Κι αν θέλετε να μάθετε γιατί βρέθηκα σ’ αυτόν το λόφο…» είπε, «κοιτάξτε, λοιπόν…» Κι ευθύς, με γοργές κινήσεις, έβγαλε όλα τα ρούχα της· το παλτό, τη μπλούζα, το πουκάμισο, τη μακριά φούστα, τις μάλλινες κάλτσες, τα εσώρουχα, απόμεινε ολόγυμνη κι ούτε που νοιαζόταν για το φοβερό κρύο· αμέσως η ματιά μας πήγε στα στήθη της κι όχι στο μαύρο τρίχωμα χαμηλά στην κοιλιά, δεν είχαν καμιά σχέση με τα τεράστια βυζιά της Ελίζαμπεθ που ’χαμε δει στη φωτογραφία του Τζακ — τα στήθη της κυρίας Δομένικας ήταν δυο μικρά εξογκώματα πάνω στον αδύνατο θώρακα, σα δυο καρύδια· και, το πιο παράξενο, δεν κατέληγαν σε ρώγες, δεν είχε καθόλου θηλές στο στήθος της… «Το βλέπετε… είμαι μια μυγδαλιά δίχως μύγδαλα…» είπε πάντοτε με κοριτσίστικη φωνή· κι αμέσως μετά ψιθύρισε μ’ ένα τρελό χαμόγελο: «Έχω μόνο τον άνεμο…» Τρόμαξα τόσο, που ένιωσα μια λόγχη να με κόβει εκεί κάτω χαμηλά, κάτω απ’ το στομάχι· την ίδια στιγμή ο Σώτερ τη ρώτησε με έξαψη —πώς βρήκε το θάρρος ο αθεόφοβος— «…και πού τον συναντάς αυτό τον άνεμο;» Εκείνη ξέσπασε τότε σε γάργαρα γέλια που δε σταματούσαν, έπεσε κάτω και κυλιόταν γυμνή στο παγωμένο χώμα και ξεκαρδιζόταν, έμοιαζε διονυσιασμένη, ασυγκράτητη, έτοιμη να περάσει κάθε όριο· κι όπως κυλιόταν, βρήκε πλάι στον κορμό μιας μυγδαλιάς ένα καλάμι, έπειτα μπουσούλησε ώς τη Φωλίτσα και χάραξε πάνω στο χώμα μια φράση που προφανώς απαντούσε στην ερώτηση του Σώτερ: ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

Και τότε, μόλις η δασκάλα μας έγραψε αυτές τις λέ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

β΄

ξεις, αμέσως πετάχτηκε ο Γιώργος φωνάζοντας, έξαλλος από έρωτα, ζώντας στον δικό του κόσμο: «Κυρία, δώσ’ μου τούτο το καλάμι… Είμαστε πια μαζί… Θα γίνεις γυναίκα μου… Θα γράφουμε πια μαζί στο χώμα… κρατώντας το και οι δυο…» Εκείνη τον κοίταξε στιγμιαία μ’ ένα φριχτά άδειο βλέμμα και έπειτα με μια αστραπιαία κίνηση έσπασε το καλάμι στο γόνατό της — έμοιαζε αφιονισμένη. Ο Γιώργος έμεινε ακίνητος, θαρρείς κεραυνοβολημένος, με τα μάτια στυλωμένα επάνω της. Έξαφνα εκείνη μάς γύρισε την πλάτη της, κι έτσι ολόγυμνη όπως ήταν, άνοιξε τα χέρια της κι άρχισε να τραγουδάει με σπασμένη και συνάμα παρανοϊκά παιδική φωνή το τραγούδι της πρώτης μέρας του Φεβρουαρίου: «Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, πόσο σε καρτερούσα, για να φιλήσω έξαλλα τα χείλη που ποθούσα…» Την ίδια ώρα άρχισε να φυσά ο άνεμος, και η κυρία Δομένικα, στην αρχή με μικρά βήματα κι έπειτα με κανονικά, άρχισε να χορεύει έναν παράξενο πρωτόγονο χορό, ενώ συνέχιζε να τραγουδά… Κι όσο χόρευε, τόσο δυνάμωνε ο άνεμος. Όταν το τραγούδι τέλειωσε, ο χορός της δε σταμάτησε, ίσα-ίσα, γινόταν όλο και πιο τρομακτικός· το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα απ’ τα κλαδιά μάς τρυπούσε τα αυτιά. Η δασκάλα μας δεν ήταν πια ο εαυτός της. Ο ήλιος έγερνε. «Πρέπει να την αφήσουμε μόνη…» ψιθύρισε ο Σώτερ, κι όλοι, παρά την ταραχή μας, το καταλαβαίναμε καλά πως ο φίλος μας είχε δίκιο… «Πάμε» είπε κοφτά ο Όττος και προχώρησε προς το θεόστενο μονοπάτι που ήταν μαύρο σαν τον θάνατο· τον ακολουθήσαμε αμίλητοι, ενώ η κυρία Δομένικα συνέχιζε τον τρελό χορό της…


γ. [σου ανακάτεψε]


31. Ο Γιώργος κεντά, οι άλλοι παραμονεύουν

«Αν θες να κλάψεις, κλάψε, μην αφήσεις όμως το χέρι μου…» άκουσα πίσω μου τον Μεγάλο Πρόδρομο να λέει στον Γιώργο εκείνο το παγωμένο δειλινό της πρώτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, όταν κατεβαίναμε το Θάνατο κι ήμασταν όλοι μας πιασμένοι χέρι-χέρι, όπως μας είχε παραγγείλει η δασκάλα μας, γιατί όποιος ξέμενε μονάχος σε κείνο το μονοπάτι μπορεί να χανόταν μες στο σκοτάδι, να τον άρπαζαν στην αγκαλιά τους οι δαίμονες και να μην τον άφηναν ποτέ να γυρίσει πίσω. Αυτά είχε στο νου του κι ο Μεγάλος Πρόδρομος κι έσερνε με το στανιό τον Γιώργο μαζί μας, μόλο που εκείνος τραβιόταν ουρλιάζοντας και κλοτσούσε σαν αγριοκάτσικο, καθώς ήθελε να μείνει επάνω να χορέψει μαζί με την κυρία Δομένικα στο σφύριγμα του ανέμου· όμως η παλάμη του Μεγάλου Πρόδρομου τον έσφιγγε σαν τανάλια. Κι όταν φτάσαμε κάτω, στην αρχή του Θανάτου, ο Μεγάλος Πρόδρομος χαλάρωσε λίγο το σφίξιμό του. Ο Γιώργος τού ξέφυγε και πήγε να ξανανέβει τρέχοντας στο θεόστενο μονοπάτι, μα πρόφτασε ο Σώτερ και κάνοντας μια βουτιά τον έπιασε από τη μέση· κυλίστηκαν κι οι δυο τους καταγής. Ο Γιώργος, λες κι είχε λυσσάξει, ψιθύριζε λόγια ακατάληπτα, τίναζε τα χέρια και τα πόδια του, τα σάλια του άφριζαν· ο Σώτερ τότε, πεσμέ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

νος καθώς ήταν, τον έπιασε δυνατά από τους ώμους, «κατάλαβέ το…» του φώναξε, «δεν τρέμει το πιγούνι της για σένα…» Και τούτες οι κουβέντες του Σώτερ φαίνεται πως χτύπησαν τον Γιώργο σα μαχαιριές, καθώς έπαψε στη στιγμή τα παραμιλητά του, τα μάτια του σκοτείνιασαν κοιτώντας ανέκφραστα στο κενό, και, μόλο που ο Σώτερ σηκώθηκε όρθιος, εκείνος έμεινε κάτω ακίνητος, ξαπλωμένος ανάσκελα· εμείς στεκόμασταν γύρω του σιωπηλοί. Πέρασε κάμποση ώρα· κάποια στιγμή ο Γιώργος σηκώθηκε έξαφνα και προσπερνώντας μας σαν υπνοβάτης χάθηκε στην κατηφορίτσα που ’βγαζε στον Πύργο. Όπως περνούσε πλάι μου, μάλιστα, τον άκουσα να λέει άψυχα και κοφτά μέσ’ απ’ τα δόντια του: «Θα βάλω φίμωτρο στο αρνί, να μη μου φάει το λουλούδι…» Την επομένη, μια ώρα πριν χτυπήσει το καμπανάκι (κανονικά ήμασταν πρωινοί, μα για εκείνη τη μέρα το μάθημά μας είχε μετατεθεί στην απογευματινή βάρδια, καθώς το πρωί θα ερχόταν γιατρός για να εξετάσει το τμήμα της πρώτης, που είχε μάθημα το απόγευμα), μαζευτήκαμε στα Βαρέλια, προκειμένου να βάλουμε σε μια σειρά τα όσα είχαμε δει κι είχαμε ακούσει την προηγουμένη. Ήμασταν, θυμάμαι, όλοι μας αρκετά εκνευρισμένοι, όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο· μάλλον ήταν η αδυναμία μας να κατανοήσουμε την παρακλητική σιωπή αυτών που χάθηκαν, τα αινιγματικά μισόλογα της κυρίας Δομένικας, τον ξέφρενο χορό της στο σφύριγμα του ανέμου: κάποια στιγμή την προηγούμενη μέρα νομίσαμε πως είχε έρθει η ώρα να μάθουμε το μυστικό της δασκάλας μας, μα εντέλει βρεθήκαμε ακόμη περισσότερο μπερδεμένοι κι ο καθένας μας πια έβαζε με το νου του το οτιδήποτε, χωρίς να μπορεί για τίποτε να έχει μια σιγουριά. Μόνο ο Γιώργος —που έμοιαζε να μην έχει συνέλθει από την παράξενη νάρκη που τον κατέλαβε στο τέλος του προηγούμενου απογεύματος— καθόταν σκυμμένος στο βαρέλι του κι είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στο άσπρο μαντίλι που είχε ανοίξει στα γόνατά


κεφάλαιο 31

του, ολωσδιόλου αδιάφορος για όλα εκείνα που μας αναστάτωναν — κάτι κεντούσε επίμονα με μακριά βελόνα και μαύρη κλωστή (όπως έμαθα αργότερα, τα είχε πάρει απ’ το μαύρο πανέρι που ο πατέρας του έκρυβε κάτω απ’ το κρεβάτι του). Κι αφού πέρασαν μερικά λεπτά που κανένας δε μιλούσε κι ο εκνευρισμός μεγάλωνε ολοένα, πήρε το λόγο ο Σώτερ — όλοι το παραδεχόμασταν πως ήταν αυτός που μπορούσε καλύτερα από κάθε άλλον να συνδέει τα πράγματα αναμεταξύ τους, όχι βέβαια πως περιμέναμε να ξεδιαλύνει τις παλιές και καινούργιες απορίες μας, ίσως όμως κατάφερνε, όσο ήταν δυνατόν, να τις βάλει σε μια τάξη… Και βέβαια, το πρώτο για το οποίο μίλησε ήταν εκείνη η κουβέντα της κυρίας Δομένικας για τον θάνατο, που με βήμα λύκου και μάτια πελαργού κάθε μέρα την πλησίαζε όλο και περισσότερο· τι να εννοούσε άραγε με τούτο η δασκάλα μας, αναρωτήθηκε ο Σώτερ… Στα σίγουρα δε μιλούσε για τον αόριστο εκείνο θάνατο που κάποτε αναπάντεχα θα κοιμίσει την κάθε ζωντανή ύπαρξη, μα για κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, για κάτι ορισμένο ξεκάθαρα που προφανώς αφορούσε εκείνη την ίδια, χωρίς περιθώριο για υπαναχώρηση· μιλούσε για κάτι που δεν ξεγίνεται πια, όπως το τσίμπημα φαρμακερού φιδιού. Κι αυτός ο αναπόφευκτος θάνατος είχε αναμφίβολα σχέση με κείνες τις χίλιες μέρες που τραύλιζε ότι της δόθηκαν· από ποιον όμως κι από πότε άρχισαν να κυλούν; Κοντά σ’ αυτά ήταν κι εκείνο το εξαψήφιο νούμερο που, το δίχως άλλο, έκρυβε την ημερομηνία του επερχόμενου θανάτου της, μα ποιος μπορούσε να βάλει τους αριθμούς στη σωστή σειρά; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο Σώτερ δε μπορούσε να δώσει απάντηση. Εξάλλου ήταν κι άλλα πολλά που έμεναν αναπάντητα: τι γύρευε τις νύχτες η κυρία Δομένικα σε κείνο τον μαγεμένο λόφο της Κουπέλας· ποιον βάραινε η κατάρα των λεπρών που παγώσαν αγκαλιασμένοι πριν από τόσα χρόνια — γιατί τι άλλο εκτός από κατάρα μπορούσε να είναι εκείνο το φριχτό σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα απ’ τις αμυγδαλιές· κι άραγε ποιος όριζε τους δαί-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

μονες που σαν ίσκιοι παραφύλαγαν τις νύχτες πίσω από τους κορμούς των δέντρων; Κι ακόμη: τι εννοούσε η δασκάλα μας σα μιλούσε γι’ αυτήν που πρώτα τής έδωσε τη ζωή κι έπειτα της έδωσε και το φαρμάκι; Γιατί μουρμούριζε για κείνες τις παλιές ακατανόητες εκλείψεις του ήλιου; Ποιος ήτανε ο βαρκάρης με το ξουραφιασμένο πρόσωπο; Τι γύρευαν από κείνην οι αετοί που ’χαν στα νύχια τα κομμένα κεφάλια των ανθρώπων που έκλαιγαν; Ποιο μυστικό κρυβόταν στη μαύρη κρεατοελιά του προσώπου της, στο αλλόκοτο κόκκινο των χειλιών της, στα δίχως ρώγες στήθη της που γύμνωσε μπροστά στα μάτια μας; Και, το κυριότερο, για ποιον τρεμούλιαζε το πιγούνι της, για ποιον πέφταν οι βλεφαρίδες της τα πρωινά, για ποιον το χέρι της χάραζε εκείνο το ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

επάνω στο σκληρό χώμα της Φωλίτσας; Αυτά ήταν τα ερωτήματα που μας αράδιασε ο Σώτερ κι έπειτα σώπασε. Κανείς μας δε μπορούσε να εξηγήσει τίποτε, να βρει μιαν άκρη έστω, κι ο Γιώργος συνέχιζε αμέριμνος να κεντά το μαντίλι του. Σιγά-σιγά άρχισε να απλώνεται ένα μουρμουρητό ανάμεσά μας που κατέληξε σε κουβέντα κανονική, μιλούσαμε όλοι μαζί και γινότανε σωστό μπάχαλο· ο καθένας έλεγε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι, ο Ζήσης κάθε δύο λεπτά έκανε το σταυρό του λέγοντας «αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού» κι ο Τζίμης συμπλήρωνε «αμήν», βάζοντας το χέρι ανάμεσα στα σκέλια του, μα κανένας δε γελούσε με τούτη τη σκηνή, όπως συνήθως, ούτε καν ο ίδιος ο Τζίμης, καθώς ήμασταν μπροστά σε ένα μυστήριο αξεδιάλυτο με τη λογική μας, και αυτό μάς γέμιζε μ’ έναν ύπουλο υπόγειο φόβο, το φόβο του ανθρώπου μπροστά σε κάτι που ξεπερνά τη λογική του… κι ακόμη ανησυχούσαμε πάρα πολύ και για κάτι άλλο: η δασκάλα μας ήταν μπλεγμένη σε κάτι σκοτεινό κι ακατανόητο και κάθε στιγμή μπορούσε να της συμ-


κεφάλαιο 31

βεί κάποιο φοβερό κακό, ενώ εμείς δε θα ήμασταν στο πλάι της να την υπερασπιστούμε, έχοντας φυλαγμένη μια βιολέτα απ’ αυτές που φέρνει ο άνεμος κάτω απ’ τη μπλούζα μας… Κάποτε ο Μεγάλος Πρόδρομος χτύπησε με δύναμη τις παλάμες του και σταμάτησε η φασαρία. Τότε πήρε ξανά το λόγο ο Σώτερ: «Το μόνο που μας μένει είναι να στήνουμε καρτέρι κάθε βράδυ στην ανηφορίτσα πριν απ’ το μονοπάτι που είναι ίδιος ο θάνατος… Όποτε δούμε την κυρία Δομένικα να ανεβαίνει, θα την ακολουθήσουμε να μάθουμε τι στο διάβολο συμβαίνει επάνω στον καταραμένο τούτο λόφο… Είμαστε σύμφωνοι;» «Κι άμα μάς πάρει στην αγκαλιά του κάποιος από τους δαίμονες του πονηρού…» αναφώνησε τρομοκρατημένος ο Ζήσης. «Άμα μας πάρει, μας πήρε…» άκουσα στη στιγμή πλάι μου τον Αγιούτο να του απαντά. «…Λοιπόν, σύμφωνοι;» ρώτησε ξανά ο Σώτερ· κανείς δε μίλησε, μόνο κουνήσαμε αμήχανα το κεφάλι προς τα κάτω· ναι, ήμασταν σύμφωνοι. Τότε κι ο Γιώργος πέρασε την τελευταία βελονιά στο κέντημά του. Κι όπως σηκωνόμασταν να πάμε για το μάθημα, κοίταξα στα κλεφτά το μαντίλι του: είχε κεντήσει επάνω του μια μαύρη καρδιά που έσταζε μαύρο αίμα, όχι όμως τρυπημένη από ένα βέλος, όπως συνηθιζόταν, μα καρφωμένη στο κέντρο της από ένα μαχαίρι. Αυτό που αποφασίσαμε εκείνο το μεσημέρι το βάλαμε αμέσως σε εφαρμογή. Πήγαμε στην τάξη και κάναμε μάθημα με την κυρία Δομένικα σα να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτε την προηγουμένη· εκείνη μπήκε στην τάξη με το συνηθισμένο γλυκύτατο χαμόγελό της κι από την πρώτη στιγμή ήταν ιδιαίτερα κεφάτη και ομιλητική, τόσο που σ’ έβαζε σε υποψίες· φυσικά δεν έκανε την παραμικρή αναφορά στο λόφο της Κουπέλας, ούτε στα όσα είχαν γίνει πριν από μια μέρα επάνω στη Φωλίτσα… Μόλις σχολάσαμε το απόγευμα, πήγαμε στο νταμάρι απέναντι απ’ της Φρόσως και χωριστήκαμε σε εφτά ζευγάρια, ο καθένας μας με τον διπλανό του μες στην τάξη, κι ο Μεγάλος Πρόδρομος που δεν είχε διπλανό στο τελευταίο θρανίο ζευγάρωσε με τον


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

Σίμη, που καθότανε κι αυτός μόνος στο σπασμένο θρανίο της σειράς των παραθύρων, ενώ εγώ, που απ’ την αρχή της χρονιάς καθόμουνα με τον Γιώργο, έκανα εντέλει ζευγάρι με τον Αγιούτο, που καθότανε τρίτος στο θρανίο του μαζί με τον Όττο και τον Μανόλη, καθώς το συμφωνήσαμε όλοι μας να μη μπλέξουμε τον Γιώργο σ’ αυτή την ιστορία των βραδινών παρακολουθήσεων της κυρίας Δομένικας, μια που ο φίλος μας είχε δαγκώσει για τα καλά τη λαμαρίνα κι από την προηγουμένη που την είδε να χορεύει γυμνή στο σφύριγμα του ανέμου έδειχνε να ’χε χάσει τα λογικά του. Χωριστήκαμε λοιπόν σε εφτά ζευγάρια κι είπαμε να ’χει το κάθε ζευγάρι μια μέρα ορισμένη της εβδομάδας που να παραφυλά το βράδυ στην ανηφόρα πριν από το Θάνατο· κατόπιν κάναμε κλήρωση για τις εφτά ημέρες της εβδομάδας: σε μένα και στον Αγιούτο έτυχε η Παρασκευή. Κι έτσι, από το επόμενο βράδυ, αυτό της τρίτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, αρχίσανε τα καραούλια· κάθε βράδυ δυο από μας παραφυλάγανε ξαπλωμένοι μπρούμυτα πίσω απ’ τους θάμνους του περάσματος που ’βγαζε στην Κουπέλα. Έτυχε μάλιστα η πρώτη μέρα να ’ναι Παρασκευή· ως εκ τούτου ανεβήκαμε εγώ και ο Αγιούτος. Η συμφωνία που ’χαμε κάνει ήτανε ν’ αρχίζουμε την παρακολούθηση κοντά στις δέκα και μισή το βράδυ· πράγμα που σήμαινε πως θα φεύγαμε σκαστοί από τα σπίτια μας κοντά στις δέκα, μισή ώρα υστερότερα από την ώρα που σβήναμε το φως πάνω απ’ τα κρεβάτια μας· εκείνη την ώρα οι γονιοί μας ήταν σίγουροι πως μας είχε πάρει ο ύπνος. Στο τέλος της ανηφορίτσας, κρυμμένοι μες στο χαντάκι, θα ’χαμε όλη την ώρα τα μάτια μας καρφωμένα στην εκβολή του Θανάτου· κι αν μες στη νύχτα βλέπαμε κάποια σκιά να ξεγλιστρά για ν’ ανέβει επάνω στην Κουπέλα, τότε ο ένας από τους δύο, ο πιο γρήγορος, θα ’ριχνε ένα τρεχαλητό έξω απ’ τα σπίτια όλων των υπολοίπων και θα σφύριζε το σύνθημα· έτσι, θα μαζευόμασταν στο άψε-σβήσε όλοι μας και θ’ ανεβαίναμε το Θάνατο πιασμένοι χέρι-χέρι και θα βλέπαμε τι


κεφάλαιο 31

είναι τέλος πάντων αυτό που συμβαίνει τα βράδια επάνω στην Κουπέλα και θ’ αποκαλυπτόταν, επιτέλους, η δαιμονική δύναμη που κυβερνούσε τη ζωή της δασκάλας έτσι νομίζαμε… Κι αν πάλι η ώρα περνούσε χωρίς να φανεί ψυχή και η καμπάνα του παπα-Λεπ Ταιρ σήμαινε μεσάνυχτα, τότε θα γυρνούσαμε πίσω. Κι όλα έγιναν έτσι όπως τα είχαμε συμφωνήσει εκείνο το βράδυ της πρώτης Παρασκευής. Μα, παρόλο που δάκρυσαν τα μάτια μας από την τόση προσοχή, δεν είδαμε τίποτε να κινείται στην εκβολή του Θανάτου· μόνο τα ουρλιαχτά των τσακαλιών και τα σουρσίματα των ερπετών μέσα απ’ τους θάμνους μάς τάραζαν πού και πού. Κι όταν ακούσαμε την καμπάνα του παπαΛεπ Ταιρ, πήραμε αμήχανοι και αγκυλωμένοι το δρόμο του γυρισμού· δεν ανταλλάξαμε ούτε μια κουβέντα, μόνο όταν χωριστήκαμε για να πάμε στα σπίτια μας (εγώ θα πηδούσα στο μπαλκόνι μας από το πλαϊνό γιαπί), τον ρώτησα: «Κι αν φύσηξε λάθος ο άνεμος;» Εκείνος με κοίταξε με μάτια λαμπερά κι έπειτα ψιθύρισε την αινιγματική λέξη που τόσο του άρεσε και σήμαινε ταυτόχρονα άρνηση και αποδοχή: «Ζβουμ…» Κι όπως εμείς γυρίσαμε από το καραούλι μας άπρακτοι την πρώτη βραδιά, έτσι και τα επόμενα βράδια το ζευγάρι που κάθε φορά παραφύλαγε έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής όταν χτυπούσε η καμπάνα μεσάνυχτα, χωρίς να έχει δει κανέναν να ανεβαίνει στην Κουπέλα, χωρίς να ’χει προσέξει κάποιο παράξενο περιστατικό που θα μπορούσε να ξεδιαλύνει τη θολούρα μας. Έτσι, πέρασε η πρώτη βδομάδα, έπειτα η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη, μπήκε ο Μάρτιος και στο Βάλτο μαζί με τον Τζακ τον Ταρνανά κάψαμε τα παλούκια. Οι μέρες κυλούσαν λοιπόν, και τα βραδινά μας καραούλια απέναντι από το μονοπάτι του Θανάτου δεν είχανε κανένα αποτέλεσμα. Η καταρχήν αποτυχία του σχεδίου μας μας απογοήτευσε κάπως, μας έκανε να μην πιστεύουμε και τόσο πολύ ότι μ αυτό τον τρόπο θα βρούμε κάποιαν άκρη, εξάλλου ήτανε η εποχή που ο Ταρνανάς άρ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

χισε να μιλά με «τον πατέρα όλων μας…», όπως έλεγε ο ίδιος, κι έτσι η σκέψη μας άρχισε να μοιράζεται ανάμεσα στο μυστικό της δασκάλας μας και στον μουρλόγερο τον Τζακ που θα λύτρωνε τον κόσμο από τη θλίψη, τον πόνο και τα βάσανα. Από την άλλη πλευρά ήταν και η ίδια η κυρία Δομένικα που όλον εκείνο τον καιρό, από τη μέρα που μας ανέβασε στην Κουπέλα, έδειχνε σα να μην έτρεχε τίποτε, μύριζε με ηδονή τα χάρτινα λουλούδια που της πρόσφερε ο Σίμης κάθε Δευτέρα, έτρεχε μαζί μας στα αγιούτα κι έμπαινε στον κύκλο τού σι μαριό, μας διάβαζε ιστορίες τα απογεύματα από το μεγάλο ασημόδετο βιβλίο του παπαΛεπ Ταιρ, στον πίνακα έγραφε τις πτώσεις του κυρίου ονόματος «η θάλασσα», επιμένοντας πως δεν έχει πληθυντικό αριθμό, αυτή, που άλλες φορές μάς μιλούσε για τις θάλασσες του αίματος… Και όλον αυτό τον καιρό, μέρα με την ημέρα, όλο και πιο ράθυμα, είν’ η αλήθεια, συνεχίζαμε δυοδυο τα βράδια να στήνουμε καραούλι στην εκβολή του Θανάτου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, σαν ξεκινούσαμε, περνούσε απ’ το μυαλό μας η σκέψη πως η δασκάλα μας μας είχε κάνει εκείνη τη μέρα ένα αστείο, μια φάρσα, και δεν υπήρχε κανένα μυστήριο να ξεδιαλύνουμε. Τότε όμως θυμόμασταν τα σημάδια του διαβόλου, που είτε είχαν φανερωθεί μπροστά στα μάτια μας, είτε η ίδια μάς είχε αποκαλύψει, και η κάθε σκέψη μας περί αστείου και φάρσας σκόρπιζε.


