Issuu on Google+

21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012 - ΤΕΥΧΟΣ 13

Μελίνα Μερκούρη ◈ O Άνθρωπος Δίχως Πρόσωπο ◈ Κάποιος- Κανένας ◈ Untitled ◈ L'Absence ◈ Βeat Bazaar ◈ Μάτση Χατζηλαζάρου ◈ Οι Βαρετές Κυριακές και η Ζωή σε Αντιπαροχή ◈ Αµερικάνικη Λήθη ◈ Ευγενία Μπογιάνου ◈ Ufo Robot Grendizer - Go Nagai ◈ Οιδίπους Τύραννος ◈ Monsieur Lahzar-Philippe Falardeau ◈ The Doves ◈ Μιχάλης Λουκοβίκας - Amelia Muge ◈ Θέατρο-Χορός ◈ Έξοδος για Καλό Κρέας ◈ Radio/Tv ON ◈ Comic - Super Wrong Land

To Λύκος είναι εβδοµαδιαίο περιοδικό για τις τέχνες και τον πολιτισµό. Διανέµεται δωρεάν, καθε Κυριακή σε ηλεκτρονική µορφή.

www.lykosmagazine.tumblr.com www.lykosmagazine.tumblr.com Ενηµερωθείτε για τα νέα τεύχη και δείτε το αρχείο.

www.facebook.com/lykosmagazine Βρείτε το Λύκος και στη σελίδα µας στο Facebook. Eάν θέλετε να συµµετέχετε στα επόµενα τεύχη µε εικαστικό έργο, φωτογραφία ή κοµικ, στείλετε δείγµατα εργασιών σας στο email

papadaki.stav@gmail.com papadaki.stav@gmail.com

ΕΚΔΟΣΗ / ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΥΛΙΚΟΥ Σταυρούλα Παπαδάκη ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΕΥΧΟΥΣ Θοδωρής Ρέγκλης www.tedreglis.com

Layout ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ Παύλος Ρέγκλης - www.paulreg.tumblr.com Ντίνος Καψάλας - Dinerror86@gmail.com Στέργιος Ρουµελιώτης // KURO - kurotrash@gmail.com Κατερίνα Ανδρέου - samiamidi@gmail.com Sugahtank John Roubanis - http://www.flickr.com/photos/sugahtank/ Μαρίνα Τσιρώνη - madlofe@yahoo.gr ΕΦΩΦΥΛΛΟ www.lykosmagazine.tumblr.com Ναούµκα-Δώρα Μπόζντα - naoumka@hotmail.com ΚΟΜΙΚ Ντίνος Καψαλας ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ Σταυρούλα Παπαδάκη, Εύη Αργυρίου, Jim Ver, Ηλίας James Λιατσόπουλος, Νίκος Μπελάνε, Librofilo, Gil Galad, Γιάννης Μήτσου, Μαριλένα Ιωάννου, Κωστής Φιλιππόπουλος, Θόδωρος Εξηντάρης, papadaki.stav@gmail.com Δώρα Κοροβεση, Χλόη Ιορδανίδου, Ελένη Αγγελοπούλου

Απαγορεύεται η αναδηµοσίευση, η αναπαραγωγή ολική, µερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση η διασκευή απόδοση του περιεχοµένου µε οποιοδήποτε τρόπο, µηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογραφήσεως ή άλλο, χωρίς προηγούµενη γραπτή άδεια του Εκδότη. Νόµοι 238/1970, 4301/1979, Ν.100/1975, Ν.Δ. 3565/1956 και 4254/1962 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου.

Layout

2

Εξώφυλλο Μελίνα Μερκούρη-Δώρα Μπόζντα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

4

Εditorial O Άνθρωπος Δίχως Πρόσωπο

6

Αντιθέσεις Ζώντας σε ακατοίκητες πόλεις µε κάποιους.

8

Sideshow Untitled

10

Κλείστρο L'Αbsence

12

Beat Bazaar Ανταπόκριση από Θεσσαλονίκη.

14

Επισκέπτες - Πρόσωπα Μάτση Χατζηλαζάρου. Τη ζωή της ποιήτριας µας ξετυλίγει η σκηνοθέτιδα, θεατρολόγος Δήµητρα Κονδυλάκη.

22

Κόκκινη Κλωστή Οι Βαρετές Κυριακές, ο Ίκαρος και η Προπαίδεια | Ζωή σε Αντιπαροχή

28

Ink ¨ Η ψυχή δεν είναι σιδεράδικο''. ''Η διάγνωση θα είναι κούραση.¨

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 34

Άνιµα '' Όταν πολεµάς για τα ιδανικά σου και την ελευθερία σου απέναντι σε στυγνούς δολοφόνους µε ιµπεριαλιστικές βλέψεις, το κάνεις ακόµα κι αν είσαι ολοµόναχος!''

36

JUMPCAT ¨Η πορεία καταλήγει στο σηµείο που ξεκίνησε. Στην ιδέα αυτή της συνεχούς επιστροφής λανθάνει κατά τον Παζολίνι η αριστοτελική κάθαρση.¨

38

Μεγάλο Πανί "Ο εξαιρετικός κύριος Lazhar".

40

Jive Η πραγµατική όψη του Indie.

42

Ενηχόρια Η απουσία σε κάθε µορφή τέχνης και ιδιαίτερα στη µουσική δείχνει και την ίδια πανανθρώπινη θλίψη για την έλλειψη.

46

Showcase Την ακεραιότητα της παλιάς εποχής µένεις να τη θαυµάζεις και να τη µισείς για όσα σε έκανε.

48

Να Πας Μερικά Στέκια για καλό κρέας.

50

Φωνόραση Radio/Tv ON

52

Comic Super Wrong Land/ Ντίνος Καψάλας. 3

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

EDITORIAL

EDITORIAL Ο Άνθρωπος Δίχως Πρόσωπο

στοργή. Οι τοίχοι του σπιτικού του , δεν τον χωρούσαν και έτσι έπεσαν. Δεν είχε δει ποτέ ανθρώπους, µήτε µπορούσε να τους φωνάξει δίχως µάτια και στόµα. Μα πόσο λαχταρούσε να αγγίξει ένα πρόσωπο ανθρώπινο, να ψηλαφίσει µια µορφή. Έτσι έχοντας στα χέρια του µονάχα χώµα , σκέφτηκε να φτιάξει µια πόλη. Έτσι και έγινε. Τα νύχια του µάτωναν, οι χούφτες του γέµιζαν χώµα και εκείνος όλο έχτιζε καi έχτιζε µέρες και νύχτες, µέχρι που οι τοίχοι πλήθυναν και οι στέγες σκέπασαν το όνειρό του να πάψει να ζει µόνος.

Ήταν ένας άνθρωπος χωρίς πρόσωπο. Με χέρια βαριά και µακριά που σέρνονταν στη γη µε κάθε του βήµα γυρνούσε τον κόσµο αδιάκοπα. Τα νύχια του µάτωναν, όµως ήξερε πως δεν πρόκειται να πάψει να µαζεύει χώµα, πως όσο ζούσε οι χούφτες του θα µάζευαν γη. Δίχως πρόσωπο δεν µπορούσε να δει την απεραντοσύνη της θάλασσας, να µυρίσει τον αγρό και τη νωπή χλόη, να γευτεί τους καρπούς και να ακούσει τη µέρα που βυθίζεται στη σιωπή , καθώς νυχτώνει. Όλα τα ζούσε αγγίζοντας.

Και έτσι άνθρωποι από όλη τη γη έµαθαν για µια πόλη που φτιάχτηκε από δυο µόνο χέρια. Διαλάλησαν για σπιτικά ζεστά και στέγες κόκκινες που περίµεναν νοικοκύρηδες να γεµίσουν. Κατέφθασαν µικροί , µεγάλοι και ο άνθρωπος ήθελε να τους γνωρίσει όσο ποτέ. Μη έχοντας άλλον τρόπο πλησίασε να τους αγγίξει και εκείνοι σκιάχτηκαν από τα ξένα χέρια και κρύφτηκαν στα σπίτια που τους είχε χτίσει. Έτσι, τύλιξε τα µακριά χέρια του γύρω από τον κορµό του και κάθισε στη µέση της πόλης να ξαποστάσει.

Μην µπορώντας να κάνει αλλιώς , σκέφτηκε µε το χώµα που µάζευε στις παλάµες του να φτιάξει ένα σπίτι. Έχτιζε, έχτιζε σαν σπουργίτης που βιαζόταν να προλάβει τα κρύα και ετοίµασε ένα σπιτικό ζεστό για να ξεχειµωνιάσει. Τύλιξε τα µακριά χέρια του γύρω από τον κορµό του και κάθισε στη µέση του σπιτιού να ξαποστάσει. Κάποτε τα χέρια του άγγιξαν την άνοιξη. Το έδαφος είχε ζεστάνει σα γυναίκα που προετοιµάζεται να γεννήσει µε 4

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

Eικονογράφηση: Μαρίνα Τσιρώνη madlofe@yahoo.gr

Κάποτε η γη ψύχρανε ξανά, τα σπίτια κάπνισαν και ο άνθρωπος ένιωσε στα χέρια του τις πρώτες ψιχάλες. Το χώµα που είχε µαζευτεί στις χούφτες του έγινε λάσπη και εκείνος βουτούσε στον πόθο να δει ενώ τον βλέπουν , να ακούσει ,ενώ τον ακούν, να γευτεί ενώ τον γεύονται. Μόνο λάσπη και πέτρα στα χέρια ,του προσέφεραν οι καιροί που άλλαζαν και εκείνος αν και είχε φτιάξει σπιτικό για εκείνον, πόλη για τους ανθρώπους γύρω του ,δεν είχε ευτυχήσει. Η ευτυχία στερείται στους απρόσωπους, σκέφτηκε και σκέφτηκε να φτιάξει ένα πρόσωπο . Μια και δυο έφτιαξε από λάσπη τα αυτιά, τη µύτη , το στόµα ,τα µάτια και ο άνθρωπος άκουσε, µύρισε ,γεύτηκε και είδε το µεγαλείο του κόσµου να το γκρεµίζουν ακέφαλοι.

είτε παράγοντας τέχνη και πολιτισµό, είτε καλουπώνοντας την πέτρα, το ξύλο, είτε µαζεύοντας την ελιά , το πορτοκάλι. Η Μελίνα Μερκούρη γεννήθηκε στις 18 Οκτώβρη του 1920 και µεγάλωσε ελπίζοντας να δει µια Ελλάδα να ανθίζει πολιτιστικά και ουσιαστικά , να διεκδικεί ό,τι της αξίζει και της πρέπει ,βασιζόµενη στον αρχαίο της πλούτο αλλά όχι σταµατώντας µόνο σε αυτόν. Ευχήθηκε να δει τα Μάρµαρα πριν πεθάνει και υποσχέθηκε πως αν επιστρέψουν µετά το θάνατό της , εκείνη θα ξαναγεννηθεί. Και εµείς το πιστεύουµε, πως άνθρωποι γνωστοί και άγνωστοι που πέθαναν αγαπώντας τα µαύρα και τα λευκά της χώρας , θα ξαναγεννηθούν µέσα από το άκουσµα φωνών στεντόρειων , νέων που θέλουν να διαλαλήσουν µια αγάπη που δεν το βάζει στα πόδια , όταν έρχονται τα δύσκολα και κουβαλούν στις πλάτες µια κληρονοµιά και µε αυτή φτιάχνουν το δικό τους πια πρόσωπο. ¨Η Ελλάδα, αυτό είναι η κληρονοµιά της, αυτό είναι η περιουσία της και αν το χάσουµε αυτό δεν είµαστε ΚΑΝΕΙΣ¨. ( Μ. Μερκούρη)

Η Μελίνα Μερκούρη θέλησε να έχει και ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά και τα απέκτησε, µέσω της Ελλάδας που αγάπησε και που γεννά κάθε χρόνο όλο και περισσότερα παιδιά. Η Ελλάδα δεν πρέπει να τρώει σαν τον Κρόνο τα παιδιά της που της δείχνουν έµπρακτα πως την αγαπούν , χτίζοντας τη µε τα χέρια

Σταυρούλα Παπαδάκη 5

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΝΕΝΑΣ ▧

ΤΗΣ ΕΥΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ evi.argyr@gmail.com epitoergon.blogspot.com

Ονοµατεπώνυµο Μια νύχτα θα έρθει κάποιος και θα χτυπήσει το κουδούνι. Και εσύ θα κάνεις πως δεν θυµάσαι πόσα βράδια πέρασες παρατηµένη στον καναπέ σαν ρούχο που κανείς δεν το φοράει. Ούτε θα παραδεχτείς πόσα τσιγάρα άναψες σε κάθε ελπίδα, πόσα τραγούδια άκουσες σε κάθε όνειρο, πόσο αλκοόλ ξόδεψες σε κάθε ανέφικτο. Μια νύχτα θα έρθει κάποιος και θα σταθεί µπροστά στην πόρτα σαν να γεννήθηκε µόνο γι’ αυτό τον λόγο. Το όνοµα του δεν θα έχει σηµασία, µέχρι να καθίσει σε µια καρέκλα απέναντι σου και να πάρει την απόφαση του. Και τότε θα αρχίσει να σου µιλάει για τα δικά του βράδια, για τα δικά του τσιγάρα, για τα δικά του τραγούδια, για τα δικά του ποτά. Και όλα τα φαντάσµατα που φοβόσασταν παιδιά θα ξαναγυρίζουν αλλά εσείς δεν θα φοβάστε. Θα µεγαλώνουν, θα αγριεύουν, θα σας περικυκλώνουν, θα σας εγκλωβίζουν αλλά εσείς δεν θα σταµατάτε. Θα καταστρέφεστε µαζί τους µέχρι να τα σκοτώσετε. Το πρωί θα σας βρει αγκαλιασµένους στο πάτωµα, απαλούς και ήρεµους. Θα είναι η πρώτη µέρα της υπόλοιπης ζωής σου. Της ζωής µε ονοµατεπώνυµο.

6

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Εικονογράφηση: Παύλος Ρέγκλης - www.paulreg.tumblr.com

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ papadaki.stav@gmail.com stavpapadaki.com

Μόνιµη Κατοικία Επέστρεφα στο σπίτι. Στο κατώφλι ,η κλειδαριά µε ρουφούσε σαν εραστής που επέστρεφε πρώτος και περίµενε το ταίρι του να γυρίσει από τη δουλειά. Με κλείδωνε στο σπίτι και οι τοίχοι δε µε χόρταιναν. Κανένα χάδι, άγγιγµα, φιλί ζεστό, µόνο κρύος λευκός σοβάς. Όταν πεινούσα , φαγητό δεν έβρισκα να περιµένει στην κατσαρόλα την ψηλή. Το γάλα δε ζεσταινόταν τα βράδια που µε έπνιγε ο ξερός βήχας. Το σταχτοδοχείο ήταν µεγάλο και αργούσε να αδειάσει και εγώ µεγάλωνα µε την ελπίδα να πάψω. Ήθελα να γεµίσω ασφυκτικά, από κάθε τοίχο να ξεκρεµάσω εαυτούς ευαίσθητους περασµένης χρονολογίας και να τους φορέσω όλους. Πλησίαζα στο παράθυρο και κοίταζα έξω. Όλοι περίµεναν να φανώ και κανείς δεν περίµενε να είµαι. Και εγώ ήθελα να είµαι, να είµαι γαλάζιο πουλί , να είµαι ουρανός ξάστερος . Επέστρεφα στο σπίτι τα βράδια που την πόλη δεν την κατοικούσε κανείς . Επέστρεφα τα βράδια στο σπίτι που κατοικούσα µια ζωή και ήλπιζα η κατσαρόλα η ψηλή να αχνίζει , το φιλί να µη συγκρατείται , το σταχτοδοχείο να είναι άδειο και οι εαυτοί µου οι ευαίσθητοι να έχουν ξεκρεµαστεί από έναν κανέναν που κέρδισε να γίνει κάποιος ακόµη και τις ώρες που η πόλη φαίνεται ακατοίκητη, κατοικώντας µε. ◈

7

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

SIDESHOW

Moment of truth. Decisive and defining. Law-abiding I am, I raise my right hand and pledge my highs and lows to you. I take the stand, reach the depths with my fingertips and void my guts. No need for the jury to retire. And then, oddly propped, naked before your glassy eye I throw caution to the northern wind. You hold my fire to ransom, read between the lines, pry me open and sprinkle nights of you down in supportable doses. And I love it at my expense. Embarrassment or pride, anyhow, anyway, must take its toll on you some day. I yield. Your everything takes me back where my everything’s lost and found in the smell of biscuits.

8

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

SIDESHOW

9

TOY JIM VER | jim.a.ver@gmail.com | www.jimver.net Some rights reserved by CarbonNYC

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΛΕΙΣΤΡΟ

10

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΛΕΙΣΤΡΟ

ΑΘΗΝΑ 2011

▧ ΤΟΥ ΗΛΙΑ JAMES ΛΙΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ il_james@live.com

11

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

BEAT BAZAAR

211012_ ▧

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΑΝΕ belane74@gmail.com http://nikbelane.blogspot.com

Έσβησα το τσιγάρο στο φορτωµένο σταχτοδοχείο και κοίταξα το χαµηλό τραπέζι του καθιστικού που ήταν γεµάτο µε τα αποµεινάρια της προηγούµενης νύχτας. Δεν πείραξα απολύτως τίποτα. Πήρα τα πόδια µου κι είπα ν’ αποδράσω από τους διαδρόµους του σπιτιού µου. Άφησα πίσω µου το Μπιτ Παζάρ και κάτω από ψιλόβροχο βρήκα την Φιλίππου και την διένυσα ως τη Ροτόντα. Στο νου µου υπήρχε ακόµη η υπόγεια σαββατιάτικη έξοδος, ποτισµένη από καπνό και ιδρώτα και τους ήχους των Underground Youth να δηµιουργούν σκιές στους ασπροντυµένους τοίχους. Άγγιξα τις χρονοφαγωµένες πέτρες του περίκεντρου οικοδοµήµατος της Ροτόντας και περνώντας από την πίσω πλευρά αντίκρισα τα πανεπιστήµια. Χάιδεψα µε τα µάτια µου τα πρόσωπα των νέων ανθρώπων, µπορεί και είκοσι χρόνια µικρότερων από εµένα. Φοιτητές που, πρόσφατα, ήρθαν στη Θεσσαλονίκη µε σακίδια φορτωµένα ανεµελιά ενάντια στον ορυµαγδό της καταρρέουσας κατάστασης που βιώνουµε. Και τα βρήκαν όλα αλλιώς. Τα βρήκαν άγρια, όχι όµως µε την «αγριότητα» της ενηλικίωσης που ονειρεύτηκαν και τους περιέγραψαν οι παλιότεροι. Τα βρήκαν ξένα. Δυστυχώς. Οι βρόχινες σταγόνες προσγειώνονταν επάνω τους και τους κάλυπταν µε βαριά φθινοπωρινά σύννεφα. Η χαρά έλειπε από παντού. Η σπιρτάδα, η αισιοδοξία και η όρεξη για δηµιουργία λες και είχαν από καιρό εξαλειφθεί. Εγώ πάλι, κάθε που πιάνει βροχή, ανασαίνω βαθιά τα πρώιµα φωνήεντα του Χειµώνα που πλησιάζει, σίγουρος πάντα πως θα είναι ένας ακόµη δηµιουργικός Χειµώνας.

