Page 1

Στα χρόνια του Ντούφα Έρχονταν χρόνια δύσκολα, μα και δεκαετίες, κι ήταν οι σχέσεις δύσκολες, πολλές οι αμαρτίες. Τα νεύρα ήταν απίστευτα, μεγάλη ήταν κι η γκρίνια, και στο εμπόριο έψαχνες να βρεις μόνο τη φθήνεια. Πολλά ήταν τα έξοδα, το άγχος φουνταμάρα, με υπουργό ψυχασθενή, πρωθυπουργό παπάρα! Ο άλλος ήταν γκαβαϊδός κι έβλεπε εργασία, ενώ άλλον μπουκέτωσαν, τον φώναζαν «λατρεία». Ένας το ρόλο έπαιζε, αυτόν του εκπροσώπου, άλλος τσεκούρι κράταγε έμπροσθεν του μετώπου. Εγκάθετοι παπάγαλοι δοτοί ήταν υπουργοί, δοτοί και στα οικονομικά, δεν έμενε βρακί! Το μανεκέν το μπούστο της, μα και την πουτανιά της, πολλούς «ηγέτες» έκανε να ‘ρθουν με τα νερά της… Είχαν ένα κολέγιο, φυτώριο της τάξης, όποιονε έβγαινε από ‘κει, ποιον να πρωτοαρπάξεις! Λέρες γραβατοφόρετες, κομπιουτεράκια σκέτα, ‘κόβαν συντάξεις και μισθούς σα βαρελίσια φέτα! Είχανε κι έναν πρόεδρο, τον πλήρωναν χρυσάφι… Το μπιμπελό υπογραφή, μα στα λεφτά νισάφι. «Ηγέτες» λέω μα εννοώ ικέτες εργολάβων, πουτάνες των τραπεζιτών οι αρχηγοί των σκλάβων. Με το μπουφάν για χέσιμο και με σβηστή τη σόμπα, ένα χαρτί χρειάζονταν για να σε κάνουν ρόμπα! Το πέρναν απ’ τις τράπεζες εικονικά για χρέος, για να δεσμεύονται οι λαοί, να τρων αυτοί το πέος! Μπουκώνανε οι τράπεζες κοντά τρακόσα χρόνια,


και τους υποδεχόντουσαν… γιρλάντες και λαμπιόνια. Υπάλληλοι κανόνιζαν τους νόμους και την τάξη, άλλος πετούσε το ψωμί κι άλλος που να το ψάξει… Η κοινωνία βίωνε τεράστια τυραννία κι οι «άρχοντες» στα χέρια τους κρατούσαν τα ηνία. Τους φύλαγαν οι ένστολοι, σεκιούριτι σου λέω, «δικαίωμά μου» έλεγα, μα ψέκασμα να κλαίω… Άλλος δεν είχε σώβρακο δεύτερο για να βάλει, άλλος δεν ήβρε μια δραχμή να… πιει και το κεφάλι! Άλλος είχε χαρτόκουτο για στρώμα το χειμώνα, άλλου έτρωγε η μπάκα του, έτρωγε κι η… κοκόνα. Άλλος το λάδι καντηλιών έπαιρνε για τηγάνι, άλλος δεν ενδιαφέρονταν γέρος αν θα πεθάνει. Άλλος το Πάσχα αντί γι’ αρνί, έτρωγε μια κοτούλα, χαμογελούσε ο έρημος, του ‘ρχονταν μια χαρούλα… Άλλονε πλήρωνε αυτός να κάνει τη δουλειά του, και κοίταγε μην πέταγαν οι τρίχες στα μαλλιά του… Έπρεπε να ‘ταν σένιος για να προπαγανδίσει, να βρει κλαράκι στην τιβι να σε αποκοιμίσει… Οι «όμηροι» της σύνταξης και όλη η κοινωνία το χαζοκούτι κοίταγαν, κοιμόνταν με ναυτία. Στημένο γκλεντοκόπημα πάνω στον καναπέ τους, φόβιζαν κάτι σούργελα και γέλαγε η ψυχή τους. Τα μάτια γούρλωναν, φωνάζαν δυνατά, όπως αλυχτάνε με λύσσα τα σκυλιά! Απέναντί τους είχανε, όχι την εξουσία, πάντα σ’ αυτή φερόντανε σα να ‘τανε κυρία… Είχανε τους ταλαίπωρους και τους κατατρεγμένους


ν’ ακούνε τον εξάψαλμο από τους πληρωμένους! Χίτμαν εις το επάγγελμα, σκατόφατσες στη μούρη, χαιρόσουν που σου πρόσφεραν στον κώλο το αγγούρι!

Στα χρόνια του Ντούφα  

Ένα μικρό δείγμα από κάτι πολύ πολύ μεγάλο! Είναι η εποχή που ο Κώτσος, ο ήρωας της ιστορίας, συναντά τον Ντούφα μια Μεγάλη Πέμπτη. Χρόνια δ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you