32. Όπου οι μαθητές δοκιμάζονται από κάποιον πονηρό – μα, όπως φαίνεται, κανείς δε θέλει να γλιτώσει

Ήταν μια Παρασκευή με μισό φεγγάρι στα μέσα του Μαρτίου —η έβδομη Παρασκευή που ο Αγιούτος κι εγώ παραφυλάγαμε πεσμένοι μπρούμυτα πίσω από τους θάμνους— όταν μάθαμε τι έκανε τις νύχτες επάνω στην Κουπέλα η κυρία Δομένικα. Είχαμε ανέβει στους θάμνους κοντά στις δέκα και μισή, όπως πάντοτε· η νύχτα ήταν ιδιαίτερα παγερή, τόσο που ο Αγιούτος είχε φέρει από το σπίτι του και τη μάλλινη κουβέρτα που σκεπαζότανε τα βράδια. Ξαπλώσαμε λοιπόν μπρούμυτα πάνω στο χώμα και σκεπαστήκαμε με την κουβέρτα — ευτυχώς που ο Αγιούτος την είχε πάρει μαζί του, γιατί αλλιώς θα ξεπαγιάζαμε· στις εκβολές του Θανάτου δε φαινότανε ψυχή, είχε μισό φεγγάρι και, όσο να πεις, θα βλέπαμε κάποιον που θα περνούσε. Σε πέντε λεπτά πιάσαμε κιόλας τη σιγανοκουβέντα· για την ακρίβεια, ο Αγιούτος μού μιλούσε και μου ’λεγε για τ’ όνειρο που ’βλεπε ξανά και ξανά τις νύχτες, πως μια φωτιά τού ’καιγε τα σωθικά κι αυτός έτρεχε μπροστά από ένα σβησμένο κερί κι ανάσαινε κι άναβε το κερί και τότε το κάψιμο μέσα του ησύχαζε. Αυτά μού έλεγε, όταν ξαφνικά ακούστηκε η υπόκωφη μελωδία από το μενταγιόν μέσα απ’ την κοιλιά του· μείναμε σιωπηλοί να την ακούμε. Μαγεμένοι απ’ τις υπέροχες νότες,


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

παραδοθήκαμε σε ένα γλυκό βαθύ ύπνο — μήτε που θυμάμαι τι ονειρευτήκαμε. Η ουσία είναι πάντως πως, όταν χτύπησε μεσάνυχτα η καμπάνα του παπα-Λεπ Ταιρ (δε μπορεί να μη χτύπησε), εμείς δεν πήραμε χαμπάρι. Κι όπως υπολόγισα αργότερα, θα ’ταν η ώρα δύο τη νύχτα όταν με ξύπνησε ένα σούρσιμο. Άνοιξα τα μάτια μου και τι να δω: μια ανθρώπινη σκιά γλιστρούσε μες στο σκοτάδι, είχε πράγματι το σουλούπι της δασκάλας μας, έτσι όπως την έβλεπα, φορούσε μια μαύρη μακριά σκισμένη καμπαρντίνα. Στην αρχή νόμισα πως ήταν όνειρο, όμως στη στιγμή μού ’κοψε και ξύπνησα τον Αγιούτο σκουντώντας τον —πίστευα, βλέπεις, ο χαζός πως δε γινότανε δυο μαζί να βλέπουνε το ίδιο όνειρο—, τον ξύπνησα, που λες, κι όπως με κοίταξε τρομαγμένος, του ’δειξα τον ίσκιο που ήδη είχε αρχίσει να ανεβαίνει το Θάνατο. Ο Αγιούτος κοίταξε για μια στιγμή —δε χρειαζότανε παραπάνω, είχε σπουδαία όραση ακόμα και στο σκοτάδι— κι αμέσως γύρισε προς το μέρος μου: τα μάτια του πετούσαν αστραπές μέσα στη νύχτα· ένα λεπτό μετά και κοιτώντας με με μάτια που έλαμπαν κούνησε το κεφάλι του καταφατικά… Όταν ξανακοιτάξαμε προς την Κουπέλα, ο ίσκιος είχε χαθεί πια στο Θάνατο· τότε γύρισα προς το μέρος του και του ψιθύρισα «τρέξε και φώναξέ τους όλους εδώ…», «ναι…» μου απάντησε ο Αγιούτος, «μείνε εδώ και περίμενέ μας…» Κι όπως σηκωνότανε, μου ψιθύρισε χαμογελώντας παράξενα «να ξέρεις πως οι άγγελοι έχουν άφθα στα χείλια…» αυτό μού είπε κι έπειτα χάθηκε στο δρόμο που οδηγούσε πίσω στη γειτονιά με το κοκκινόχωμα. Ήρθανε όλοι μαζί μισή ώρα αργότερα· ο Αγιούτος έτρεξε σαν τρελός, τους σφύριξε το σύνθημα κάτω απ’ τα παράθυρά τους κι ευθύς βρέθηκαν απ’ τα κρεβάτια τους στο δρόμο. Και βέβαια όσην ώρα τούς περίμενα κόντεψα να κατουρηθώ πάνω μου· φοβόμουν τόσο πολύ, που έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα, χωμένος ώς το λαιμό κάτω από τη μάλλινη κουβέρτα, έβαλα το κεφάλι μου ανάμεσα


κεφάλαιο 32

στα μπράτσα μου και δεν έβλεπα τίποτε. Άκουγα συνέχεια θορύβους και στον καθένα απ’ αυτούς κρατούσα την ανάσα μου κι έλεγα από μέσα μου πως είχε φτάσει η ώρα που το σιδερένιο σουβλί θα μου τρυπήσει την πλάτη και θα με καρφώσει στο χώμα κι ύστερα σκεφτόμουν την κυρία Πανδώρα και σιγοψιθύριζα μέσ’ απ’ τα δόντια μου «ας έρθει…» Κάποτε ένιωσα ένα χέρι να μου πιάνει τον ώμο. Σήκωσα τότε το κεφάλι μου· ήταν ο Αγιούτος. «Εμείς είμαστε…» μου είπε, «ήρθαμε…» Ανασηκώθηκα και τους είδα στο φως του μισού φεγγαριού· είχανε έρθει όλοι, τα μάτια τους ήτανε κόκκινα από τον ύπνο και τα λαχανιασμένα χνότα τους άτμιζαν μες στην παγωνιά. Έξαφνα είδα ανάμεσα σε όλους τους άλλους και τον Γιώργο· «μα εσύ…» πήγα να του πω απορημένος, «τόσες νύχτες περίμενα ν’ ακούσω το σύνθημα…» μ’ έκοψε εκείνος σε τόνο που δε σήκωνε αντίρρηση. Κι έπειτα, χωρίς άλλη χρονοτριβή, προχωρήσαμε ώς την εκβολή του Θανάτου και, αφού πιαστήκαμε χέρι-χέρι, αρχίσαμε σιωπηλοί ν’ ανεβαίνουμε το στενό μονοπάτι. Πρώτος πήγαινε ο Όττος, όπως πάντα, εγώ ήμουνα τρίτος απ’ το τέλος, ο Μεγάλος Πρόδρομος τελευταίος κι ο Γιώργος ανάμεσά μας — θέλαμε να τον έχουμε από κοντά μη και δεν κρατιόταν κάποια στιγμή απ’ όσα έβλεπε… Κάποτε φτάσαμε στις αρχές της Φωλίτσας. Εκεί, χωρίς να βγάλουμε άχνα, πέσαμε μπρούμυτα, φτιάχνοντας μια κυκλική γραμμή πίσω από τις τελευταίες μυγδαλιές πριν απ’ το ξέφωτο. Κι ήταν αρκετό το μισό φεγγάρι για να δούμε, κρατώντας την ανάσα μας, τα όσα φοβερά για τα παιδικά μας μάτια γινόντουσαν στη γούβα της Φωλίτσας· ήταν τόση η ένταση και η ταραχή μου, που ξέχασα ολωσδιόλου το κρύο εκείνης της παγερής μαρτιάτικης βραδιάς, έστω κι αν δε σκεπαζόμουν πια με την κουβέρτα του Αγιούτου… Ήταν λοιπόν δυο άνθρωποι στη γούβα της Φωλίτσας, δυο γυναίκες· η μια γονατισμένη απέναντι απ’ την άλλη σε απόσταση μισού μέτρου. Οι γυναίκες αυτές ήταν κι οι δυο τους ολόγυμνες· πέρασαν ένα-δυο λεπτά για να το συνειδη-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

τοποιήσουμε πλήρως, για να βεβαιωθούμε πως απέναντί μας είχαμε δυο γυμνά κορμιά μέσα στην παγωμένη νύχτα… Σχεδόν αμέσως αναγνωρίσαμε τη μια απ’ αυτές τις γυναίκες — ήταν η κυρία Δομένικα. Την άλλη γυναίκα δεν την είχαμε ξαναδεί, ωστόσο, τώρα που σου έχω μιλήσει για την Τζίλντα, είναι εύκολο να φανταστείς το τι νιώσαμε όταν την είδαμε (γιατί η Τζίλντα ήταν βέβαια η δεύτερη γυναίκα), έτσι όπως την είδαμε, στην αχνή λάμψη του μισού φεγγαριού. Τα μακριά μαλλιά της, κόκκινα στο φως της μέρας, τη νύχτα έμοιαζαν με μαύρο μέλι που μόλις χύθηκε απ’ το πιθάρι πάνω σε φρεσκοψημένο σταρένιο ψωμί — έτσι πέφταν τα μαλλιά της πάνω στην πλάτη της. Στο πρόσωπό της —τις λίγες στιγμές που ξέφευγε απ’ το σκοτάδι— αποκαλυπτόταν μια αλλόκοτη κατάφαση πρόκλησης και συνάμα παράκλησης, θαρρείς να απαιτούσε και την ίδια στιγμή να εκλιπαρεί. Μαύρα θαμπά δείχναν τα χείλια της μες στη νύχτα και δυο φορές πιο μαύρες οι κόχες των ματιών της, που μέσα τους σπίθιζε έξαλλη μια λάμψη. Ο λαιμός της —ίδιος με πέτρα λειασμένη σε νερά ρυακιού— ήταν μια αληθινή πρόκληση για το κοφτερό φεγγάρι· το στέρνο της γαλατένιο, τα βυζιά της βελούδινοι γιαρμάδες, οι ρώγες της μαύρες ίδιες με τιναγμένα βαλανίδια, τα μπούτια της, οι γάμπες της, τα κωλομέρια της, όλα μια σάρκα λαχταριστή που σε καλεί να τη ζουλήξεις· η κοιλιά της μια ιδέα φουσκωμένη και κάτω από κει —Χριστέ μου— εκείνο το μαύρο χνουδωτό, το μελωμένο που σε γλύκαινε, το αμύγδαλο που σου πίκραινε για πάντα τα σωθικά — αχ, εκείνο, που αργότερα έμαθα να το λέω μουνί και το άγγιξα και το πόθησα παράφορα, εκείνη η τρυφερή τσεκουριά, το σαρκοφάγο άνθος που μας γέννησε και στο τέλος θα μας κατασπαράξει… Έτσι φάνταζε στο φως του μισού φεγγαριού η Τζίλντα· όχι πως η δασκάλα μας δεν προκαλούσε το ίδιο δέος, όλα τα ερεθισμένα κορμιά είναι εξίσου έτοιμα για την καταστροφή, μα η Τζίλντα ήταν για μας τόσο καιρό το μυστηριώδες αίνιγμα, γι’ αυτό ήταν επόμενο τα μάτια μας να


κεφάλαιο 32

κολλήσουν σ’ αυτήν. Και τότε, όπως κοιτούσα, ένιωσα μες στα σπλάχνα μου να φουντώνει μια μεγάλη φωτιά, όπως πάθαινε στα όνειρά του ο Αγιούτος, μια φωτιά που γύρευε να τιναχτεί πύρινη λάβα ώς τα έγκατα της γης, δεν το μπορούσε όμως, κι όσο περνούσε η ώρα, μου καρβούνιαζε όλο και πιο πολύ τα σωθικά μου· μα στα σίγουρα δεν ήμουν ο μόνος που ένιωθα έτσι, καθώς μες στη σιωπή της βραδιάς άκουγα την ανάσα των φίλων μου που κοιτούσαν μπρουμυτιασμένοι, όπως εγώ, να γίνεται βαριά, ασθματική, σαν πνιγμένο μουγκρητό κάποιου που βλέπει εφιάλτη. Ωστόσο οι δύο γυναίκες εκεί στη γούβα της Φωλίτσας, λίγα μέτρα πιο πέρα από μας, δε μας άκουσαν, καθώς ήταν κι οι δυο στον δικό τους κόσμο, κοιτιόντουσαν με μάτια που πέταγαν σπίθες και βγάζανε μικρές απόκοσμες κραυγούλες, ήχους ξεριζωμένους από τα έγκατα της ψυχής, εκεί που δεν υπάρχει τίποτα το ανθρώπινο — τέτοιες διακεκομμένες κραυγούλες ακούγαμε πότε απ’ τη μια και πότε απ’ την άλλη κι η σάρκα μας ριγούσε απ’ το φόβο. Κι όταν τις πρόσεξα λίγο περισσότερο, είδα πως οι παλάμες τους, έτσι όπως ακουμπούσαν στο χώμα, σιγά-σιγά σέρνονταν προς τα μπρος και πλησίαζαν αναμεταξύ τους, κι έτσι κύρτωνε η μέση τους, όπως τα σαρκοφάγα ζώα πριν απ’ την επίθεση στο θύμα τους. Και λίγες στιγμές πριν να συναντηθούν τα χέρια τους, ένιωσα πως ήμασταν μπροστά σε κάποια τελετουργία μαγείας που είχε γεννηθεί σίγουρα απ’ την ανάσα του δαίμονα, απ’ την τρέλα, από ένα πάθος τυφλής καταστροφής· μη το ξεχνάς, αγάπη μου, για πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα ανθρώπους να σμίγουνε έτσι και δε χωρούσε τότε στο μυαλό μου πως ακόμα και η πιο άγρια επίθεση είναι συχνά τρόπος αγάπης — ίσως ο πιο αληθινός. Χρειάστηκε, βλέπεις, να δω όσα είδα εκείνη τη βραδιά για ν’ αρχίσω να σκέφτομαι πως μπορεί ο δαίμονας να είναι μέρος εκείνου του Θεού για τον οποίο μάς είχε μιλήσει η κυρία Δομένικα πριν από ενάμιση χρόνο. Κι όταν τ’ ακροδάχτυλά τους συναντήθηκαν, τότε έγινε η έκρηξη που τόσην ώρα ετοιμαζόταν· η δασκάλα μας


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

χίμηξε στην Τζίλντα κι εκείνη τη δέχτηκε με έκφραση βουβής ευγνωμοσύνης… Την ίδια στιγμή άκουσα ένα θόρυβο από δεξιά μου· έστρεψα το κεφάλι μου και είδα πλάι μου τον Γιώργο να έχει γυρίσει ανάσκελα κοιτώντας με μάτια υγρά το κίτρινο μισό φεγγάρι στο μαύρο ουρανό. Και τη βρήκα φυσική την αντίδραση αυτή του Γιώργου: επόμενο ήταν να μη θέλει να δει τα αγκαλιάσματα εκείνης που για το χατίρι της έβαλε, και θα έβαζε σε κάθε περίπτωση, το λαιμό του στο σίδερο. Μα κι απ’ τ’ αριστερά μου άκουσα σούσουρο· πλάι απ’ τον Αγιούτο ο Ζήσης την ίδια περίπου στιγμή ψιθύρισε «αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού» κι έβαλε τις δυο παλάμες μπροστά απ’ τα μάτια του για να μη βλέπει, κι έτσι να γλιτώσει από τον πονηρό. Κι όσο κι αν σου φανεί παράξενο, τούτη η κίνηση του Ζήση μάς επηρέασε όλους εκείνη την ώρα — δεν είναι εύκολο να περιφρονήσεις το φόβο του πονηρού, ιδίως την ώρα που νιώθεις πως αυτός φανερώνεται εμπρός σου· κι έτσι, ο ένας μετά τον άλλο, βάλαμε τις δυο παλάμες μας μπροστά στα μάτια μας για να μη βλέπουμε —όλοι εκτός απ’ τον Γιώργο που έτσι κι αλλιώς δεν έβλεπε—, όλοι κλείσαμε τα μάτια μας, ακόμα κι ο Τζίμης —που στην κουβέντα του Ζήση δε συμπλήρωσε το «αμήν» που συνήθιζε—, ακόμη κι ο Σώτερ, κι ο Μεγάλος Πρόδρομος, ακόμα κι εγώ, μόλο που στ’ αλήθεια δεν το ’ξερα εκείνη την ώρα αν πράγματι το ’θελα να γλιτώσω από τον πονηρό ή μήπως όχι…


33. Κεφάλαιο με αριθμό δύσκολο – άμα σε χαλάει το παραλείπεις

Όταν ενάμιση χρόνο υστερότερα, δηλαδή το φθινόπωρο του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ, ο παπα-Λεπ Ταιρ μάς εξηγούσε πως αυτό που δεν πρέπει να δεις συμβαίνει να το βλέπεις πάντοτε, δείχνοντάς μας τα σημάδια στην πλάτη του, κατάλαβα πως εκείνη την παγερή μαρτιάτικη νύχτα που είχαμε ξαπλώσει μπρούμυτα γύρω απ’ τη Φωλίτσα της Κουπέλας, με μια φωτιά να καίει χαμηλά την κοιλιά μας, αυτός που όριζε τους δαίμονες του μαύρου λόφου είχε αποφασίσει ότι θα βλέπαμε αυτά που προσπαθήσαμε να μη δούμε: τα δάχτυλα των χεριών μου, έτσι όπως κρατούσαν τα μάτια μου κλειστά, άρχισαν να χαλαρώνουν, να ανοίγουν, αφήνοντας μικρές γρίλιες —ορκίζομαι πως δεν το ’κανα επίτηδες, έγινε ενώ δεν το ήθελα—, κι ανάμεσα απ’ τις τρυπούλες που σχηματίστηκαν απ’ τα χαλαρωμένα δάχτυλά μου, το βλέμμα μου βρήκε το δρόμο του κι έτσι είδα τα όσα έκαναν οι δύο γυναίκες αγκαλιασμένες στη γούβα της Φωλίτσας… Και, καθώς στις ονειροφαντασιώσεις μου ίσαμε τότε δεν είχα καν διανοηθεί ότι γυναίκα μπορεί να σμίξει με γυναίκα, έβλεπα τη δασκάλα μας να δαγκώνει με πάθος το λαιμό, τους ώμους και το στέρνο τής τόσο θελκτικής άγνωστής μας, και να ’ναι το δάγκωμά της τόσο δυ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

νατό, που η σάρκα να ματώνει, και φοβήθηκα πως κάτι πολύ κακό μπορεί να συνέβαινε εκείνη τη νύχτα, μπορεί, λόγου χάρη, η κυρία Δομένικα, που την ημέρα δεν έκοβε ούτε ένα λουλούδι για να μην το σκοτώσει, τις νύχτες να μεταμορφωνόταν σε αιμοβόρο κτήνος που κατασπάραζε τις ζεστές σάρκες και ρουφούσε τη ζωή απ’ τα κορμιά των ανθρώπων και ξερίζωνε καρδιές και τις έκρυβε σε μια μαύρη κασέλα κι έβγαζε τα μάτια και τους βολβούς και τους έβαζε σ’ ένα μπουκάλι με νερό από κάποιον ποταμό της Αφρικής… Αυτά σκεφτόμουνα λοιπόν, και δεν ξεκολλούσα τα μάτια μου απ’ τα δυο κορμιά που λίγα μέτρα πιο πέρα έσμιγαν σιωπηλά, κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτό, είν’ η αλήθεια, μόνο πνιχτές ανάσες ακούγονταν, τίποτε άλλο, ούτε ένας αναστεναγμός, μονάχα ο βόμβος της σιωπής· κι όσο κοιτούσαμε, άλλαζε η όψη εκείνου του ερωτικού συμπλέγματος, σα δαιμονικό τέρας που συνέχεια μεταβάλλει τη μορφή του ή σαν τις παράξενες εικονίτσες του Τζακ του Ταρνανά, όπου στην ίδια επιφάνεια άλλοτε οι λύκοι κατασπάραζαν τα πρόβατα κι άλλοτε τα φίδια έπνιγαν τους λύκους… Από εκείνο το σμίξιμο των δύο γυναικών θυμάμαι πρώτα τα δόντια που μάτωναν το ολόλευκο στέρνο, έπειτα τα χείλη που βύζαιναν τα φουσκωμένα στήθη, τα νύχια που όργωναν την πλάτη, τα δάχτυλα που τσιμπούσαν μανιασμένα τις πρησμένες ρώγες κι έσταζε κάποτε από εκεί μαύρο γάλα. Και δεν έμενε μήτε ένα εκατοστό της σάρκας, είτε της μιας είτε της άλλης, που να μη τη ρούφηξε ένα λαίμαργο στόμα, παρά μόνο τα στόματα δεν ενώθηκαν μεταξύ τους, μήτε και μπορείς να φανταστείς τρύπα του ανθρώπινου κορμιού που να μη χώθηκαν τολμηρά δάχτυλα, ενώ άλλα δάχτυλα έσκαψαν το χώμα με μανία για να ξεσπάσουν κάπου την ατέλειωτη ηδονή τους. Όλο και πιο συχνά τα σώματα τινάζονταν από σπασμούς φοβερούς, τα χέρια τραβούσαν τα μαλλιά του κεφαλιού λες κι ήθελαν να τα ξεριζώσουν, οι γλώσσες έσταζαν το σάλιο τους επάνω στις κοιλιές κι εκεί σχηματίζονταν ανάγλυφα σημάδια πάνω


κεφάλαιο 33

στο δέρμα, άνθη λουλουδιών ή μελανιές από φαρμακερή τσούχτρα. Κι όταν τα δυο κορμιά γλίστρησαν σε στάση τέτοια που τα δύο στόματα να χαθούν στις δύο μαύρες χνουδωτές φωλιές, τότε —αχ—, τότε έγιναν πράγματα και θαύματα, καθώς οι γλώσσες προχώρησαν στο δρόμο της αργής, βασανιστικής χαράς, και τα μπούτια έκλεισαν σαν τανάλιες γύρω από τα κεφάλια, κι η φυλακισμένη θάλασσα φούσκωνε ολοένα, κι έξαφνα άρχισε να φυσά ξέφρενα ο άνεμος, κι από τις ανθισμένες ακόμη μυγδαλιές πάνω από τις δύο γυναίκες στροβιλίστηκαν αμέτρητα λευκά άνθη, ενώ ανάμεσα απ’ τα κλαδιά τους το σφύριγμα του αγέρα σχημάτιζε ολοκάθαρα —έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε— ένα αναμενόμενο παράγγελμα: «Φίλησε»… Τη στιγμή εκείνη ένιωσα πως στ’ αλήθεια τα δύο κορμιά έγιναν ένα που δε θα χώριζε ποτέ, μια σάρκα που δε γινόταν πια να ξανακομματιαστεί εις τους αιώνες των αιώνων· και τότε μέσα από τους απέναντι θάμνους αποκαλύφθηκαν τα ζώα εκείνου που πρώτα αγοράζει την ψυχή κι έπειτα ανασταίνει το σώμα: χιλιάδες φίδια γλίστρησαν με χρυσή ράχη και μαύρο ύψιλον ανάμεσα στα μάτια και στη στιγμή τύλιξαν το σάρκινο σύμπλεγμα· και σαύρες με διχαλωτή ουρά ξεπήδησαν μέσα απ’ το χώμα και χώθηκαν στις πιο κρυφές γωνιές του σώματος. Κι από τις μυγδαλιές μαύρα πουλιά με μάτια σκύλου όρμησαν και ράμφισαν τ’ αριστερά πλευρά των σωμάτων για να φτάσουν στο γλυκό συκώτι και να το φάνε, και τότε ακούστηκαν τα πρώτα αχ, μικρά και διακεκομμένα, σαν πυρωμένα κάρβουνα που πέφτουν στο πηγάδι, και πασχαλίτσες και κάβουρες με πόδια ακρίδας και φτερωτοί σκορπιοί και μέλισσες ζαλισμένες, μεγάλες όσο ένα σπουργίτι, έφτασαν με βόμβο ώς τη σάρκα και κόλλησαν επάνω της και την τσίμπησαν ξανά και ξανά, και βάτραχοι με δόντια σαρκοφάγου θηλαστικού βρήκαν απροστάτευτους τους δύο λαιμούς και τους δαγκώσαν· ναι, αυτά έβλεπα κι έλεγα όλο με το νου μου πως στα σίγουρα ήμουν στην κόλαση και δε θα έφτανε —καθώς μάς είχε πει ο Τζακ— μήτε η αιωνιότητα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

για να απαριθμήσει κανείς τα τέρατά της· αυτά τα τέρατα αποκαλύφθηκαν μπροστά μου: θεόρατα κουνούπια με κεντρί μέλισσας έσχιζαν τον αέρα και αρουραίοι με σαράντα πόδια έτρεχαν και λαγοί με μούρη κροκοδείλου τούς ακολούθησαν και ζώα της θάλασσας, σα χταπόδια και σαν αστερίες και σαν ιππόκαμποι συνάμα, χώθηκαν ανάμεσα απ’ τις κοιλιές, και κάποτε εκείνο που λίγο πριν ήτανε οι δύο γυναίκες έγινε μια Λερναία Ύδρα πνιγμένη στο αίμα, με αναρίθμητα κεφάλια ανθρώπων που είχαν βγαλμένα μάτια και ούρλιαζαν, και τότε άρχισε το φοβερό σπαρτάρισμα, ένα σπαρτάρισμα αδιάκοπο, ολοένα και πιο δυνατό, που ένιωσα πως η ψυχή μου βγήκε απ’ το σώμα μου και ολόκληρο το είναι μου έγινε ένας σπασμός και χάθηκαν όλα από μπροστά μου —και η Λερναία Ύδρα και οι μυγδαλιές και το φεγγάρι— κι έμεινε μόνο το σπαρτάρισμα της σάρκας, κι ήτανε πια και δικό μου το σπαρτάρισμα, και το ουρλιαχτό που υψώθηκε, σκίζοντας τα πέπλα της νύχτας, συντάραξε — αλίμονο— και τους δικούς μου τους πνεύμονες, όλοι ουρλιάζαμε τότε μαζί με τα κορμιά που ’σμιγαν, και το ουρλιαχτό έγινε ιαχή που με το τέλος της θα ερχότανε στα σίγουρα ο θάνατος, κυρίαρχος παντοτινός· κι όλα κατέληξαν σε ένα απόκοσμο σκλήρισμα, ίδιο με ρόγχο: «Ααααααααααααα!»