Μια περίεργη αγωνία για κάτι πρωτόγνωρο. Δεν είχα συντάξει ποτέ βιογραφικό και κοιτάζοντας αυτό που είχα στα χέρια µου καταλάβαινα ότι είχα πολύ δρόµο µπροστά µου. Ουσιαστικά έναν µονόδροµο. Έπειτα από µιάµιση ώρα κάποιος διστακτικός ήλιος από ένα κοντινό σύµπαν έκανε την εµφάνισή του στο πάλκο του κέντρου. Πλανόδιοι καλλιτέχνες τέντωναν τα δέρµατα των κρουστών και η πρώτη κιθάρα ακούστηκε όταν απάντησα τη Μητροπόλεως. Τα πόδια µου ξερνούσαν φωτιές απ’ το περπάτηµα κι ο αριθµός των βιογραφικών σηµειωµάτων στη τσάντα µου παρέµενε ο ίδιος. Δεν είχα δώσει πουθενά κανένα. Έµεινα µε την αισιοδοξία στολισµένη στην αξύριστη φάτσα µου και το ρήµα «διστάζω» να ρίχνει τρελό χορό ολόγυρα. Κατάπινα µέτρα και χιλιόµετρα κάνοντας κύκλους στο πολύβουο κέντρο. Άδικα. Δεν µπορούσα να πάρω την όποια απόφαση και να περάσω το κατώφλι ενός καταστήµατος που την επόµενη στιγµή ίσως και να ήταν ο χώρος δουλειάς µου. Όταν είσαι άνεργος έχεις στη διάθεσή σου χρόνο που τείνει στο άπειρο. Αυτόν τον άπειρο χρόνο σπάνια µπορείς να τον διαχειριστείς ορθά και σωστά, κατά πως πρέπει, αν και επιβάλλεται να το κάνεις. Επίσης, όταν είσαι άνεργος, δεν έχεις παρά ελάχιστα χρήµατα τα οποία πρέπει να τα διαχειριστείς εξίσου σοφά. Έτσι, κάθισα για καφέ κι όλη η θεωρία πήγε στον γεροδιάολο. Τσιµισκή και Καρόλου Ντηλ. Με το γνωστό ισπανικό υπερκατάστηµα ένδυσης στην απέναντι γωνία που βλέποντάς το µεταφέρθηκα κάπου στο κέντρο της Μαδρίτης όπου όλα, κάποτε, ήταν ρόδινα και το πορτοφόλι γεµάτο. Αλλά αυτό δεν έχει καµία σχέση µε το κείµενο.

Συνέχισα να κυλώ προς την Εθνικής Αµύνης και στο πρώτο φωτοτυπάδικο που πέτυχα µπήκα µέσα για να βγάλω αντίγραφα του βιογραφικού µου. «Πόσες φορές;» µε ρώτησε η υπάλληλος. «Δέκα», της λέω και η λαχτάρα χτυπούσε κόκκινο σε καρδιά και µηνίγγια.

12

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

Ο ήλιος ζέσταινε όλο και περισσότερο. Κάποιοι απ’ τους ανέµελους περαστικούς, πιο ανέµελοι απ’ όλους τους υπόλοιπους, έβγαζαν τα ρούχα τους το ένα µετά το άλλο και τα πετούσαν στον πλησιέστερο κάδο ανακύκλωσης. Είχαν όλοι την ευτυχία κρεµασµένη στις σηκωµένες µύτες τους. Άνθρωποι που έµαθαν να ανησυχούν µόνο όταν τα πράγµατα πηγαίνουν καλά και ποτέ το αντίθετο. Άνθρωποι που είναι ευχαριστηµένοι και ήρεµοι όταν συντελείται γύρω τους, και µέσα τους, το απόλυτο κακό. Λες και τρέφονται αποκλειστικά µε όλεθρο. Τείνουν να εκλείψουν, το ξέρω ή µάλλον το ελπίζω, αλλά κάποιοι επιµένουν να κυκλοφορούν ανάµεσά µας. Όσο αποµακρύνονταν, όσο χάνονταν απ’ την µαρκαρισµένη περιοχή του εκάστοτε κάδου ανακύκλωσης, τόσο έκαναν την εµφάνισή τους οι αδέσποτοι σοφοί του πεζοδροµίου και µε αυτοσχέδια τσιγκέλια ψάρευαν τα πεταµένα πανωφόρια µε µαεστρία γεµίζοντας τα σαράβαλα καρότσια τους. Οι ταµπέλες που µοιράζουν τους ανθρώπους σε κατηγορίες δεν θα εκλείψουν ποτέ. Είναι ένα φαινόµενο που αν προσπαθήσει κάποιος να το αλλάξει θα πέσει µε τα µούτρα σε συµπαγές ντουβάρι.

δίνη ανθρώπων του πολύχρωµου κέντρου στάθηκε ικανή να µε τραβήξει στο εσωτερικό της όταν αφαιρέθηκα σε άχαρες σκέψεις. Σηκώθηκα µουδιασµένος χτυπώντας το κεφάλι µου στην, παραλίγο, µαταιότητα. Σκέφτηκα ότι τελικά δεν µ’ ενοχλεί αυτό που χάνω. Μ’ ενοχλεί αυτό που δεν βρίσκω και συνήθως δεν το βρίσκω γιατί είµαι έτσι όπως είµαι. Γιατί ποτέ δεν προσπαθώ ιδιαίτερα. Σκέφτηκα πως η ζωή, έτσι κι αλλιώς, θα συνεχιστεί. Έτσι όπως συνεχίζεται η αιώνια βόλτα. Η πορεία προς το λατρεµένο άγνωστο. Το ταξίδι προς το µέλλον που παραµένει άγραφο. Με οποιοδήποτε κόστος. Με την παρουσία µου ή χωρίς αυτήν. Κι αυτή δεν ήταν και τόσο βολική σκέψη. ◈

Συνέχισα να ρουφώ αρχοντικά τον παγωµένο καφέ µου απέναντι από τον Σύλλογο Ληµνίων Θεσσαλονίκης, «ο Ήφαιστος», κι αναρωτήθηκα αν όντως ο µυθικός Θεός είχε το εργαστήρι του στα έγκατα του αιγαιοπελαγίτικου νησιού, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα τα αχανή κενά µου στην ελληνική µυθολογία που κάποτε µε περισσή φροντίδα και ζέση µας δίδαξαν οι δάσκαλοι. Γύρω µου, ορισµένες εξωγήινες υπάρξεις ακροβατούσαν µε ασφάλεια παρά το απαγορευτικό υψόµετρο των ψηλοτάκουνων παπουτσιών τους, φορώντας γυαλιά µε µπλε καθρέφτη που ζαλίζει. Δίπλα µου, µια παρέα πενηντάρηδων, ανέλυε διεξοδικά τις εναλλακτικές µορφές εκτροφής πουλερικών µε χαµηλά κόστη. Μια

13

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

ΣΒΗΣΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΞΑΝΑΡΧΙΖΟΥΜΕ Επί σκηνής από τη σκηνοθέτιδα Δήµητρα Κονδυλάκη. ▧

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ papadaki.stav@gmail.com stavpapadaki.com

Πολλές φορές, δε χρειάζεται να σου συστηθεί κάποιος άνθρωπος για να µπορέσεις να τον φέρεις ασφυκτικά κοντά σου. Μπορεί αυτός ο Κάποιος που θα σε συναντήσει , να σου έχει πει πολλές φορές το όνοµά του , µέσα από το βλέµµα του, τα χέρια ,τις λέξεις του, τις πράξεις του , τα βιώµατα του. Ξεκινώντας αντίστροφα, γνωρίζεις ψηλαφίζοντας την ύπαρξη αυτή , παίζεις το παιχνίδι ¨Ζεστό-Κρύο¨ , προσεγγίζοντας ολοένα και µε περισσότερη µανία τον κρυµµένο θησαυρό που σου έχουν πει πως υπάρχει. Και ύστερα κερδίζεις. Κερδίζεις περισσότερα από ένα παιχνίδι που παίζεται µε κανόνες συµβατικούς , κερδίζεις ένα κοµµάτι ζωής, µε υπέρβαση του εγώ.

τη Μάτση Χατζηλαζάρου. Θα έλεγα µάλιστα πως η παράστασή σου µε παρακίνησε να ψάξω να τη βρω και σε ευχαριστώ. Εσύ πότε και πώς τη συνάντησες; Πότε κατάλαβες ουσιαστικά πως την κουβαλάς µέσα σου; Χαίροµαι ήδη, ιδιαίτερα, που η παράσταση αυτή αποτελεί αφορµή για την αφετηρία της γνωριµίας σου µε τη Μάτση Χατζηλαζάρου. Βέβαια, την ποίηση της Μάτσης τη γνωρίζεις σταδιακά. Εκεί που νοµίζεις ότι δεν έχει να σου δώσει άλλο, εµφανίζεται άλλο ένα και ύστερα άλλο ένα στοιχείο της που µε ειλικρίνεια θα σε συναρπάσει. Ήµουν µικρό κοριτσάκι , µαθήτρια 17-18 χρονών όταν εντόπισα στη βιβλιοθήκη της µητέρας µου ποιήµατα της Μάτσης. Άρχισα να ξεφυλλίζω και να διαβάζω τις λέξεις της και δε χρειάστηκαν πολλά , την αγάπησα. Ήταν πρωτόγνωρο θυµάµαι, συναίσθηµα να συναντάς έναν τρόπο γραφής τόσο βαθύ, τόσο απελευθερωτικό και συνάµα προσωπικό. Η ποίησή της ορµητική , ειλικρινής και άµεση, ένας χείµαρρος λέξεων που πότε παρασύρει τον αναγνώστη και πότε την ίδια, σα µια ζωή που ασθµατικά αναζητά την ουσία που πάντα διαφεύγει. Έτσι ,η Μάτση Χατζηλαζάρου ήταν υπόθεση προσωπική για πολύ καιρό. Κέρδισε µια θέση σε πολύ αγαπηµένους µου συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες, όµως πραγµατικά

Συνάντησα τη θεατρολόγο και σκηνοθέτιδα, Δήµητρα Κονδυλάκη στο µαγαζί Toy της Πλατείας Καρύτση. Ήρθε γύρω στο απόγευµα να εκπροσωπήσει το σανίδι, τα υφάσµατα από τα ρούχα της παράστασης, την ηθοποιόπρωταγωνίστρια της, τα χάρτινα καράβια της παράστασης, το κρεβάτι , τα γραπτά και τα ποιήµατα της Μάτσης Χατζηλαζάρου. Με δυο κούπες καφέ , ξεκινήσαµε , όπως ξεκινούν οι όµορφες , γεµάτες συζητήσεις. Εγώ αν και αγαπώ την ποιητική γραφή και την ποίηση, δεν έτυχε να συναντήσω µέχρι στιγµής

14

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

Εικονογράφηση: Κατερίνα Ανδρέου samiamidi@gmail.com

δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα επιχειρούσα να της δώσω σάρκα και οστά επί σκηνής.

παράσταση. Άρρητος κανόνας της συµµετοχής στο φεστιβάλ ήταν σ' αυτά τα ποιητικά πορτρέτα -στα οποία εκτός της Χατζηλαζάρου, συµπεριλήφθηκαν ο Σαχτούρης, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Νίκος Καρούζος, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αργύρης Χιόνης, ο Γιάννης Κωνσταντινίδης και ο Γ.Ξ. Στογιαννίδης, η ποίηση έπρεπε να υπάρξει στη σκηνή θεατρικά, όχι σε µορφή αναλογίου: µια δύσκολη, καθόλου αυτονόητη συνθήκη που λειτούργησε για µένα πολύ δηµιουργικά στην αντιµετώπιση του ποιητικού υλικού.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε ποιητικά γύρω στη δεκαετία του 1940. Πότε γεννήθηκε δραµατικά; Μήπως το σχεδίαζες υποσυνείδητα από τότε που την αγάπησες; Όχι, η αλήθεια είναι , πως δεν το είχα καθόλου στο µυαλό µου. Δεν πίστευα πως θα ασχοληθώ θεατρικά µε τη Μ.Χ. Ωστόσο, υπήρξε η αφορµή. Ευτυχώς! 20 χρόνια µετά από τη συνάντησή µου µε τη Μάτση, ο Θοδωρής Γκόνης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Φιλίππων- Θάσου οραµατίστηκε ένα διήµερο , θεατρικό αφιέρωµα στην ελληνική ποίηση («Εως όρθρου βαθέος». Δύο ολονυχτίες µε 7+2 ποιητές) στο φρούριο της Καβάλας το περασµένο καλοκαίρι. Έτσι και εγώ του εξέφρασα την επιθυµία µου να ασχοληθώ µε τη Μ.Χ. Δεν ξέρω, χαίροµαι πολύ και οφείλω στο Θ. Γκόνη ,ότι η Μ.Χ δε µεταφέρθηκε ως µορφή απαγγελίας στη σκηνή ,αλλά ως υπαρκτό ,ζωντανό πρόσωπο όσο κρατά η

Πολλές φορές, η αγάπη µου για την ποίηση µε έχει φέρει σε παραστάσεις που σχηµατίστηκαν µε αφορµή τις λέξεις κάποιου ποιητή. Δε θα σου κρύψω , πως τις περισσότερες φορές έφυγα απογοητευµένη , έχοντας βιώσει στιγµές στοµφώδους απαγγελίας, µε συνοδεία οργάνων και ίσως video art. Εσύ , πώς ακριβώς προσέγγισες τον ποιητικό λόγο δραµατικά; -

15

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

Έχεις δίκιο. Η αλήθεια είναι πως η ευκολότερη προσέγγιση του ποιητικού λόγου είναι η απαγγελία των κειµένων ,µε ίσως κάποια συνοδεία οργάνου και ίσως video art. Ωστόσο τόσο η αρχική κατεύθυνσή µου από το Θ. Γκόνη, όσο και η διάθεση µου να αντιµετωπίσω τα ποιήµατα της Μ.Χ µε φαντασία ,θέλοντας να τους δώσω πνοή, µε οδήγησαν στη σύνθεση ουσιαστικά ενός

Γεωργίου, δουλέψαµε πολύ πάνω σ' αυτό, ρεαλιστικά και ονειρικά στοιχεία συνυπάρχουν και έτσι υπάρχει µια θα λέγαµε, αισθητική του 50’, επικρατεί όµως ο χωροχρόνος του παιχνιδιού που είναι διαχρονικός και διαπροσωπικός. Μάλιστα, στην παράσταση ακούγεται η φωνή της ίδιας της ποιήτριας. Πώς; Ελάτε και θα ακούσετε!

πορτραίτου της ποιήτριας που να αναδύεται µέσα από το ίδιο της το έργο. Ήθελα η Μ.Χ να συστηθεί η ίδια και όχι µέσω µιας ψυχρής , αν θες, απαγγελίας. Στην παράσταση υπάρχει µια σύντηξη λόγου και έργου, ποίησης και ζωής. Η δοµή της παράστασης βασίζεται σε ένα µονόλογο που απαρτίζεται από ποιήµατα και επιστολές της. Δεν υπάρχει ούτε µια εµβόλιµη λέξη, δική µου. Μάλιστα, σκέψου πως στην αρχή του σχηµατισµού της παράστασης δε γνώριζα για τις επιστολές της στον Εµπειρίκο και ύστερα µαθαίνοντας για αυτές, συµπλήρωσα το δραµατικό πορτραίτο της πιο ολοκληρωµένα. Η δραµατουργία προκύπτει µέσα από τη σύνθεση, είναι πραγµατικά η ίδια που µιλάει. Ο ρόλος της σκηνοθεσίας µου, ξεκινά και σχεδόν τελειώνει, στην επιλογή ποιηµάτων της Μ.Χ που έχουν µια φύσει δραµατικότητα , έντονο το θεατρικό στοιχείο , µέχρι και κατευθύνσεις ως προς την όψη της παράστασης. Θα µου πεις µια παράσταση βασίζεται απλώς στην επιλογή; Δεν πιστεύω πως όλα τα κείµενα, όλα τα είδη επιδέχονται δραµατοποίησης. Χρειαζόµαστε καλούς ηθοποιούς, στη συγκεκριµένη περίπτωση καλή ηθοποιό, τη Δήµητρα Παπάζογλου και το λόγο το συγγραφικό, που όµως να έχει λόγο και να στέκεται επί σκηνής. Σε καµία περίπτωση δεν είναι όλα τα ποιήµατα της Μάτσης έτσι.

Ξέρεις, σε µια συνέντευξή µου µε τον ποιητή Γ. Μαρκόπουλο, ακριβώς αυτό συζητήσαµε, την κατά πόσον απαραίτητη επεξεργασία της τέχνης. Πίστευε και εκείνος πως το συναίσθηµα το ορµητικό δεν αρκεί και πως πολλές φορές έγραφε το βράδυ όντας συναισθηµατικά φορτισµένος και την επόµενη µέρα απορούσε µε το πόσο αδιάφορα ήταν. Πιστεύεις πως δεν υπάρχει αυτό που λέµε ¨καλή αυτόµατη γραφή¨; Φυσικά και υπάρχει αυτόµατη γραφή. Πολλοί γράφουν απνευστί κάτι , αλλά πιστεύω πως αν είναι καλό, τις περισσότερες φορές έχουν επιστρέψει κατ’ επανάληψη να αναζητήσουν ψεγάδια, να σµιλεύσουν , να αφαιρέσουν. Η Τέχνη είναι κυρίως η τέχνη της αφαίρεσης. Ας πούµε η Μ.Χ το 1939, έχοντας πίσω της δύο αποτυχηµένους γάµους, την οικονοµική καταστροφή και τον θάνατο των γονιών της, αναζητά βοήθεια στην ψυχανάλυση και καταφεύγει στον Ανδρέα Εµπειρίκο. Ύστερα παντρεύονται από έρωτα και ενώ αποχωρίζεται την Ελλάδα και τον ίδιο, οδηγείται στο Παρίσι και σε έναν τρίτο σύντροφο, το ζωγράφο Javier Vilato, τον «Ξαβιέρη», όπως τον ονοµάζει, ανιψιό του Πικάσο, ανταλλάσει επιστολές µε τον Α.Εµπειρίκο και δε σταµατά να του γράφει µέχρι και µετά το θάνατό του . Το ποίηµα ¨Αντίστροφη Αφιέρωση¨ ουσιαστικά, πρόκειται για ένα ερωτικό ποίηµα, αφιερωµένο σε αυτόν και ενώ φαινοµενικά ο ρυθµός του, η ροή του είναι λες και γράφτηκε µεµιάς , πιστεύω πως το είδε ξανά και ξανά για να φτάσει την υπάρχουσα αρτιότητα του. Η καλή γραφή δε γίνεται να είναι µαθηµατικά, άψυχη. Η καλή γραφή χρειάζεται και το συναίσθηµα, όµως όχι µόνο αυτό. Αν γράφεις για τον προσωπικό σου πόνο, διαµορφώνεις κάτι ηµερολογιακό. Πρέπει να κατορθώσεις τον πόνο σου, το βίωµα σου, να το µετατρέψεις σε βίωµα οικουµενικό, πανανθρώπινο για να πλησιάσουν οι άνθρωποι και να ερµηνεύσουν την ποιητική γραφή µέσω της δικής τους ζωής. Γι’ αυτό και µιλήσαµε για υπέρβαση εαυτού.