34. Η κυρία Δομένικα μοιράζει καρύδια, οι μαθητές της ωστόσο δεν τα σπάζουν

Χρειάστηκε να φτάσουν τα μέσα του Απριλίου, ένας ολόκληρος μήνας μετά τη φοβερή μαρτιάτικη βραδιά, για να μιλήσουμε για τα όσα είδαμε ξαπλωμένοι μπρούμυτα μες στην άγρια νύχτα γύρω απ’ τη Φωλίτσα της Κουπέλας· ίσαμε τότε αποφεύγαμε την αναφορά στη βραδιά εκείνη όπως ο διάολος το λιβάνι — να φανταστείς, ούτε καν αναμεταξύ μας είχαμε ανταλλάξει μια κουβέντα ή ένα υπονοούμενο, λες κι όλα όσα είδαμε έγιναν σ’ ένα ξεχασμένο θαμπό όνειρό μας… Βέβαια, αισθανόμασταν και μεγάλη ντροπή, γιατί, κρυμμένοι πίσω απ’ τα δέντρα, είδαμε και ζήσαμε κάτι που ανήκε μόνο στις δυο γυναίκες, που δεν είχαμε αγωνιστεί γι’ αυτό και δεν το αξίζαμε, γι’ αυτό ίσως κι ο Γιώργος αρνήθηκε να δει οτιδήποτε… Περισσότερο όμως από τη ντροπή ήταν ο φόβος· κάπου βαθιά μέσα μας το ξέραμε καλά πως, όποιος δαίμονας και να ήταν αυτός που προκάλεσε εκείνη την έκσταση, ήταν πολύ πιο δυνατός από μας και δε θα του αντιστεκόμασταν και πολύ προκειμένου να παραδοθούμε κι εμείς σ’ αυτή την ίδια έκσταση με σάρκα πρόθυμη για όλα, για δαγκώματα φιδιών και για σουρσίματα της σαύρας, για δημιουργία και για καταστροφή· και νιώθαμε πως η αίσθηση αυτή ήταν έργο των δυνάμεων του


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

κακού… Κι ακόμα, ενώ ο καθένας μας το ’ξερε πως, όπως χαλάρωσαν τα δικά του δάχτυλα, έτσι χαλάρωσαν και τα δάχτυλα των άλλων κι ως εκ τούτου όλοι μας ήμασταν εξίσου ένοχοι, κανένας δεν τολμούσε να το παραδεχτεί. Τέλος, υπήρχε και το πιο σημαντικό: προτού ανοίξουμε την οποιαδήποτε κουβέντα γι’ αυτό το θέμα, συλλογιζόμασταν με τρόμο αληθινό πως θα ’πρεπε στην κουβέντα αυτή να το ξεκαθαρίσουμε, μια και καλή, αν εκείνο το ξέφρενο σμίξιμο μεταξύ της δασκάλας μας και της λαχταριστής άγνωστης ήτανε του διαβόλου, ναι ή όχι, άρα και ν’ αποφασίσουμε αν, αλίμονο, η κυρία Δομένικα κυβερνιόταν από δυνάμεις του πονηρού· αυτή η σκέψη εξάλλου βασάνιζε και τον Όττο, όταν εκείνο το ίδιο βράδυ, μόλις κατεβήκαμε το Θάνατο πιασμένοι χέρι-χέρι, αφήνοντας επάνω στη Φωλίτσα δύο σώματα θαρρείς χωρίς ανάσα, ακίνητα σαν πεθαμένα, όταν κατεβήκαμε λοιπόν κι είχε πέσει η σιωπή σα νάρκη, τότε άρχισε να μονολογεί ο Όττος, σα να σκεφτόταν φωναχτά «…γίνεται τόση ζωή και ν’ ανήκει στον διάβολο, δε γίνεται…», κι ήταν αυτή η μοναδική κουβέντα που ειπώθηκε, όχι μόνο εκείνη τη βραδιά, μα και τις επόμενες ημέρες. Για όλους αυτούς τους λόγους την άλλη μέρα δεν πήγαμε απ’ τα Βαρέλια πριν από το μάθημα, μπήκαμε κατευθείαν στην τάξη, καθίσαμε στα θρανία μας και είδαμε την κυρία Δομένικα να μπαίνει φουριόζα και να λέει χαμογελώντας, όπως κάθε άλλη μέρα: «Ας κάνουμε την προσευχή μας…» Κι αφού προσευχηθήκαμε νωχελικά σταυρώνοντας τα χέρια μας, σιωπηλοί όπως πάντοτε, την ακούσαμε να μας λέει κεφάτα «λοιπόν, είστε να βγούμε έξω για την πρώτη ώρα και να παίξουμε σι μαριό;» Και πράγματι, βγήκαμε έξω και κάναμε κύκλο γύρω από τη λεύκα και παίξαμε το σι μαριό σα ναρκωμένοι —να σκεφτείς έπαιξε κι ο Γιώργος, που όλες τις προηγούμενες φορές έλεγε πως τάχα είχε μια πληγή στην παλάμη—, κι όλα ήταν σα να μην είχαμε δει τίποτε την προηγούμενη νύχτα, σάμπως να ’χε φωτιστεί έξαφνα όλο εκείνο το μυστήριο γύρω από τη δασκάλα μας


κεφάλαιο 34

που τόσον καιρό τυραννούσε την ψυχή μας και τα πάντα να είχαν ξεκαθαρίσει με τον καλύτερο τρόπο: κι ο διάβολος κι ο θάνατος κι οι κατάρες κι ο έρωτας και το υπερκόσμιο τραγούδι των χαμένων. Για ολόκληρο το μήνα που ακολούθησε ώς τη δεκάτη τρίτη μέρα του Απριλίου, πάψαμε ολότελα την προσπάθειά μας να καταλάβουμε τι βάραινε τη ζωή της κυρίας Δομένικας, λες και δεν είχαμε δει αναρίθμητες πασχαλίτσες να βγαίνουν από το ματωμένο μαντίλι της, μήτε μαρμάρινες Παναγίες να δακρύζουν αίμα, μήτε αετούς να κρατούν στα νύχια τους κομμένα κεφάλια ανθρώπων που ούρλιαζαν, μήτε τη δασκάλα μας να σμίγει με μια πανώρια άγνωστη μες στη μαύρη νύχτα σ’ ένα δαιμονισμένο λόφο· όχι, για ένα μήνα δεν αναζητήσαμε κανένα απ’ τα κομμάτια του τυραννικού παζλ εκείνης που μας έμαθε πως τα δάκρυα των άλλων είναι η ζωή που εμείς χάσαμε… Πέρασαν μερικές μέρες· στις είκοσι τρεις του Μαρτίου ο Πέτρος έδωσε το πέμπτο του αγιούτο στο Βάλτο κι έπειτα όλη μας η έγνοια ήταν για τον Τζακ τον Ταρνανά που κάθε μέρα, όλο και περισσότερο τζαζεμένος, παραληρούσε πως προτού χαθεί το φεγγάρι από τον ουρανό θα ’ρθει η ημέρα του πάθους και της σωτηρίας. Και, πράγματι, ήρθε μια Πέμπτη που βουτήξαμε μαζί του το ψωμί στο κατσαρόλι του κι έπειτα τον φιλήσαμε στο κρυφτό που παίξαμε στο εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο κι ύστερα ήρθαν οι άγγελοι του Κυρίου και τον έπιασαν και τον δίκασαν και τον πέταξαν στην παγίδα του Βάλτου με την κινούμενη άμμο· και βούλιαζε ο Τζακ για δώδεκα ώρες, και τι σκοινιά, τι καρφωμένα αναμεταξύ τους σκουπόξυλα του πετάξαμε, δεν έπιανε τίποτε, μόνο τραγουδούσε και πρόφερε λέξεις ακατάληπτες, ώσπου χάθηκε λίγο πριν ξημερώσει η πρωταπριλιά, ενώ μόλις το μεσημέρι η μαντμαζέλ Παλούκα έπαιρνε χίλιους όρκους πως, εκείνο το ίδιο βράδυ που αυτός βούλιαζε στην άμμο, ένας άντρας με το ανάποδα στραβό καυλί του Τζακ —που ένα μονάχα υπήρχε στον κόσμο— πέρασε όλη τη νύχτα αγκαλιά μαζί της στο κρεβάτι…


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

Είχαν περάσει δεκατρείς μέρες από τότε που ο Ταρνανάς βούλιαξε στο Βάλτο, όταν μια Τετάρτη η κυρία Δομένικα ήρθε ένα μεσημέρι στην τάξη κι έβγαλε μέσα από την τσάντα της ένα μικρό μπογαλάκι· ευθύς το έλυσε και στη στιγμή η έδρα γέμισε με καρύδια που χύθηκαν με θόρυβο πάνω στο ξύλο. Εμείς απορήσαμε βλέποντας εκείνα τα καρύδια —άραγε για ποιον λόγο τα ’χε φέρει η δασκάλα μας στην τάξη, αναρωτηθήκαμε, γιατί στα σίγουρα θα είχε κάποιο λόγο—, εκείνη πάλι, βλέποντας προφανώς την απορία στα βλέμματά μας, βιάστηκε αμέσως να μας τη λύσει, λέγοντας ορθά-κοφτά, σε τόνο που δε σήκωνε αντίρρηση: «Σήμερα θα μάθουμε να σπάζουμε τα καρύδια με καρύδια…» Και, μόλο που μόλις το ακούσαμε αυτό μάλλον παραξενευτήκαμε, καθώς στ’ αλήθεια δεν καταλαβαίναμε τι χρησιμεύει να σπας τα καρύδια με καρύδια, ήταν το ύφος της τόσο κατηγορηματικό, που δεν τολμήσαμε να τη ρωτήσουμε το λόγο. Εκείνο το μεσημέρι η κυρία Δομένικα μας έμαθε πως, αν βάλεις το ένα καρύδι με την κοιλιά ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη γραμμή της δεξιάς παλάμης σου και το άλλο με τη ραφή στο τρίγωνο που σχηματίζουν σαν ενώνονται —άμα ενώνονται— η δεύτερη και η τρίτη γραμμή της αριστερής, τότε αρκεί να σταυρώσεις τις παλάμες σου και να τις κλείσεις: το καρύδι σπάζει σα να ’τανε τσόφλι από αυγό. Κι αφού η δασκάλα μας έσπασε έτσι ένα καρύδι για να μας δείξει πώς γίνεται, μας μοίρασε σιωπηλή από μια χουφτιά σε κάθε θρανίο, «μπρος, δοκιμάστε κι εσείς…» μας είπε κοφτά σαν τέλειωσε το μοίρασμα: τότε, και προτού φτάσει κανένας μας ν’ αγγίξει τα καρύδια, ο Σώτερ τη ρώτησε με βραχνή φωνή: «…κυρία, αν σμίγεις με τον πονηρό, είσαι κακός;» Εκείνη μόλις άκουσε την ερώτηση αυτή χλόμιασε, γούρλωσε τα μάτια της κι άρχισε να μασά τα λόγια της: «Τον πονηρό… ποιον πονηρό;… και πού το ξέρετε εσείς ποιος σμίγει με τον πονηρό;» Κανείς μας δε μίλησε· μέσα στην τάξη απλώθηκε σιωπή, ενώ η κυρία Δομένικα, πισωπατώντας με μικρά-μικρά βήματα και


κεφάλαιο 34

με βλέμμα τρομαγμένο σαν του κυνηγημένου ζώου, ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο πλάι στο μαυροπίνακα. Κάποτε έκλεισε τα μάτια της και αργά-αργά άρχισε να καταρρέει μέχρι που σωριάστηκε στο δάπεδο. Τότε άρχισε να απαγγέλλει ένα παράξενο ποίημα σαν υπνωτισμένη, με φωνή μικρού κοριτσιού, τα μάτια της παρέμεναν κλειστά· τώρα πια είμαι σίγουρος πως εκείνα τα λόγια, αλίμονο, δεν τα ’λεγε η δασκάλα μα κάποιος άλλος: «Απ’ το κακό κακό κι απ’ το καλό καλό απ’ το καλό κακό κι απ’ το κακό καλό και πώς γεννιέται αυτό το ξέρω μόνο εγώ…» Άνοιξε τα μάτια της και μας κοίταξε· δεν ξέρω τι είδε στο βλέμμα μας, αλήθεια σ’ το λέω, δε θυμάμαι τι ένιωθα εκείνη την ώρα — πάντως όχι φόβο, όσο κι αν σου φαίνεται αυτό παράξενο, μάλλον κάτι μπερδεμένο, ακαθόριστο—, δεν ξέρω τι είδε στο βλέμμα μας λοιπόν, μα, πριν περάσει μισό λεπτό, μας είπε αποφασιστικά, τούτη τη φορά με την κανονική φωνή της: «Ε, ναι λοιπόν, πριν ακόμα σχηματιστώ σε μήτρα ανθρώπινη λογαριάστηκα να ανήκω σ’ αυτόν· ποιος έστερξε να γεννηθώ δεν το ξέρω μήτε και το ’θελα να δώσω θάνατο με το πρώτο μου φιλί. Μα δεν υπάρχει πια γαλήνη για μένα· μόνο ο άνεμος τα βράδια…» Μόλις είπε αυτά τα λόγια, σηκώθηκε με δυσκολία όρθια και με βήμα αργό μα αγέρωχο πήγε ώς την πόρτα, την άνοιξε και έφυγε. Κανείς δεν τόλμησε να της φωνάξει να σταματήσει μήτε να τρέξει στο κατόπι της· μονάχα σαν ακούστηκε το καμπανάκι, δέκα λεπτά αργότερα, ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος και μάζεψε απ’ όλα τα θρανία τα καρύδια που μας είχε μοιράσει εκείνη, τα ’βαλε στο μαντίλι που η κυρία Δομένικα είχε παρατήσει στην έδρα (όπως άλλωστε και την τσάντα της), έπειτα έδεσε εκείνο το μαντίλι, κάνοντάς το και πάλι ένα μπογαλάκι, και το ’βαλε μέσα στη σάκα του, μαζί με το αναγνωστικό και το τετράδιο της αντιγραφής.


35. Στις μαργαρίτες – που θα βγάλουν ξυράφια αντί για πέταλα

Αν το μεσημέρι της επομένης δεν πηγαίναμε και οι δεκαπέντε στο σπίτι της και δεν της χτυπούσαμε επίμονα την πόρτα για μιάμιση ώρα, δε θα την ξαναβλέπαμε τη δασκάλα μας· μας το είπε εκείνη η ίδια μια βδομάδα αργότερα πως το ’χε πάρει απόφαση να μην ξανάρθει στο σχολείο, να προφασιστεί ένα λόγο υγείας, να παραιτηθεί και να μη μας ξαναδεί ποτέ, να μην ποτίσει κι άλλο την ψυχή μας με το διάφανο φαρμάκι του πονηρού. Αυτό σχεδίαζε να κάνει η κυρία Δομένικα, αλλά αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να το επιτρέψουμε, θα πηγαίναμε εμείς στο σπίτι της, ο Γιώργος ήξερε το δρόμο, καθώς την είχε ακολουθήσει πάμπολλες φορές. Εκείνο το ίδιο απόγευμα που έφυγε η δασκάλα μας από την τάξη, πήραμε την απόφασή μας, κι όλο το βράδυ —σκαστοί από τα σπίτια τους— ο Μανόλης, ο Κούλης, ο Τζίμης κι ο Όττος παραμόνευαν στην αλάνα του εκατοστού πέμπτου και μόλις ο άνεμος σκόρπισε τις βιολέτες, λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα, τις μάζεψαν με την απόχη που ’χε φτιάξει ο Σίμης και το πρωί δώσαν από μία στον καθένα μας. Και το μεσημέρι της δεκάτης τετάρτης Απριλίου ξεκινήσαμε για το σχολείο μια ώρα νωρίτερα, μα δε μπήκαμε στην τάξη, μόνο πήραμε το δρόμο


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

για το σπίτι της, παίρνοντας μαζί και την τσάντα της που έστεκε παρατημένη πάνω στην έδρα. Δε μας ένοιαζαν ούτε οι δαίμονες ούτε οι κατάρες ούτε ο θάνατος ούτε τίποτε άλλο· εμείς θα προσφέραμε στη δασκάλα μας τις βιολέτες του ανέμου ό,τι κι αν γινόταν — κι αν ξεραίνονταν τα χέρια μας, θα τις προσφέραμε σ’ εκείνη με τα δόντια. Της χτυπούσαμε την πόρτα για μιάμιση ώρα· το ξέραμε πως ήταν μέσα και δεν άνοιγε. Πρώτος τής χτύπησε για δέκα λεπτά ο Σώτερ, κατόπιν ο Μεγάλος Πρόδρομος κι ακολουθήσαμε όλοι με τη σειρά μας· κάποια στιγμή —την ώρα που χτυπούσε ο Αγιούτος με τη γροθιά του— άνοιξε απότομα η πόρτα κι από πίσω της φάνηκε η δασκάλα μας με πρησμένα τα μάτια. Μείναμε για ώρα σιωπηλοί· κάποτε μίλησε εκείνη, «…τι θέλετε;» μας ρώτησε κοφτά. Τότε μίλησα εγώ, που άλλωστε κρατούσα και την τσάντα της στην αγκαλιά μου, «ε, νά, ξεχάσατε την τσάντα σας στην τάξη…» της είπα χαμηλόφωνα κοιτώντας κάτω· «α, ευχαριστώ» απάντησε εκείνη μέσα απ’ το στόμα της, όμως δεν έκανε καμιά κίνηση προς το μέρος μου να την πάρει. Κι απ’ αυτή την ελάχιστη αμήχανη παύση, ο Σώτερ βρήκε την ευκαιρία να της κάνει ακόμη μια ερώτηση: «…θα ανέβεις και σήμερα στην Κουπέλα, κυρία;» Η δασκάλα μας αιφνιδιάστηκε, όπως και την προηγούμενη μέρα, για μια στιγμή άνοιξε το στόμα της, κατόπιν τρέκλισε, πιάστηκε απ’ το χερούλι της πόρτας και σιγά-σιγά κάθισε στο πλατύσκαλο· «ναι, θ’ ανέβω…» μας είπε έπειτα από μισό λεπτό. Τα μάτια της έκαιγαν σαν κάρβουνα. Τότε εμείς όλοι μεμιάς, λες κι είχαμε κάνει πρόβα, βάλαμε το χέρι μες στον κόρφο μας και βγάλαμε ο καθένας από μια μοβ ξερή βιολέτα του ανέμου. Και, μόλις είδε η δασκάλα μας δεκαπέντε χέρια να της προσφέρουν δεκαπέντε λουλούδια από εκείνα που γεννά ο άνεμος μες στην παράφορη οργή του, στ’ αλήθεια συγκινήθηκε πάρα πολύ — εγώ τουλάχιστον πρώτη φορά την έβλεπα έτσι· σηκώθηκε με δυσκολία όρθια και, ενώ τα μάτια της έτρεχαν σα βρύσες, άρχισε να παίρ-


κεφάλαιο 35

νει τα λουλούδια απ’ τα χέρια του καθένα μας. Για κάθε βιολέτα έσκυβε σιωπηλή μιαν ιδέα το κεφάλι σαν ευχαριστία και σαν κατάφαση. Μόλις τέλειωσε, μύρισε με πάθος το μπουκέτο που κρατούσε, λες και ρουφούσε απ’ τα ξερά λουλούδια την ίδια τη ζωή, έπειτα σκούπισε όπως-όπως τα δάκρυά της και μας είπε με μια ελαφριά βραχνάδα στη φωνή «σας παρακαλώ, ας πάμε ώς τις μαργαρίτες κι εκεί θα σας τα πω όλα…», αυτό μάς είπε κι αμέσως μετά βιάστηκε να συμπληρώσει «…όσα μπορούν να ειπωθούν, τέλος πάντων…» Εντέλει χρειάστηκε να πάμε στις μαργαρίτες όχι μία μα έξι φορές, και φυσικά δε μας τα είπε όλα η κυρία Δομένικα — απλά προσπάθησε να εξηγήσει τη ζωή της με τα λόγια, μόλο που εκείνη το ’ξερε καλά πως τα λόγια είναι ένας τρόπος παράφρασης της μικρής ασήμαντης αλήθειας μας· ποιος ξέρει ωστόσο, ίσως και να ’βρισκε μια πρόσκαιρη και μάταιη γαλήνη λέγοντάς μας μιαν απίστευτη ιστορία με κατάρες, με διαβόλους, με θανάτους και μαχαίρια που έκοβαν λαιμούς — εξάλλου κι εγώ τώρα δα κάνω το ίδιο ακριβώς πράγμα, σου λέω μια σειρά από απίστευτες ιστορίες, γυρεύοντας λίγη μάταιη γαλήνη για μένα και για σένα, έστω μια μόνη ανάσα που να μην προαπαιτεί καμιά εξήγηση ή ερμηνεία, τίποτε. Κι όπως ήταν επόμενο, εκείνο το βράδυ της δεκάτης τετάρτης Απριλίου κανένας μας δε μπόρεσε να κοιμηθεί, καθώς στο νου μας στριφογυρνούσαν τα όσα μάς είπε η κυρία Δομένικα το απόγευμα στις μαργαρίτες. Κι αλίμονο, το ξέραμε κιόλας πως αυτά ήτανε μονάχα η αρχή, καθώς, λίγη ώρα προτού χαθεί ο ήλιος, η κυρία Δομένικα είχε διακόψει την αφήγησή της λέγοντάς μας «σας παρακαλώ, ας συνεχίσουμε την άλλη Πέμπτη…» και τα μάτια της είχαν μια θαμπάδα πικρής απελπισίας. Ωστόσο, όσο περνούσαν οι βδομάδες, τόσο λιγότερο μας φόβιζε η ιστορία που ακούγαμε τα μεσημέρια της Πέμπτης· τις δυο τελευταίες φορές θα έλεγα —όσο κι αν σου φανεί παράξενο— πως την περιμέναμε με αδημονία. Τις


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

παραμονές των διηγήσεών της βλέπαμε σύντομα, διακεκομμένα όνειρα με σκορπιούς που πήγαιναν προς κάποιον άγνωστο προορισμό, ενώ τις ώρες της μέρας δε μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε ούτε στιγμή το μυαλό μας σε τίποτε άλλο εκτός από τη λειψή ώς τα τότε αφήγηση εκείνης, θαρρείς και σιγά-σιγά το νιώθαμε πως όλα εκείνα που ’χαμε μάθει για αντίθετα —η αγάπη και το μίσος, το καλό και το κακό, η αγνότητα και η πονηρία— βρίσκονται στην κόψη του ίδιου ματωμένου μαχαιριού και, πίστεψέ με, αυτή η αίσθηση έδιωχνε το φόβο· αν θέλεις πες το διαφθορά ή κτηνωδία, ίσως όμως τούτη η κτηνωδία να ’ναι το ρέμα που πρέπει να περάσεις για να μπορείς να αγαπάς με τα κεριά σβηστά, δίχως αιτήματα, ανταλλάγματα, υποσχέσεις, προδοσίες, όπως δηλαδή αγαπούσε η κυρία Δομένικα. Κι όλα αυτά σού τα λέω, γιατί τώρα θα αναδιηγηθώ την ιστορία που άκουσα απ’ το στόμα της έξι μεσημέρια της άνοιξης του εβδομήντα εφτά —τρία στον Απρίλη και τρία στον Μάη—, και στην ιστορία αυτή τα σημάδια του πονηρού αφθονούν· μα να ’χεις στο νου σου πάντοτε πως ό,τι διαβάσεις είναι το πάθος μιας γυναίκας που έζησε με την παραφορά των καταραμένων. Θυμάμαι σαν τώρα το πόσο σπασμένη ήταν η φωνή της εκείνο το πρώτο μεσημέρι στις μαργαρίτες την Πέμπτη, στις δεκατέσσερις τ’ Απρίλη· μας μιλούσε αργά, μ’ ένα χτυπητό κόμπιασμα και μεγάλες ανεξήγητες παύσεις ανάμεσα στις προτάσεις. «Γεννήθηκα στην Απάνω Χώρα της Σύρου στις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, ανήμερα Χριστουγέννων· μα θ’ αρχίσω να σας μιλώ για γεγονότα που συνέβησαν πολύ πρωτύτερα, γιατί, αλίμονο, τότε πετάχτηκε στη φωτιά το κλειστό ακόμη μπουμπούκι της ζωής μου και δέθηκε έτσι ο κόμπος μου στραβός, πριν καν συλληφθώ σε μήτρα ανθρώπινη. Είναι στ’ αλήθεια αλλόκοτο κι άχαρο συνάμα να συλλογίζεσαι πως ό,τι αποτελεί την ύπαρξή σου —όνειρα, σάρκα, πάθη, δάκρυα κι


κεφάλαιο 35

ακατανόητα μυστικά— πριν να γεννηθεί σχηματισμένο, υπήρξε μια δαιμονική ιδέα, μία διαστροφή ενός σκοτεινιασμένου μυαλού, μια σπίθα μίσους που θέριεψε κι από μέσα της ξεπετάχτηκες εσύ…»


36.

Το αίμα στάζει, η θαλασσινή αύρα ονοματίζει

Έτσι περίπου άρχισε η διήγηση της δασκάλας μας: τη μάνα της την έλεγαν Αύρα Φραντζή, το γένος Μακάρη — ελάχιστες ήταν οι φορές που η κυρία Δομένικα καθώς μιλούσε για εκείνη είπε «η μάνα μου», κι αυτές με φωνή ψυχρή και άψυχη, σχεδόν πάντοτε έλεγε «η Αύρα», έτσι, σε τρίτο πρόσωπο, θαρρείς και δεν είχε την παραμικρή σχέση μαζί της, σα να μη διηγούνταν τη δική της ζωή μα κάποιο παλιό σκοτεινό παραμύθι. Η Αύρα, λοιπόν, γεννήθηκε κι εκείνη στη Χώρα του νησιού το χίλια εννιακόσια είκοσι πέντε, είκοσι τέσσερα χρόνια προτού απ’ τη δασκάλα μας. Οι γονιοί της, δηλαδή οι παππούδες της Δομένικας, ήτανε καθολικοί, Φραγκοσυριανοί, όπως και πολύς κόσμος στο νησί, ιδίως οι ντόπιοι· το παρόνομα Μακάρηδες τους είχε βγει από χρόνια, επειδή όλες οι γυναίκες της οικογένειας απ’ την πλευρά του πατέρα της γεννιόντουσαν με το μεγάλο νύχι του αριστερού ποδιού μαυρισμένο, σημάδι, λέγαν, πως τους περίμενε βίος μακάριος. Ωστόσο οι γονιοί της Αύρας μάλλον δεν έζησαν και τόσο ευτυχισμένη ζωή, αφού πέθαναν ο ένας μετά τον άλλο μέσα σ’ ένα μήνα, το καλοκαίρι του σαράντα, όταν η Αύρα ήτανε δεκαπέντε χρονών, κι οι δυο απ’ την κακιά αρρώστια. Ο πατέρας της ήταν ντελάλης, ίσως και ο καλύτερος του νησιού· μα ήταν μέθυσος και γυ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

ναικάς, είχαν φανεί στο μεταξύ και τα χωνιά κι η δουλειά πήγαινε κατά διαόλου. Η μάνα της είχε τυφλό το ένα μάτι από γεννησιμιού της και μεγαλοπαντρεύτηκε, καθώς ήτανε μισερή και πάμφτωχη — όλοι απόρησαν τι τον χτύπησε τον Αντωνάκη και την πήρε. Ήτανε συμμαζεμένη γυναίκα, αγαθιάρα, κι όλη τη μέρα έφτιαχνε κοφίνια και καλάθια, που τα πουλούσε ο άντρας της στην αγορά κι ό,τι έβγαζε το άφηνε στο καπηλειό. Η τύχη τα ’φερε έτσι και δεν ήρθε δεύτερο παιδί μετά την Αύρα· οι συγγενείς του πατέρα της έλεγαν μάλιστα πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτό το κορίτσι, καθώς, όχι μόνο δε γεννήθηκε με μαυρισμένο το μεγάλο νύχι του αριστερού ποδιού, μα είχε και μια μεγάλη κρεατοελιά ακριβώς στη μέση του λαιμού, σημάδι που, απ’ όσο ήξεραν, δεν είχε ξαναφανεί ούτε στο σόι της ούτε στην Απάνω Χώρα. Αρχίσανε λοιπόν ψιθύρους για το κορίτσι πως τάχα ήτανε μούλικο, πως θα ’χε την κακοριζιά της μάνας του κι άλλα παρόμοια, κι ο Αντωνάκης, θυμωσιάρης καθώς ήταν, έκοψε ολότελα παρτίδες με το σόι του και δεν ξαναμιλήθηκε με κανέναν τους· να σκεφτείς, τ’ αδέρφια του δεν πήγαν μήτε καν στην κηδεία του. Ωστόσο ο πιο σ��μαντικός λόγος που το σόι του Αντωνάκη πήρε με στραβό μάτι το παιδί ήτανε που δεν πήρε το όνομα της γιαγιάς του και του δόθηκε ένα άλλο, που δεν ήτανε καν φράγκικο. Μα γι’ αυτό δεν έφταιγαν οι γονιοί της Αύρας, εκείνοι το ’χανε πει στο νονό και στον παπα-Τζιάκομο να το βαφτίσουνε το παιδί Κατερίνα —θα το φωνάζανε Τιτί—, όμως ο παπα-Τζιάκομο με το έτσι θέλω άλλαξε το όνομα πάνω στη βάφτιση. Ήτανε καλοκαίρι κι έσκαγε ο τζίτζικας, ζέστη αποπνιχτική, κι είχε να φυσήξει, έστω και λίγο, για περισσότερο από μήνα· η βάφτιση θα γινότανε στο Σαν Τζορτζή, ο παπα-Τζιάκομο είχε δυο-τρεις μέρες που έκανε τη λειτουργία στον περίβολο της εκκλησίας, ήτανε, βλέπεις, ψηλός κοντά δυο μέτρα και τετράπαχος, ίσαμε διακόσια κιλά, επόμενο ήταν να φοβάται μην του έρθει ταμπλάς μες στην εκκλησία. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν που


κεφάλαιο 36

’τανε να βαφτιστεί η Αύρα, ο παπάς έβγαλε στην αυλή την κολυμπήθρα και τ’ άλλα του σύνεργα —γιατί οι καθολικοί δε βουτάνε το παιδί στο νερό, απλώς το ραντίζουν με το χέρι—, και την ώρα που ’τανε να δώσει τ’ όνομα στο κορίτσι και μουρμούριζε βαριεστημένος τα δικά του, έξαφνα φύσηξε μες στην απόλυτη άπνοια μια ελαφριά θαλασσινή αύρα. Ένας ηδονικός αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε και γοργές ανάσες θέλησαν να κλέψουν τη δροσιά της, ενώ η μύτη του παπά μάτωσε κι άρχισε να στάζει αίμα στην κολυμπήθρα· και φαίνεται πως το θεώρησε αυτό σημάδι του Θεού κι έτσι βάφτισε το κορίτσι Αύρα, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, μα το ’κανε με τόση σιγουριά και τόση αυτοπεποίθηση, που κανείς δε μπόρεσε να διαμαρτυρηθεί (ήτανε παράξενος άνθρωπος ο παπα-Τζιάκομο κι ακούγονταν γι’ αυτόν ένα σωρό μυστήριες ιστορίες· εντέλει τον βρήκανε μαχαιρωμένο το χίλια εννιακόσια είκοσι εννιά, δίπλα σ’ ένα πηγάδι, λίγο παραέξω απ’ την πόλη, και το φονικό δε διαλευκάνθηκε ποτέ). Και οι δύο γονείς της Αύρας πέθαναν από καρκίνο μες στο ανάστατο καλοκαίρι του σαράντα, λίγο πριν χτυπηθεί η «Έλλη» από τορπίλα στο λιμάνι της Τήνου. Ο πατέρας της τυραννίστηκε άσχημα για κάμποσο καιρό, έρεψε και, καθώς αρνήθηκε πεισματικά ίσαμε την τελευταία του στιγμή να τον δει γιατρός έστω για μια μορφίνη, έφυγε μέσα σε φριχτούς πόνους. Αντίθετα, η γυναίκα του ξεψύχησε στα ξαφνικά ένα μήνα αργότερα, ξαπλωμένη για βράδυ στο κρεβάτι, πλημμυρισμένη στο αίμα που ’τρεχε απ’ το στόμα της. Κι επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν την αιτία του θανάτου της, ήρθε ο Νικολαΐδης, ο γιατρός απ’ την Ερμούπολη, να κάνει νεκροψία κι είπε πως δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοια περίπτωση· η αρρώστια είχε προχωρήσει στο τελευταίο στάδιο χωρίς να δώσει ούτε ένα σύμπτωμα, ούτε πόνους ούτε αιμορραγίες, τίποτε· εκτός βέβαια αν συνέβαιναν τέτοια κι εκείνη τα ’κρυβε, ώσπου κάποτε ο καρκίνος έφαγε την αρτηρία της κοιλιάς και η μάνα της Αύρας πέθανε από


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

ακατάσχετη αιμορραγία. Κι όσοι γνωρίζαν από πού βγήκε το όνομα «Μακάρηδες» συζητούσαν για αρκετό καιρό την ιστορία τους και λέγανε, βέβαια, πως η ζωή είναι ένας μύλος… Σαν πέθαναν οι γονιοί της, η Αύρα έμεινε μόνη και θεόφτωχη στους πέντε δρόμους· για λίγο καιρό έζησε μονάχη στο σπίτι, ώσπου κάποιος δανειστής του πατέρα της την ειδοποίησε να το αδειάσει, γιατί το ’χε πάρει στα δικαστήρια. Τότε ήτανε που ίσαμε μια ντουζίνα άντρες θέλησαν να την πλησιάσουν, όχι με κακό σκοπό, μα για να την παντρευτούν και ν’ ανοίξουνε σπίτι με κείνη. Και δεν το κάναν από συμπόνια· η Αύρα ήταν το ωραιότερο κορίτσι της Χώρας, ίσως και ολόκληρου του νησιού, ανθισμένη γυναίκα στα δεκαπέντε της, με λυγερό, μελαχρινό κορμί, θαυμαστά σμιλεμένο, σάρκα σκληρή και ανυπόταχτη και μάτια που σε κάνανε να χάνεις τα λογικά σου — αληθινή καλλονή πέρα από κάθε αμφιβολία… Όμως εκείνη όλους τούς απόδιωχνε, ήτανε πολύ άγρια, κι αν κάποιος τής γινότανε τσιμπούρι, τον έλουζε στις βρισιές και τον ξεφτέλιζε. Έμεινε για τέσσερις μήνες στο σπίτι μιας θειας της, αδερφής της μάνας της, ώσπου κι εκείνη τής είπε με τρόπο να της αδειάζει τη γωνιά — τόσοι τη ζητούσαν, ας έπαιρνε κάποιον, τι περίμενε… Όμως η Αύρα το ’χε πάρει απόφαση από καιρό· τον Γενάρη του σαράντα ένα μάζεψε τα λιγοστά της υπάρχοντα και πήρε το δρόμο για τη δυτική πλευρά του Πύργου, και πριν απ’ τα Πωμώνια τράβηξε αριστερά, προκειμένου να βγει στη σπηλιά της Μπαρμπακούλας, της φοβερής και τρομερής μάγισσας, για την οποία είχε ακούσει τόσα και τόσα. Η Μπαρμπακούλα, τον καιρό που πήγε να τη βρει η Αύρα, ήτανε πια γριά κι είχε παραπάνω από τριάντα χρόνια στο νησί· την είχε παρατήσει γκαστρωμένη στ’ ανοιχτά της Βαρβαρούσας σε μια μικρή βάρκα ένα μαύρο καράβι του θανάτου, που φάνηκε γύρω απ’ τη Σύρο το χειμώνα του χίλια εννιακόσια εννιά. Κανείς δε μπορούσε να πει τίποτε


κεφάλαιο 36

με βεβαιότητα γι’ αυτήν και την προηγούμενη ζωή της, παρά μόνο ότι ήτανε η πιο φριχτή μάγισσα που είχε φανεί στο νησί τουλάχιστον για εκατό χρόνια. Είχε ακουστεί πως υπήρξε μαθήτρια της Κύπριας Μιχαλούς και της ωραίας Λουίζας, που ’τανε τη μέρα άνθρωπος και τη νύχτα κύκνος. Ζούσε σε μια απόμερη σπηλιά του Πύργου κι όσοι την είδαν στα μάτια τον πρώτο καιρό που ήρθε στο νησί έχασαν το φως τους (ήτανε κάτι Πανωχωρίτες που έστηναν ξόβεργες στο βουνό). Κι έτσι, κανείς δεν έπαιρνε το δρόμο της δυτικής κατεβασιάς του Πύργου, που με τα χρόνια έγινε αδιάβατος απ’ τ’ αγριόχορτα και τα σκίνα. Μαζί της έμενε μόνο ο γιος της· ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που ερχότανε σ’ επαφή μαζί της. Μα κι αυτός, σαν έγινε δεκάξι χρονών, έφυγε από κοντά της και πήγε στην ακτή των φιδιών κι έμενε μόνος του σε μια καλύβα. Είχε μια μαύρη βάρκα και ψάρευε και πάνω της είχε χαράξει το όνομά του (άραγε εκείνη τού τα ’χε μάθει τα γράμματα;): «Δομένικος»· κανένας βέβαια δεν τον ζύγωνε να του μιλήσει, καθώς το ξέρανε όλοι πως ήταν ο γιος της μάγισσας. Ήτανε όμορφος άντρας, ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης· το πρόσωπό του ήτανε σημαδεμένο με μια μεγάλη ξυραφιά από το μέτωπο ώς την αριστερή άκρη των χειλιών. Λέγανε πως η Μπαρμπακούλα είναι από κείνα τα πλάσματα που κοιμούνται μες στους αιώνες κάτω απ’ τη γη και τα ξυπνά ο σατανάς όποτε θέλει για να προετοιμάσει τον φοβερό ερχομό του· πως την είχε γκαστρώσει ο ίδιος ο πονηρός· πως εξαιτίας της είχαν χαθεί από δεκαετίες όλες οι νυχτερίδες απ’ τη Σύρα, καθώς εκείνη τις μάζευε στη σπηλιά της με σφυρίγματα που δεν τ’ άκουγε ανθρώπινο αυτί· πως με κοίλους καθρέφτες είχε τρελάνει τα πουλιά που τις νύχτες με πανσέληνο μαζεύονταν στην ακτή των φιδιών, πάνω απ’ την καλύβα του γιου της, κι έκρωζαν μανιασμένα· πως διέταζε με λόγια ακατάληπτα τους αρουραίους να δαγκώνουν τα αβάφτιστα μωρά την ώρα του ύπνου στον αστράγαλο ή εκεί όπου ενώνονται τα χείλια· πως εξουσίαζε


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

τους ανέμους και τσάκιζε τα καΐκια επάνω στα βράχια ή τα παρέσερνε σε φριχτές ρουφήχτρες. Όπως ήταν φυσικό, σ’ εκείνη απέδιδαν κάθε συμφορά που έβρισκε το νησί όλα εκείνα τα χρόνια, αλλά και καθετί φριχτό κι ακατανόητο: τον κεραυνό που ’πεσε μέρα μεσημέρι πάνω στο σπίτι του Γρηγόριου Πιπίνου, παλιού άρχοντα του νησιού, την ώρα που ’σμιγε με την ψυχοκόρη του, ακριβώς στην πιο γλυκιά στιγμή, και τους κοκάλωσε εκεί σα βαλσαμωμένους το χίλια εννιακόσια είκοσι έξι· τους ποντικούς που κατά χιλιάδες άρχισαν να πέφτουν στα πηγάδια δαγκώνοντας ο ένας την ουρά του αλλουνού το χίλια εννιακόσια είκοσι οχτώ, τότε που σ’ όλα τα πηγάδια της Σύρου ρίχτηκε από ένας ασημένιος σταυρός για να πάψει το κακό· τον φριχτό θάνατο της Αιμιλίας, της πιο καλής ράφτρας της Ερμούπολης (αυτοκτονία; φόνος; τη βρήκανε το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς του χίλια εννιακόσια τριάντα τρία κρεμασμένη στους βράχους, όχι όμως με σκοινί κανονικό, μα καμωμένο από ουρές γουρουνιών)· το ατέλειωτο σμάρι των γλάρων που κάποια φθινοπωρινή νύχτα του τριάντα εφτά έπεσαν και ξεψύχησαν πάνω στις πλάκες του νεκροταφείου και, το πιο φοβερό, απ’ όλους έλειπε ξεριζωμένη η δεξιά φτερούγα· τέλος, τον τυφλό αγριόχοιρο, δυο χρόνια αργότερα, που τσίριζε τρομακτικά κάθε νύχτα — οι κάτοικοι της Χώρας τον κυνήγησαν και τον σκότωσαν, όσοι όμως τον πυροβόλησαν έχασαν για πάντα τη λαλιά τους. Μη φανταστείς βέβαια πως δεν το θέλανε οι κάτοικοι του νησιού να απαλλαγούν μια για πάντα από τη διαβολεμένη μάγισσα, όμως ο φόβος τούς έδενε τα χέρια, αστεία με τον διάβολο δε γίνονται, ποιος θα κόταγε να κάνει κάτι; Μονάχα μια φορά έγινε μια απόπειρα και είχε τη χειρότερη κατάληξη: ο μοναχός Γιάσονας, που καταγόταν απ’ την Ερμούπολη, τότε που ’χε ανατριχιάσει το νησί με το θάνατο της ράφτρας Αιμιλίας, άφησε το μοναστήρι του και πήγε μαζί με τον αδερφό του να βάλουν φωτιά σε ολόκληρη την πίσω πλευρά του Πύργου, για να ξεμπερδέψουν απ’ την αναθεματισμένη


κεφάλαιο 36

τη Μπαρμπακούλα (ο μοναχός Γιάσονας εξάλλου ήταν αυτός που ανακάλυψε το όνομά της, το ’χε βρει, όπως έλεγε, στο χειρόγραφο κάποιου καλόγερου που ’χε ζήσει διακόσια χρόνια πρωτύτερα και περιέγραφε με ποια ονόματα θα ενσαρκωθούν οι άγγελοι του σατανά και σε ποιον τόπο· όταν θα ερχότανε η ώρα και για τη Σύρο, έγραφε το όνομά της). Όμως, εκείνη τη μέρα που πήγανε να βάλουνε τη φωτιά, ο αέρας γύρισε απρόβλεπτα και ο μοναχός Γιάσονας βρήκε φριχτό τέλος από τις φλόγες που ο ίδιος είχε ανάψει. Μα κι ο αδερφός του, που γλίτωσε απ’ τη φωτιά, αυτοκτόνησε ένα χρόνο αρ��ότερα με πιστόλι, καθώς ολωσδιόλου ανεξήγητα στο στήθος του φύτρωναν βυζιά γυναικεία, που μέρα με τη μέρα φούσκωναν όλο και περισσότερο. Αυτές κι άλλες παρόμοιες ιστορίες είχε ακούσει για τη Μπαρμπακούλα η Αύρα, κι όμως πήγε να τη βρει, καθώς, όσο πιο πολλά άκουγε, τόσο πιο έντονη γινόταν η έλξη που ένιωθε για τη φριχτή μάγισσα· όχι πως ηδονιζόταν με την ιδέα του κακού, απλά ένιωθε πως αυτό θα τη γαλήνευε, πως όλη η φύση είναι μια προετοιμασία για τη φρίκη, τον θάνατο και τον οριστικό ερχομό του απαίσιου και αποτρόπαιου και μιαρού — κι έτσι αναζητούσε την απόλυτη ακρότητα για να προσδιορίσει τον εαυτό της μες στην απόγνωση…


37. Η Αύρα Μακάρη γυρεύει την ανόθευτη αγάπη – όπως όλοι μας

Ήταν, λοιπόν, Γενάρης του σαράντα ένα όταν η Αύρα πήρε το δρόμο πίσω από τον Πύργο για να βρει τη σπηλιά της Μπαρμπακούλας. Εκείνη —τι παράξενο— τη δέχτηκε σα να την περίμενε από καιρό, μόλο που όποιος την πλησίασε μέχρι τότε δεν ξαναείδε το φως του ήλιου. Ήτανε φανερό πως γνώριζε από πριν τον ερχομό της, και μάλιστα χρόνια αργότερα της αποκάλυψε πως εκείνη τον είχε προκαλέσει — η Μπαρμπακούλα, βλέπεις, το ’χε για παιχνιδάκι να μπαίνει στη σκέψη των άλλων και να τους υποτάσσει στις βουλές της. Την πρώτη χρονιά την είχε μονάχα για αγγαρείες· δεν της μιλούσε παρά μόνο όταν έδινε παραγγέλματα, τα βράδια τη σκέπαζε μ’ ένα μαύρο σεντόνι και την ξεσκέπαζε το πρωί· η Αύρα δεν τόλμησε ούτε μια φορά να ξεσκεπαστεί από μόνη της. Κι αφού πέρασε η περίοδος της δοκιμής —ας την πούμε έτσι—, άρχισε σιγά-σιγά να της μαθαίνει διάφορα κόλπα: της έδωσε το δικαίωμα να της απευθύνει το λόγο και να την αποκαλεί μητέρα, συχνά την έβαζε να επαναλαμβάνει ακατανόητα λόγια, την έπαιρνε μαζί της στα περισσότερα απ’ όσα έκανε, κι όλο και πιο σπάνια τα βράδια τη σκέπαζε με το μαύρο σεντόνι. Κι όπως περνούσε ο καιρός, η Αύρα έβλεπε πως, όχι μόνο όσα λέγο-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

νταν για τη μάγισσα ήτανε πέρα για πέρα αληθινά, μα πως εκεί πέρα γινόντουσαν πράγματα χίλιες φορές χειρότερα, πράγματα που το ανθρώπινο μυαλό δε μπορεί να τα συλλάβει και το ανθρώπινο στόμα διστάζει να ξεστομίσει. Κι αυτά τα φοβερά και τρομερά δε θέλησε η Αύρα να τα πει στη Δομένικα, γιατί όποιος τ’ άκουγε δε θα γλίτωνε ποτέ και σε καμιά ζωή από το χνότο του διαβόλου. Μονάχα μια φορά, δυο χρόνια προτού η Αύρα αναγκαστεί να της τα πει όλα, η Δομένικα άκουσε τη μάνα της να παραμιλά στον ύπνο της· ήτανε κάτι κουβέντες για ένα κοπάδι άσπρων γερανών που, αλίμονο, κάθε νύχτα, λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα, πήγαιναν στη σπηλιά της Μπαρμπακούλας κι άφηναν στην ξύλινη σκάφη που έπλενε τα ρούχα βγαλμένα μάτια ανθρώπων — από ποιους τα ξερίζωναν άγνωστο—, κι η Μπαρμπακούλα όλο το πρωινό τα τύλιγε με φύλλο τσουκνίδας κι έραβε τα φύλλα κανονικά με βελόνα και μεταξένια κλωστή· και τα πετούσε σε μια σχισμή της γης που ’βγαζε ατμούς, γιατί, όταν θα ερχότανε η ώρα του πονηρού, θα λύνονταν οι μεταξένιες κλωστές και θα ’νοιγαν οι τσουκνίδες κι από μέσα τους θα ξεπηδούσαν ακρίδες με φτερά πεταλούδας… Στα οχτώ χρόνια που έζησε μαζί με την Μπαρμπακούλα, η Αύρα έμαθε όλα σχεδόν τα μυστικά της μαγικής τέχνης — όσα, τέλος πάντων, μπορούσαν να μεταδοθούν, γιατί είναι και μερικά που τα ’χεις μέσα σου από γεννησιμιού σου. Και ούτε μια φορά δεν τόλμησε να της κάνει την παραμικρή ερώτηση· ήτανε κάτι στην Μπαρμπακούλα που έκανε την Αύρα να μη μπορεί ν’ ανοίξει το στόμα της, θες το ύφος της μάγισσας, θες ο τόνος της φωνής της, θες κάτι άλλο απροσδιόριστο, όλα αυτά σού υπέβαλλαν ένα αλλόκοτο αίσθημα φόβου και ηδονικής ελευθερίας μαζί, ήταν σα να μπορούσες ξαφνικά να δαγκώσεις όχι ένα μα δέκα απαγορευμένα μήλα· αν όμως ρωτούσες το πώς ή το γιατί, θα τα ’χανες όλα. Εξάλλου η Μπαρμπακούλα τής το ’χε πει πάρα πολλές φορές της Αύρας πως η μαγεία ελευθερώνει την ψυχή —τη νύχτα με τα μάτια, τη μέρα με τ’ αυτιά—, κι