Τα ποιήµατα από το ¨ Δίχως άλλο¨ όπου βασίζεται η παράσταση, γραµµένα στο Παρίσι λίγο πριν από τη δεκαετία του 50΄είναι γραµµένα σε πρώτο πρόσωπο, την τοποθετούν στο στόχαστρο, ο λόγος δεν είναι νεκρός, απευθύνεται , υπάρχει παραλήπτης πραγµατικός ή νοητός ,τα ρήµατα διψούν για παρόν και ο δραµατικός ενεστώτας τα ποτίζει. Έτσι και εµείς δε θέλαµε να αφαιρέσουµε τίποτα από την εγγενή δραµατικότητα τους, ίσα-ίσα δουλέψαµε µε τη Δέσποινα Παπάζογλου που ερµηνεύει τη Μ.Χ πολύ πάνω στην εκφορά αυτών των ποιηµάτων, λέξη προς λέξη. Θελήσαµε να βρούµε αυτή την ελευθερία που παίρνει και η Μάτση µε τη χρήση της γλώσσας - µια ελευθερία όµως δοµηµένη και στο έπακρον επεξεργασµένη, γιατί η Τέχνη θέλει γενικά δουλειά και επεξεργασία, ξανά και ξανά και ξανά. Οι ελευθερίες που έχουµε πάρει εντοπίζονται σε κάθε επίπεδο. Επίσης, µε τη σκηνογράφο µας, τη Φωτεινή

-

16

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

Η ζωή της Μ.Χ φαίνεται πως ήταν θυελλώδης. Διακρίνεται κυνηγηµένη να ψάχνει , να αναζητά επιµόνως κάτι. Πιστεύεις πως σε όλη της τη ζωή την όριζαν οι άντρες της ή η ίδια οριζόταν από το συναίσθηµα του ανεκπλήρωτου;

µεταπολεµικού Παρισιού που σφύζει από δηµιουργικές τάσεις και αναπνέει αλλιώς µετά από καιρό, αλλά δεν αρκεί µόνο αυτό για να είναι αυτή που είναι ως ποιήτρια. Μπορεί να την όρισε ο έρωτας, αλλά όχι µόνο ο έρωτας για τους άντρες. Την έτρεφε χρόνια, ως και τα 71 της, ο έρωτας για τη ζωή, ο έρωτας για τη γραφή, ο έρωτας για την Ελλάδα. Η ίδια µάλιστα έχει γράψει για το ανεκπλήρωτο µέσα της: ¨όλα δεν τα’ χω πει / µε εκριζώνεις¨. Και το λέει αυτό , ενώ γράφοντας, µας έχει πει και µας λέει τόσα.

Φυσικά και την όριζε πρωτίστως µια ενδόµυχη επιθυµία για ζωή. Όταν τα εκπληρώνεις όλα στη ζωή σου , δεν έχεις κίνητρο να πας παραπέρα. Τον Εµπειρίκο τον αγάπησε, έφυγε, αλλά αγάπησε και τον άντρα της στο Παρίσι. Δε σηµαίνει πως όταν χωρίζεις ,ξεπερνάς έναν άνθρωπο και ειδικά έναν άνθρωπο σαν τον Εµπειρίκο που τη συνάντησε ενώ ήταν κοριτσάκι και τη στιγµάτισε τόσο µε το έργο του , όσο και µε τη µορφή του. Επίσης, µην ξεχνάς πως την ψυχογραφούσε κιόλας. Τα ποιήµατά της, οι επιστολές της παίρνουν πολλές φορές ένα χαρακτήρα εξοµολογητικό. Εξοµολογείται συναισθήµατα, στιγµές, τη ζωή στο Παρίσι, τη λησµονιά της Ελλάδας. Το έργο της , ¨ Δίχως Άλλo¨ είναι ουσιαστικά επιστολές της στον Εµπειρίκο που πρόσφατα ανακαλύφθηκαν στο αρχείο του ποιητή και θα κυκλοφορήσουν προσεχώς από τις εκδόσεις Άγρα. Χάρη στην ευγενική παραχώρηση του Λεωνίδα Εµπειρίκου και του Χρήστου Δανιήλ, χρησιµοποιούµε τις επιστολές της για την παράσταση µας και την καθιστούµε ζωντανή ,υπαρκτή. Τα ποιήµατα και οι επιστολές της λειτουργούν αλληλοσυµπληρωµατικά, δεν ακυρώνουν το

¨Σβήσε το πρόσωπό µου και ξαναρχίζουµε¨. Για πολλούς το πρόσωπο , είναι η όψη της ψυχής. Ο Χ. Μπουκάϊ υποστηρίζει, πως οι άνθρωποι µεγαλώνοντας έχουν την όψη που τους αξίζει. Ο τίτλος της παράστασης, παροτρύνει κάποιον να µηδενίσει το κοντέρ , να δώσει µια ευκαιρία. Πιστεύεις όµως πως το πρόσωπο σβήνεται; Η ψυχή; ( γέλια) Πράγµατι ,έτσι είναι αυτό για το πρόσωπο. Την ψυχή δεν τη σβήνεις, άπαξ και τη σβήσεις, τελείωσε. Η φράση αυτή είναι δανεισµένη από τη Μ.Χ και έχει λειτουργήσει και λειτουργεί αρκετές φορές ως µότο στην παράστασή µας. Η Μάτση Χατζηλαζάρου δεν αυτοσυστήνεται ως ποιήτρια, δηλαδή δεν έχει ένα προκαθορισµένο πρόσωπο που την εγκλωβίζει στο εγώ της. Όπως ένας καλός ηθοποιός, κρεµά τον εαυτό του σε

ένα το άλλο, δε συγκρούονται. Μέσω τ��ν αντρών της και πιο συγκεκριµένα των επιστολών και των ποιηµάτων της σε αυτούς εµφανίζεται µια «γυναικεία ταυτότητα εποχής» και ξετυλίγεται πιο ρεαλιστικά η ζωή της. Η εποχή ωστόσο , δεν ορίζει τη Μάτση. Σίγουρα την υπογραµµίζει η ύπαρξη του µεγάλου ποιητή στη ζωή της, καθώς επίσης και µεγάλων καλλιτεχνών και στοχαστών , ενός

µια κρεµάστρα πριν µπει στον εκάστοτε ρόλο και γίνει κάτι άλλο , έτσι και εκείνη γράφοντας πότε γίνεται καρέκλα, πότε καµηλοπάρδαλη ,πότε φωνή πουλιού, αποποιούµενη κάθε ταυτότητα που θα µπορούσε να τη βαρύνει ( ¨Αυτό το νεογέννητο παιδί/ ενωµένο ακόµα µε τη µάνα του από τον αφαλό/µην είναι το Οιδιπόδειό µου/ το άγχος µου της θανής/ ΤΟΣΟ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ/µαζί θα

17

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

πάρουµε το δρόµο /αυτό που βιάζει είναι να ξέρουµε πώς/ γίνεσαι καρέκλα και καµηλοπαρδαλις ή φωνή πουλιού/ εγώ που δε βάρυνα ποτέ µε γάλα και µε ζωή¨.)H M.X λοιπόν, έτσι, µη έχοντας ένα και µόνον πρόσωπο να την ορίζει µέσα από την ποιητική της γραφή , γίνεται η ζωή της, τη βιώνει ως το µεδούλι και µηδενίζει, ξεκινά από την αρχή µε κάθε της γραφή, χωρίς να ξεχνά, απλώς βάζοντας στην άκρη. Ο καλλιτέχνης πρέπει να υπερβαίνει τον εαυτό του, να ξεπερνά τον εαυτό του, την ανάγκη του να επικοινωνήσει µε ένα κοινό, την ικανοποίηση του ναρκισσισµού του. Δεν είναι απλή υπόθεση.

Δε θέλω µέσω της παράστασης µου να υπογραµµίσω πως οι γυναίκες υποτιµούνται, δεν είχα στο µυαλό µου αυτό. Υπάρχουν γυναίκες που κατάφεραν και έσπασαν τον περιορισµό και για µένα έγιναν αυτόνοµες καλλιτέχνιδες , µε δικά τους χαρακτηριστικά , υπόσταση και διάρκεια στο χρόνο. Η Μάτση δε δείχνει να ανταγωνίζεται τους άντρες και τους εραστές της. Καλλιτεχνικά ανεξαρτητοποιείται και γι' αυτό και δεν φοβάται τη ρητή αναφορά σ' εκείνους που γίνονται πια φανταστικοί ήρωες µέσα στο δικό της ποιητικό σύµπαν. Η Μ.Χ αφοµοιώνει αλλά και σωµατοποιεί , προσδίδει µέσω της γραφής της µια αντικειµενική σκοπιά των πραγµάτων και από προσωπικά βιώµατα, τους δίνει ένα χαρακτήρα οικουµενικό. H Μ.Χ. δε δηµιουργεί βάζοντας ρήτρα το φύλο της, αλλά εξελίσσεται µέσα στην παγκόσµια ψυχή. Προχωρά στη ζωή της , ερωτεύεται το εκάστοτε παρόν της, καθώς ο έρωτας ανθίζει µόνο στο παρόν και αγαπά το παρελθόν της µέσα στον τρέχοντα χρόνο.

Η Μάτση συγκρούεται µε τα στερεότυπα της εποχής της και µε τον ίδιο της τον εαυτό .Δεν στεριώνει σε κανένα γάµο (ακόµα κι αν είναι µε το µεγάλο της έρωτα), έχει µια παράξενη σχέση µε τη µητρότητα (τη ζηλεύει και ταυτόχρονα την αποκηρύσσει προς χάριν της δηµιουργίας και του έρωτα), δεν χωράει σε καµία πατρίδα (πόσο µάλλον που η Ελλάδα εκείνη την εποχή διανύει περίοδο Εµφυλίου). Όµως η ίδια µέσω της γραφής της όλο επιστρέφει, όλο επιστρέφει, από µικρό κορίτσι ως ώριµη γυναίκα βρίσκει χρόνο και χώρο να επιστρέφει, τοποθετώντας λέξεις που κουβαλούν θύµηση ,πόνο ,έρωτα, φυγή, αγάπη, µοναξιά. Ίσως αυτό το κατάφερνε µε τόσο µεγάλη συνέχεια λόγω της ικανότητας της να αποποιείται το συµβατικό πρόσωπο.

Η γυναίκα του Μπαχ , η Κική Δηµουλά και πολλές γυναίκες που δηµιούργησαν και δηµιουργούν ακόµη και τώρα , φαίνεται να επισκιάζονται από το έργο του συντρόφου τους. Έργα αυτών των γυναικών, παρότι εξαίρετα, γίνονται γνωστά στο κοινό , µετά από χρόνια. Υπογραµµίζεται κάτι τέτοιο µέσω της παράστασής σας; Η Μ. Χ αγαπά την ποίηση και αυτό µπορεί να το καταλάβει αυτό διαβάζοντας κείµενά της. Η ίδια µάλιστα γράφει: ¨ Η ποίησή µας είναι η ζωή¨ και ¨Κάνουµε την ποίησή µας στο χαρτί, γιατί χάσαµε στη ζωή τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού¨. Αυτή η αγάπη , όπως και κάθε αγάπη για κάποια τέχνη δεν µπορεί να επισκιαστεί. Θα βρει τρόπο και θα έρθει στην επιφάνεια. Είναι βέβαια, αλήθεια πως, µια γυναίκα ταυτίζεται περισσότερο µε το όνοµα του άντρα ή των εραστών της παρά µε το δικό της έργο. Είναι σύνηθες αυτό το φαινόµενο ακόµη και τώρα. Αποτελεί διατήρηση µιας ψευδαίσθησης, το να πιστεύουµε πως πια δε ζούµε σε ανδροκρατούµενες εποχές. Το ίδιο δεν έγινε κατ' εξοχήν µε την Καµίλ Κλωντέλ, µια συγκλονιστική γλύπτρια που είχε την τύχη κι συνάµα την ατυχία να είναι µαθήτρια κι ερωµένη του Ροντέν, επίσης καλλιτέχνη; Αν δεις, τα έργα του Ροντέν ,φαίνονται λεία, έχουν µια σφριγηλότητα , φαίνεται σχεδόν η ανυπαρξία ψεγαδιού. Εµένα όµως αν µε ρωτάς, µου αρέσει πιο πολύ η κατάθεση ψυχής της Καµίλ Κλωντέλ. Τα ψεγάδια της, τα πιο τραχιά σηµεία της, δείχνουν σύγκρουση συναισθηµατική, ζόρι, πόνο. Η γυναίκα πονά αλλιώς. Η γυναίκα όπως φέρει στα σπλάχνα της το παιδί γνωρίζοντας πως γεννώντας το θα πονέσει, έτσι είναι ικανή να φέρει µέσα της συναισθήµατα ξέροντας πως βγάζοντας τα ,θα υποφέρει. Αυτό φαίνεται στην τέχνη.

¨Δε θέλω ανεµώνες κόκκινες , µαβιές και άσπρες/ θέλω να χώσω τα µούτρα µου µες στα µαλλιά σου/ που ‘ ναι σα χόρτα / στην άκρη του ποταµού¨. Αγαπά αλλά και πενθεί ό, τι αφήνει πίσω και έτσι διαφυλάσσει ένα ψήγµα του άλλου στην καρδιά της . Έτσι, δεν κρύβεται πίσω από κάποιο αντρικό πρότυπο,

18

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

Απόσπασμα από την ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου

19

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

πενθεί πραγµατώνοντας την ανάµνηση µε λέξεις και έτσι µε αυτές και µέσω αυτών αγαπά-πενθεί και συνεχίζει να αγαπά.

συνεπάγεται µε το ότι ο άνθρωπος ακόµη και υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες θα βρει τρόπο να δηµιουργήσει, να εκφραστεί, για παράδειγµα, φυλακισµένοι άνθρωποι µαζεύουν ψίχουλα και κουρέλια και φτιάχνουν πράγµατα. Έτσι, µόνο από ανάγκη εσωτερική για αλλαγή, θα αλλάξουν πραγµατικά τα πράγµατα στην Ελλάδα και θα ξαναρχίσουν, αλλά αυτό θα το συζητήσουµε µε χαρά σε επόµενη συζήτησή µας. Προς το παρόν τα λέµε στο

«…σ’ αγαπώ σε σκέπτουµαι σε γράφω δεν ξέρω πια ν’ ανασάνω χωρίς

θέατρο Δευτέρα 22 ή και Τρίτη 23 Οκτωβρίου στις 12:00 , στο θέατρο του Νέου Κόσµου (Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Αθήνα), µε εισιτήριο 12 ευρώ.

εσένα η καρδιά µου δε µε αφορά σ’ αγαπώ αγαπώ αγαπώ σε κοιτάω πάντα έρωτα πως να σε σβύσω εγώ που ακούω τη φωνή σου εδώ στην Ελλάδα ξέρω τα µάτια σου και τα χέρια σου που λύσανε τα

Έτσι λοιπόν, αποχαιρέτησα τη Δήμητρα Κονδυλάκη , ξεκλέψαμε λίγο χρόνο, κλέψαμε λίγη από την ποιητική

λουλούδια γύρω απ’ το λαιµό µου για σένα τα είχα φορεµένα»

μαγεία της Μ.Χατζηλαζάρου, ο καφές τελείωσε, όπως και η συζήτηση , μας έμεινε όμως η γεύση. Επέστρεψα κάνοντας μια στάση να ξεφυλλίσω τα Άπαντα της

¨Δεν οικτίρεται, δεν κλαίει, µόνο πενθεί για την αυτοχειρία του έρωτα, της εγκατάλειψης για να υποδεχτεί µε µεγαλύτερη ζέση την ανάµνηση που την πραγµατώνει µέσα της.« Ακούστε πως ανασαλεύει ο έρωτας/τώρα που είναι παραπανήσιος/ κι ας αραδιάζω εδώ µονάχα λέξεις/για µένα έχει ακόµα σάρκα/οστά και επιδερµίδα/πως γίνεται της γαρδένιας το πέταλο/όταν µες στα χέρια µας κακοπάθει/έτσι δείχνουν οι πληγές του έρωτα».

ποιήτριας. Ακόμη και χωρίς συστάσεις όπως οι παραπάνω, αυτή η Κάποια μου είπε πολλές φορές το όνομά της, ξεφυλλίζοντας. Ραντεβού στο θέατρο. ◈

Έχετε ζήσει χρόνια στη Γαλλία και την έχετε αγαπήσει. Πώς και βρίσκεστε εδώ στην Ελλάδα και κάνετε µια παράσταση-αφιέρωµα στη Μ.Χ; Πιστεύετε πως η Ελλάδα µπορεί να σβήσει το πρόσωπό της και να ξαναρχίσει; Είµαι εδώ γιατί πιστεύω πως η Ελλάδα µε χρειάζεται, όπως χρειάζεται και όλους τους ανθρώπους που θέλουν και µπορούν να την πάνε πιο πέρα. Σε λίγο καιρό έτσι όπως την εγκαταλείπουµε, θα προχωρούµε στους δρόµους και θα συναντάµε µόνο γέρους και µικρά παιδιά. Δεν πιστεύω, πως η κρίση κάνει κάλο στην Τέχνη. Δεν κάνει καλό µε τη στενή έννοια. Ο καλλιτέχνης δηµιουργεί και κάποια στιγµή έχει ανάγκη και να τραφεί, να επιβραβευτεί για το λειτούργηµά του. Εδώ ,πολλοί άνθρωποι και το κράτος , συγχέουν την ανεξάρτητηαυτόνοµη υπόσταση της Τέχνης µε µη ανάγκη για ενίσχυση αυτής. Το κράτος οφείλει να στηρίζει τους καλλιτέχνες. Δεν πρόκειται για χόµπι αλλά για λειτούργηµα. Δηµιουργείς ,δηµιουργείς και δίχως οικονοµική και ηθική ενίσχυση µπορεί µια πίκρα να σε καταβάλει για κάποιο διάστηµα. Δεν είναι ανάγκη να φτιάχνεις κάτι ορµώµενος από την κρίση. Μπορεί , ένα έργο να αναλύει σε βάθος την υπάρχουσα δυσάρεστη κατάσταση που βιώνουµε, αλλά εγώ ήθελα να δηµιουργήσω κάτι έξω από αυτό, να ανοίξω ένα παράθυρο στην κατάσταση αυτή που µας βαραίνει. Όταν βλέπεις µια καλή ταινία, ένα έργο βρίσκεις όρεξη για να συνεχίζεις ,για να ελπίζεις, για να ζεις. Πιστεύω πως ο άνθρωπος ασχολείται µε την τέχνη από ανάγκη, από εσωτερική ανάγκη ,όχι απλώς από επιλογή, που

Εικονογράφηση: Sugahtank John Roubanis http://www.flickr.com/photos/sugahtank/

20

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

21

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

ΤΟ ΚΑΠΛΑΝΙ ΤΗΣ ΒΙΤΡΙΝΑΣ Εκδόσεις Κέδρος 1974 ▧

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ papadaki.stav@gmail.com stavpapadaki.com

Η Κυριακή το χειµώνα είναι η πιο βαρετή µέρα. Θα ’θελα να ξέρω αν όλα τα παιδιά του κόσµου περνούνε τόσο βαρετά, όσο η Μυρτώ κι εγώ. Το απόγευµα µάλιστα, όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει νωρίς νωρίς, δεν ξέρουµε τι να κάνουµε. Από το πρωί έχουµε παίξει, έχουµε τσακωθεί, ύστερα ξαναµονοιάσει, έχουµε διαβάσει ―εγώ το «Δαβίδ Κόπερφηλδ» και η Μυρτώ τον «Τζακ»― και δε µένει πια τίποτα, µα τίποτα να κάνεις. Ο µπαµπάς κι η µαµά, τις Κυριακές, παίζουν χαρτιά στο σπίτι του κυρίου Περικλή, που είναι διευθυντής του µπαµπά στην Τράπεζα. Η θεία Δέσποινα, η αδελφή του παππού, πάει επίσκεψη στις φίλες της κι η Σταµατίνα, η υπηρέτρια, έχει έξοδο. Έτσι µένουµε τα κυριακάτικα απογεύµατα στο σπίτι µόνες µε τον παππού. Αν είναι καλός καιρός, ο παππούς µάς πάει περίπατο κι ύστερα, µόλις σκοτεινιάσει, γυρνάµε πίσω. Τότε αρχίζει η µεγάλη βαρεµάρα. Ο παππούς κλείνεται στο γραφείο του, µε τους «αρχαίους» του. Έτσι λέµε, µε την αδελφή µου τη Μυρτώ, τα βιβλία του παππού, γιατί είναι όλα αρχαία ελληνικά. Εµείς πάµε στην τζαµωτή βεράντα και κοιτάµε τη θάλασσα. Όταν έχει τρικυµία, τα κύµατα σπάνε στους βράχους, πιτσιλάνε τα τζάµια κι έτσι όπως κυλάνε οι στάλες απάνω τους µοιάζουν µε δάκρυα. Τότε είναι που συλλογιζόµαστε τις πιο θλιβερές ιστορίες. Τάχατες πως πέθανε ο µπαµπάς, η µαµά ξαναπαντρεύτηκε κι ο πατριός µας είναι πιο κακός και από του Δαβίδ Κόπερφηλδ. Ή, πάλι, σκεφτόµαστε πως ο παππούς είναι ένας φτωχός ζητιάνος και µεις, ντυµένες κουρέλια, γυρίζουµε µαζί του µέσα στο κρύο και ζητιανεύουµε, από πόρτα σε πόρτα, ψωµί. Καθετί που συλλογιόµαστε του δίνουµε και τίτλο, λες και είναι ολόκληρο παραµύθι. Τούτη όµως την Κυριακή είχαµε τόσο βαρεθεί, που σαν είπα στη Μυρτώ να παίξουµε «Ο παππούς ζητιάνος», µου απάντησε πως πιο σαχλή ιστορία δεν είχαµε ξανασκεφτεί. Καθίσαµε κάµποση ώρα µουτρωµένες και ύστερα πήρε καθεµιά ένα τζαµάκι για δικό της και είπαµε, σ’ όποιο

πέσουν οι πιο πολλές σταγόνες εκείνη θα κερδίσει. Επειδή όµως κέρδιζα συνέχεια εγώ, η Μυρτώ είπε πάλι πως πιο κουτό παιχνίδι δεν ξαναπαίξαµε. ― Δε φτιάχνουµε µια ιστορία για το καπλάνι*; έκαµα, µα το µετάνιωσα αµέσως, πριν καλοτελειώσω τη φράση µου, και µούδιασα. ― Σαν δεν ντρέπεσαι! Αυτό µονάχα σου λέω, αγρίεψε η Μυρτώ. Έχεις τόσο µεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, που νοµίζεις πως µπορείς να φτιάχνεις ιστορίες για το καπλάνι! Ίσως να ’χε δίκιο. Γιατί, για το καπλάνι, που είναι βαλσαµωµένο µέσα σε µια βιτρίνα κάτω στο µεγάλο σαλόνι, µονάχα ο ξάδελφός µας ο Νίκος ξέρει να διηγιέται. Ο Νίκος µένει στην Αθήνα και σπουδάζει χηµικός στο Πανεπιστήµιο. Κάθε καλοκαίρι έρχεται στο νησί και πηγαίνει µαζί µας εξοχή. Μπορεί, βέβαια, η θεία Δέσποινα να έλεγε πως το σκότωσε το καπλάνι ο άντρας της, γιατί περνούσε κολυµπώντας από την Τουρκία και έτρωγε τα πρόβατα στο νησί ―αυτό όµως είναι ιστορία για τους µεγάλους και κανένα παιδί δεν την πιστεύει. Ο Νίκος ξέρει ένα θαυµαστό παραµύθι για το καπλάνι της βιτρίνας, που δεν τελειώνει ποτέ και κάθε καλοκαίρι το συνεχίζει. Είχε σκοτεινιάσει για καλά. Η θάλασσα δεν ξεχώριζε µήτε τα κύµατα. Μονάχα ακούγαµε ένα «παφ» και γέµιζαν ξαφνικά τα τζάµια δάκρυα. Ο δρόµος έξω ήτανε έρηµος. Τότε πήγαινα να πιστέψω πως το νησί µας άδειαζε τις χειµωνιάτικες Κυριακές, οι άνθρωποι έφευγαν κάπου µακριά κι απόµενε µόνο η τζαµωτή βεράντα µε µας τις δυο, που, θαρρείς, έπλεε µέσα στην αφρισµένη θάλασσα. ― Σαν δεν ντρέπεσαι, ξανάπε η Μυρτώ. Κατάλαβα πως το ’λεγε πιο πολύ για να ξαναπιάσουµε κουβέντα, έστω κι αν ήτανε για να τσακωθούµε. Κι εγώ έψαχνα αφορµή να πάω κοντά της, γιατί ήτανε πολύ σκοτεινά και φοβόµουνα. Τότε ακούστηκαν τραγουδιστά τα µαγικά λόγια: ΠΑ ΒΟΥ ΓΑ ΔΕ ΚΕ ΖΩ ΝΗ... Ήτανε ο παππούς, που σαν τέλειωνε τη µελέτη του, έψελνε σε µια παράξενη γλώσσα που τη λένε βυζαντινή. Η

22

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

23

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

Μυρτώ κι εγώ, άµα θέλαµε να κάνουµε τις σπουδαίες στ’ άλλα παιδιά, µιλούσαµε τάχα, µεταξύ µας, µια ξένη γλώσσα. Έλεγε η µια: ΠΑ ΒΟΥ ΓΑ και απαντούσε η άλλη: ΔΕ ΚΕ ΖΩ ΝΗ. Τότε κείνα µας ρωτούσανε: «Μα τι γλώσσα µιλάτε;» Eµείς απαντούσαµε καµαρωτά: «Δεν καταλαβαίνετε; Βυζαντινά». Ο παππούς ήρθε στην τζαµωτή και µας πήρε να πάµε στην τραπεζαρία. Μας έσπασε καρύδια και µας έδωσε να τα φάµε µε µέλι. Όταν η Μυρτώ ζήτησε και τρίτη φορά να της γεµίσει το πιατάκι, ο παππούς τής είπε: ― Μυρτώ, τι προτιµάς; Κι άλλα καρύδια ή να σου διηγηθώ ένα µύθο; ― Φυσικά, καρύδια! απάντησε εκείνη. Αφού ο µύθος δεν τρώγεται! Παράξενος που είναι ο παππούς µας! Δε µοιάζει µε τους παππούδες των άλλων παιδιών. Ψηλός ψηλός, περπατάει κρατώντας ένα καλάµι αντί µπαστούνι, χωρίς να καµπουριάζει καθόλου τη ράχη του. Όλοι στο νησί τον λένε «O ΣΟΦΟΣ». Ξέρει όλο τον Όµηρο απέξω. Ποτέ δε µας λέει παραµύθια για δράκους και βασιλιάδες, παρά µύθους για τους αρχαίους θεούς και θρύλους για τους ήρωες. Καµιά φορά πιστεύω πως ο παππούς είναι αρχαίος Έλληνας, δεν τολµώ όµως ούτε στη Μυρτώ να το πω, γιατί θα µου απαντήσει: «Σαχλαµάρες». ― Λοιπόν, τι θα κάνετε τώρα; ρώτησε ο παππούς, αφού τελειώσαµε µε τα καρύδια. Εµείς δεν είπαµε τίποτα, γιατί, αν του λέγαµε πως θέλαµε να παίξουµε µαζί του τόµπολα, εκείνος θα µας απαντούσε: «Να σας πω καλύτερα ένα µύθο. Τόµπολα παίζετε και µε τη Σταµατίνα». ― Λοιπόν, θα σας πω ένα µύθο, είπε ο παππούς κι άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου. «...O Ίκαρος, µε τα φτερά που του έφτιαξε ο πατέρας του ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά σαν πουλί. Μα πέταξε τόσο ψηλά, σχεδόν κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε το κερί που µ’ αυτό ήτανε κολληµένα τα φτερά του. Έτσι έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Γι’ αυτό το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον...» Μέσα στο Ικάριον πέλαγος είναι το νησί µας. Τι µικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο! Σαν µία µικρή τελεία. Πέρα, τ’ άλλα νησιά, κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες χώρες απέραντες. Τι όµορφα που θα ’ναι να βάζεις δυο φτερά στην πλάτη σου και να πετάς! Να ’ναι, ας πούµε, µια βαρετή Κυριακή κι εσύ να λες: Δε βάζω τα φτερά µου να πεταχτώ, µια στιγµή, στην Ιαπωνία ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές Κυριακές; Να δω αν παίζουνε σαν και µας κουτσό, σκοινάκι, πεντόβολα; ― Μπορεί στ’ αλήθεια, παππού, να πετάξει καµιά φορά ο άνθρωπος; ρώτησα. ― Σαχλαµάρες! πρόλαβε ν’ απαντήσει η Μυρτώ. Μα ο παππούς δεν την άφησε να συνεχίσει: ― Μπορεί, άµα περάσουν πενήντα, ίσως εκατό χρόνια, να γίνει κι αυτό. Τώρα έχουµε Γενάρη του 1936 και ίσως ως το Γενάρη του 1986 οι άνθρωποι να πετάνε, σαν τον Ίκαρο, κοντά στον ήλιο, χωρίς όµως να ξεκολλάνε τα φτερά τους. ― Ουουου, ως τότε τι να το κάνουµε, λέει η Μυρτώ. Εµείς πια θα είµαστε γριές κι έτσι κι αλλιώς δε θα µπορούµε να πετάµε. Ο παππούς τη µάλωσε πως είναι εγωίστρια. Αν, λέει, σκεφτόντανε έτσι όλοι, δε θα ’χε γίνει καµιά ανακάλυψη

στον κόσµο. Οι επιστήµονες θα λέγανε: Γιατί να κουραζόµαστε να βρούµε τούτο ή εκείνο, αφού ώσπου να τελειοποιηθεί η εφεύρεσή µας εµείς θα είµαστε γέροι ή θα ’χουµε πεθάνει. ― Αλλά οι επιστήµονες, κυρία Μυρτώ, συνέχισε ο παππούς, σκέφτονται την ανθρωπότητα κι όχι τον εαυτό τους. Οι ίδιοι µπορεί να µην υπάρχουν, αλλά το όνοµά τους µένει αθάνατο. ― Θα ’θελα να γίνω εφευρέτης, λέει η Μυρτώ. ― Αν οι... εφευρέτες ξέρανε τόσο άσχηµα την προπαίδεια, όπως εσύ, της πέταξε ο παππούς, δε θα γινότανε καµιά εφεύρεση στον κόσµο. Δε φανταζόµασταν πως θα τέλειωνε τόσο άσχηµα η Κυριακή. Ο παππούς άρχισε να ρωτάει τη Μυρτώ το 7x7 κι εκείνη θαρρείς το έκανε επίτηδες κι όλο τα µπέρδευε. Eπέµενε µάλιστα τόσο πως 7x8 κάνει 46 ―ενώ ο παππούς έλεγε 56―, που έκανε τoν παππού να θυµώσει. ― Αν δε µάθεις την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά, δε θα πας ποτέ σου σε αληθινό σχολείο, είπε ο παππούς και µας έστειλε να κοιµηθούµε. Εγώ πηγαίνω στη δεύτερη τάξη και η Μυρτώ στην τέταρτη. Δεν πηγαίνουµε όµως σχολείο, µας κάνει ο παππούς µάθηµα στο σπίτι. Κάθε χρόνο δίνουµε εξετάσεις, σαν «διδαχθείσες κατ’ οίκoν», και περνούµε τις τάξεις. Σε δηµόσιο σχολείο δε θέλουν να µας στείλουν, γιατί εκεί, λέει ο παππούς, είναι τόσα παιδιά σε κάθε τάξη, που µπορεί να περάσει µισός χρόνος και να µη σε σηκώσουν για µάθηµα. Είναι και το ιδιωτικό σχολείο του κυρίου Καρανάση στη γειτoνιά µας, µα αυτό, λέει ο µπαµπάς, δεν είναι για το βαλάντιό µας. Όταν πέσαµε πια στα κρεβάτια µας να κοιµηθούµε, άρχισε η Μυρτώ να λέει πως εγώ έφταιγα και την κατσάδιασε ο παππούς για την προπαίδεια: που ρώτησα αν θα µπορέσει στ’ αλήθεια να πετάξει ο άνθρωπος. Πού να το ’ξερα πως, για να πετάξει ο άνθρωπος, χρειάζεται κανείς να ξέρει την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά κι έτσι θα θυµότανε ο παππoύς να ρωτήσει τη Μυρτώ; Μπορούσε, όµως, ποτέ κυριακάτικα να πάνε όλα καλά; Αν πηγαίναµε σχολείο, θα µας άρεσε η Κυριακή, που θα µέναµε στο σπίτι. Ενώ τώρα... ― Αχ, να πηγαίναµε σχολείο! λέω δυνατά. Μα η Μυρτώ έχει κουκουλωθεί από το κεφάλι και κάνει πως δεν ακούει. Τότε είπα ακόµα πιο δυνατά: ― EΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; ― ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απάντησε εκείνη πεισµωµένα, κάτω από τα σκεπάσµατα. Αυτά δεν ήτανε βυζαντινά, αλλά µια δική µας γλώσσα, που µόνο οι δυο µας την καταλαβαίναµε. EΥ-ΠO θα πει: πολύ ευχαριστηµένη. ΛΥ-ΠO: πολύ λυπηµένη. Αν δεν το ρωτούσαµε κάθε βράδυ η µια στην άλλη, δεν µπορούσαµε να κοιµηθούµε. Δεν ξέρω γιατί τις Κυριακές σχεδόν πάντα απαντούσαµε: ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠO. Να ’χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα µπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσµου: EΥ-ΠΟ; Λ Υ-ΠΟ; ◈ * καπλάνι: η τίγρη.

24

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

25

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

ΤΟ ΠΛΑΤΥΣΚΑΛΟ η ζωή σε αντιπαροχή ▧

ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ taxamenaepeisodia@gmail.com https://taxamenaepeisodia.wordpress.com

Το προηγούµενο βράδυ δεν είχε κλείσει µάτι. Βλέµµα καρφωµένο στο εικονοστάσι του απέναντι τοίχου και ο νους να γυρίζει στην πρώτη µέρα που είχε δει τον άντρα της. Είχε σταθεί στο πλατύσκαλο του σπιτιού και τον περίµενε να περάσει από µπροστά της για να την δει, και µόλις εκείνος φάνηκε στην αρχή του δρόµου κοκκί��ισε, λίγο από έξαψη και λίγο από θυµό, που θα έπρεπε να τον συναντήσει µε αυτόν τον ατιµωτικό τρόπο και του έριξε το πιο παγωµένο βλέµµα που θα φορούσαν ποτέ τα µάτια της. Όταν εκείνος έστριψε στην γωνιά του δρόµου, αφού πριν φρόντισε να της χαµογελάσει, εκείνη γύρισε στη µάνα της και της είπε «εντάξει, θα τον πάρω» αν και κανείς δεν ζήτησε την γνώµη της.

και εκείνα σε όσα βλέπουν, αρνούνται να συµβιβαστούν µε τον ήλιο που δύει, ψάχνουν ανατολές, παράθυρα που ανοίγουν, σεντόνια απλωµένα για πρώτη φορά, µυρωδιές σαπουνιού, χαµόγελα αυθόρµητα απέναντι στο θαύµα της ηµέρας, χέρια αυθόρµητα µέσα στο θαύµα µιας αγκαλιάς. Αγκαλιά δεν πήρε ούτε έδωσε, έτσι όπως της τα έµαθε ο καιρός, έτσι του τα γύρισε πίσω. Δεν αντέχει, βγαίνει έξω και αρχίζει να καθαρίζει το πλατύσκαλο, πρέπει να έχει ρίξει ήδη τρεις κουβάδες νερό σε µια επιφάνεια τρία επί δύο, την βλέπει η κόρη της και θυµώνει, τι καθαρίζεις, σε µια εβδοµάδα δεν θα υπάρχει τίποτα, το πλατύσκαλό σου θα πεταχτεί σε µια χωµατερή, άσε τα πλυσίµατα κι έλα εδώ να σώσεις ότι σώζεται, τα άλλα θα τα πάρει ο άνεµος. Ξαφνιάζεται εκείνη, σκύβει στην αυλή και γεµίζει την χούφτα της µε χώµα, το βάζει στην τσέπη της ρόµπας της και µπαίνει µέσα.

Ύστερα σκεφτόταν το ίδιο το πλατύσκαλο µπροστά από την πόρτα του σπιτιού, που της είχε δώσει χαρές και ταυτόχρονα ένα µικρό επιπλέον ύψος για να παρατηρεί τα πράγµατα γύρω της. Εκεί έκαναν οι κόρες της τα πρώτα τους βήµατα, εκεί τις περίµενε να γυρίσουν το βράδια, εκεί στεκόταν το πρωί µέχρι ο άντρας της να στρίψει στην γωνία πηγαίνοντας για την δουλειά.