κεφάλαιο 37

ελευθερία για εκείνη φαίνεται πως σήμαινε κατάργηση της αλληλουχίας του κόσμου, σήμαινε να καταστρέφεις όσα υπήρξαν όμορφα γιατί ήταν όμορφα, να ξεριζώνεις τις φτερούγες των γλάρων επειδή πετούν τόσο κοντά στη θάλασσα, να πνίγεις μια οχιά μέσα στο ξίδι, να καις μια μυρμηγκοφωλιά με αμμωνία — αυτό ήταν η ελευθερία για την Μπαρμπακούλα: μια φωτιά που καίει τα πάντα. Μια φορά μάλιστα μίλησε στην Αύρα για το πού οδηγούσε η ελευθερία της· θα ’χαν περάσει τρία χρόνια και βάλε από τον Γενάρη του σαράντα ένα, κι ένα απόγευμα, λίγο προτού η Μπαρμπακούλα αρχίσει να της χτενίζει τα μαλλιά (αυτό γινότανε κάθε Τρίτη και Σάββατο: την ώρα του μεσημεριού η Αύρα λουζότανε στο ποταμάκι και νωρίς τ’ απόγευμα η Μπαρμπακούλα τής χτένιζε σιωπηλή τα μαύρα μακριά μαλλιά), λίγο πριν της χτενίσει τα μαλλιά λοιπόν, της μίλησε για τα αποτελέσματα της ελευθερίας· «η ελευθερία οδηγεί στην αληθινή αγάπη» της είπε και, καθώς η Αύρα την κοίταξε απορημένη, εκείνη συνέχισε: «Όλοι σκοτώνουν εν ονόματι της ζωής καθημερινά, μισούν στα κρυφά πίσω απ’ τις κλειστές τους πόρτες, καταστρέφουν με όλα τα ελαφρυντικά των νόμων τους, μες στο σκοτάδι σχεδιάζουν τις τελειότερες μηχανές θανάτου, κι έπειτα στο φως της ημέρας μιλούνε για αγνότητα, για καλοσύνη, βρίσκουν θεούς που συγχωρούν για να τους γλιτώνουν απ’ τις τύψεις, αγαπούν με μέτρο ίσα για να ’χουν μια δικαιολογία, κάθε κουβέντα της αγάπης και της καλοσύνης τους σημαίνει μια γούρνα γεμάτη με εντόσθια σφαγμένων — τους έχεις γνωρίσει όλους αυτούς κι ήρθες σε μένα γιατί τους σιχάθηκες, είναι δειλοί κι ανίκανοι ν’ αγαπήσουν στ’ αλήθεια… Εγώ κάνω αυτά που λαχταρώ και δεν ψάχνω την παραμικρή δικαιολογία, δεν έχω τύψεις να μου βρομίζουν την ψυχή· κάνω αυτά που κάνω γιατί είμαι αυτή που είμαι, γιατί αγαπώ αυτά που αγαπώ, γιατί τ’ αγέρι του θανάτου είναι το πιο μαγευτικό… Γι’ αυτό μίσησα και σκότωσα και κατέστρεψα και βουτήχτηκα στο αίμα κι έβγαλα μάτια με τα ίδια μου τα


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

δάχτυλα, κι είμαι περήφανη κι αληθινά ευτυχισμένη που μπορώ να σκοτώνω χαϊδεύοντας, που μπορώ να μισώ αγαπώντας, γιατί αυτό είναι η αληθινή αγάπη: να μισείς και να αγαπάς μαζί, δίχως όριο…» Μέχρι τον Φεβρουάριο του σαράντα εννιά, για πέντε ολόκληρα χρόνια, η Μπαρμπακούλα δεν ξανάκανε παρόμοια κουβέντα στην Αύρα· κι όταν συχνά τα βράδια η γριά ανέβαινε στην κορυφή του Πύργου —ποιος ξέρει γιατί—, η Αύρα, ξαπλωμένη στη γωνιά της, συλλογιότανε τι γύρευε από εκείνη τη φοβερή μάγισσα (να φανταστείς, ήτανε τόση η επιρροή της Μπαρμπακούλας πάνω της, που σαν ήταν κοντά της δεν τολμούσε μήτε καν να τα σκεφτεί αυτά). Γιατί στ’ αλήθεια, δε μπορεί, κάποιο σχέδιό της θα εξυπηρετούσε η Αύρα, κάτι πολύ σπουδαίο που δε θα μπορούσε να το κάνει μόνη της, γι’ αυτό άλλωστε και τη δέχτηκε κοντά της τον Γενάρη του σαράντα ένα — σιγά μην ήθελε βοηθό για τις μαγείες της η Μπαρμπακούλα. Τέτοια σκεφτόταν η μάνα της δασκάλας μας και τρόμαζε αφάνταστα· τι να ’ταν αυτό που δεν το μπορούσε η μάγισσα και θα το κατάφερνε εκείνη… Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο πολύ συλλογιότανε τον σατανά, που ’χε μάθει να τον επικαλείται με χίλιους δυο τρόπους, κι έλεγε με το νου της πως κάποια βραδιά θα της το έλεγε η Μπαρμπακούλα, ότι ήρθε η ώρα να την προσφέρει θυσία σ’ αυτόν για να τον ευχαριστήσει, δε μπορεί, αυτό θα γινότανε στο τέλος, σε τι άλλο θα μπορούσε να ’ταν χρήσιμη στη γριά μάγισσα· απλώς η Μπαρμπακούλα την προετοίμαζε, ήθελε προφανώς να παραδοθεί η νέα κοπέλα στις δυνάμεις του σκότους στην πιο ώριμη στιγμή της, καθώς ο πονηρός όλο και πιο σπάνια έμενε ικανοποιημένος. Αυτά συλλογιζόταν η Αύρα και το ’χε για σίγουρο πως μια νύχτα θα γινόταν, πως θα ’ρχότανε κοντά της η Μπαρμπακούλα λίγο μετά τη δύση του ηλίου και θα της έλεγε «θέλω να σου μιλήσω…», κάθε μέρα ξυπνούσε και τη λογάριαζε για τελευταία της, μα —αν θέλεις το πιστεύεις αυτό— για την Αύρα δεν υπήρχε τίποτε πιο ηδονικό


κεφάλαιο 37

από κείνη την αίσθηση. Η Αύρα δεν πίστευε μήτε στην ελευθερία μήτε στην αγάπη της Μπαρμπακούλας, μα εκείνη η τυφλή υποταγή στις βουλές της μάγισσας, η αδιαμαρτύρητη αναμονή του θανάτου, η ολοκληρωτική εξάρτηση απ’ την απεριόριστη ελευθερία κάποιου άλλου έκαναν την καρδιά της να σκιρτά τόσο δυνατά, που ένιωθε πως μια τέτοια θυσία θα ήταν η απόλυτη ολοκλήρωσή της. Κι όταν τ’ απογεύματα της Τρίτης και του Σαββάτου η γριά τής χτένιζε τα μαύρα μακριά μαλλιά (που όσο περνούσε ο καιρός μάκραιναν ολοένα), αυτή η θανατερή αίσθηση έφτανε στο κατακόρυφό της. Η Μπαρμπακούλα τη χτένιζε με μια μαύρη κοκαλένια χτένα που ’χε σκαλισμένα στη λαβή της τα τρομερά τέρατα της φωτιάς· η Αύρα καθότανε ακίνητη με τα μάτια κλειστά, πότε-πότε τα δάχτυλα της μάγισσας άγγιζαν το λαιμό και τα μάγουλά της, σκορπώντας σ’ όλο της το κορμί ένα κύμα ανατριχίλας, που έφευγε και ξαναρχόταν όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο έντονα, ώσπου η κοπέλα κάθε φορά έπεφτε απ’ το σκαμνί της λιγόθυμη, πνιγμένη στην ηδονή· και την ώρα που την παρέλυε η ζάλη, λίγες στιγμές πριν σωριαστεί, προσευχόταν στην ακαθόριστη δύναμη του πεπρωμένου της και παρακαλούσε να μη συνέλθει ποτέ…


38. !"

" "

! !

!

#

!

Ήταν Φεβρουάριος του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, όταν μια βραδιά η Μπαρμπακούλα, λίγο μετά τη δύση του ηλίου, κάθισε απέναντί της και της είπε με ήρεμη φωνή «θέλω να σου μιλήσω, κόρη μου…» — για πρ��τη φορά την αποκαλούσε έτσι. Ένα γλυκό μούδιασμα κυρίεψε το κορμί της Αύρας: «Σ’ ακούω, μητέρα…» της είπε. Και τότε άρχισε να μιλά η Μπαρμπακούλα, μα δεν είπε αυτό ακριβώς που περίμενε η Αύρα· πράγματι, έπρεπε να κάνει μια προσφορά στον σατανά, όχι όμως να πεθάνει, το αντίθετο… Η μάγισσα άρχισε να της μιλά για το μαύρο σκεπαστό μπισίκι, κι όσο έλεγε την ιστορία του, την πήρε απ’ το χέρι, κι αφού τράβηξε μια μαύρη κουρτίνα, της το έδειξε: ήτανε μια ξύλινη κούνια για νεογέννητο μωρό, που όμως, αντίθετα μ’ όλες τις άλλες, έκλεινε από πάνω με ένα δίδυμο κομμάτι σαν κασελάκι· μα το επάνω μέρος της κούνιας είχε στην κοιλιά του τρεις ατσαλένιες λάμες μαχαιριών που θα τρυπούσαν πέρα για πέρα όποιο βρεφικό σώμα βρισκόταν μέσα στην κούνια· δηλαδή το μαύρο σκεπαστό μπισίκι ήταν μια μηχανή φριχτού θανάτου… Η Μπαρμπακούλα το έκρυβε στη σπηλιά της για περισσότερα από πενήντα χρόνια, καθώς το είχε φέρει από τις μαύρες χώρες του Ισημερινού· κι είπε τής


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

Αύρας η Μπαρμπακούλα πως εκείνο το μαύρο μπισίκι είναι το σκεύος του λυτρωμού. Για χρόνια έριχνε μέσα εκεί κόκαλα νυχτερίδας, δόντια ποντικιού, γένια και νύχια από πεθαμένους, φύλλα τσουκνίδας, κομμάτια από μαύρο κερί κι άλλα τέτοια, καθώς περίμενε, όπως έλεγε, να φανούν τα σημάδια για τον ερχομό του κυρίου της· και βέβαια, ο κύριός της ήταν ο σατανάς, ο άρχοντας του σκότους, που γύρευε να πάψει πια να είναι άυλο πνεύμα κι από αγέρας παγερός να γίνει ζεστή σάρκα για να κυριαρχήσει στον κόσμο. Μα, για να γίνει αυτό, έπρεπε, σύμφωνα με προφητείες χιλιετιών, να μπει μέσα σ’ ένα αθώο νεογέννητο βρέφος, γεννημένο από σπέρμα αθώου γαλανομάτη στη μήτρα γυναίκας που θα ’χε ελιά στη μέση του λαιμού και μαύρα μάτια δίχως άσπρη κουκκίδα στο κέντρο της κόρης· τέτοια γυναίκα ήταν η Αύρα και γι’ αυτό η Μπαρμπακούλα την πήρε μαζί της στη σπηλιά πριν από εφτά χρόνια: για να γεννήσει αυτό το αθώο βρέφος… Κι αμέσως μόλις γεννιόταν και προτού τού κόψει τον ομφάλιο λώρο, θα το ’κλεινε μέσα στο μαύρο σκεπαστό μπισίκι· κι έπειτα θα του ’κοβε και το λώρο που θα το συγκρατούσε με τη μάνα του. Σε τρεις μέρες η Μπαρμπακούλα θα άνοιγε το μπισίκι και στο αθώο βρέφος θα είχε ενσαρκωθεί ο σατανάς· γιατί το διαβολικό στίγμα θα περνούσε μέσα του από τις κόψεις των ατσαλένιων μαχαιριών του μπισικιού. Μ’ αυτό τον τρόπο ο σατανάς θα είχε πια δικό του σώμα και θα βασίλευε επιτέλους στον κόσμο… Η Αύρα όλα αυτά τα άκουσε χωρίς να καταλαβαίνει· περίμενε την αναγγελία ενός θανάτου που θα τη γαλήνευε μια και καλή κι άκουσε ένα σχέδιο για την κατάκτηση του κόσμου. Ποτέ της δεν είχε σκεφτεί αυτά τα πράγματα, για κείνην ο κόσμος ήταν κάτι που από παιδί τής δημιουργούσε αποστροφή, δε μπορούσε να καταλάβει γιατί κάποιος να ήθελε να τον κατακτήσει, αυτήν την ενδιέφερε μονάχα ό,τι ένιωθε πως την οδηγούσε στο απόλυτο κι οριστικό άκρο, όπως το ηδονικό ρίγος του θανάτου που μουδιάζει τα μάγουλα… Έτσι, αντιμετώπισε τα όσα έλεγε η Μπαρμπα-


κεφάλαιο 38

κούλα ολότελα παθητικά, μόνο την ώρα που η γριά μίλησε για τον κύριό της σκέφτηκε πώς γίνεται κανείς να ’ναι ελεύθερος και να ’χει κύριο, μα η μάγισσα διέκοψε την κουβέντα της, λες κι είχε διαβάσει τη σκέψη της Αύρας, και είπε στυλώνοντας τα μάτια της, «ο κύριός μου είναι η ελευθερία μου…»· και κατόπιν συνέχισε την περιγραφή του σχεδίου της… Κι όταν η Μπαρμπακούλα τέλειωσε, η Αύρα είπε απλώς αυτό που έλεγε πάντοτε σε κάθε πρόσταγμά της: «Θα γίνει, μητέρα…» Ούτε στιγμή δε νοιάστηκε για όσα η ίδια έπρεπε να κάνει· θα ήταν για εκείνη μια ακόμη αγγαρεία από αυτές που έκανε καθημερινά για την Μπαρμπακούλα, όπως το κουβάλημα του νερού, το πλύσιμο των μαύρων σεντονιών ή το βράσιμο των ανθών της χαράδρας στο μεγάλο καζάνι. Ωστόσο απ’ την επόμενη μέρα η γριά απαγόρευσε στην Αύρα να κάνει στο εξής οποιαδήποτε δουλειά. Της έφερνε κάθε μέρα τροφή ειδικά για κείνη, μέλι και γάλα προβάτου, τα βράδια τής έδινε να πιει διάφορα υγρά και όταν κοιμόταν σήκωνε το μαύρο σεντόνι κι άφηνε πάνω στα κλειστά της βλέφαρα αράχνες, μάλλον από εκείνες τις κόκκινες που τις φύλαγε σ’ ένα παράξενο δοχείο. Και βέβαια κάτι ήξερε που τα ’κανε όλα αυτά η Μπαρμπακούλα· σε λίγες μόλις μέρες το σώμα της Αύρας άνθισε για δεύτερη φορά, τα μάγουλά της κοκκίνισαν, τα στήθια της φούσκωσαν, η σάρκα της πήρε το χρώμα του ωριμασμένου σταριού και την αφή του χνουδωτού γιαρμά· τώρα πλέον λουζότανε κάθε μέρα, κι έπειτα —αλίμονο— η μάγισσα της χτένιζε τα μαλλιά… Κι όσο περνούσανε οι μέρες, άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει απαιτητική μέσα της η γυναικεία της φύση, αυτή που τόσα χρόνια ήτανε ναρκωμένη, σα μια φλογίτσα που βρήκε ξερά πεύκα τον Ιούλιο μήνα και φούντωσε· επόμενο ήταν λοιπόν να αρχίσει να συλλογιέται ξανά και ξανά τα όσα η ίδια θα έκανε, και απ’ όλα πιο πολύ εκείνον τον αθώο γαλανομάτη με τον οποίο θα ’σμιγε για να γεννήσει το σκήνωμα του διαβόλου — πότε θα γινότανε αυτό το σμίξιμο και πού δεν τολ-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

μούσε να ρωτήσει, κι άραγε αυτός θα ’τανε πλάσμα των δυνάμεων του σκότους ή άνθρωπος γεννημένος από κοιλιά γυναίκας· αυτά σκεφτόταν κι ένιωθε τα σωθικά της να μουδιάζουν… Και τα βράδια άκουγε την Μπαρμπακούλα να της μιλά με τις ώρες για το υποχθόνιο σχέδιό της, για την αγάπη, για την ελευθερία, για τον θάνατο· μα το μυαλό της Αύρας φτερούγιζε πολύ μακριά, καθώς αναρωτιότανε πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν αθώα γαλανά μάτια… Είχαν περάσει σαράντα παρά μία μέρες από τότε που η γριά τής μίλησε για το σατανικό της σχέδιο, όταν ένα απόγευμα, την ώρα που ’σβηνε ο ήλιος, και καθώς εκείνη μόλις είχε συνέλθει από την καθημερινή πλέον λιποθυμία της, η Μπαρμπακούλα τής είπε ξερά: «Αύριο το βράδυ…» Η Αύρα θέλησε να καμωθεί την αδιάφορη, μα το φοβερό μάτι της μάγισσας είδε το στιγμιαίο τρέμουλο του κάτω χείλους… Αμέσως την έπιασε απ’ τα μπράτσα και την έσφιξε με απίστευτη δύναμη, «…το θέλεις γιά δεν το θέλεις;» τη ρώτησε επιτακτικά, «το θέλω…» της απάντησε η Αύρα ορθά-κοφτά — δε μπορούσε καν να διανοηθεί πως η θέλησή της θα ήταν άλλη από τη θέληση της Μπαρμπακούλας· κι έπειτα, κάπως πιο δισταχτικά, με τη σειρά της τη ρώτησε: «…πώς τον λένε;». «Τον λένε Δομένικο και ζει σε μια καλύβα στην ακτή των φιδιών…» είπε η μάγισσα. Η Αύρα τινάχτηκε και την κοίταξε έκπληκτη· εδώ και χρόνια βοούσε όλη η Σύρος για τον γιο της Μπαρμπακούλας, τον βαρκάρη με το ξουραφιασμένο πρόσωπο, «μα αυτός είναι ο…» πήγε να ψελλίσει, μα ήτανε τέτοιο το βλέμμα της μάγισσας, που δέθηκε η γλώσσα της· σώπασε κι έσκυψε το κεφάλι. Την επόμενη νύχτα η μάνα της δασκάλας μας κατέβηκε στην ακτή των φιδιών κι έσμιξε με τον Δομένικο. Από νωρίς το απόγευμα η Μπαρμπακούλα την ετοίμασε για εκείνο το σμίξιμο: την έλουσε, τη χτένισε, της άλειψε μ’ ένα θεσπέσιο μυρωδικό λάδι το κορμί, της πέρασε στους καρπούς και στους αστραγάλους χαϊμαλιά και στο λαιμό τής κρέμασε μια μακρόστενη, κυρτή μαύρη πέτρα — προφανώς


κεφάλαιο 38

θα ’τανε φυλαχτό γονιμότητας. Κι ακόμη τής πέρασε κοκαλάκι στα μαλλιά, σηκώνοντάς τα απ’ τη μια μεριά, και τέλος τής φόρεσε και βελουδένιο φόρεμα, σκούρο κόκκινο στο χρώμα, σαν κι αυτό του ζεστού αίματος. Έτσι φτιαγμένη και ντυμένη, η Αύρα κατέβηκε στην ακτή των φιδιών και μπήκε στην καλύβα του Δομένικου, παραμερίζοντας την κουρελού στην πόρτα, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, όπως άλλωστε την είχε δασκαλέψει η Μπαρμπακούλα. Ο Δομένικος ήταν καθισμένος στο τραπέζι, πίσω του στο παράθυρο έφεγγε λιγοστά ένα κερί και είχε όλη του την προσοχή στραμμένη σ’ ένα μπρίκι πάνω στο τραπέζι — το κοιτούσε λες κι ήθελε να το τρυπήσει με το βλέμμα του. Δεν την είδε την Αύρα, ή, αν την είδε, θα τη νόμισε για αποκύημα της φαντασίας του — κόντευε τα σαράντα και ποτέ κανένας άνθρωπος δεν είχε περάσει το κατώφλι της καλύβας του. Εκείνη τότε πήγε άπατα-άπατα στο παράθυρο κι έσβησε το κερί με την παλάμη της· κατόπιν τον πλησίασε και του χάιδεψε τα μαλλιά, πρώτα διστακτικά κι έπειτα πιο θαρρετά. Έξαφνα ο Δομένικος σηκώθηκε όρθιος γυρίζοντας και, αρπάζοντάς τη με δύναμη απ’ τους ώμους, την κάρφωσε με το βλέμμα του: τα μάτια του ήταν θολά και λαμπύριζαν αλλόκοτα, λες και δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε και άγγιζε… Και μόνο τότε, κοιτάζοντάς τον καταπρόσωπο στο λιγοστό φως του φεγγαριού που ’μπαινε απ’ το παράθυρο, η Αύρα ένιωσε για πρώτη φορά πως πράγματι υπάρχουν αθώα μάτια, ακόμη κι αν έχουν σχηματιστεί στην κοιλιά του κακού, μάτια ανυποψίαστα για τη φρίκη στην οποία οφείλονται· κι απ’ την αριστερή άκρη των χειλιών του ίσαμε ψηλά στο μέτωπο, το πρόσωπό του το χαράκωνε διαγώνια εκείνη η βαθιά μαύρη ουλή, για την οποία ακούγονταν τόσα και τόσα, κι έμοιαζε στ’ αλήθεια με σημάδι θανάτου, φρίκης και αιώνιας μοναξιάς. Σαν πέρασαν μερικά λεπτά, η κοπέλα, χωρίς ούτε στιγμή να πάψει να τον κοιτά στα μάτια, άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλά της την ουλή του· κατόπιν τον αγκάλιασε και κατεβάζοντάς του το κε-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

φάλι άρχισε να τη γλείφει με τη γλώσσα της. Κι έγινε τότε ο γιος της Μπαρμπακούλας ολόκληρος ένα παράπονο· η Αύρα, με κινήσεις πολύπειρης γυναίκας, τον τράβηξε και κυλίστηκαν χάμου. Έσμιξαν χωρίς να πουν μήτε μια κουβέντα, κορμιά πεινασμένα, αφηνιασμένα απ’ την ολοκληρωτική απουσία τέτοιας επαφής, ��αραδόθηκαν χωρίς όριο στο απερίγραπτο σπαρτάρισμα, στα ολόγλυκα μυρμηγκιάσματα της σάρκας, στην ιαχή, όπου το παράπονο μεταβάλλεται σε μια άγρια κατάφαση, σε μιαν απόλυτη παραδοχή. Κι ήταν τόση η ηδονή, που η Αύρα έπαψε να σκέφτεται, να συλλογιέται τη μάγισσα και το σχέδιό της, τη ζωή της, τα πριν και τα μετά· έφυγε απ’ την καλύβα του Δομένικου πριν απ’ το ξημέρωμα. Ήτανε η πρώτη και τελευταία ερωτική νύχτα της Αύρας· χρόνια αργότερα υπολόγισε πως ήταν η βραδιά της εικοστής τετάρτης προς την εικοστή πέμπτη Μαρτίου, λίγο πριν ξημερώσει η μέρα του Ευαγγελισμού. Η Μπαρμπακούλα την περίμενε φυσικά ξάγρυπνη· μόλις η Αύρα έφτασε στη σπηλιά, τη φίλησε και, χωρίς να τη ρωτήσει ή να της πει τίποτε, της έδειξε τη γωνιά της στρωμένη, έτοιμη για να πέσει να κοιμηθεί· για πρώτη φορά η γριά τής είχε βάλει και μαξιλάρι. Κι όπως έπεσε η κοπέλα και τ’ αγκάλιασε, έπιασε κάτι λουλούδια από κάτω· ήτανε μαύρα κρίνα, ποιος ξέρει πού τα ’χε βρει η μάγισσα. Τις επόμενες μέρες η Αύρα καθόταν άπραγη, η Μπαρμπακούλα την είχε υποχρεώσει να μην κάνει καμία δουλειά, μήτε οτιδήποτε που θα μπορούσε να την κουράσει· εκείνες τις μέρες η μάνα της δασκάλας μας ένιωσε την τρέλα να την κυριεύει, είχε βάλει το σώμα της σ’ ένα σχέδιο που το μυαλό της δεν μπορούσε να κατανοήσει, και δε μπορούσε πια να κάνει τίποτε, παρά να περιμένει και να συλλογιέται πώς ένα όνειρο θα γινόταν αλήθεια μέσα στο δικό της κορμί… Κι όταν δεν της ήρθε αίμα τις ημέρες που συνήθως τής ερχόταν, τότε έπιασε την Μπαρμπακούλα και την παρακάλεσε να της βάλει μια δουλειά, όποια να ’ναι, να γεμίζει κάπως τη μέρα της, γιατί, όταν καθόταν άπραγη, ο νους της έτρεχε σε σκο-