Δεν ήταν το πλατύσκαλο που έχανε τώρα, ήταν ο έλεγχος της ζωής της.

Τώρα είναι κολληµένη στο µπάνιο, το πακετάρισµα έχει ξεκινήσει από το πρωί, δεν υπάρχει τίποτα να µαζέψει πια εκεί, αλλά πως το κάνεις το βήµα το µεγάλο να µπεις στο σαλόνι µόνος σου; Κοιτάζεται στον καθρέφτη, όλα τα χρόνια της γραµµένα στο πρόσωπό της, κάθε ρυτίδα και µια αντίδραση στην λήθη, κι ας µην το διάλεξε, κι ας ήθελε το παρελθόν να περάσει σαν νερό τρεχούµενο, χωρίς να σκάψει το χώµα. Τα µάτια της µικραίνουν µε τον καιρό, αντιδρούν

Γωνίες. Η Κατερίνα φτιάχνει στα γρήγορα το φαγητό και το βάζει στο φούρνο, µέχρι να ψηθεί θα έχει φέρει τη Νικούλα από το σχολείο, βγαίνει έξω, δεν βιάζεται, χρειάζεται αέρα, λίγο ακόµα και θα έµπαινε κι εκείνη σε κούτα, λίγο ακόµα και θα την νικούσε το πακετάρισµα

26

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ

της ίδιας της της ζωής. Η Νικούλα έχει σχολάσει ήδη και περιµένει στην αυλή χαµογελαστή, δεν έχει καταλάβει τίποτα, δεν έχει και να θυµάται τίποτα, µόνο χάδια είχαν για εκείνη και παιχνίδια ακριβά, µια φορά έφυγε το µηνιάτικο σε µια πορσελάνινη κούκλα, να την έχει η µικρή να θυµάται πώς την µεγαλώσαµε, να θυµάται ότι εµείς την µεγαλώσαµε, να µας φροντίζει όταν µεγαλώσουµε.

ταµείο, γιατί άργησες, πάντα αυτό της λέει, ούτε καλησπέρα, τι καλησπέρα δηλαδή, ούτε ένα βλέµµα δεν της ρίχνει. Μόλις τελειώνει την διώχνει από µόνος του, µην χασοµεράς εδώ, πρέπει να έχετε τελειώσει µε το πακετάρισµα µέχρι το βράδυ, βοηθήστε την µάνα σας µε την µετακόµιση – µε εσένα ποιος θα την βοηθήσει ήθελε να του πει αλλά κρατήθηκε, άστον να πιστεύει ότι τον φοβόµαστε, έτσι κι αλλιώς δεν έχει µάθει άλλον τρόπο για να δει τον σεβασµό.

Γυρνάει και τρέχει για την κουζίνα, είναι έτοιµο το φαγητό, θα του το πάω εγώ, ελάτε κι εσείς να φάτε και κλείστε κανένα πατζούρι, δεν είναι η Ρήνια µας για τα δόντια τους, µιλάει σαν την µάνα της, κάποιος πρέπει να την αντικαταστήσει σήµερα που χάνει το πλατύσκαλό της.

Πίσω στο σπίτι, όλο το απόγευµα µάνα και κόρες να παλεύουν µε τα κουτιά, άφησε η καθεµιά την γωνία που την όριζε και βρέθηκαν στο σαλόνι, η Ρήνια δεν ασχολήθηκε ξανά µε την ντουλάπα, η Κατερίνα παράτησε τα ντουλάπια µε τα σερβίτσια µισογεµάτα, η µάνα τους δεν ξαναπάτησε στο πλατύσκαλο, δεν θα τις έσωζαν οι γωνίες τους, µόνο ένας τρόπος υπήρχε πια, να σώσουν η µία την άλλη. ◈

Στρώνει το τραπέζι και φεύγει πάλι για να του πάει φαγητό, φτάνει και εκείνος κάθεται πίσω από το

27

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

INK

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΛΗΘΗ Μιά άλλη “Καρδιά του Σκότους” ▧

ΤΟΥ LIBROFILO http://www.librofilo.blogspot.com

Το σίγουρο είναι ότι η φήµη και η κουβέντα που γίνεται για τον David Foster Wallace (Η.Π.Α., 1962-2008) ξεπερνάει την δηµοτικότητα των βιβλίων του. Ένας συγγραφέας µε φανατικούς οπαδούς, οι οποίοι µε τον τραγικό θάνατό του τον αναγόρευσαν σε σύµβολο µιας «καταραµένης» λογοτεχνικής γενιάς – διότι και η λογοτεχνία (όπως και οι υπόλοιπες τέχνες) χρειάζεται τους µάρτυρές της. Η πρόσφατη έκδοση στη χώρα µας, της συλλογής διηγηµάτων του µε τίτλο, «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΛΗΘΗ» («Oblivion»), (Εκδ. Κέδρος, (ωραία) µετάφρ. Γ.Πολυκανδριώτης, σελ. 469) µας δίνει µια εικόνα του λογοτεχνικού κόσµου ενός από τα µεγαλύτερα ταλέντα (κάποιοι τον θεωρούν το µεγαλύτερο) της παγκόσµιας λογοτεχνίας. Ιστορίες που περιέχουν άλλες ιστορίες, οι οποίες εκτρέπονται σε κάτι άλλο διαφορετικό από αυτό που διάβαζες µέχρι τώρα. Ψυχολογικά και διανοητικά παιχνίδια που οδηγούν στα βάθη της ύπαρξης, στα βάθη του µυαλού το οποίο ακολουθεί τις δικές του ιδιαίτερες διαδροµές. Τίποτα (κυριολεκτικά) δεν είναι όπως φαίνεται στα 8 ανισοµερή διηγήµατα της συλλογής. Κάποια από αυτά έχουν διαστάσεις νουβέλας, κάνα-δυό είναι πολύ σύντοµα, αλλά όλα χαρακτηρίζονται από σπαραγµό (ακόµα και στις «ανάλαφρες» στιγµές τους) και εσωστρέφεια, ενώ µια ακαθόριστη απειλή νιώθεις να κρέµεται από πάνω τους. Οι ήρωες των ιστοριών του Γουάλας, είναι απλοί, καθηµερινοί άνθρωποι που η ζωή τους έχει παρασύρει σε αδιέξοδες επιλογές, άνθρωποι που αφαιρούνται και παρασύρονται από τις σκέψεις τους, άνθρωποι που «χάνονται» µέσα στις σκέψεις τους, σε βαθµό που να µην αντιλαµβάνεσαι αν αυτά που περιγράφουν όντως εξελίσσονται µέσα στην ιστορία ή 28

είναι απλώς νοητικές κατασκευές, ιστορίες που δεν τελειώνουν, δεν ολοκληρώνονται όπως οι ίδιες οι ζωές τους (ή οι ζωές µας) … Στον «Αφρατούλη» το πρώτο διήγηµα της συλλογής, παρακολουθούµε το πλασάρισµα ενός κέϊκ και τον συντονισµό µιας δηµογραφικής οµάδας για το προϊόν αυτό µιας εταιρίας γλυκισµάτων. Ο συντονιστής Τέρι Σµιντ εν µέσω αναλύσεων, στατιστικών πινάκων σκέφτεται (ή συνειδητοποιεί) την ασηµαντότητά του µέσα στην επιχείρηση, την αποξένωσή του από την ζωή καθώς τα συναισθήµατά του, η προσωπικότητά του έχουν διαβρωθεί από την αβάσταχτη καθηµερινότητα της εργασίας του. Εν τω µεταξύ υπάρχει µια αδιόρατη απειλή που νιώθεις στην ατµόσφαιρα της ιστορίας, ο Σµιντ παρακολουθείται από τον προϊστάµενό του, ο οποίος παρακολουθείται από τον δικό του προϊστάµενο που έχει καταστρώσει και ένα σχέδιο «καταστροφής» διότι θεωρεί ότι οι συντονιστές δεν είναι απαραίτητοι σ’αυτές τις οµάδες. Ο τρόµος του Σµιντ διαπερνάει τις (εν αρχή ακατανόητες και επαναλαµβανόµενες) σελίδες του διηγήµατος φθάνοντας στον αναγνώστη, ο οποίος αν είναι ανυποψίαστος ως προς τις τεχνικές του Γουάλας, ένα πολιτιστικό σοκ το παθαίνει. Ο (αδιόρατος) τρόµος υπάρχει όµως και στο επόµενο διήγηµα, το εκπληκτικό «Η ψυχή δεν είναι σιδεράδικο» όπου ο µικρούλης αφηγητής είναι ένα από τα 4 παιδιά που πιάστηκαν όµηροι (ή θεωρήθηκαν ως τέτοιοι) από τον σαλεµένο δάσκαλο του δηµοτικού σχολείου, ο οποίος κάποια στιγµή «φλίπαρε» και άρχισε να γράφει στον µαυροπίνακα, την φράση «ΣΚΟΤΩΣΕ ΣΚΟΤΩΣΕ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΕ ΤΟ ΤΩΡΑ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΥΣ» συνέχεια. Όταν τα

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

INK

πανικοβληµένα και αλλαλάζοντα παιδιά εγκατέλειψαν κακήν-κακώς την αίθουσα, ο αφηγητής κλεισµένος στον εαυτό του δεν «παίρνει χαµπάρι» από τα τεκταινόµενα εντός της αιθούσης απλώς αισθανόταν µια απειλή και ασχολείται ξορκίζοντας τους φόβους του (είναι µικρό παιδάκι εξάλλου) µε ιστορίες που κατασκευάζει και µε τις ονειροπολήσεις του, κάτι που ουσιαστικά κάνει και ο ήρωας του σύντοµου διηγήµατος, «Η φιλοσοφία και ο καθρέφτης της φύσης», ο οποίος ένοχληµένος σε βαθµό παράνοιας από τα βλέµµατα που συγκεντρώνει πάνω της η µητέρα του, µετά τις αποτυχηµένες πλαστικές επεµβάσεις στις οποίες έχει υποβληθεί (έχοντας την αφήσει µε µια µόνιµη έκφραση τρόµου στο πρόσωπό της, σε βαθµό που οι επιβάτες των λεωφορείων ή οι διαβάτες στο δρόµο να νοµίζουν ότι έχει απαχθεί ή έστω κινδυνεύει από τον γιό της), αφήνεται να περιπλανάται στην φαντασία του αρνούµενος να δει την πραγµατικότητα.

τεχνική που χρησιµοποιεί συχνά-πυκνά ο συγγραφέας) αποτυπώνεται ανεξίτηλα στο µυαλό του αναγνώστη. Αφήγηση αγχωτική, µακριές προτάσεις, ένα µικρό διαµάντι που διαβάζεται µε µια ανάσα.

«…Αν δεν έχεις κλάψει ποτέ και θες να το κάνεις, κάνε ένα παιδί. Σπάσε τα φύλλα της καρδιάς σου και κάτι θα κάνει ένα παιδί, είναι το βραχνό τραγούδι που ξανακούει ο Μπαµπάς, λες και η κυρία στο ραδιόφωνο ήταν εκεί δίπλα του και κοιτούσε τι είχαν κάνει, αν και ώρες αργότερα εκείνο που ο Μπαµπάς δε θα µπορέσει ποτέ να συγχωρήσει στον εαυτό του είναι το πόσο ήθελε να καπνίσει ένα τσιγάρο, εκείνη τη στιγµή, καθώς φάσκιωσαν το µωρό όπως µπόρεσαν µε πάνες και δυο πετσέτες βαλµένες σταυρωτά και ο Μπαµπάς το σήκωσε σαν νεογέννητο, µε το κεφάλι του στη µια παλάµη, και το πήγε τρέχοντας στο φανταχτερό φορτηγάκι και είχε λιώσει τα ειδικής παραγγελίας λάστιχα µέχρι να φτάσει στην πόλη και τα Επείγοντα Περιστατικά του νοσοκοµείου και η πόρτα του νοικάρη έµεινε να κρέµετ��ι όλη µέρα µέχρι που είχε σπάσει ο µεντεσές αλλά ήταν πλέον αργά όταν δε γινόταν τίποτα και δεν προλάβαιναν το παιδί είχε µάθει πια να εγκαταλείπει τον εαυτό του και να παρακολουθεί όλα τα

Η µικρότερη ιστορία της συλλογής (µόλις 4 σελίδες), είναι το εξαιρετικό «Μετεµψυχώσεις καµµένων παιδιών», όπου ένας πατέρας προσπαθεί να λησµονήσει αλλά δεν µπορεί τις λεπτοµέρειες από το ατύχηµα του νεογέννητου µωρού του, το κάψιµο µε καυτό νερό, που συνετέλεσε στον χαµό του. Η ρεαλιστικότητα αλλά και η φρίκη της ιστορίας συγκλονίζουν ενώ η όλη σκηνή σαν σε αργό γύρισµα (µια 29

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

INK

υπόλοιπα να εκτυλίσσονται από ένα σηµείο κάπου πάνω ψηλά, και όσα χάθηκαν από εκείνη τη στιγµή δεν είχαν πια καµία σηµασία, και το σώµα του παιδιού διογκώθηκε και προχώρησε και πήρε τον πρώτο του µισθό και έζησε τη ζωή του άδειο, ένα πράγµα µεταξύ άλλων πραγµάτων, η ψυχή του σαν τους υδρατµούς ψηλά, να πέφτει σαν βροχή και να ξανανεβαίνει, ο ήλιος να ανεβοκατεβαίνει σαν γιογιό.»

µερικές µέρες αργότερα θα πέσουν νεκρές αφού τα γραφεία του περιοδικού στεγάζονται σε κάποιον όροφο του Παγκόσµιου Κέντρου Εµπορίου. Η σάτιρα είναι ανελέητη και την αφήγηση διαπερνάει µια λεπτή ειρωνία και ταυτόχρονα ένα σχόλιο για ένα κόσµο που έφυγε µέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Το χοντροκοµένο θέµα του δηµοσιογράφου που είναι ταµάµ για το καλωδιακό δίκτυο «Το κανάλι της Δυστυχίας» που ξετρελαίνεται µε το θέµα και προγραµατίζει ζωντανή αφόδευση του καλλιτέχνη και δηµιουργία δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά την απεικόνιση της σύγχρονης µηντιακής κοινωνίας που δεν διστάζει µπροστά σε τίποτα, ότι κι αν είναι αυτό, αρκεί να βγάλει κέρδος. Ο γκροτέσκος συµβολισµός της «καλλιτεχνικής δηµιουργίας», σε συνδιασµό µε τον στυγνό και άχρωµο επαγγελµατισµό του δηµοσιογράφου, ο οποίος ουσιαστικά δεν έχει άποψη για το τι προσπαθεί να κάνει, απλά το κάνει, οι κινήσεις των εργαζοµένων που δεν έχουν άλλη άποψη παρά µόνο αυτή που τους υπαγορεύει πως «ότι πουλάει, είναι καλό», µέσα από την αιχµηρή και στυλάτη αφήγηση απογειώνουν την νουβέλα σε µεγάλα λογοτεχνικά ύψη.

Η ακατάληπτη και εσωστρεφής ιστορία (µια µακριά παραβολή;) «Ακόµα ένας πρωτοπόρος» όπου ο αφηγητής αναλύει σε κάποιο σεµινάριο µια ιστορία για ένα παιδί που εξαφανίστηκε στη ζούγκλα, ιστορία που κρυφάκουσε σε ένα µακρύ αεροπορικό ταξίδι. Η περιγραφή της ιστορίας εκτρέπεται σε κλίµακες και γίνεται παράλογη και ακατανόητη, ερµητικά κλειστή. Ευτυχώς (για τον αναγνώστη), στο έξοχο «Παλιό καλό νέον», ο αφηγητής, διαφηµιστής (κάτι σαν τον Σµιντ του «Αφρατούλη»), είναι ξεκάθαρος από την αρχή. «Όλη µου τη ζωή ήµουν µια απάτη. Δεν υπερβάλλω. Σε γενικές γραµµές, το µόνο που έκανα πάντοτε ήταν να προσπαθώ να προβάλω µια συγκεκριµένη εντύπωση για µένα σε άλλους ανθρώπους. Κυρίως να είµαι αρεστός ή να µε θαυµάζουν.». Ευχαρίστηση ή ικανοποίηση δεν λαµβάνει, οι απογοητεύσεις είναι συνεχείς και ο ψυχαναλυτής του αποδεικνύεται πιο αδύναµος από αυτόν σε σηµείο να φτάνει ο ψυχαναλυόµενος να αναλύει τον ψυχαναλυτή ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει το παιχνίδι του ασθενούς του. Ένα υπαρξιακό αριστοτεχνικά γραµµένο διήγηµα, απεικόνιση της εποχής και την αδυναµία αντίληψης του συνανθρώπου µας, που δείχνει τις αρετές του συγγραφέα στην διαχείριση του λόγου, το υποδόριο χιούµορ αλλά και την απελπισία που διαπερνάει το έργο του.

Η συλλογή είναι εξαιρετική και τα περισσότερα διηγήµατα είναι µικρά αριστουργήµατα. Μοναδικό στυλ που αγγίζει πολλά είδη λογοτεχνίας, Μπέκετ, Πίντσον, Ροθ, Ντε Λίλο, όλοι συγγραφείς-κολοσσοί διαπερνάνε τις σελίδες του Γουάλας που απ’ότι αντιλαµβάνοµαι (διότι δεν τα έχω διαβάσει) βρήκε την ιδανική του έκφραση στο εµβληµατικό µυθιστόρηµα «Infinite Jest» και στο ηµιτελές «Pale King» (όλα αµετάφραστα στα ελληνικά). Ακόµα και υποτυπώδης όµως η γνωριµία µας µε τον αυτόχειρα συγγραφέα αρκεί για να κατανοήσουµε το µεγαλείο του, ακόµα κι αν δεν µπορούµε να εισχωρήσουµε στον ερµητικά κλεισµένο κόσµο του, να επιλύσουµε τα µυστήρια των ιστοριών του. Η «Αµερικάνικη Λήθη» ως συλλογή είναι πιο απαιτητική από το «Κορίτσι µε τα παράξενα µαλλιά» για το οποίο είχα γράψει πριν από 4 χρόνια, εξάλλου εκδόθηκε 3 µόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, η γραφή του είναι πιο συγκροτηµένη και το ύφος του πιο ξεκάθαρο. Είναι ευτύχηµα που στην ελληνική έκδοση, υπάρχει το έξοχο επίµετρο του (φίλου) Λευτέρη Καλοσπύρου, ενός ανθρώπου που ασχολείται χρόνια µε τον Γουάλας, και «ξεκλειδώνει» κάποια κοµάτια του ιδιόµορφου κόσµου του.

Η «Λήθη» (οµώνυµο διήγηµα της συλλογής) είναι σαν ένα εφιαλτικό παιχνίδι, όπου η σύζυγος κατηγορεί τον άνδρα της ότι ροχαλίζει, τον διώχνει από την συζυγική κλίνη, του διαµαρτύρεται συνεχώς, ενώ εκείνος υποστηρίζει ότι δεν ροχαλίζει και όλα αυτά τα φαντάζεται εκείνη, φθάνοντας την συµβίωσή τους στα όρια του χωρισµού. Το κινηµατογραφικό τέλος αλλάζει τα δεδοµένα της ιστορίας κάνοντας τον αναγνώστη να αναρωτιέται τι διάβασε µε τον ίδιο τρόπο που ο Πόε πολλές δεκαετίες πριν έκανε µε τις ιστορίες και τα ποιήµατά του (κάπως σαν «a dream within a dream»). Θεωρώ την τελευταία ιστορία του βιβλίου, την νουβέλα «Το κανάλι της Δυστυχίας» ένα αριστουργηµατικό κείµενο, το οποίο ακόµα κι αν δεν έχεις διαβάσει τίποτα από το έργο του Γουάλας, αυτό από µόνο του είναι ικανό να σε αφήσει µε ανοιχτό το στόµα. Οι 130 σελίδες της φιλοσοφικής αυτής νουβέλας, έχουν ως background την 11η Σεπτεµβρίου και την πτώση των Δίδυµων Πύργων και η αφήγηση στρέφεται γύρω από τις προσπάθειες ενός freelancer έµπειρου δηµοσιογράφου, ο οποίος προσπαθεί να δηµοσιεύσει στο µοδάτο περιοδικό «Στιλ» µια ιστορία για έναν επαρχιώτη ζωγράφο, ο οποίος αφοδεύει πίνακες/έργα τέχνης. Ο Γουάλας περιγράφει τον ψεύτικο και τελείως επίπλαστο κόσµο του περιοδικού, µε τις κοµψές βοηθούς αρχισυντακτών, µε τις στιλάτες µαθητευόµενες από καλά κολέγια που µαζεύονται µετά τη δουλειά πίνοντας κοκτέιλ και σχολιάζοντας τα πάντα. Εκείνο που δεν γνωρίζουν οι «µπάρµπι-wannabe δηµοσιογράφοι» που νοµίζουν ότι κρατάνε τα κλειδιά της επιτυχίας στα χέρια τους είναι, ότι

30

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

INK

Ο David Foster Wallace ήταν ένας «καταραμένος» λογοτέχνης (στην κυριολεξία…). Γεννήθηκε το 1962 στην Ίθακα της πολιτείας της Ν.Υόρκης αλλά οι επαγγελματικές υποχρεώσεις των καθηγητών γονιών του,υποχρέωσαν την οικογένεια να μετακομίσει στις Μεσοδυτικές πολιτείες των Η.Π.Α,στο Ιλινόις – περιβάλλον που επηρέασε την ψυχοσύνθεση του, σε σημείο να δηλώνει ότι «Ο χειμώνας εδώ είναι μιά αξιοθρήνητη σκύλα». Η ζωή του χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό Rolling Stone, ως «ένας χάρτης που τελειώνει σε λάθος κατεύθυνση». Εξέδωσε 5 βιβλία (3 συλλογές διηγημάτων και 2 μυθιστορήματα) και γιά το magnus opus του,το μυθιστόρημα Infinite Jest ,το οποίο εκτείνεται σε περισσότερες από 1000 σελίδες και που το εξέδωσε το 1996 τιμήθηκε με τα Whiting award και Lannan award. Έπασχε από κατάθλιψη τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του και παρ’ότι παντρεύτηκε το 2004 συνέχισε να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία γιά θεραπεία.Τα τελευταία χρόνια δίδασκε «Δημιουργική γραφή» στο κολλέγιο της Πομόνα. Η σύζυγος του τον βρήκε κρεμασμένο στο σπίτι τους το βράδυ της Παρασκευής 12 Σεπτεμβρίου.

31

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

INK

ΚΛΕΙΣΤΗ ΠΟΛΗ ▧

ΤΟΥ LIBROFILO http://www.librofilo.blogspot.com

«Ακόµα και το βάδισµα θέλει κόπο. Περπατώ και τα πόδια µου δεν µε κρατάνε. Λυγίζουν. Θα πέσω. Θα πέσω στο πεζοδρόµιο και θ’αφήσω την τελευταία µου πνοή. Η διάγνωση θα είναι κούραση. Μην ακούς τι λένε. Όλα τα άλλα είναι µπούρδες. Από κούραση υποφέρω. Αυτή θα µε σκοτώσει. Θα µε σκοτώσει και µάλιστα πριν της ώρας µου.»

ντρέπεται να ζητήσει δανεικά από την κόρη του και ετοιµάζεται για ραντεβού µε τον γιατρό του. Στην δεύτερη ιστορία («Η κληρονοµιά») η κόρη του, η Δόµνα που κρύβεται γιατί χρωστάει κοινόχρηστα και ενοίκια αποποιείται την κληρονοµιά (και τα χρέη) του αποθανόντος πλέον πατέρα της αλλά η εφορία συνεχίζει να την καλεί, εκείνη πηγαίνει τσαµπουκαλεµένη αλλά πέφτει σε µια µεσήλικα εφοριακή υπάλληλο που την έχει γραµµένη κυριολεκτικά.

Τα διηγήµατα της Ευγενίας Μπογιάνου (Θες/νίκη, 1968), 11 τον αριθµό, που απαρτίζουν την συλλογή µε τίτλο «ΚΛΕΙΣΤΗ ΠΟΛΗ», (Εκδ. Πόλις, σελ.167) δεν χαρίζουν κάστανα. Ο καθαρός και χωρίς φτιασίδια ρεαλισµός τους σε χτυπάει κατακούτελα και δεν σ’αφήνει να ηρεµήσεις, να εφυσηχάσεις καθώς διατρέχεις τις σελίδες. Νιώθεις σαν να βρίσκεσαι θεατής σε καταστάσεις που δεν θέλεις να εµπλακείς, σε περιπτώσεις που χρειάζονται την συµµετοχή σου – να πάρεις θέση, να πεις κάτι, να µη µείνεις αδιάφορος.

Στην επόµενη ιστορία («Το σωστό») η σκυτάλη περνάει στην εφοριακό που είναι πάντα τυπική και «comme il faut» στην υπηρεσία και η οποία ζει µια µοναχική και θλιβερή ζωή σε ένα µικροαστικό διαµέρισµα παρέα µε την ανάµνηση της εδώ και 42 χρόνια πεθαµένης µητέρας της. Η µοναδική της επαφή είναι ο νεαρός Παρασκευάς, ο µόνος που της φέρεται ανθρώπινα σ’αυτή την πολυκατοικία, σ’αυτή τη ζωή και ο οποίος στην επόµενη ιστορία («Λεκές στο πουκάµισο») συλλαµβάνεται για χρέη προς το Δηµόσιο από ένα ψιλικατζίδικο που κάποτε είχε. Στο τµήµα σκέφτεται την Μάγια, ένα κορίτσι από την Τιφλίδα ηρωίδα της εξαιρετικής οµώνυµης ιστορίας («Μάγια»). Η Μάγια που δουλεύει στο σουβλατζίδικο, µια ζωή στο περιθώριο, ήρθε για µια καλύτερη ζωή και αφού ξεσκάτιζε γέρους τώρα αόρατη από τους πεινασµένους πελάτες, τυλίγει σουβλάκια δίπλα-δίπλα µε τον Κώστα και ανταλάσσουν λίγες κουβέντες πνιγµένοι στους ατµούς καθώς σκοτώνονται στη δουλειά.

Ιστορίες για ανθρώπους καθηµερινούς, αυτούς που αποκαλούµε «της διπλανής πόρτας», αυτούς που δεν προσέχουµε στον δρόµο, που περνάνε «αόρατοι» από δίπλα µας σέρνοντας τα βήµατά τους, κάποιες φορές παραµιλώντας από την συσσώρευση των προβληµάτων στο κεφάλι τους. Τύποι «αντιλογοτεχνικοί» (µε την έννοια ότι δεν έχουν κάτι να ξεχωρίζει), άνθρωποι µόνοι, παραιτηµένοι από τη ζωή που φαίνεται να µην έχει µέλλον γι’αυτούς.

«Δουλεύω ήδη πάνω από ένα χρόνο. Εννοώ εδώ, σ’αυτήν την τρύπα που βράζει. Με τα κρέατα πίσω µου να σιγοψήνονται. Σ’αυτήν την τρύπα που ρουφάει τους χυµούς µου. Ανοίγουν οι πόροι του δέρµατός µου και στάζουν. Πρώτα ιδρώνω εκεί, ανάµεσα στα πόδια. Νοτίζουν τα ρούχα µου. Βρέχονται. Και µετά η υγρασία ανεβαίνει προς τα πάνω. Μουσκεύει το µέτωπό µου. Υγραίνονται οι άκρες των µαλλιών µου. Μερικές φορές οι στάλες κολλάνε στα µατοτσίνορα. Κολλάνε εκεί πάνω και έπειτα κυλούν ξαφνικά και η αλµύρα του σώµατός µου βρέχει τα χείλη µου. Είναι σαν να γεύοµαι τη γεύση του

Τα διηγήµατα διαδέχονται το ένα το άλλο σαν σκυταλοδροµία, ένα πανέξυπντο «τρυκ» της συγγραφέως. Ο ένας χαρακτήρας/ήρωας δίνει την σκυτάλη στον άλλον. Ο πατέρας της πρώτης ιστορίας («Ανάµνηση µε κόκκινο πουλόβερ») χρεωκοπηµένος, µε τις τράπεζες στο κεφάλι του να τον κυνηγάνε, να µην τον αφήνουν να πάρει ανάσα,

32

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

INK

κορµιού µου. Χωρίς να το θέλω. Με το στανιό. Λες και βάλθηκε κάποιος να µου θυµίσει ποια είµαι.»

τις αναµνήσεις της από τον πρόωρα χαµένο γιό της καθώς βρίσκεται στο νεκροταφείο παρακολουθώντας την εκταφή των οστών του. Αντέχει ακόµα, «η ιστορία του βίου» της «σχεδιασµένη πάνω στις φουσκωµένες φλέβες των ποδιών» της. «Ακόµη και το βάδισµα θέλει κόπο» σκέφτεται και προχωράει…

Ο Κώστας κεντρικός χαρακτήρας στο επόµενο διήγηµα («Άγιος Σπυρίδωνας»), αγωνίζεται να τα φέρει βόλτα µε δύο δουλειές (γραφείο και σουβλατζίδικο) και µια σύζυγο που έχει αγκαλιάσει τον καναπέ της, βρίσκει διαφυγή παίρνοντας µάτι πίσω από τις γρίλιες µιας µονοκατοικίας, µια νεαρή όµορφη κοπέλα που ποζάρει για έναν ζωγράφο, ο οποίος είναι ο ήρωας της επόµενης ιστορίας («Νεράκι»). Ο αποτυχηµένος, αλκοολικός ζωγράφος είναι ένας άνθρωπος που φροντίζει την υπέργηρη και άρρωστη µητέρα του και όλη του η ζωή στρέφεται γύρω απ’αυτήν, «δυνάστη» του αλλά και µεγάλη του αδυναµία, ώσπου ένα απόγευµα την βρίσκει νεκρή. Από τον τάφο πια καθώς λιώνει το σώµα της εκείνη στο επόµενο διήγηµα («Φεύγει») αναπολεί την βασανισµένη της ζωή αλλά και την Σµαράγδα, την άχρωµη κοπελίτσα που είχε προσλάβει ο γιός της για να την προσέχει. Η Σµαράγδα ηρωίδα του διηγήµατος («Κλειστή πόρτα»), το οποίο έδωσε και τον τίτλο του στην συλλογή, είναι µια φοιτήτρια που φυλάει παιδάκια και φροντίζει γέροντες για να συµπληρώσει το πενιχρό χαρτζιλίκι που της στέλνει ο πατέρας της απ’το χωριό. Εφιάλτες από την συµβίωση µε τον πατέρα, η αδυναµία προσαρµογής στην µεγαλούπολη, οι ατελείωτες βόλτες στους πολυσύχναστους δρόµους – ένα εκπληκτικό διήγηµα που εκτείνεται πολύ παραπάνω από τις λίγες σελίδες του.

Γραφή απλή, σχεδόν δηµοσιογραφική αλλά είναι αυτή η καλά δουλεµένη «απλότητα» που κάνει το κείµενο άµεσο και ζωντανό δηµιουργώντας στον αναγνώστη ένα αίσθηµα ασφυξίας και στενοχώριας. Οι ιστορίες που µοιάζουν µε ασπρόµαυρες ταινίες µικρού µήκους έχουν δύναµη και τσαγανό. Δεν µιλάνε για καταστάσεις που δηµιουργήθηκαν µετά την οικονοµική κρίση ή έστω ως συνέπεια αυτής, αλλά για ζωές συµπολιτών µας ή ίσως κι ηµών των ιδίων, την τελευταία δεκαετία ή τουλάχιστον µετά την κατάρρευση του Ανατολικού µπλοκ.

Η Μπογιάνου, ολιγογράφος και µε αραιή παρουσία στα ελληνικά γράµµατα, αφού η προηγούµενη συλλογή διηγηµάτων της («Το µυστικό») κυκλοφόρησε το 2004, είναι τελικά µια πολύ αξιόλογη συγγραφέας µε ευδιάκριτο στυλ και αξιοθαύµαστη οικονοµία λόγου που συναντάς σε διηγηµατογράφους µεγάλου βεληνεκούς, εξάλλου φαίνεται αρκετά επηρεασµένη από το ύφος του (έξοχου) Δηµήτρη Νόλλα ή ακόµα και του µεγάλου Ρέϊµοντ Κάρβερ. Με αυτό της το βιβλίο, αποδεικνύει ότι µπορείς να κάνεις ωραία και απλή λογοτεχνία µε «φθηνά υλικά» που αγγίζει ακόµα και τον πιο δύσκολο αναγνώστη χωρίς να κυνηγάει την εύκολη συγκίνηση και τον εντυπωσιασµό. ◈

Ο πατέρας της Σµαράγδας πρωταγωνιστεί στο διήγηµα «Χειραψία λαβή». Άνθρωπος γρουσούζης που ζει πλέον µόνος στο χωριό δουλεύοντας στο καφενείο του γαµπρού του. Αναµνήσεις, απωθηµένα και η έλλειψη της κόρης του τον βασανίζουν. Στον δρόµο συναντάει την γριά δασκάλα της κόρης του η οποία τον ταράζει µε τα λόγια της. Η δασκάλα που παίρνει την τελευταία σκυτάλη κλείνοντας το βιβλίο µε το διήγηµα «Τα γηρατειά µυρίζουν λιβάνι» ζει µε

33

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ANIMA

UFO ROBOT GRENDIZER ή για εµάς, Δούκας Φληντ ▧

TOY GIL GALAD teotihoacan@msn.com

Το 1975 ο mangaka Go Nagai δηµιουργεί ένα από τα παγκοσµίως δηµοφιλέστερα, manga και anime. Το όνοµά αυτού, UFO Robo Gurendaizā ή σε µια πιο δυτικοποιηµένη εκδοχή, UFO Robot Grendizer. Στην Ελλάδα, οι παλιότεροι το αγαπήσαµε µέσα από τις βιντεοκασέτες µε το όνοµα Δούκας Φληντ.

Στη Γη ο Duke Fleed θα ξεκινήσει να ζει µια φυσιολογική ζωή όταν ο επιστήµονας Doctor Umon θα τον κρύψει και υιοθετήσει υπο το όνοµα Daisuke Umon. Παράλληλα ο Koji Kabuto, επιστρέφει στην Ιαπωνία µετά από δύο χρόνια σπουδών στο εξωτερικό πετώντας µε τον ιπτάµενο δίσκο που ο ίδιος σχεδίασε και δηµιούργησε, το TFO. Όταν οι θεάσεις UFO στους ουρανούς έγιναν συχνές, ο Koji πετάει για να συναντήσει τους εξωγήινους και να συµφιλιώσει τη Γη µε το δικό τους πλανήτη. O Daisuke όµως φοβάται πως οι Vega είναι υπεύθυνοι για τις θεάσεις αυτές και προειδοποιεί τον Koji. Ο νεαός Ιάπωνας δεν ακούει τον Daisuke και σύντοµα θα βρεθεί µπροστά στο διαστηµικό στόλο των Vega που έχουν καταφθάσει και στο δικό µας πλανήτη για να τον εντάξουν στην αυτοκρατορία τους.

Όταν ο κόσµος των Vega γίνεται ασταθής εξαιτίας της εκµετάλλευσης του Vegatron, ενός ισχυρού, ραδιενεργού πετρώµατος, ο µόνος τρόπος να επιβιώσουν ήταν να συνεχίσουν την ιµπεριαλιστική πολιτική τους. Ο King Vega εξαπολύει τα στρατεύµατά του, που αποτελούνται από ιπτάµενους δίσκους και γιγαντιαία ροµποτικά τέρατα και εισβάλει στους γειτονικούς κόσµους. Ένας από αυτούς ήταν και οι Fleed, απίστευτα εξελιγµένοι και ειρηνικοί. Στην τεράστια όµως µάχη και προσπάθεια ων Vega να κατακτήσουν τους Fleed, χρησιµοποιούν Vegatron µε αποτέλεσµα να µετατραπεί ο νέος αυτός ειδηλιακός τόπος σε µια ραδιενεργή έρηµο. Ο µόνος επιζών από τη βασιλική οικογένεια ήταν ο πρίγκιπας Duke Fleed ο οποίος, αφού πρώτα κατάφερε να κλέψει το Grendizer – τη ροµποτική ενσάρκωση του θεού του πολέµου- από τους εισβολείς, πετάει µε ταχύτητα µεγαλύτερη από αυτή του φωτός και µπαίνει στο ηλιακό µας σύστηµα. Το Grendizer µαζί µε το Spacer, έναν ιπτάµενο δίσκο που βοηθάει το ροµποτ να πετάει προσγειώνονται άσχηµα στους πρόποδες του βουνού Fuji.