κεφάλαιο 38

τάδια εφιαλτικά. Κι η μάγισσα, είν’ η αλήθεια, απόρησε με τα λόγια της και, αφού συλλογίστηκε για λίγο, της έδωσε την αγγαρεία ν’ ανάβει τη φωτιά με τα τζάμια και να πλένει τα ρούχα και τα μαύρα πανιά στη θάλασσα κάθε τρεις μέρες. Έτσι, άρχισαν να περνούν οι βδομάδες κι οι μήνες, έφυγε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι, η κοιλιά της Αύρας άρχισε σιγά-σιγά να φουσκώνει· τα βράδια, πριν κοιμηθεί, η Μπαρμπακούλα τής άλειβε διάφορα λάδια, και κάθε νύχτα χωρίς φεγγάρι έφερνε ένα λύκο που της έγλειφε τα στήθια κι έπειτα η μάγισσα τη σκέπαζε με αλλόκοτα δίχτυα, όμως τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν την ένοιαζε, «…για όλα φροντίζει η φύση και για όλα διατάζει η αλήθεια…» της έλεγε ξανά και ξανά. Ώσπου, ένα γκρίζο πρωινό στις αρχές του Σεπτέμβρη, συνέβη κάτι παράξενο που στ’ αλήθεια τη συγκλόνισε την Αύρα, σαν κάποιος να λόγχισε την καρδιά της κι ο πόνος να την ξύπνησε από νάρκη βαθιά: ήταν στη θάλασσα κι έπλενε τα μαύρα πανιά, μια ύπουλη κουφόβραση βάραινε την ατμόσφαιρα, το νερό ήταν λάδι, ακίνητο σαν ψέμα, ο αέρας μύριζε έντονα σαπίλα από ξεβρασμένα φύκια· έξαφνα ο άνεμος φύσηξε μια κοφτή ριπή, πολύ δυνατή, μα ζήτημα να κράτησε δυο-τρία δευτερόλεπτα· η Αύρα, αν και γονατισμένη, μόλις και μπόρεσε να μην ξαπλωθεί κάτω, σα να την είχε χαστουκίσει κάποιος με δύναμη. Αμέσως σηκώθηκε από το βάθος του ορίζοντα ένα μοναδικό κύμα, που, όσο πλησίαζε την ακτή, τόσο πιο θεόρατο γινόταν· θα ’ταν πάνω από δύο μέτρα σαν έσκασε στην αμμούδα, και βέβαια τη σκέπασε ολότελα την Αύρα, την κατάπιε ολόκληρη. Σαν έσκασε το κύμα, εκείνη σηκώθηκε όρθια παραπατώντας κι άρχισε να ψάχνει τα πανιά που ’χαν σκορπίσει στους αφρούς· κάποια στιγμή ένιωσε κάτι στο δεξί της μάγουλο, έβαλε το χέρι της και το ’πιασε. Ένα φύκι είχε κολλήσει πάνω στο δέρμα της και δεν ξεκολλούσε με τίποτε· του κάκου το ’ξυσε, το ’γδαρε με τα νύχια της, το ’πλυνε με αλατόνερο, το ’τριψε με άμμο, δεν έφευγε με τίποτε, λες κι ήτανε κρεατοελιά που ’χε από γεννησιμιού


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

της. Ανήσυχη κι απορημένη, γύρισε στη σπηλιά της μάγισσας, πάντοτε ένα σημάδι κάπου σε οδηγεί, σκέφτηκε· η Μπαρμπακούλα, μόλις το είδε, έκανε σαν τρελή, δεν περίμενε καν ν’ ακούσει τι συνέβη, πήρε το μεγάλο δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή, στάλαξε πάνω του ένα διάφανο υγρό σα νερό από ένα πήλινο μπουκαλάκι κι ευθύς έκοψε το φύκι σύρριζα από το μάγουλό της και το πέταξε στη φωτιά… Η Αύρα πόνεσε σα να της έκοβαν τη σάρκα, μα δεν έβγαλε κιχ. Το πρόσωπό της γέμισε αίματα, η μάγισσα της έβαλε στην πληγή τριμμένο κουκουνάρι και γύρη μαργαρίτας και την έδεσε με το μαύρο μαντίλι της περνώντας το γύρω απ’ το κεφάλι της. Μόλις έγιναν όλα αυτά, η Μπαρμπακούλα κάθισε απέναντί της και, φανερά ταραγμένη (πρώτη φορά την έβλεπε έτσι η Αύρα), την πρόσταξε να της πει ό,τι συνέβη με όλες τις λεπτομέρειες· όταν τ’ άκουσε όλα, ψιθύρισε μέσα απ’ τα δόντια της μια ακατανόητη λέξη, σα βλαστήμια, κι έπειτα είπε στην Αύρα με φωνή σπασμένη: «…βλέπεις πόσο σκληρός είναι ο πόλεμος αυτός μες στους αιώνες· ο ουρανός ενάντια στη φωτιά· η φύση ενάντια στο πάθος· ο θάνατος ενάντια στην επιθυμία…» Κι αμέσως μετά, πιάνοντάς την απ’ τους ώμους, συνέχισε: «Πάλεψε ν’ αντέξεις για λίγο ακόμη κι όλα θα τελειώσουν…» Και έπειτα της έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνει άμα τής κολλούσε και πάλι ένα φύκι στο μάγουλό της ή σ’ όποιο άλλο μέρος του κορμιού της: θα έσταζε λίγο από εκείνο το διάφανο υγρό πάνω στις δύο κόψεις του μαχαιριού με την κόκκινη λαβή κι ευθύς θα το ’κοβε και θα το πετούσε στη φωτιά να καεί. Η Αύρα την άκουσε σιωπηλά· μόνο όταν τέλειωσε τη ρώτησε τι ήτανε εκείνο το διάφανο υγρό που ’χε μες στο πήλινο μπουκαλάκι — τόσα χρόνια κοντά της το ’βλεπε για πρώτη φορά. Η μάγισσα χαμογέλασε περήφανη· «τούτο το μπουκάλι» είπε «έρχεται από δυο χιλιάδες χρόνια, ίσως και περισσότερο· το γέμισαν με το νερό μιας αλλόκοτης λίμνης που φανερώθηκε για μια μόλις μέρα κάπου στο κέντρο της Αφρικής μετά από ένα


κεφάλαιο 38

φοβερό σεισμό και την επομένη εξαφανίστηκε μ’ ένα δεύτερο. Μα δεν ήταν από νερό τούτη η λίμνη· ήταν από δάκρυα νυχτερίδων, αναρίθμητων μυριάδων νυχτερίδων που για αιώνες αιώνων κλαίγανε τις νύχτες…» Και καθώς η Αύρα την κοίταζε σιωπηλή, όπως πάντοτε, η Μπαρμπακούλα συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «κάποτε έκλαιγαν κι οι νυχτερίδες…».


39. ! ! ! " ! !"

! !" !

Εκείνο το ίδιο βράδυ η Αύρα συνέλαβε το σχέδιο να βάλει τον Δομένικο να σφάξει τη μάνα του. Ήταν ένα σχέδιο ενάντια στο σχέδιο της Μπαρμπακούλας ή όποιου άλλου, μια μαχαιριά που θα την ανταπέδιδες προτού τη δεχτείς. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν η Αύρα τα διηγήθηκε όλα αυτά στη Δομένικα, της είπε με ειλικρίνεια πως δεν ήταν το παιδί που μεγάλωνε μες στην κοιλιά της αυτό που ξύπνησε το ένστικτο της μάνας και θέλησε να το σώσει προκαλώντας το φονικό· αλήθεια, μέχρι τη νύχτα που έγινε ό,τι έγινε, η Αύρα δε σκέφτηκε καθόλου το μωρό που θα γεννιόταν. Ήταν που μια αλλόκοτη δύναμη, που σπίθισε απρόσμενα μέσα της και φούντωσε μεμιάς, την οδηγούσε να ματαιώσει τα πάντα· το φύκι που κόλλησε στο μάγουλό της και δεν ξεκολλούσε παρά μόνο με μαχαίρι βουτηγμένο σε δάκρυα νυχτερίδας ήταν σα μιαν αστραπή που φώτισε για μια στιγμή το σκοτάδι· ό,τι γίνεται δε γίνεται μάταια, το ’λεγε και η γριά μάγισσα, οι νυχτερίδες δεν έκλαιγαν μάταια, τα μαχαίρια δε φτιάχτηκαν μάταια, το κύμα δε σηκώνεται μάταια, αν η Μπαρμπακούλα έβαζε το βρέφος στο μαύρο σκεπαστό μπισίκι σε τρεις μέρες, ο σατανάς θα ’χε αποκτήσει το σώμα που γύρευε, και όλα, μα όλα πια, θα γίνο-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

νταν χωρίς κανείς και τίποτε να μπορεί να τα εμποδίσει· κι αυτό ακριβώς σκέφτηκε πως έπρεπε να ματαιώσει η Αύρα: την οριστική λύση που μέχρι εκείνη τη μέρα αποζητούσε κι η ίδια με τόσο πάθος — όχι γιατί θα ήταν έργο του πονηρού, μα γιατί ένιωσε ξαφνικά πως δεν ήταν τελικά έτοιμη για κάτι το τόσο οριστικό, ναι, αυτή που ηδονιζόταν αφάνταστα με την ιδέα του θανάτου ένιωσε πως ένας κόσμος με οριστική αγάπη, με οριστικό μίσος, με οριστική θλίψη, με οριστική μελαγχολία, με οριστική ευτυχία και οριστικά ηλιοβασιλέματα ίσως να μην αντέχεται — μη φανταστείς πως το ’κανε για τους άλλους, δεν ήξερε ποιο θα ’τανε εντέλει το καλό και ποιο το κακό, το ’κανε γιατί απλά ήθελε να ’χει τα χέρια της καθαρά, ό,τι και να γινόταν δηλαδή, θα μπορούσε να πει κανείς πως το ’κανε από εγωισμό, ή και από δειλία ακόμη, για να αποτρέψει έναν οριστικό κόσμο που θα οφειλόταν στο γέννημα της κοιλιάς της και για τον οποίο θα είχε την οριστική ευθύνη, έναν κόσμο όπου τα φύκια δε θα κολλούσαν στο μάγουλό σου κι ο αέρας δε θα σήκωνε ποτέ κύμα στη θάλασσα. Αυτά περίπου σκέφτηκε η Αύρα κι αποφάσισε να βάλει τον Δομένικο να σκοτώσει τη μάγισσα. Να το κάνει η ίδια την ώρα του ύπνου της ήταν αδύνατο, δε μπορούσε καν να φανταστεί τον εαυτό της να μαχαιρώνει την Μπαρμπακούλα. Η γριά είχε τόσο έντονη επίδραση επάνω της, που ένιωθε πως, αν σήκωνε το χέρι της επάνω σε κείνη, θα κοκάλωνε σ’ αυτή τη στάση και θα έμενε αιωνίως απολιθωμένη… Κατέστρωσε λοιπόν το σχέδιό της: έπρεπε πρώτ’ απ’ όλα να πείσει τον Δομένικο να το κάνει, να βυθίσει το δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή στην καρδιά της μάνας του, ακριβώς κάτω από το ίδιο βυζί που τον βύζαξε — αυτό ήταν και το δυσκολότερο, λένε πως αν γίνεις μητροκτόνος είναι σα να σκοτώνεις τον εαυτό σου χίλιες φορές και σε περιμένει μια φριχτή τιμωρία, καθώς όταν πεθάνεις θα επανέρθει και θα επαναλαμβάνεται μέχρι Δευτέρας Παρουσίας η στιγμή του φόνου, εκείνο το δευτερόλεπτο της απόλυτης φρίκης. Όλα τ’ άλλα θα ’τανε δου-


κεφάλαιο 39

λει�� της Αύρας· αυτή θα διάλεγε τη νύχτα, μάλλον θα ’τανε Παρασκευή που η Μπαρμπακούλα λαγοκοιμόταν για μισή ώρα λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα: θα ’σταζε στο δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή δάκρυα νυχτερίδων (η Μπαρμπακούλα το ’χε πει πως, αν ματώσεις ζωντανό σώμα με μέταλλο που θα ’χεις στάξει πάνω του δάκρυ νυχτερίδας, θα εκπληρωθεί πάνω στο σώμα αυτό ό,τι κι αν βάλεις στο νου σου την ώρα που πληγώνεις τη σάρκα — είτε για ζωή είτε για θάνατο) και θα του το ’βαζε στο χέρι, θα τον οδηγούσε μπροστά στην κοιμισμένη μάνα του, θα του ’δινε το μαύρο μαντίλι για να σκεπάσει της γριάς το πρόσωπο, να μη συναντηθούν οι ματιές τους την ώρα του φόνου. Εκείνος μόνο θα σκέπαζε τη μορφή της μάνας του και θα κατέβαζε το μαχαίρι… Μια βδομάδα μετά από εκείνη τη βραδιά που αποφάσισε τα όσα αποφάσισε, ένα μεσημέρι που η Μπαρμπακούλα είχε πάει να μαζέψει ρίζες, η Αύρα κατέβηκε στην ακτή των φιδιών να βρει τον Δομένικο. Τον περίμενε για αρκετές ώρες ίσαμε το απόγευμα που φάνηκε η βάρκα του στην ακτή· ο βαρκάρης σαν την είδε αναστατώθηκε, πήδηξε απ’ τη βάρκα, την έδεσε βιαστικά σ’ έναν πάσσαλο μπηγμένο στην άμμο και κάθισε κάτω απέναντί της. Για ώρα κοιτάχτηκαν στα μάτια χωρίς να πουν τίποτε. Κάποτε ο Δομένικος έβαλε το χέρι πάνω στη φουσκωμένη κοιλιά της και τη ρώτησε «πότε;» Εκείνη τού απάντησε «ποτέ»· τα μάτια του άντρα σκοτείνιασαν, σαν κάτι να κατάλαβε· η Αύρα τότε του ’πιασε το χέρι, «θέλει να μας σκοτώσει…» είπε τονίζοντας μία-μία της συλλαβές της, «έχει τάξει το παιδί μας στο διάβολο…» Ο βαρκάρης τότε πετάχτηκε όρθιος κι έβγαλε ένα φοβερό ουρλιαχτό· έπειτα έπεσε με το πρόσωπο στην άμμο και αφέθηκε σ’ ένα βουβό αναφιλητό, μπήγοντας τα χέρια του μέχρι τους αγκώνες στην άμμο. Η Αύρα πήγε πλάι του και του χάιδεψε τα μαλλιά· κάποτε κόπασε το αναφιλητό του, γύρισε και την κοίταξε, το πρόσωπό του ήταν γεμάτο αμμούδες, τα μάτια του μοιάζανε


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

άδεια, σα να ’χε φύγει όλη η ψυχή από μέσα του· μιλούσε για τον εαυτό του σα να ’χε ζήσει αιώνες πριν: «Με γέννησε με τούτο το σκοπό· όταν ήμουν παιδί, μου ’βαζε να τρώω βρασμένα κρίνα· σαν έγινα έντεκα, έριξε ένα διάφανο υγρό στο μαχαίρι της και μου σημάδεψε το πρόσωπο. Κανείς δε μπορεί να την εμποδίσει πια…» Η Αύρα τότε χρησιμοποίησε το ύστατο μέσο· «θέλει να σκοτώσει κι εμένα…» του είπε χαμηλόφωνα. Ο Δομένικος ανασηκώθηκε στα γόνατα και την κοίταξε κεραυνοβολημένος· τα μάτια του πήραν και πάλι ζωή, τα γέμισε ένα ρίγος απερίγραπτου τρόμου, «…κι εσένα;» κατάφερε κάποτε να ρωτήσει ψελλίζοντας κι άγγιξε το μάγουλό της. Εκείνη του ’γνεψε με το κεφάλι καταφατικά: ναι, κι εμένα… Για αρκετά λεπτά έμειναν ο ένας να κοιτά τον άλλον κατάματα — είναι φορές που μες στη σιωπή τα μάτια μπορούν να πουν αυτό που το στόμα αδυνατεί· η απόφαση του αθώου γαλανομάτη γεννήθηκε σ’ αυτή τη σιωπή… Όταν πια ο Δομένικος άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει, ήταν μονάχα για μια ξερή ερώτηση: «Πότε και πώς;» Τότε η Αύρα σήκωσε το δείκτη του δεξιού χεριού της και άγγιξε τη χαρακιά στο πρόσωπό του, σέρνοντας το δάχτυλό της απ’ τη μια άκρη ώς την άλλη.


40. Όσοι πιστεύουν στον πονηρό του Κεφαλαίου 32, να φορέσουν τώρα τα φυλαχτά τους

Ο Δομένικος σκότωσε τη μάνα του την ώρα που εκείνη κοιμόταν τη νύχτα της τελευταίας Παρασκευής του Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά· το όπλο του φόνου ήτανε βέβαια το δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή. Με αυτό τής κατάφερε δεκατρείς μαχαιριές στην καρδιά κι έπειτα της έκοψε το λαιμό για να πάψει το φριχτό γέλιο της που ανακατευόταν με το ρόγχο του θανάτου. Το πιο παράξενο ήτανε πως η Μπαρμπακούλα, εκείνη που μπορούσε να προβλέψει το κρώξιμο ενός πουλιού ή το σύρσιμο μιας σαύρας μέσα στα σκίνα, δε μπόρεσε να προβλέψει το τέλος της, μήτε που υποψιάστηκε για μια στιγμή αυτά που της ετοίμαζαν η μαθήτριά της και ο γιος της. Να σκεφτείς, τη μέρα που η Αύρα πήγε στην ακτή των φιδιών για να υποβάλει στον Δομένικο την ιδέα να κάνει το φονικό κι έπειτα γύρισε στη σπηλιά, η μάγισσα, που την περίμενε αναστατωμένη, καθώς η νέα έλειπε κοντά δώδεκα ώρες, έχαψε την αφελή δικαιολογία πως τάχα η Αύρα ένιωσε πόνο στην κοιλιά και κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου να ξαποστάσει κι εκεί την πήρε ο ύπνος· ναι, αυτό τής είπε της Μπαρμπακούλας κι η φοβερή μάγισσα το πίστεψε, αυτή που μέχρι και γλώσσα ξύλινου εσταυρωμένου Ιησού είχε κόψει σαν ήτανε μικρό


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

κορίτσι δαγκώνοντάς την (την είχε δείξει κάποτε στην Αύρα, φυλαγμένη σε μοβ βερνικωμένο κουτί, κι η μητέρα της δασκάλας μας δεν τόλμησε να ρωτήσει το πώς κατάφερε τον ξύλινο Εσταυρωμένο ν’ ανοίξει το στόμα του…). Και στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ώς τη βραδιά της δολοφονίας της και πάλι τίποτε δεν υποψιάστηκε. Κάθε μέρα τις δύο τελευταίες βδομάδες οι νυχτερίδες ερχόντουσαν μες στο καταμεσήμερο και πετούσαν πάνω από τα κεφάλια της, κι αυτή έβρισκε την εξήγηση που τη βόλευε· έλεγε πως πρόσταγμα του κυρίου τους καλούσε όλες τις υποχθόνιες δυνάμεις που ζουν μόνο τη νύχτα να ετοιμαστούν για την αιώνια βασιλεία του διαβόλου — αυτό έλεγε και διόλου δεν καταλάβαινε πως οι νυχτερίδες τής έστελναν μήνυμα για τον κίνδυνο που διέτρεχε. Η Αύρα συχνά συλλογιόταν πως η μάγισσα τα ’χε καταλάβει όλα απ’ την αρχή κι απλά καμωνόταν την ανυποψίαστη, ποιος ξέρει γιατί· ωστόσο το ’χε πάρει απόφαση να πάει τα πράγματα ώς το τέλος κι ό,τι γίνει… Την παραμονή της τελευταίας Παρασκευής, ήταν απόγευμα και φύσαγε ο άνεμος σα λυσσασμένος, κι η Αύρα πήγε στην ακτή των φιδιών και είπε του Δομένικου ν’ ανέβει τη νύχτα της επομένης, δυο ώρες πριν απ’ το ξημέρωμα του Σαββάτου, στη σπηλιά που εγκατέλειψε πριν από είκοσι τρία χρόνια· η γριά θα κοιμόταν, κι εκείνη θα του ’χε ετοιμασμένο το μαχαίρι… Ο βαρκάρης δεν της μίλησε καθόλου, μόνο καθάριζε τα φύκια από τα δίχτυα του ανέκφραστος και την άκουγε· όταν η Αύρα τέλειωσε, και πριν προφτάσει να κάνει μεταβολή για να φύγει, τη ρώτησε με εξασθενημένη μα πυρετική φωνή: «Μ’ αγαπάς;» Η μάνα της δασκάλας μας κοντοστάθηκε για λίγο, «μπορεί και να σ’ αγαπώ…» του είπε· κατόπιν έσκυψε, του φίλησε τα μαλλιά κι έφυγε με γοργό βήμα. Θα το ’λεγε κανείς ειρωνεία της τύχης, ίσως, πάλι, και να ’ταν σύμπτωση επιβεβλημένη απ’ τον ακατανόητο κανόνα του κόσμου, όμως —όπου και να οφειλόταν— το γεγονός παραμένει το ίδιο: το τελευταίο βράδυ, λίγες μόλις ώρες


κεφάλαιο 40

προτού γίνει το φονικό που σχεδίασε η Αύρα, η Μπαρμπακούλα για πρώτη φορά τής μίλησε με αγάπη… Ο ήλιος είχε πέσει από ώρα, κι η μάγισσα μες στο σκοτάδι τής άλειψε με λάδι τη φουσκωμένη της κοιλιά· η Αύρα προσπάθησε να σκεφτεί κάτι ολότελα άσχετο με όσα ήτανε να γίνουν, από φόβο μήπως οι χτύποι της καρδιάς της την προδώσουν την ύστατη ώρα, όσο κι αν προσπάθησε όμως να βυθιστεί σε αναμνήσεις των παιδικών της χρόνων, δεν το κατάφερε, έβλεπε με τη φαντασία της τους γονείς της καθισμένους πλάι-πλάι, μα δεν είχαν την έκφραση που εκείνη θυμόταν — ο πατέρας της δεν είχε τα κόκκινα μάγουλα, το ξεχειλωμένο απ’ το κρασί χαμόγελο και τα μάτια του δε λάμπανε τόσο παράξενα μες στη θολούρα τους, ούτε η μητέρα είχε πια την καρτερική μορφή που, σαν κοιτούσε το πονεμένο γόνατο με το γερό της μάτι, ένιωθες τον πόνο να περνά, όχι, τα πρόσωπά τους είχαν στεγνώσει, το βλέμμα τους σκοτεινιασμένο —μια άφατη πίκρα— και οι παλάμες τους βουτηγμένες στο αίμα, ενώ μεγάλα δίκοπα μαχαίρια κρέμονταν με κλωστές πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Κι όπως είχε κλειστά τα μάτια της κι έβλεπε τα όσα έβλεπε, ένιωσε ξάφνου δυο χείλη να τη φιλούν στο στόμα· άνοιξε τα μάτια κι είδε τη σκιά της Μπαρμπακούλας. Η γριά μάγισσα της χαμογελούσε —έτσι της φάνηκε τουλάχιστον μες στο σκοτάδι— όπως δεν το ’χε κάνει ποτέ άλλοτε, της χάιδεψε το μάγουλο με τα ξερακιανά της δάχτυλα και της είπε με φωνή συγκινημένη: «Είμαι στ’ αλήθεια περήφανη που σ’ έχω κόρη…» Η Αύρα έμεινε σιωπηλή· ένιωθε χαμένη σ’ ένα σαρκοφάγο σκοτάδι που δε θέλεις μήτε να ξέρεις μήτε να σκέφτεσαι. Τότε η μάγισσα τραγούδησε ένα παράξενο τραγούδι (μου το τραγούδησε και μένα η κυρία Δομένικα τέσσερις μήνες υστερότερα από κείνη τη διήγησή της, ήταν, αλίμονο, το ίδιο τραγούδι που τραγουδούσαν οι απελπισμένοι λεπροί της Κουπέλας): «Se il mio nome saper voi bramate…» Την ίδια νύχτα εκείνης της Παρασκευής, δυο ώρες προτού ξημερώσει το Σάββατο, ο Δομένικος έφτασε στη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

σπηλιά. Η Αύρα τον περίμενε ξάγρυπνη, η Μπαρμπακούλα είχε πέσει από ώρα για ύπνο, κι αυτό γινόταν για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που ζούσαν μαζί. Βλέπεις, απ’ τα μεσάνυχτα είχε αρχίσει μια φοβερή καταιγίδα, σωστός κατακλυσμός, κι όποτε άνοιγαν οι ουρανοί, η γριά καθόταν και τους άκουγε εκστασιασμένη όλη τη νύχτα, γιατί έλεγε πως για κάθε κεραυνό που πέφτει στη γη γεννιέται κι ένα δαιμονικό τέρας μεταμορφωμένο σε πρόβατο που θα υπηρετεί τον σατανά μέχρι το τέλος· κι όμως, εκείνη την Παρασκευή κοιμήθηκε κοντά τέσσερις ώρες πριν απ’ το ξημέρωμα, κι ας σειόταν η γη από τους κεραυνούς, κι ας έσκιζαν το σκοτάδι οι φοβερές αστραπές. Η Αύρα, όταν βεβαιώθηκε πως η Μπαρμπακούλα πράγματι κοιμόταν, σηκώθηκε, πήρε το δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή κι έσταξε και στις δύο του κόψεις τα δάκρυα των νυχτερίδων· έπειτα πήρε στο χέρι της το καλό μαύρο μαντίλι της γ��ιάς και περίμενε στην είσοδο της σπηλιάς. Ο Δομένικος έφτασε μούσκεμα απ’ την καταιγίδα που δυνάμωνε ολοένα, τα ρούχα του γεμάτα λάσπες, τα χέρια του γδαρμένα και ματωμένα — ποιος ξέρει πόσες φορές είχε γλιστρήσει στα γκρεμοτσακίσματα του Πύργου κι είχε πιαστεί απ’ τα αγκαθερά σκίνα την τελευταία στιγμή. Μες στο σκοτάδι δε φαινόταν διόλου το πρόσωπό του, καθώς είχε δέκα λεπτά που οι αστραπές είχανε πάψει — για λίγο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων. Μόλις πλησίασε πλάι της, και μόλο που ήτανε πάρα πολύ λαχανιασμένος, η Αύρα τού ’δωσε στο δεξί χέρι το μαχαίρι και στο αριστερό το μαύρο μαντίλι, «ρίξε το μαντίλι στο πρόσωπό της και χτύπα τρεις φορές στην καρδιά, επιθυμώντας μονάχα το θάνατό της και τίποτε άλλο, κι έπειτα κόψ’ της το λαρύγγι…» του ψιθύρισε. Μια τρελή λάμψη φάνηκε στα μάτια του βαρκάρη και, χωρίς διόλου να νοιαστεί για να μιλήσει χαμηλόφωνα, της είπε ξερά: «Πρέπει να ξέρω αν μ’ αγαπάς…» Η Αύρα, σαν άκουσε τα λόγια του, πλησίασε στο πρόσωπό του, σχεδόν άγγιξε το μάγουλό του με τα χείλη της και του ψιθύρισε αντί γι’ απάντηση τούτα τα