Η ώρα του Duke Fleed να αποκαλυφθεί είχε έρθει. Σκοπός του, να σώσει τη Γη και να εξαφανίσει τους Vega! Όταν πολεµάς για τα ιδανικά σου και την ελευθερία σου απέναντι σε στυγνούς δολοφόνους µε ιµπεριαλιστικές βλέψεις, το κάνεις ακόµα κι αν είσαι ολοµόναχος!◈

34

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ANIMA

35

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

JUMPCAT

ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ Πιερ Πάολο Παζολίνι

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΤΣΟΥ giannismitsou@gmail.com

Στο σινεµά του Πιερ Πάολο Παζολίνι που αναπτύσσεται σε µια περίοδο που καθορίζεται από το νεορεαλιστικό κίνηµα και ευρύτερα τη διάθεση µορφικής αναζήτησης που χαρακτήρισε τη δεκαετία του 60 ,κυρίαρχη είναι η επιθυµία επαναπροσδιορισµού ενός πιο φυσικού κινηµατογράφου. Στο δοκίµιό του «Ο Κινηµατογράφος της Ποίησης», ο Παζολίνι εκφράζει την άποψη ότι η γλώσσα της κινηµατογραφικής αφήγησης βρίσκεται πλησιέστερα στη γλώσσα του ονείρου ή της µνήµης, παρά σ’ αυτήν της λογοτεχνικής αφήγησης, αφού η εξιστόρηση που λαµβάνει χώρα, βασίζεται σε µια διαδοχή εικόνων και όχι λέξεων. Απ τη φύση του ο κινηµατογράφος είναι αναπόφευκτα καταδικασµένος λοιπόν σε µια αµεσότητα, ακόµη µεγαλύτερη κι από αυτή του γραπτού κειµένου ή ακόµα της ζωγραφικής. Ακριβώς αναδεικνύοντας την αµεσότητα αυτή, που αντιµετωπίζουν ως αλληλένδετο συστατικό του µύθου, οι 36

ταινίες του Παζολίνι αποβαίνουν βαθιά εξοµολογητικές. Ο µύθος του Οιδίποδα, στον οποίο ο σκηνοθέτης θα στραφεί στα τέλη της δεκαετίας του 60, θα αποτελέσει τη βάση για µια από τις πιο προσωπικές και αισθητικά ενδιαφέρουσες ταινίες του. Η τραγική µορφή του Οιδίποδα που καταδικάζεται όχι µόνο λόγω της ύβρεως που διαπράττει, αλλά κατ εξοχήν λόγω της επιµονής του να διεισδύσει δε βάθη απαγορευµένα, να ανακαλύψει µια αλήθεια που µόνο επώδυνη µπορεί να αποδειχτεί για τον ίδιο, εκφράζει έµµεσα µια πάγια θεώρηση του Παζολίνι που φέρνει στο νου και το θρησκευόµενο υπαρξισµό του Κίρκεγκωρ ή το στοχασµό του Μπερξόν . Στο όλο έργο του δηµιουργού, διάχυτη είναι ακριβώς η εξύµνηση και αποθέωση µιας οµορφιάς, που όπως και στον Μπερξόν, προσεγγίζεται στην καθαρή, πρώτη θέαση

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

των πραγµάτων: αυτή που βιώνουν τα πιο ανάλαφρα άτοµα.

τελευταία σκηνή για παράδειγµα ,ο τυφλός Οιδίπους παίζει στη φλογέρα του ένα πολιτικό τραγούδι.

Ο Καµύ ισχυρίζεται ότι όσο σκέφτεται κανείς, τόσο φθείρεται. Οι ήρωες του Παζολίνι αντίθετα, γεµάτοι από πάθος κι από έναν ακατέργαστο και γι’ αυτό πιο αυθεντικό, συναισθηµατισµό, δεν έχουν ακόµα µολυνθεί, δεν έχουν βαρύνει από τη διαδικασία της σκέψης και έτσι κατορθώνουν να θαυµάσουν την οµορφιά, να αντιληφθούν την πραγµατικότητα στις πιο αρχετυπικές, ουσιαστικές της διαστάσεις. Ασφαλώς, η αφέλεια συνιστά συνάρτηση µιας τόσο πρωτογενούς οπτικής, προοπτική ωστόσο που καθόλου δεν αποθαρρύνει τον Παζολίνι, ο οποίος δοξάζει ακριβώς το βιωµατικό (και όχι κατ’ ανάγκη το καλλιεργηµένο) πρόσωπο. Όπως διαβάζουµε σε µία από τις πρώτες συνεντεύξεις του «τα εντελώς αθώα άτοµα, τη ζωή τη ζουν. Δεν γνωρίζουν τη ζωή, τη ζουν. Αντίθετα, ο άνθρωπος που δε ζει τη ζωή, τη σκέφτεται και στο περιβάλλον του, όπως στο Κοράκι, κυριαρχεί νοσταλγία για τη ζωή, τη ζωή που εγκατέλειψε για τη σκέψη».

Ο Οιδίποδας του Παζολίνι επιστρέφει στην ουσία του µύθου, διατηρώντας εν πολλοίς το αυτούσιο κείµενο, παράλληλα ωστόσο, εντάσσει προσωπικά βιώµατα και αυτοβιογραφικά στοιχεία στο µύθο. Για παράδειγµα, ενώ η δράση λαµβάνει χώρα σε κάποιον αόριστο παρελθοντικό χρόνο (µε περισσότερα σλαβικά και αραβικά, παρά ελληνικά στοιχεία), η ταινία ανοίγει µε τη γέννηση ενός αγοριού, δεκαετία του ’30, σε µια µικρή ιταλική πόλη. Πρόκειται φυσικά για τον ίδιο τον Παζολίνι. «Στον Οιδίποδα αφηγούµαι την ιστορία του δικού µου Οιδιπόδειου συµπλέγµατος. Το µικρό αγόρι του προλόγου, είµαι εγώ. Ο πατέρας του είναι ο πατέρας µου, παλιός αξιωµατικός του πεζικού και η µητέρα του, µια δασκάλα, είναι η δική µου µητέρα. Αφηγούµαι τη ζωή µου, που µυθοποιηµένη βέβαια µέσα από το µύθο του Οιδίποδα, γίνεται έπος». Η φροϋδική επιρροή γίνεται ακόµα πιο έντονη στη σκηνή της Σφίγγας, που αποδίδεται όχι ως τέρας, αλλά αφαιρετικά, µε µια πρωτότυπη διάθεση θεατρικής σύµβασης. «Η άβυσσος που θέλεις να µε ρίξεις είναι µέσα σου», λέει το παράδοξο ον στον Οιδίποδα, πεθαίνοντας. Η σκηνή αποδίδεται δηλαδή, σαν µια χαρακτηριστική περίπτωση φροϋδικής απώθησης. Ο τόπος, άγριος και απειλητικός (τα γυρίσµατα πραγµατοποιήθηκαν στο Μαρόκο), ενισχύει την αίσθηση της τραγικότητας. «Το πώς µπόρεσα να κρατηθώ στην ψυχική κατάσταση που είναι απαραίτητη για τον αισθητισµό (την εκστατική και κάπως ράθυµη απόλαυση της οµορφιάς) και το χιούµορ (τη θέληση να χαµογελάσεις, έστω και για µια στιγµή, µε τα µάτια θλιµµένα), εκεί στο Μαρόκο, για να γυρίσω την ταινία έτσι όπως τη γύρισα, στ’ αλήθεια δεν ξέρω».

Δεν είναι τυχαίο που και στις έντονα επηρεασµένες από την αισθητική και το πνεύµα του ιταλικού νεορεαλισµού, πρώτες ταινίες του Παζολίνι («Ακατόνε», «Μάµα Ρόµα»), οι ήρωες είναι πρόσωπα λαϊκά και τύποι του περιθωρίου, προαγωγοί, πόρνες και εγκληµατίες. Σύµφωνα µε το αισθητικό στίγµα αυτών των έργων, η οµορφιά και η ποίηση δεν νοούνται, ούτε υφίστανται έξω από την πραγµατικότητα, αντίθετα η αναγωγή στο λυρισµό επιτυγχάνεται µόνο µέσα από τη γνήσια καταγραφή του καθηµερινού. Αντίστοιχα ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ , παρότι ακολουθεί αρκετά πιστά τη δοµή και το λόγο του Σοφοκλή είναι µάλλον µια ταινία υπαρξιακής υφής πάνω στη µοναξιά του ίδιου του Παζολίνι, παρά ένα έργο πάνω στη παντοδυναµία του πεπρωµένου και την αντίληψη της ύβρεως, όπως συνήθως ερµηνεύεται η τραγωδία. Η επιρροή του Φρόυντ είναι έντονη, ενώ όπως ,και στο ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ,πολλοί διέβλεψαν και µαρξιστικές αναλύσεις. Στην εντυπωσιακή

Η θλίψη αυτή που διαποτίζει το έργο, εξισορροπείται κάπως από την τελευταια κουβέντα του ήρωα καθώς γυρίζει στη πατρική του πόλη. Η πορεία καταλήγει στο σηµείο που ξεκίνησε. Στην ιδέα αυτή της συνεχούς επιστροφής λανθάνει κατά τον Παζολίνι η αριστοτελική κάθαρση. ◈

37

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΝΙ

Ο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ LAHZAR Κοινωνικό δράµα του 2011 από τον γαλλόφωνο Καναδά, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Philippe Falardeau, διάρκειας 94 λεπτών, µε βασικούς πρωταγωνιστές, τους Mohamed Fellag, Sophie Nélisse, Émilien Néron και Marie-Ève Beauregard.

ΤΗΣ ΜΑΡΙΛΕΝΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ http://to-see-nema.blogspot.gr

Η υπόθεση

συµφιλιωθούν µε το γεγονός. Ο Lazhar, όµως, κινδυνεύει ν' απελαθεί από τον Καναδά, γεγονός το οποίο κανένας από τους συναδέλφους του δεν γνωρίζει.

Το πρωί της Παρασκευής, καθώς ο Simon (Émilien Néron) πηγαίνει το γάλα της ηµέρας στην τάξη, θ' ανακαλύψει το άψυχο σώµα της δασκάλας του να κρέµεται από ένα σωλήνα στο ταβάνι. Λίγες µέρες αργότερα, θα κάνει την εµφάνισή του, στην διευθύντρια του σχολείου, ο Bachir Lazhar (Mohamed Fellag), ένας δάσκαλος από την Αλγερία, ο οποίος θα ζητήσει ν' αναλάβει την τάξη της αυτόχειρος και λόγω της έλλειψης υποψηφίων προσλαµβάνεται. Ο κύριος Lazhar, µε τις παλαιού τύπου µεθόδους του, θα ξεκινήσει να διδάσκει τα παιδιά και παράλληλα θα προσπαθήσει να τα βοηθήσει να

Η κριτική Αν µου ζητούσαν να παρουσιάσω το κεντρικό θέµα της ταινίας µε µια µόνο λέξη, νοµίζω πως η "αδικία" είναι αυτή που της ταιριάζει περισσότερο. Τα νοήµατα της ταινίας, βέβαια, είναι πολλαπλά και σίγουρα το αίσθηµα που αφήνει στον θεατή µετά την ολοκλήρωσή της δεν είναι βαρύ κι αρνητικό. Ο κεντρικός άξονας, όµως, όλων των προβληµατικών που παρουσιάζονται στο έργο είναι οι 38

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

συνέπειες της αδικίας, η στάση του καθενός απέναντι σ' αυτήν, αλλά και τα αποτελέσµατα που µπορεί να φέρουν οι διάφοροι τρόποι προσέγγισής της. Ο Philippe Falardeau, όπως θα δούµε, θα χρησιµοποιήσει την απώλεια για να µιλήσει για όλα όσα τον απασχολούν. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ταινίας, όµως, είναι ότι δεν την τοποθετεί σ' ένα κύκλο ενήλικων ατόµων, που σε µια θεωρητική βάση έχουν την ικανότητα να την κατανοήσουν και να την αντιµετωπίσουν όπως πρέπει, αλλά αντίθετα επιλέγει µια ηλικιακή οµάδα "ακατάλληλη" για ένα τόσο βάρβαρο θέµα, η οποία λόγω του εύπλαστου και του αθώου της ηλικίας της, καταφέρνει να δείξει µεγαλύτερη ωριµότητα κι ειλικρίνεια απέναντι σ' αυτήν. "Ο εξαιρετικός κύριος Lazhar", ο οποίος όπως θα δούµε και στην ταινία, παρουσιάζεται περισσότερο ανθρώπινος, παρά εξαιρετικός, θα µπει στις ζωές των παιδιών και θα προσπαθήσει να τα βοηθήσει να ξεπεράσουν τον θρήνο, τη δυσφορία ή την περίεργη, έστω, κατάσταση που έχει προκαλέσει η αυτοκτονία της πρώην δασκάλας τους. Το οµορφότερο στοιχείο της ιστορίας, βέβαια, είναι ότι κι ο ίδιος ο Lazhar φέρει πάνω του το βάρος µιας απώλειας και µέσω της βοήθειας που προσφέρει, καταφέρνει να βοηθηθεί κι ο ίδιος. Άλλο ένα στοιχείο που θίγεται στην ταινία, είναι η λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήµατος, του πολυπολιτισµικού Καναδά. Όπως θα δούµε, στην τάξη του Lazhar βρίσκονται αρκετά παιδιά από διάφορα έθνη του κόσµου, ανάµεσά τους κι ένας Άραβας. Μια από τις σηµαντικότερες αλλαγές που έχει υποστεί η εκπαίδευση του Καναδά, ο οποίος είναι µια αποικιακή χώρα, είναι ο

τρόπος που αντιµετωπίζεται η εθνικότητα του καθενός. Παλαιότερα, τα παιδιά έπρεπε ν' αποθαρρύνονται όταν χρησιµοποιούσαν την µητρική τους γλώσσα, όπως κάνει κι ο Lazhar µε τον Άραβα κάθε φορά που του µιλάει στην γλώσσα τους. Σήµερα, όµως, µαζί µε όλους τους νεωτερισµούς του εκπαιδευτικού συστήµατος, τα παιδιά πρέπει να έρχονται σ' επαφή µε τον µητρικό πολιτισµό τους. Ένας δάσκαλος, λοιπόν, που χρησιµοποιεί τις παλαιές µεθόδους διδασκαλίας, δεχόµενος παράλληλα τις κριτικές των καθηγητών και των γονέων, θα έρθει αντιµέτωπος µε το νέο εκπαιδευτικό σύστηµα, το οποίο αντιµετωπίζει τα παιδιά ως παιδιά στις υποχρεώσεις κι ως ενήλικες στα δικαιώµατά τους και κυρίως που απαγορεύει το άγγιγµα ανάµεσα σε δασκάλους και µαθητές. "Ο εξαιρετικός κύριος Lazhar" είναι µια ταινία που µιλά µε πολύ απλά λόγια και µ' έναν πολύ ανάλαφρο τρόπο για καίρια ζητήµατα της κοινωνίας και των µελλοντικών πολιτών αυτής. Καταφέρνει, δε, να διατηρήσει το χαρακτηριστικό των ταινιών του γαλλόφωνου Καναδά και παρουσιάζει µια όµορφη ιστορία παιδιών και του δασκάλου τους. Προτείνεται στους σινεφίλ του κινηµατογραφικού χώρου, σε όσους αρέσουν οι δραµατικές ταινίες µε πρωταγωνιστές µικρά πιτσιρίκια, αλλά και σε όσους ψάχνετε να δείτε ένα καλό δράµα, που να έχει να δώσει στον θεατή κάτι παραπάνω από 90 λεπτά χαλάρωσης. ◈

39

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

JIVE

DOVES ένα σταθερό και αξιόλογο σχήµα

TOY ΚΩΣΤΗ ΦΙΛΙΠΠΟΠΟΥΛΟΥ bluemoonprojects2006@gmail.com http://soundcloud.com/bluemoonprojects2006

Το indie rock τα τελευταία χρόνια µας έχει συνηθίσει σε group "κοµήτες" που θα κάνουν ένα hit, θα γίνουν γνωστοί για ένα µικρό διάστηµα και µετά θα εξαφανιστούν από προσώπου γης.Στην περίπτωση των Doves όµως, ισχύει το ακριβώς ανάποδο.Πρόκειται για ένα group το οποίο ποτέ δεν έκανε το µεγάλο "χιτάκι" αλλά έχει πάντα να προσφέρει κάποια πολύ αξιόλογη δισκογραφική δουλεία.

Άξια αναφοράς είναι και τα b-sides που κυκλοφορήσαν το 2003 µε τίτλο "Lost Sides" µαζί µε ένα DVD µε τίτλο "Where We're Calling From". Αν και δεν φτάνει τις υπόλοιπες κυκλοφορίες τους, έχει κ αυτό κάποιες πολύ καλές στιγµές. Οι Doves σίγουρα δεν είναι εκεί που θα έπρεπε να είναι, αξίζουν πολλά περισσότερα αλλά παράγοντες όπως η έλλειψη των "µεγάλων hit" και του συµβατικού indie ήχου που θα άρεσε στο κοίνο τους κρατάνε στην αφάνεια.Ευτυχώς όµως, µέχρι στιγµής δεν έχουν συµβιβαστεί και πειραµατίζονται συνεχώς, δειχνοντάς µας την πραγµατική όψη του indie που τα τελευταία χρόνια έχουµε ξεχάσει καθώς έχει γίνει συνώνυµο της pop. ◈

Το 2000 κυκλοφορούν το ντεπούτο τους "Lost Souls", ένα κράµα απο Alternative/Space/britpop rock το οποίο είναι προτόγνωρο για indie µπάντα αλλά τελικά εκπλήσει ευχάριστα.Στο ίδιο µήκος κύµατος κυµαίνονται και τα υπόλοιπα album τους ��πως το "The Last Broadcast" που κυκλοφόρησε το 2002 και το "Some Cities" του 2005 το οποίο και είναι η καλύτερη στιγµή τους µέχρι σήµερα.Το τελευταίο τους πόνηµα ήταν το "Kingdom of Rust" που βγήκε το 2009.

40

papadaki.stav@gmail.com

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

papadaki.stav@gmail.com

www.lykosmagazine.tumblr .com Layout

Layout

Picks : Here it comes, Compulsion, Someday Soon, The storm.

Members :

Jez Williams Jimi Goodwin Andy Williams

Official Website : http://www.doves.net/

papadaki.stav@gmail.com

41

ayout

ww.lykosmagazine.tumblr.com

www.lykosmagazine.tumblr.com

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΝΗΧΟΡΙΑ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΟΥΚΟΒΙΚΑΣ & Amélia Muge – Periplus (Luso-Hellenic wanderings) ▧

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΕΞΗΝΤΑΡΗ t_exintaris@yahoo.com http://www.thodorosexintaris.blogspot.gr/

Ο Μιχάλης Λουκοβίκας υπήρξε ένας από τους πολύ καλούς και αγαπητούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς στη Θεσσαλονίκη, εστιάζοντας στο χώρο της αποκαλούµενης ethnic. Στη συνέχεια, µε πολλαπλή ευχαρίστηση, καλωσορίσαµε την πρώτη του προσωπική µουσική εργασία σε δίσκο. Πολλαπλή γιατί «Το χρυσάφι του ουρανού» ήταν µια δουλειά υψηλού επιπέδου από πλευράς συνθέσεων, από πλευράς εκτελεστών και ερµηνειών αλλά και αποτέλεσε τη δεύτερη µόλις µελοποίηση ενός ιδιαίτερου ποιητή, του Άρη Αλεξάνδρου, εκφραστή της αριστερής ιδεολογίας αλλά µε µε κριτική µατιά - και πένα.