κεφάλαιο 40

λόγια, τονίζοντας τις κουβέντες της μία-μία: «Κοίτα να της κόψεις γοργά το λαρύγγι, να μην προφτάσει να ξεστομίσει τίποτε…» Τότε ο Δομένικος μούγκρισε κάτι ακατανόητο μες στα δόντια του, έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα και, παραμερίζοντας με το μπράτσο του τη νέα γυναίκα, προχώρησε στο βάθος της σπηλιάς. Όταν ο βαρκάρης έφτασε πάνω απ’ τη μάνα του, που κοιμόταν ανάσκελα, γονάτισε πλάι της και με το αριστερό του χέρι σκέπασε το πρόσωπό της με το μαύρο μαντίλι — η Μπαρμπακούλα δεν ξύπνησε με την αφή του μαντιλιού. Ταυτόχρονα ο γιος της πίεσε το μαντίλι με την αριστερή παλάμη του στο πρόσωπο της γριάς, για να μη δει τα μάτια της μάνας του την ώρα που τη σκότωνε, και σήκωσε το τρεμάμενο δεξί του χέρι με το δίκοπο μαχαίρι· αμέσως το κατέβασε μ’ όλη του τη δύναμη στην καρδιά της και το αίμα της τινάχτηκε σα σιντριβάνι επάνω του, στο πρόσωπό του, στο στήθος του, ενώ την ίδια στιγμή σείστηκε η γη — κάποιος κεραυνός φαίνεται είχε πέσει πολύ κοντά. Ούρλιαξε φοβερά τότε η Μπαρμπακούλα και σπαρτάρισε πάνω στην κουβέρτα της· ο Δομένικος την κάρφωσε για δεύτερη φορά, έπειτα για τρίτη, τα ουρλιάγματα δυνάμωναν συνεχώς και η γη σειότανε όλο και περισσότερο απ’ τους κεραυνούς… Κι ο βαρκάρης, λησμονώντας ολότελα τα όσα τού είχε πει η Αύρα, συνέχισε μανιασμένος να μαχαιρώνει τη μάγισσα στο μέρος της καρδιάς με απερίγραπτη λύσσα· και σε κάθε μαχαιριά η σπηλιά φωτιζόταν σα μέρα από τη λάμψη των αστραπών. Στο έβδομο χτύπημα το ουρλιαχτό της μάγισσας σχημάτισε μια λέξη: «σκύλα»· ήτανε φως φανάρι πως η Μπαρμπακούλα νόμισε πως την έσφαζε η Αύρα… Στην επόμενη μαχαιριά, αντί για ουρλιαχτό, η μάγισσα άρχισε ένα υπόκωφο παραλήρημα λέξεων που ανακατεύονταν με τον επιθανάτιο ρόγχο: «…σ’ είχα για κόρη μου, σκύλα, κι εσύ με πρόδωσες… κατάρα σε σένανε, οχιά… χαμόγελο να μην ανθίσει ξανά στα χείλη σου… και στο εξής να μη νιώσεις πεθυμιά για σερνικό… κατάρα και στο παιδί που θα γεννήσεις… να ’ναι κορίτσι…


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

να μη χαρεί ποτέ της σμίξιμο με άντρα… ρώγες που θηλάζονται να μην έχει στο στήθος της… κι όποιον ερωτευτεί να τον δει να πεθαίνει μέσα σε χίλιες παρά μία μέρες… κι άμα τύχει κι αυτός να γλιτώσει, τότε εκείνη να μη δει το ξημέρωμα της χιλιοστής…»· αυτά καταριότανε μέσα στο ρόγχο της η Μπαρμπακούλα, κι ο γιος της ανεβοκατέβαζε το μαχαίρι ξανά και ξανά, μα οι κατάρες της γριάς δε σταματούσαν, μια μάγισσα σαν κι εκείνη δε μπορούσες να τη σκοτώσεις έτσι εύκολα… Τότε, κι ενώ ο βαρκάρης είχε χτυπήσει πάνω από δέκα φορές, η Αύρα, που άκουγε έντρομη τα λόγια της Μπαρμπακούλας, έβγαλε μια φοβερή κραυγή: «Το λαρύγγι… κόψ’ της επιτέλους το λαρύγγι…» Έμεινε ακίνητος τότε ο Δομένικος για μια στιγμή, σα να ’χε ξυπνήσει από βαρύ όνειρο, και, καθώς χαλάρωσε μια ιδέα το αριστερό του χέρι που κρατούσε σφιχτά το πρόσωπό της, η γριά μ’ ένα τίναγμα του κεφαλιού της ελευθερώθηκε απ’ το μαύρο μαντίλι· τότε μια ακόμη αστραπή έσκισε το σκοτάδι και για μια ελάχιστη στιγμή η Μπαρμπακούλα είδε το πρόσωπο του φονιά της… Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής και η Αύρα ένιωσε το ίδιο αλλόκοτο μούδιασμα που ένιωθε όταν η γριά μάγισσα την έλουζε και τη χτένιζε. Κι έπειτα ακούστηκε ένα φριχτό γέλιο, ένα στριγκό, απόκοσμο κακάρισμα που τρυπούσε την ψυχή σα να ’κοβε κανείς γυαλί με το μαχαίρι, ένας αιώνιος εφιάλτης, ναι, αυτό ήταν, η Μπαρμπακούλα ψυχορραγούσε, κι όμως γελούσε, γελούσε όπως δε γέλασε ποτέ άνθρωπος· μόλις είχε δει το πρόσωπο αυτού που την έσφαζε, ήταν ο γιος της, το γέννημα της δικής της κοιλιάς, και το μαχαίρι που τη σκότωνε ήταν το ίδιο που του ’χε κόψει τον ομφάλιο λώρο, ίσως σε κείνο το σκοτεινό δευτερόλεπτο σκέφτηκε πως ο κύριός της ανταμείβει έτσι την τόση της αφοσίωση κι ένιωσε να κατακλύζεται από μια απερίγραπτη ευτυχία, ναι, ευτυχία, ζούσε το ακρότατο όριο, εκεί όπου η ζωή επιτέλους κατακτιέται ολοκληρωτικά απ’ το σκοτάδι, άρα ήταν επόμενο να γελάσει όπως γέλασε, γιορτάζοντας τον από-


κεφάλαιο 40

λυτο θρίαμβο της αλήθειας με όλη τη δύναμη της ψυχής της που ’βγαινε απ’ το σώμα. Κι όσην ώρα γελούσε, έπαψε κάθε άλλος ήχος κι όλα γέμισαν με το φριχτό γέλιο της μαχαιρωμένης μάγισσας — ίσως να ήταν εκείνη που γελούσε έτσι, ίσως ο κύριός της, ίσως κι οι δυο μαζί. Η Αύρα έπεσε κάτω κι άρχισε να χτυπιέται καταγής, το γέλιο της γριάς ήταν σα να της έμπηγαν χίλια σπαθιά μες στο μυαλό της… Έξαφνα όλα σταμάτησαν μεμιάς: το γέλιο της γριάς, η καταιγίδα, οι αστραπές· μες στο σκοτάδι ακούγονταν μονάχα τα ρυάκια της βροχής που κυλούσαν ασυγκράτητα στην πλαγιά του Πύργου. Η Αύρα, αφού συνήλθε κάπως, σηκώθηκε κι άναψε ένα κερί· στο λιγοστό φως διέκρινε τον Δομένικο να έχει πέσει στο πλάι· στη χούφτα του κρατούσε ματωμένο το μαχαίρι με την κόκκινη λαβή· έστω και καθυστερημένα, είχε κάνει αυτό που τον είχε δασκαλέψει εκείνη, είχε κόψει το λαιμό της μάνας του πέρα για πέρα…


41. "

"

!"

!

Η μεγάλη κατολίσθηση της γης που καταπλάκωσε τη σπηλιά της Μπαρμπακούλας άρχισε λίγα λεπτά μετά το φονικό· οι κεραυνοί είχανε ξεριζώσει κάμποσα δέντρα απ’ την κορφή του Πύργου και, καθώς έτρεχε το νερό, άρχισε να παρασέρνει τα χώματα από ψηλά και μαζί μ’ αυτά θάμνους, κορμούς δέντρων και πέτρες… Και βέβαια θα θαβόντουσαν μες στη σπηλιά και ο Δομένικος και η Αύρα, αν εκείνη δεν είχε βγει έξω απ’ τη σπηλιά ένα λεπτό νωρίτερα — ήθελε να δει αν είχε φανεί το πρωινό αστέρι στο θόλο της νύχτας έπειτα από τη φοβερή καταιγίδα, ή μήπως μετά τα όσα είχαν γίνει δε θα ξημέρωνε ποτέ πια, μ’ αυτή την έγνοια λοιπόν βγήκε έξω κι έξαφνα έπεσαν πάνω της οι πρώτοι ποταμοί της λάσπης, μαζί με θάμνους και κοτρόνια, και την έριξαν κάτω. Μόλις και μετά βίας κατάφερε να σηκωθεί και να χωθεί και πάλι μες στη σπηλιά· τότε με ψυχραιμία θαυμαστή όρμησε στον πάγκο με τα μαγικά υγρά κι έκρυψε στον κόρφο της το πήλινο μπουκαλάκι με τα δάκρυα των νυχτερίδων, έπειτα, κι ενώ απ’ την οροφή της σπηλιάς άρχισαν να πέφτουν χώματα, έτρεξε στο κουφάρι της νεκρής, πήρε το μαύρο μαντίλι με το οποίο τής είχε σκεπάσει το πρόσωπο ο γιος της κι ύστερα τον άρπαξε απ’ το χέρι κι εκείνον. Ο Δομένικος όλη αυτή την ώρα μετά το φονικό είχε


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

πέσει στο πλάι και κοκαλωμένος κοιτούσε στο κενό σα νεκροζώντανος. Τον άρπαξε απ’ το χέρι λοιπόν και στην κυριολεξία με το στανιό τον έσυρε ώς έξω — είναι άξιον απορίας πού τη βρήκε τέτοια δύναμη η Αύρα να τον τραβήξει. Μόλις και πρόλαβαν να βγουν απ’ την είσοδο της σπηλιάς, όταν κατέρρευσε η οροφή της· η Αύρα κι ο Δομένικος παρασύρθηκαν από το χείμαρρο της λάσπης, μαζί δέντρα, κλαδιά και πέτρες, σε μια τυφλή κατρακύλα που δεν έλεγε να σταματήσει μέχρι που σκοτείνιασαν όλα. Όταν συνήλθε η Αύρα, μισοπεθαμένη μες στις λάσπες κοντά διακόσια μέτρα πιο κάτω απ’ τη σπηλιά της μάγισσας, ο ήλιος είχε ανατείλει. Η νέα γυναίκα ένιωσε πως εκείνο το πρωινό ήταν μια ανεξήγητη παρέκκλιση από την αλληλουχία των αιώνων· στη χούφτα της κρατούσε ακόμη το μαύρο μαντίλι της Μπαρμπακούλας. Αμέσως αναζήτησε με τα μάτια τον Δομένικο· δε χρειάστηκε να ψάξει πολύ, καθόταν ανακούρκουδα δέκα μέτρα πιο πέρα και την κοιτούσε, το δεξί του χέρι έσφιγγε ακόμη το μαχαίρι του φόνου, προφανώς είχε συνέλθει νωρίτερα, ίσως και να μην είχε λιποθυμήσει καν… Η μέρα ήτανε καθαρή και ηλιόλουστη, χαρά Θεού. Η Αύρα μισοσηκώθηκε κι αναζήτησε με τη ματιά της τη σπηλιά που ’χε ζήσει τόσα χρόνια· δεν τη διέκρινε όμως πουθενά. Όλη η δυτική πλευρά του Πύργου, απ’ την κορυφή ίσαμε τους πρόποδες, έμοιαζε με τοπίο της Αποκάλυψης: τα πάντα είχαν σκεπαστεί απ’ τη λάσπη, και πότε-πότε στην επιφάνεια έβλεπες κορμούς δέντρων αναποδογυρισμένους, με τις ρίζες ψηλά και τα κλαδιά χωμένα κάτω, σα να ’χε βγάλει η γη τα εντόσθιά της έξω. Εξάλλου όλοι μα όλοι οι σοφοί επέμεναν πως έτσι φτιάχνεται ο κόσμος: με το φόνο να εξανθρωπίζει, με το ξεσπλάχνισμα της αγάπης. Η Αύρα ξεφύσηξε ανακουφισμένη· όλα είχαν θαφτεί στην κοιλιά του Πύργου, και το κουφάρι της μάγισσας και τα μαγικά της φίλτρα, τα αναρίθμητα βότανα, πιοτά, μαντζούνια, ξεραμένα φυτά, κόκαλα ζώων, μάτια ανθρώπων, τα κουτιά με τα αδιανόητα μυστικά και τόσα άλλα, και βέβαια το μαύρο


κεφάλαιο 41

σκεπαστό μπισίκι, αυτό προπαντός, όλα είχαν θαφτεί λοιπόν, και το χώμα θα γεννούσε χώμα. Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε προς τον ορίζοντα· σκέφτηκε το παιδί που μεγάλωνε μέσα της κι έπειτα τη φοβερή κατάρα της γριάς, τα δάκρυα των νυχτερίδων στον κόρφο της, το μαύρο μαντίλι που κρατούσε στη χούφτα της· κάποτε γύρισε το κεφάλι της κι είδε απέναντί της όρθιο τον αθώο γαλανομάτη με το ματωμένο μαχαίρι… Όταν ο Δομένικος μίλησε, η φωνή του είχε τσακίσει, οι κόρες των ματιών του είχαν ασπρίσει: «Δε μ’ αγάπησες ποτέ… ούτε στιγμή…» Η Αύρα πήγε να πει κάτι, μα η γλώσσα της δέθηκε κόμπος και δεν έβγαλε μιλιά· αν μπορούσε να μιλήσει, θα του έλεγε πως ίσως και να τον αγαπούσε, ίσως όχι, πως ποτέ της μέχρι τότε δεν το είχε σκεφτεί, πως ίσως να ένιωθε την αγάπη της γι’ αυτόν μόλις καταλάγιαζε κάπως μέσα της ο εφιάλτης της προηγούμενης νύχτας. Όμως δεν του είπε τίποτε απ’ όλ’ αυτά εκείνο το πρωινό, κι εκείνος γύρισε την πλάτη του και, τσαλαβουτώντας μες στη λάσπη, έφυγε προς την ακτή των φιδιών, κρατώντας πάντοτε σφιχτά στη χούφτα του το ματωμένο μαχαίρι. Η Αύρα δεν τον ξανάδε· στα επόμενα χρόνια όμως άκουσε να λέγονται γι’ αυτόν πράγματα φοβερά και τρομερά, ότι δηλαδή μια μέρα βγήκε με τη μαύρη βάρκα του στ’ ανοιχτά και δε γύρισε ποτέ στη στεριά, πως η καλύβα του ρήμαξε κι αυτός έγινε στοιχειό της θάλασσας, φάντασμα που τα βράδια σεργιανούσε με τη μαύρη βάρκα του από τα Γράμματα ώς τη Βαρβαρούσα και το αντίστροφο, κι όποια βάρκα ή καΐκι πετύχαινε σαλτάριζε μέσα και τραγουδούσε στους ψαράδες την αρχή από ένα ολότελα άγνωστο ξένο τραγούδι και τους έβαζε με το στανιό να του πουν τη συνέχεια και, καθώς βέβαια εκείνοι δεν το ’ξεραν, τους έκοβε το κεφάλι μ’ ένα μεγάλο δίκοπο μαχαίρι που ’χε κόκκινη λαβή. Για αρκετό καιρό βοούσε ο τόπος, καθώς ψαράδες εξαφανίζονταν κάθε μήνα, κι άλλοι ψαράδες που τους έψαχναν έβρισκαν τις βάρκες τους ξεβρασμένες κάπου στη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

βορειοδυτική πλευρά του νησιού και μέσα σ’ αυτές ακέφαλα κορμιά που τ’ αναγνώριζαν από τα ρούχα. Κάποιος ψαράς που του ξέφυγε πέφτοντας στη θάλασσα, ο μόνος που του γλίτωσε, είπε πως ο μυστηριώδης «φονεύς των ψαράδων», όπως τον αποκαλούσαν τα τοπικά φύλλα, ήτανε ο Δομένικος, ο σημαδεμένος γιος της Μπαρμπακούλας, και βέβαια τότε ήταν που έγινε ο μεγάλος ντόρος, μέχρι και οι αθηναϊκές εφημερίδες έγραψαν γι’ αυτό· για τρεις μήνες η ακτοφυλακή έκανε περιπολίες τα βράδια να τον πιάσει, και τα ψαράδικα πήγαιναν προς τα εκεί δεμένα πέντε-πέντε, κι όλοι οι ψαράδες ήταν με τα δίκαννα στο χέρι κι είχαν έτοιμους τους δυναμίτες για την περίπτωση που θα τον πετυχαίναν· όλες οι προσπάθειές τους πήγαν στο βρόντο. Στο τέλος η ακτοφυλακή μαζί με την αστυνομία έβγαλαν ανακοίνωση πως τους ψαράδες τούς σκότωνε η μαφία, έμποροι όπλων και ναρκωτικών και τέτοια — δε μπορούσαν να το παραδεχτούν επίσημα πως ο φριχτός σφαγέας ήτανε ένα φάντασμα. Μα, σα χαλάρωσαν οι έρευνες, ο βαρκάρης με τη μαύρη βάρκα ξαναχτύπησε: έσφαξε δυο ψαράδες κι ένα ζευγάρι ξένους τουρίστες. Η ακτοφυλακή μίλησε και πάλι για μαφία και απαγόρευσε να πλέει οποιοδήποτε σκάφος βόρεια και δυτικά της Σύρου. Μα για πολλά χρόνια ακούγονταν ιστορίες για τον μυστηριώδη βαρκάρη που όποιος ξεχνιόταν και πήγαινε με το καΐκι του προς τα νερά τού ’παιρνε το κεφάλι — τα φαντάσματα κρατούν μαχαίρια που δε στομώνουν.


42. !

"

Το Σάββατο που ξημέρωσε έπειτα απ’ τη φοβερή νύχτα του φόνου ήταν για την Αύρα η πρώτη μέρα της νέας ζωής της· αφού περιπλανήθηκε ώς το απόγευμα, βρήκε μια πηγή, λούστηκε, έπλυνε τα ρούχα της και το μαύρο μαντίλι κι έπειτα άναψε φωτιά για να περάσει τη νύχτα. Την άλλη μέρα ξεκίνησε και πήγε στην Ερμούπολη, κι όχι στην Απάνω Χώρα, γιατί εκεί μπορεί να τη θυμόντουσαν και να την αναγνώριζαν, κι ας είχανε περάσει τόσα χρόνια· είχε τυλίξει τα μαλλιά της με το μαντίλι της μάγισσας και στον κόρφο της είχε το μπουκαλάκι με τα δάκρυα των νυχτερίδων. Έτσι, βρέθηκε η Αύρα στην πρωτεύουσα της Σύρου, το πρωί μιας Κυριακής στα τέλη του Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, με την κοιλιά φουσκωμένη στον έκτο μήνα. Αφού περιπλανήθηκε για τρεις μέρες, βρήκε δουλειά και στέγη σ’ ένα καλαθάδικο· τη συμπόνεσε ο καλαθάς· μια γυναίκα γκαστρωμένη, μόνη κι έρημη, θα σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να γυρνάει σαν το σκυλί —ερχότανε και χειμώνας— κι έτσι την πήρε στο μαγαζί του να κοιμάται εκεί τα βράδια και της έδινε κι ένα πιάτο φαγητό… Η Αύρα τού ’χε πει πως είχε έρθει απ’ την Άνδρο, είχε γκαστρωθεί με ένα ναύτη κάποιου εμπορικού που τον συνάντησε μόλις για μια νύχτα κι έπειτα, όταν η εγκυμο-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

σύνη της έγινε φανερή, έφυγε απ’ το νησί, καθώς η ζωή της είχε γίνει κόλαση, ντροπή φοβερή για τους δικούς της και περίγελος σε ολόκληρη τη Χώρα· έτσι, μπήκε λαθραία σ’ ένα πλοίο που μετέφερε κάρβουνο για να πάει στην Αθήνα, όμως την έπιασαν γρήγορα και την κατέβασαν στην Ερμούπολη. Ο καλαθάς την πίστεψε βέβαια αυτή την ιστορία — τι λόγο είχε για το αντίθετο· ήταν ένας αγαθός άνθρωπος κι ούτε στιγμή δεν έβαλε στο νου του σκέψη πονηρή για κείνη. Όμως η γυναίκα του, μια στρίγκλα μέγαιρα, από κείνες που συνήθως παντρεύονται οι αγαθιάρηδες, δεν ήθελε να τη βλέπει στα μάτια της την Αύρα· «πουτάνα» την ανέβαζε, «πουτάνα» την κατέβαζε, κι απαιτούσε από τον άντρα της να τη διώξει αμέσως την ξεφτιλισμένη. Μα ο καλαθάς, παραδόξως, πάτησε πόδι, «ίσαμε που να γεννήσει το παιδί η κοπέλα θα μείνει στο μαγαζί, ο κόσμος να χαλάσει…» είπε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Εξάλλου η Αύρα δεν του ήταν κι ολότελα άχρηστη· ήξερε να πλέκει όμορφα καλάθια — είχε μάθει την τέχνη απ’ τη μάνα της. Κι έτσι, πέρασαν οι μήνες κι η Αύρα έμενε στο καλαθάδικο — εκεί, το παγερό βράδυ των Χριστουγέννων του σαράντα εννιά, γεννήθηκε το μωρό της. Το ξεγέννησε μονάχη της με πόνους φοβερούς και μισολιπόθυμη έκοψε τον ομφάλιο λώρο με το μαχαίρι που έκοβαν τα καλάμια. Ήταν κορίτσι, όπως είχε προείπει η Μπαρμπακούλα, κι είχε στο δεξί του μάγουλο μια μεγάλη κρεατοελιά σαν κολλημένο φύκι. Δεν το βάφτισε ποτέ σε εκκλησία· του ’δωσε όμως το όνομα Δομένικα, το όνομα δηλαδή του άντρα που το ’σπειρε στην κοιλιά της. Όταν το μωρό έγινε σαράντα ημερών, στις αρχές του Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια πενήντα, η Αύρα το πήγε μια νύχτα με πανσέληνο στο πηγάδι του Σταυρού, έξω απ’ την Ερμούπολη. Κι εκεί, με μακρύ βελόνι, από κείνα που ράβουν τα δέρματα, του κατατρύπησε τα χείλια σταλάζοντας μέσα στο αίμα του δάκρυα νυχτερίδας, γιατί, όπως σου έχω ξαναπεί, αν ματώσεις ζωντανό σώμα με μέταλλο που ’χεις


κεφάλαιο 42

στάξει πάνω του δάκρυ νυχτερίδας, το σώμα αυτό θα υπακούει για πάντα σ’ αυτό που θα βάλεις στο νου σου την ώρα που το πληγώνεις, είτε είναι για ζωή είτε για θάνατο. Και στο μυαλό της Αύρας, την ώρα που πλήγωνε τα χείλια της Δομένικας, ήταν κάτι και για ζωή και για θάνατο: για τη ζωή του παιδιού που ’χε γεννήσει και συνάμα για τον θάνατο όσων θα το φιλούσαν στο στόμα. Όλον εκείνο τον καιρό που περίμενε να γεννήσει, αλλά και τις μέρες που ακολούθησαν και κρατούσε πια στην αγκαλιά της μια ζωντανή ψυχή σ’ ένα τρεμάμενο βρεφικό σώμα —μια ζωή που ’χε κλαπεί απ’ τον ίδιο τον διάβολο— όλον εκείνο τον καιρό η μάνα της δασκάλας μας δε σκεφτόταν τίποτε άλλο μέρα και νύχτα παρά την κατάρα που ’χε ξεστομίσει για την κόρη της η Μπαρμπακούλα την ώρα που ψυχορραγούσε· το ’ξερε καλά πως η κατάρα μιας μάγισσας που ξεψυχά πιάνει χίλια στα εκατό. Και, για να μην πεθάνει η κόρη της μόλις περάσουν χίλιες μέρες από τη μέρα που θα ερωτευόταν έναν άντρα, έπρεπε να πολεμήσει την κατάρα με κατάρα… Καθώς, λοιπόν, δε μπορούσε να την κάνει να μην ερωτευτεί ποτέ στη ζωή της —τη σάρκα θα τρυπούσε με το σταγμένο βελόνι, δε γινόταν να της τρυπήσει την ψυχή—, μόνο μια εκδοχή τής απόμενε: όποτε η Δομένικα ερωτευόταν κάποιον, αυτός έπρεπε να πεθαίνει μέσα σε χίλιες παρά μία μέρες, ειδάλλως θα πέθαινε εκείνη. Κι όσο κι αν το βασάνισε στο μυαλό της, η Αύρα δε μπόρεσε να βρει καλύτερη λύση απ’ αυτή που σκέφτηκε από τις πρώτες στιγμές μόλις άκουσε την κατάρα της Μπαρμπακούλας· γι’ αυτό άλλωστε έριξε στον κόρφο της το μπουκαλάκι με τα δάκρυα των νυχτερίδων λίγο πριν καταρρεύσει η οροφή της σπηλιάς: θα στάλαζε το μαγικό δάκρυ στα χείλη της Δομένικας, έχοντας στο μυαλό της αυτό που της φαινότανε ως η μόνη λύση: όποιος κι αν τα φιλούσε αυτά τα χείλη, να σωριαστεί νεκρός ευθύς αμέσως· κι έτσι, η κόρη της δε θα κινδύνευε και τόσο απ’ την κατάρα της γριάς, καθώς, όποτε ερωτευόταν κάποιον, θα πέθαινε εκείνος μόλις τη φιλούσε. Και πράγματι, αυτό έγινε εκείνη


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

τη λαμπερή νύχτα του Φεβρουαρίου που η Αύρα φαρμάκωσε τα χείλια του παιδιού της με δάκρυα νυχτερίδας, ψιθυρίζοντας όλη την ώρα που την τρυπούσε ξανά και ξανά την ίδια πρόταση «…όποιος φιλήσει τούτα τα χείλια να φύγει αμέσως η ζωή απ’ το σώμα του…», παραβλέποντας βέβαια —μήπως μπορούσε να κάνει κι αλλιώς;— πως, αν αυτό επιτάσσουν οι θάλασσες του αίματος, είναι πιθανό να ερωτευτείς κάποιον δίχως να τον φιλήσεις ποτέ, πως γίνεται να αγαπήσεις κάποιον με τα μάτια ή με τ’ αυτιά, ή ακόμα και διαβάζοντας ένα μισοκαμένο γράμμα και να μην τον συναντήσεις καν (κι άμα τύχαινε κάτι τέτοιο στην κόρη της, θα πήγαινε τζάμπα ��λο το σχέδιό της, κι η Δομένικα θα πέθαινε ανυποψίαστη χίλιες μέρες μετά το φοβερό σκίρτημα της καρδιάς της)· το παρέβλεψε αυτό η Αύρα λοιπόν ή, αν το συλλογίστηκε, θα το ’διωξε αμέσως απ’ το νου της, όπως επίσης παρέβλεψε και το ότι μπορούσε να φιλήσει με τα θανατηφόρα χείλη της κάποιον δίχως να τον έχει ερωτευτεί και να τον αφήσει στον τόπο — όλα αυτά τα παρέβλεψε η Αύρα και φαρμάκωσε τα χείλη του μωρού της… Και, μόλις ξημέρωσε, πέταξε το πήλινο μπουκαλάκι μες στο ξεραμένο πηγάδι του Σταυρού, που έλεγαν πως δεν είχε πάτο, μα πήγαινε κατευθείαν ώς τη μαύρη φλόγα στο κέντρο της γης.


43. Όπου ο ήλιος χάνεται και συμβαίνουν γεγονότα φριχτά και ανόσια

Η Αύρα συνάντησε τον Νίκο Φραντζή μια βδομάδα υστερότερα και μόλις δυο μέρες μετά παντρεύτηκαν στον Άγιο Νικόλαο. Εκείνη καθόταν σ’ ένα παγκάκι στα υπόστεγα της αποθήκης του λιμανιού με το μωρό της τυλιγμένο σε μια κουβέρτα· ήτανε μεσημέρι κι έβρεχε με το τουλούμι, μόλις το ίδιο πρωί είχε φύγει απ’ το καλαθάδικο, καθώς μαζί με τον καλαθά ήρθε στο μαγαζί κι η γυναίκα του, που της είπε ουρλιάζοντας να ξεκουμπιστεί αμέσως από κει· πλάι της την κοιτούσε περίλυπος ο καλοκάγαθος άνθρωπος, έτοιμος να βάλει τα κλάματα — ποιος ξέρει τι λόγια και τι απειλές θα ’χε χρησιμοποιήσει η γυναίκα του για να τον εξαναγκάσει να τη διώξει. Όταν έφυγε, ο καλαθάς τής έβαλε στο χέρι ένα μάτσο χαρτονομίσματα· η Αύρα στην αρχή αρνήθηκε, μα, καθώς είδε την ικεσία στο βλέμμα του, τα πήρε κι έσκυψε το κεφάλι με ευγνωμοσύνη. Πήγε κατευθείαν στο λιμάνι — το ’χε αποφασίσει, θα ’φευγε με το βραδινό πλοίο για την Αθήνα κι εκεί θα ’βλεπε τι θα γινόταν. Ο Νίκος Φραντζής περπατούσε μες στη βροχή όταν την είδε· μια τέτοια βόλτα ήταν γι’ αυτόν μια απ’ τις ελάχιστες ευχάριστες στιγμές μιας οδυνηρά αδιάφορης καθημερινότητας. Οι Φραντζήδες ήταν απ’ τους ξακουστούς


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

εφοπλιστές του καιρού εκείνου, Ανδριώτες στην καταγωγή· ο Νίκος είχε γεννηθεί στη Σύρο, καθώς ο πατέρας του πριν από χρόνια άνοιξε στην Ερμούπολη γραφεία των επιχειρήσεων της οικογένειας και παντρεύτηκε Συριανή. Η μάνα του Νίκου πέθανε από τύφο όταν ο γιος της ήταν πέντε χρονών. Από κείνη είχε κρατήσει μονάχα μια θολή ανάμνηση, σαν όνειρο· τον μεγάλωσαν οι γκουβερνάντες κι οι δασκάλες, ήταν παιδί μοναχικό και λιγομίλητο, με βλέμμα σκοτεινιασμένο κι απλανές που φανέρωνε αρχές κατάθλιψης. Στα δεκαοχτώ του είχε την πρώτη αιμόπτυση — οι γιατροί διέγνωσαν φυματίωση. Όταν πέθανε ο πατέρας του στο τέλος του πολέμου, ήτανε είκοσι πέντε χρονών κι ανέλαβε το γραφείο της Ερμούπολης. Οι θείοι του δεν έφεραν καμία αντίρρηση· το γραφείο εκείνο είχε πια χαρακτήρα διεκπεραιωτικό, τις αποφάσεις τις έπαιρναν στα κεντρικά, στον Πειραιά. Κι έτσι, περνούσε τη ζωή του μόνος κι αμίλητος, στο δρόμο δε χαιρετιόταν με κανέναν, μια φιγούρα ξερακιανή κι ωχρή, με ρουφηγμένα ζυγωματικά και το πρόσωπο συσπασμένο σε μόνιμο μορφασμό οδύνης. Όταν έβρεχε, έπαιρνε τους δρόμους χωρίς ομπρέλα ή ρεπούμπλικα, ήταν σχεδόν το μόνο πράγμα που τον ευχαριστούσε, να μουσκεύει περπατώντας στη βροχή χωρίς αιτία και χωρίς σκέψη, χωρίς να τον ακολουθεί ο ύπουλος ίσκιος του σε κάθε βήμα… Εκείνο το μεσημέρι του Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια πενήντα, σαν είδε την Αύρα από μακριά, κοντοστάθηκε για ένα-δυο λεπτά κι έπειτα προχώρησε με βήμα αποφασιστικό και κάθισε δίπλα της στο παγκάκι. Μείνανε εκεί ίσαμε που σιγά-σιγά πήρε να βραδιάζει· τότε φάνηκε απ’ τη γωνιά ο Τζάβακας με τ’ όργανό του, ο πλανόδιος μπουζουξής του λιμανιού, που τραγουδούσε όπου έβρισκε για λίγες δεκάρες ή για ένα ποτήρι κρασί. Μόλις είδε το παράταιρο ζευγάρι, άρχισε ένα ρεμπέτικο τραγούδι, όχι κάποιο από τα γνωστά, μα ένα παλιό και ξεχασμένο: «Δεν πάω πια στο Πισκοπιό να κάτσω στην πεζούλα, γιατί μου βγάλαν αβανιά πως αγαπώ


κεφάλαιο 43

μια δούλα…» Σαν τέλειωσε, ο Νίκος τού ’δωσε όσα νομίσματα βρήκε στην τσέπη του· έπειτα γύρισε προς την Αύρα και τη ρώτησε απλά: «…Πάμε;» Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει… Παντρεύτηκαν δυο μέρες μετά στον Άγιο Νικόλαο και στο γάμο μαζεύτηκε όλη η καλή κοινωνία της Ερμούπολης. Βέβαια τα πάντα έγιναν τόσο βιαστικά, που δεν πρόλαβε να ’ρθει κανείς απ’ τους Φραντζήδες, μα αυτό ήταν το λιγότερο απ’ όσα απασχόλησαν για πολύ καιρό ολόκληρη την πόλη. Στ’ αλήθεια, και τι δεν κουτσομπολεύτηκε για εκείνον το γάμο: η άγνωστη νύφη που ’ταν όμορφη σαν οπτασία και συνάμα τόσο παράξενα θλιμμένη, ο γαμπρός με τα πειραγμένα λογικά, κίτρινος και με τα σημάδια του θανάτου να σκιάζουν το πρόσωπό του, και βέβαια οι εικασίες να δίνουν και να παίρνουν, κυρίως για την Αύρα· ποια ήταν, από πού ήρθε, ποιανού ήταν το παιδί, πώς τον τύλιξε, αν θα της τα γράψει όλα στη διαθήκη κι άλλα παρόμοια. Κι όταν μαθεύτηκε πως η νύφη δεν ήταν Ανδριώτισσα μα Φραγκοσυριανή, τότε βούιξε όλη η Σύρος, ιδίως στην Απάνω Χώρα δεν υπήρχε άνθρωπος που να μη θυμότανε την Αύρα Μακάρη, μόλο που για δέκα χρόνια την είχανε λησμονήσει ακόμα και οι ίδιοι της οι συγγενείς. Αμέσως επινοήθηκε και μια φανταστική ιστορία, πως τάχα η Αύρα έφυγε με την αρχή του πολέμου στην Άνδρο και με τόση ομορφιά εύκολα έπιασε κάμαρη στο πιο ξακουστό σπίτι, στη Μαρία την Αυστριακή, που ’κανε δουλειές σχεδόν μοναχά με Ιταλούς. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, συνέχισε αυτή τη δουλειά μέχρι που γκαστρώθηκε από λάθος κι ήρθε στη Σύρο να γεννήσει. Κι έπειτα συναντήθηκε με τον Φραντζή — ποιος ξέρει τι μάγια θα του ’κανε, πάντως παντρεύτηκαν μέσα σε δύο μέρες απ’ τη συνάντησή τους. Όλο το νησί το ’ξερε πως ο Φραντζής δεν έστεκε καλά, μα δεν τον είχαν ικανό να παντρευτεί μια του δρόμου με το μούλικό της. Έτσι λέγανε, και βέβαια κανένας δε μπορούσε να φανταστεί τι είχε κάνει στ’ αλήθεια η Αύρα όλα αυτά τα χρόνια… Και κάποιοι απ’ τους παλιότε-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

ρους Πανωχωρίτες θυμήθηκαν το πώς πέθαναν οι γονιοί της και το τι λεγόταν τότε για τους Μακάρηδες και, βλέποντας την κατοπινή τύχη της Αύρας, είπαν και πάλι πως η ζωή είναι ένας μύλος. Το πρώτο πράγμα που θυμόταν η Δομένικα απ’ τη ζωή της ήταν το σπίτι στην Ερμούπολη, η μυρωδιά απ’ τα σκούρα έπιπλα, τα ψηλά κιτρινισμένα ταβάνια, τα πορτρέτα με τα θλιμμένα πρόσωπα στους τοίχους, η κυκλική εσωτερική σκάλα που ’τριζε ανυπόφορα σε κάθε βήμα. Τον πατέρα της —μέχρι τα δεκάξι της χρόνια νόμιζε για πατέρα της τον Νίκο Φραντζή— τον έβλεπε για ελάχιστα λεπτά μια φορά κάθε μέρα· η τυραννισμένη μορφή του, το κίτρινο δέρμα του, μα κυρίως η απόκοσμη αγέλαστη ματιά του, που, όταν κοιτούσε κάποιον, έμοιαζε να βλέπει κάτι φριχτό που γινόταν πίσω απ’ την πλάτη του, γεννούσαν μέσα της ένα αλλόκοτο αίσθημα αποστροφής. Τις πιο πολλές ώρες τις περνούσε με τις δύο υπηρέτριες, τη γρια-Τάσω —αυτή μεγάλωσε τη συχωρεμένη τη γιαγιά της, τη μάνα του Νίκου— και τη Ντίνα, που ’ταν είκοσι χρονών κι έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Κάθε μεσημέρι μετά το φαγητό ερχόταν στο δωμάτιό της η Αύρα και τη νανούριζε ίσαμε να την πάρει ο ύπνος, τραγουδώντας ένα παράξενο θλιμμένο τραγούδι με ξένα λόγια. Ήταν η μόνη ώρα που η μικρή έμενε μονάχη με τη μητέρα της κι ένιωθε πως ζούσε κι ανέπνεε αποκλειστικά για κείνες τις στιγμές: το μεσημεριανό φως έμπαινε μέσα απ’ τις γρίλιες των παντζουριών, το δωμάτιο μύριζε σκόνη και ξύλο, τα λευκά σεντόνια δρόσιζαν την παιδική σάρκα κι η Αύρα τραγουδούσε το παράξενο παράπονό της χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά· αχ, πώς θα μπορούσε να γεμίσει με χαρά το βλέμμα της μανούλας, πώς θα μπορούσε να διώξει τη θλίψη απ’ την ψυχή της, να της χαρίσει τα ξεκαρδίσματα της Ντίνας ή των κοριτσιών, που τα καλοκαίρια έπαιζαν στην ανοιχτωσιά πίσω απ’ το σπίτι — αυτό σκεφτόταν κι ένιωθε πως άξιζε να ζει μόνο και μόνο για να γλυκάνει λίγο το παράπονο της μητέρας της, ώσπου την κύκλωνε ένας


κεφάλαιο 43

βαρύς ύπνος γεμάτος πολύχρωμα όνειρα… Κι όσο μεγάλωνε, κι ενώ άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι οι δασκάλες, καταλάβαινε όλο και πιο πολύ πως κάτι παράξενο συνέβαινε ανάμεσα στους γονιούς της: κοιμόντουσαν σε χωριστά δωμάτια, τρώγανε χώρια, αντάλλασσαν αναμεταξύ τους ελάχιστες κουβέντες, κι αυτές ολότελα τυπικές. Η Δομένικα απέδιδε βέβαια όλες τις ευθύνες για τη θλίψη που είχε κυριεύσει το σπίτι σε κείνον που νόμιζε για πατέρα της. Ένα βράδυ που την ξύπνησε ένας τρομερός εφιάλτης πήγε χωρίς να το σκεφτεί διόλου στο δωμάτιο της μάνας της, μα δεν τη βρήκε εκεί· παραξενεμένη, την αναζήτησε, κι όταν είδε την πόρτα της βεράντας ανοιχτή, πλησίασε και κοίταξε πίσω απ’ τις κουρτίνες: ο πατέρας και η μάνα της καθόντουσαν στην κούνια δίχως το κορμί του ενός ν’ αγγίζει τον άλλο και με το βλέμμα χαμένο στη μαυρίλα της νύχτας κλαίγανε σιωπηλά, ενώ φυσούσε το βραδινό αγέρι· εκείνο το βράδυ η Δομένικα ένιωσε για πρώτη φορά πως τα δάκρυα ενώνουν τους ανθρώπους περισσότερο απ’ την ομορφιά ή τον θάνατο… Χρόνια αργότερα, κι ενώ ο Νίκος Φραντζής είχε πεθάνει, έμαθε από την Αύρα πως ποτέ δεν είχανε κοιμηθεί μαζί — μήτε καν είχαν φιληθεί, μήτε ο ένας είχε μάθει τα μυστικά του άλλου. Μόνο τα βράδια έκλαιγαν πλάι-πλάι στην κούνια της βεράντας — ήταν η μέρα που έμαθε ποιος ήταν ο πραγματικός της πατέρας, καθώς και τα όσα φοβερά είχανε γίνει πριν εκείνη γεννηθεί… Η Δομένικα ήταν κοντά δέκα χρονών όταν το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά άρχισαν οι ακατανόητες εκλείψεις του ήλιου: από τη γιορτή του Πνεύματος ίσαμε της Παναγιάς κάθε μέρα, την ώρα του μεσημεριού, ο ήλιος χανόταν για μια-δυο ώρες — η μέρα σκοτείνιαζε και γινόταν σα σούρουπο. Ακόμα κι οι γέροι που ’χανε ζήσει κοντά έναν αιώνα, ή εκείνοι που ’χανε γυρίσει όλα τα μέρη του κόσμου, δεν είχανε ακούσει ή δει κάτι παρόμοιο. Αστρονόμοι που ήρθανε απ’ την Αθήνα και στήσανε μεγάλα τηλεσκόπια στο νησί δε μπόρεσαν να δώσουν καμία εξή-


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

γηση, παρά φωνάξανε κι άλλους αστρονόμους, ξένους αυτή τη φορά, με ακόμη πιο μεγάλα τηλεσκόπια, που όμως κι αυτοί κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: πως κάτι ακατανόητο συνέβαινε στη Σύρο, κάτι που περιγράφεται στα βιβλία της θλίψης ως προμήνυμα της έλευσης του φοβερού θηρίου. Εκείνο τον καιρό γίνανε κι όσα μάς είχε πει η δασκάλα μας κάποιο δεκεμβριάτικο μεσημέρι, ενάμιση χρόνο πριν από την άνοιξη του εβδομήντα εφτά, και τότε μάς φάνηκαν ακατάληπτα: το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά η Σύρος μαστιγώθηκε από ένα ρυπαρό μίασμα, μια ακατανόητη κατάρα, καθώς το φεγγάρι είχε πάρει το έντονο γαλάζιο χρώμα που όσοι ήξεραν έλεγαν πως σημαίνει ότι κάποιος εκδικείται μια προδοσία· οι πετεινοί λαλούσαν ασταμάτητα μέρα και νύχτα, τα ζώα ψοφούσαν απ’ το φαρμάκι των φιδιών, η θάλασσα γέμισε νεκρά ψάρια, τα χωράφια ρημάχτηκαν από τρομερούς αρουραίους, και κάθε πρωί τα παιδιά βρίσκανε πάνω στα βράχια σαύρες φριχτά κομμένες στα δύο — μα ποιο χέρι κυβερνούσε το λεπίδι που τις έκοβε έτσι; Όσες γυναίκες ήταν γκαστρωμένες εκείνο τον καιρό στο νησί γέννησαν όλες πριν της ώρας τους παιδιά ήδη πεθαμένα ή σακατεμένα, που πέθαναν πριν κλείσουν μήνα, κάμποσοι άντρες παλάβωσαν κι έκοβαν τις φλέβες τους πάνω από τα πηγάδια παρακαλώντας τον Θεό να τους συγχωρήσει. Φυσικά από τις πρώτες μέρες άρχισαν ευχέλαια, εξορκισμοί, λιτανείες, ολονύχτιες λειτουργίες, περιφορές ιερών λειψάνων — δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία, ο διάβολος ήταν αυτός που ’κρυβε τον ήλιο κι είχε ρίξει το θανατικό στο νησί. Οι παλιότεροι θυμήθηκαν και την Μπαρμπακούλα, μόλο που δεν είχανε σημάδι της για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Στα μέσα του Ιουλίου οι παπάδες του νησιού, ορθόδοξοι και καθολικοί, ζήτησαν απ’ τον κόσμο να κάψει ό,τι είχε στην κατοχή του και ήταν πιθανό να συνδέεται με τον σατανά· κι έτσι, για τρία βράδια στις πλατείες άναβαν μεγάλες φωτιές και έκαιγαν φυλαχτά, ματόχαντρα, χαϊμαλιά, κομμένες πλεξούδες μαλλιών,


κεφάλαιο 43

ξεραμένα λουλούδια, αγαλματάκια, πονηρά βιβλία, εικονίτσες, συνταγές για το ξεμάτιασμα, για το γύρισμα της τύχης, για να γυρίσει πίσω ο άπιστος άντρας, συνταγές για μάγια που θα έλυναν τα μάγια, σεντόνια που σε κοίμιζαν μια και καλή, μαντίλια που σε έκαναν να μη λησμονήσεις ποτέ, μπουκάλια μ’ όλα τα μαγικά φαρμάκια, κι όλοι απορούσαν πού βρέθηκαν τόσα σύνεργα του πονηρού στο νησί, από ποια μπαούλα τα ξεκαταχώνιασαν, καθώς ήτανε τόσα πολλά, που έφταναν για να θρέψουν τρεις και τέσσερις φωτιές κάθε βραδιά. Τα μεσημέρια, την ώρα των εκλείψεων, όλος ο κόσμος κλεινόταν στα σπίτια του — μόνο οι τρελοί περπατούσαν στους δρόμους· τότε η Δομένικα έβγαινε κρυφά απ’ τη μάνα της και τις υπηρέτριες στη βεράντα μ’ ένα κομμάτι σκούρο γυαλί στο χέρι για να δει το χάσιμο και το φανέρωμα του ήλιου, καθώς, την ώρα που μαύριζε ο ουρανός, ένιωθε κάθε φορά να της συμβαίνουν παράξενα πράγματα που τη γέμιζαν ύπουλες ανατριχίλες: η ελιά στο δεξί της μάγουλο έκαιγε σα να ’χε πυρώσει, και κάποια αόρατα χείλη τής φιλούσαν το λαιμό και τους ώμους. Κι όσο περνούσε η ώρα, μια βασανιστική ηδονή μέλωνε το κορμί της και το κάψιμο στην ελιά γινόταν όλο και πιο έντονο, μα δεν πονούσε διόλου. Σαν τέλειωνε η έκλειψη του ήλιου, όλα σταματούσαν· η Δομένικα βρισκόταν πεσμένη στη βεράντα, λιγωμένη από τα αλλόκοτα αγγίγματα — άραγε ποιοι αόρατοι δαίμονες έρχονταν να της ξυπνήσουν μέσα της από τόσο νωρίς τα θηλυκά ένστικτα και γιατί η ύπουλη επιθυμία κυρίευε τόσο έντονα τη σάρκα της την ώρα που γύρω της ο θάνατος φανερωνόταν παντοδύναμος… Είχε φτάσει Δεκαπενταύγουστος, όταν την παραμονή της Παναγίας η μάνα της την έντυσε με τα καλά της και μαζί με τον πατέρα και τη Ντίνα μπήκαν στο πλοίο, παίρνοντας μαζί τους πολλές μεγάλες βαλίτσες· έφτασαν στη Θεσσαλονίκη πριν το ξημέρωμα. Και βέβαια την ημέρα της Παναγίας σταμάτησαν μια και καλή οι ακατανόητες εκλείψεις του ήλιου και το θανατικό που ρήμαξε τη Σύρο, κι όλοι πίστεψαν πως


Ο ΑΝΕΜΟΣ Σ Φ Υ Ρ Ι Ζ Ε Ι Σ Τ Η Ν Κ Ο Υ Π Ε Λ Α —

γ΄

η Μεγαλόχαρη νίκησε τον διάβολο κι έσωσε το νησί από βέβαιο αφανισμό…


44. Ο Νίκος Φραντζής οπλίζει ένα ασημένιο πιστόλι

Χρόνια αργότερα η Αύρα έφτασε στο σημείο να πάρει για πρώτη φορά όρκο στην ψυχή των γονιών της, προκειμένου να πείσει τη Δομένικα πως δεν είχε κανένα απολύτως σημάδι που να φανέρωνε ότι το κακό του καλοκαιριού του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά οφειλόταν στη δικιά τους φοβερή ιστορία· ποτέ η Μπαρμπακούλα δεν είχε πει στην Αύρα πως επρόκειτο να συμβεί κάτι τέτοιο στο νησί, μήτε και η ίδια μπόρεσε να καταλάβει ποιος ήταν ο σκοπός του διαβόλου. Η αλήθεια ήταν πως, όταν είδε να παρατραβάει το κακό, φοβήθηκε κι εκείνη πως ο διάβολος γύρευε το σώμα που του είχε στερήσει πριν από δέκα χρόνια, γι’ αυτόν το λόγο κι είπε στον άντρα της να φύγουν από το νησί και να πάνε να ζήσουν στο σπίτι που ’χε αγοράσει εκείνος για την αρρώστια του χρόνια πριν έξω απ’ τη Θεσσαλονίκη, πλάι στο νοσοκομείο των φυματικών. Μα, αν στ