ενδιαφέρον της για τη δηµοτική παράδοση και τη “βιόλα” (κιθάρα) braguesa που γίνεται ένα από τα µουσικά της όργανα. Το 1992 κυκλοφορεί το πρώτο της προσωπικό album, “Múgica”, ενώ διευρύνει τις συνεργασίες της µε άλλους καλλιτέχνες, όπως οι José Mário Branco και Fausto (Πορτογαλία)· Amancio Prada, Camerata Meiga και Ester Formosa (Ισπανία)· Elena Ledda, Lucilla Galeazzi και Ricardo Tesi (Ιταλία)· και Pirin Folk Ensemble (Βουλγαρία). Γράφει τραγούδια και για άλλους ερµηνευτές (Mísia, Cristina Branco, Ana Moura, Camané, Mafalda Arnauth, Pedro Moutinho, Gaiteiros de Lisboa, Ana Laíns, κλπ.), ενώ εργάζεται επίσης στην παραγωγή και καλλιτεχνική διεύθυνση δίσκων άλλων καλλιτεχνών. Το 1994 κυκλοφορεί ο δίσκος της “Todos os Dias”, για τον οποίο προτείνεται για τα Βραβεία Blitz ως καλύτερη τραγουδίστρια. Μαζί µε τους José Mário Branco και João Afonso το 1995, παρουσιάζει το “Maio Maduro Maio”, που είναι αφιερωµένο στο έργο τού José Afonso και που τιµάται µε το Βραβείο Zeca Afonso. Το 1998 τής απονέµεται ξανά το Βραβείο Zeca Afonso για την καινούργια της δουλειά, “Taco a Taco”». Mια επιλογή από το πλούσιο βιογραφικό της Amélia Muge.

«Η Amélia Muge γεννιέται στη Μοζαµβίκη, όπου αρχίζει να τραγουδά και να συνθέτει ενώ µελετά πιάνο, κιθάρα και διδασκαλία τής µουσικής. Πτυχιούχος τής Σχολής Ιστορίας τού Πανεπιστηµίου Eduardo Mondlane τού Maputo, σπουδάζει στα µεταπτυχιακά Εκπαίδευση για την Ανάπτυξη, καθώς επίσης Επικοινωνία και Διδασκαλία. Παραδίδει µαθήµατα στο πανεπιστήµιο και αναλαµβάνει κοινωνικο-πολιτιστικές πρωτοβουλίες και προγράµµατα κατάρτισης για την ανάπτυξη – δραστηριότητες που θα επαναλάβει αργότερα στην Πορτογαλία. Γράφει παιδικά βιβλία φιλοτεχνώντας και τις ζωγραφιές, και συνεργάζεται σε άλλα βιβλία περί Τέχνης και εκπαίδευσης. Εγκαθίσταται στην Πορτογαλία και σπουδάζει µουσική για ταινίες κινουµένων σχεδίων, design, σχέδιο και οπτικοακουστικές τέχνες. Συµµετέχει σε παραστάσεις όπου η µουσική συνδυάζεται µε τα εικαστικά, το θέατρο, τον χορό και τα πολυµέσα, ως εικαστικός, συγγραφέας, τραγουδοποιός και ερµηνεύτρια. Η συνεργασία της µε τον Júlio Pereira (εµφανίζεται το 1983 στον δίσκο του Braguesa) κεντρίζει το

Η γνωριµία του Μιχάλη Λουκοβίκα και της Amélia Muge έγινε διαδικτυακά. Η Amélia βρήκε το δίσκο στο myspace, ήρθε σε επαφή µε την ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου και γνώρισε τις ραδιοφωνικές εκποµπές του Λουκοβίκα. Αποτέλεσµα αυτής της συνεργασίας ήταν µια δίγλωσση κυκλοφορία του δίσκου στην Πορτογαλία µε ολόκληρα τα ποιήµατα του Άρη Αλεξάνδρου – αποσπάσµατα των οποίων είχε χρησιµοποιήσει ο Λουκοβίκας.

42

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΝΗΧΟΡΙΑ

43

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΝΗΧΟΡΙΑ

Η συνεργασία τους δεν σταµάτησε εκεί. Νέος καρπός της κοινής τους αντίληψης για την παγκοσµιότητα της µουσικής αποτελεί ο δίσκος «Περίπλους». Πρόκειται για µια σύµπραξη πολύ γνωστών ελλήνων και πορτογάλων µουσικών οι οποίοι λειτουργούν µε τη λογική της εξερεύνησης του έτερου µουσικού πεδίου, όπως ακριβώς έκαναν σε πρωτογενές επίπεδο ο Μιχάλης Λουκοβίκας και η Amélia Muge.

Outra Voz (Άλλη Φωνή), που απαρτίζεται από κατοίκους τού Guimarães και δηµιουργήθηκε όταν η πόλη τους ορίστηκε ως Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα για το 2012». Ο δίσκος αποτελείται από δέκα µουσικές ενότητες και εικοσιτέσσερα κοµµάτια. Στην πρώτη θεµατική ενότητα µε κεντρικό άξονα την Απουσία, µια σύνθεση της Amélia Muge δίνει τη θέση της σε µια εµπνευσµένη διασκευή της στο γνωστό «Όσο βαρούν τα σίδερα» µε εναλλαγή πορτογαλικών – ελληνικών – πορτογαλικών και σε αντίστοιχη µουσική διαδοχή. Το ελληνικό µέρος παρουσιάζει µια µορφή του κοµµατιού πιο κοντά στην αυθεντική ενώ η λυρική διασκευή στα πορτογαλικά είναι ο τρόπος που «άκουσε» η Amélia Muge το κοµµάτι όταν της το έστειλε µέσω διαδικτύου ο Λουκοβίκας και του το επέστρεψε µε την δική της εκδοχή.

Ο Περίπλους σύµφωνα µε τους ίδιους «µάς παραπέµπει στην αρχαιότητα, στα ταξίδια διά θαλάσσης πέριξ της Μεσογείου και πέραν αυτής, στον Ατλαντικό και τον Ινδικό ωκεανό. Επιλέξαµε αυτόν τον όρο για να προσδιορίσουµε το δικό µας ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο πέριξ της µεσογειακής κουλτούρας και όλων των υπολοίπων που άνθησαν ερχόµενες σε επαφή µε αυτό το λίκνο τού πολιτισµού. Στόχος µας είναι το πάντρεµα της µουσικής µε την ποίηση, ιδίως όπως αυτές οι τέχνες καλλιεργήθηκαν στις χώρες µας, την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Γι’ αυτό και το πλήρωµα του Περίπλου απαρτίζεται κυρίως από Πορτογάλους και Έλληνες, αν και είµαστε ό,τι άλλο παρά κάποια κλειστή λέσχη: ειδικότητά µας είναι να φτιάχνουµε γέφυρες, ν’ ανοίγουµε παράθυρα, δουλεύοντας από κοινού µέσω του διαδικτύου. Επιδίωξή µας είναι η δηµιουργία νέας µουσικής και ποίησης, εµπνεόµενοι από τις µεγάλες τέχνες τού παρελθόντος, την πλούσια κοινή µας κληρονοµιά, όχι µόνον τη λόγια µα και τη λαϊκή. Έτσι, εκτός από τα δικά µας τραγούδια, φτάσαµε ανατρέχοντας ως την αρχαία ελληνική µουσική και ποίηση, προσαρµόζοντας σύµφωνα µε τις δικές µας ευαισθησίες συνθέσεις όπως ο “Πρῶτος δελφικὸς ὕµνος”, αφιερωµένος στον Απόλλωνα, έργο πιθανόν του Αθηναίου (περί το 138-128 π.Χ.), ο “Ἐπιτάφιος του Σεικίλου” (κάπου µεταξύ 2ου αιώνα π.Χ. και 1ου αιώνα µ.Χ.), και ο “Ὕµνος εἰς Νέµεσιν” του Μεσοµήδους τοὺ Κρητός (αρχές 2ου αιώνα µ.Χ.). Στο ίδιο πνεύµα, επεξεργαστήκαµε παραδοσιακά θέµατα, όπως το πορτογαλικό “Τραγούδι τού ποτίσµατος”, ο Κρητικός συρτός, το επίσης κρητικό “Όσο βαρούν τα σίδερα”, το ηπειρώτικο “Ξενιτεµένο µου πουλί”, και το ρεµπέτικο “Τα µαγκάκια τής ταβέρνας”, που το συνδυάσαµε µε το αντίστοιχο αστικό λαϊκό τραγούδι τής Πορτογαλίας, το fado, ενώ από τη morna τού Πράσινου Ακρωτηρίου περάσαµε µε τις πεντατονικές κλίµακες στην Αφρική και καταλήξαµε στην Ήπειρο. Εντοπίσαµε επίσης κοινούς τόπους και οµοιότητες σε νανουρίσµατα και παιδικά τραγούδια των δυο χωρών, καθώς επίσης και στο ερωτικό τραγούδι “Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα”, όπως αποδίδεται στην Ελλάδα, τη Γαλικία και την Πορτογαλία µε σχεδόν πανοµοιότυπους στίχους. Κάποιοι από τους ποιητές που αγαπήσαµε είναι παρόντες εδώ: ο Άρης Αλεξάνδρου µε το “Παράνοµο σηµείωµα”, το” Νανούρισµα”, και “Tὰ ἔνδον ῥήµατὰ” του· ο Fernando Pessoa µε την “Κάλµα” του, και ο Κωνσταντίνος Καβάφης µε την “Ιθάκη” του· η Natália Correia µε την “Ωδή σε µια αναδυόµενη χώρα”· και η Hélia Correia µε την προσαρµογή που έκανε στον “Ἐπιτάφιον του Σείκιλου”, αποδίδοντάς τον στην αρχική του µορφή στ’ αρχαία ελληνικά. Εκτός από την Hélia Correia, έχουµε και άλλους ειδικούς προσκεκληµένους: την Ελένη Τσαλιγοπούλου, καθώς και τη χορωδία

Στη δεύτερη θεµατική ενότητα µε τίτλο Δρόµοι, από τους δρόµους του µεταξιού πηγαίνουµε στις αφρικανικές και ελληνικές πεντατονικές κλίµακες µε µια πολύ πετυχηµένη ακολουθία και στην ενότητα Τραγούδια καταλήγουµε στο τραγούδι του περίπλου από τον Επιτάφιο του Σείκιλου τραγουδισµένο από την Hélia Correia, λογοτέχνη - η οποία όταν συνάντησε τον Λουκοβίκα πρώτη φορά άρχισε να του τραγουδάει το συγκεκριµένο τραγούδι και θεωρήθηκε ορθό να ακουστεί η ίδια στον δίσκο. Στην ενότητα Νησιά ο Άρης Αλεξάνδρου συναντά τον Φερνάντο Πεσσόα και τον Κωνσταντίνο Καβάφη και στις Φωνές γίνεται µια έντεχνη µίξη αρχαίων ελληνικών µουσικών, παραδοσιακών ελληνικών και πορτογαλικών καθώς και σύγχρονων, της Amélia Muge. Τα Νανουρίσµατα ακολουθούνται από τις Αγάπες και την απόδοση κοινών στίχων, κτήµα της Μεσογείου και όχι µόνο, µε διαφορετική µουσική: το γνωστό στην Ελλάδα «Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα». Στην ενότητα Εκ βαθέων η Amélia Muge τραγουδάει ένα πολύ ενδιαφέρον, ιδιότυπο µοιρολόι και στη συνέχεια µαζί µε τον Μιχάλη Λουκοβίκα απαγγέλουν σε αντίστοιχο ύφος Άρη Αλεξάνδρου. Χαρακτηριστικό σηµείο του δίσκου είναι η ενότητα Fado και ρεµπέτικο που αποτελείται από τρία µέρη µε ιδιαίτερα ενδιαφέρον το δεύτερο στο οποίο ένας αυτοσχεδιασµός στο fado µπλέκεται µε έξοχο τρόπο µε ρεµπέτικο αυτοσχεδιασµό, ένα ταξίµι δηλαδή, δοµώντας έτσι µια υπε΄ροχη γέφυρα για το πέρασµα στα «Μαγκάκια της ταβέρνας». Η τελευταία ενότητα έχει τίτλο Τόσο µακριά, τόσο κοντά . Η απουσία, η αφετηρία του δίσκου, επανέρχεται για να κλείσει τον κύκλο. Η απουσία, κοινό σηµείο έκφρασης για κάθε λαό και σε κάθε µορφή τέχνης - και ιδιαίτερα στη µουσική – δείχνει και την ίδια, πανανθρώπινη θλίψη για την έλλειψη, την απόσταση, το µισεµό, το χαµό.

44

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΕΝΗΧΟΡΙΑ

Θεωρώντας δεδοµέν�� την αξία της οποιασδήποτε διεθνούς ή υπερεθνικής συνεργασίας στα πλαίσια της προώθησης ενός παγκόσµιου πολιτισµού θα σταθώ στο µουσικό µέρος της µουσικής αυτής συνεύρεσης. Ένα από τα χαρακτηριστικά της πορτογαλικής γλώσσας είναι η έντονη εκφραστικότητα και µουσικότητα που εµπεριέχει· ο συνδυασµός της µε µια γλώσσα σαν την ελληνική, µε τις αναρίθµητες µουσικές δυνατότητες που φανερώνει στο λόγο, έχει έντονα ευήκοο αποτέλεσµα. Επιπλέον όµως, δύο άνθρωποι µε ταλέντο ενδιαφέρονται όχι να παρουσιάσει ο καθένας παράλληλα µε τον άλλον την µουσική παράδοση του τόπου του ή τις δικές του νέες συνθέσεις αλλά να συνυπάρξουν, να µπει η µια παράδοση στην άλλη και η έκφραση του ενός στη δηµιουργία του άλλου. Αυτή η εξερεύνηση, το ενδιαφέρον να γνωρίσεις, να υιοθετήσεις και να απορρίψεις, είναι η βασική πηγή δηµιουργίας αλλά και γνωριµίας των λαών µέσω των µουσικών από τότε που υπάρχει µουσική. Όταν σε αυτές τις βάσεις υπάρχει επίσης ταλέντο και µουσικοί µε αντίστοιχο όραµα και ικανότητες τότε προκύπτει µια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία, όπως αυτή.

Πρέπει να τονίσω τις ερµηνευτικές -και συνθετικέςικανότητες της Amélia Muge. Εντύπωση προκαλεί και πάλι, όπως και στο «Χρυσάφι του ουρανού», η ερµηνεία της Ελένης Τσαλιγοπούλου η οποία όταν άδει τραγούδια τέτοιου ύφους και ενορχήστρωσης πραγµατικά τους προσφέρει µια καλλιτεχνική ώθηση. Οι µουσικοί, που έπαιξαν σηµαντικότατο ρόλο στο αποτέλεσµα: Μάνος Αχαλινωτόπουλος: κλαρίνο, φωνή, φωνητικά. Κυριάκος Γκουβέντας: βιολί, βιόλα, μαντολίνο. Χάρης Λαμπράκης: νέυ, φλογέρα με ράμφος. José Martins: κρουστά, kalimba, συνθεσάιζερ, νυχτερινοί ήχοι, παλαμάκια. Ricardo Parreira: πορτογαλική κιθάρα (τού fado). António Quintino: κοντραμπάσο. Filipe Raposo: πιάνο, πλήκτρα, ακορντεόν. José Salgueiro: κρουστά, παλαμάκια.

ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ Mariana Abrunheiro: φωνητικά. Catarina Anacleto: τσέλο, φωνητικά. José Barros: μαντολίνο, cavaquinho, βιόλα (κιθάρα) braguesa, φωνητικά. Cristina Benedita: φωνητικά. José Manuel David: kalimba, φωνή, κόρνο, γκάιντα, φωνητικά, ισοκράτημα. Margarida Guerreiro: αναθέματα. Κώστας Θεοδώρου: κοντραμπάσο, κρουστά. André Maia: ρυθμική απαγγελία. Ειρήνη Μπακαλοπούλου: άρπα. Teresa Muge: φωνή & αναθέματα. Δημήτρης Μυστακίδης: μπουζούκι, τζουρά, κιθάρα τού ρεμπέτικου. Pedro Pinhal: βιόλα (κιθάρα συνοδείας) τού fado. Ziad Rajab: ούτι. Eduardo Salgueiro: παλαμάκια. Ζωή Τηγανούρια: ακορντεόν. Francisco & Sofia Van Epps: παιδικά τραγούδια & γέλια. Rui Vaz: ρυθμική απαγγελία, φωνητικά.

45

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

SHOWCASE

ΑΔΙΕΞΟΔΟ ▧

ΤΗΣ ΔΩΡΑΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗ thkorovesi@gmail.com

ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

τις στρωµένες καρό χαρτοπετσέτες; Ντρέποµαι ενδόµυχα πια ακόµα και να τρώω το πρωί στα ξενοδοχεία, όταν τύχει να ταξιδέψω µόνη για τη δουλειά µου. Κι όταν πού και πού επισκέπτοµαι τη µητέρα, ζητάω επίµονα να της ετοιµάσω εγώ τον καφέ, αλλά ποτέ δε µ’αφήνει. Πάντα µε σαστίζει αυτή η ακεραιότητά της. Αυτό θα πει χάσµα γενεών, όχι όλα τ’άλλα. Κάπου στη µέση ή στο τέλος της ζωής, τα υπόλοιπα κάπως τα παραδέχεσαι, αυτά που σ’εξοργίζουν βρίσκουν τρόπο να εισχωρήσουν στο πετσί σου. Η ακεραιότητα όµως της παλιάς εποχής, ποτέ. Μένεις να τη θαυµάζεις και να τη µισείς, για όσα σε έκανε.

…δεν έχει χορτάσει βέβαια το µάτι µου θάλασσα, ούτε όµως και µια κουβέρτα ζεστή, ακουµπισµένη δίπλα µου στον καναπέ, ακουµπισµένη τόσο φυσικά από το χέρι της µητέρας µου, στον καναπέ του σπιτιού που ποτέ δε θα είναι ξανά τόσο ζεστός όσο τώρα, και τόσο έτοιµος να σε κοιµήσει γλυκά και χορταστικά. Ξυπνώντας να µυρίζει ένα γλυκό στο τραπεζάκι. Αυτή τη ζεστή ευτυχία οι γυναίκες κάποτε τη χάνουν δια παντός, σα να τους την ξερίζωσαν ξαφνικά επειδή είναι γυναίκες και προορισµένες όταν µεγαλώσουν να την προσφέρουν µόνο, να τη δηµιουργούν για τους άλλους. Δεν ξέρω αν θα ‘ταν προτιµότερο µια αχνιστή κούπα τσάι το πρωί απ’τα χέρια κάποιου –άραγε όλοι οι άνθρωποι µεγαλώνοντας τον πίνουν σκέτο; πικρό καφέ πρωί κι απόγευµα για να κρατηθούν στα πόδια τους;- να την απολάµβανα µια φορά στο τόσο, για έκπληξη, ή κάθε µέρα, σαν κάτι που µου αξίζει. Κι όλο αυτό δεν είναι η τύχη της γυναίκας; Γιατί ποιος δε θέλει τον καφέ του έτοιµο το πρωί, δίπλα στα βάζα µε τη µαρµελάδα και

Η χοροθεατρική παράσταση «Αδιέξοδο» του Παύλου Κουρτίδη θα παρουσιάζεται κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 21:30 στο Θέατρο Π.Κ. στο Νέο Κόσμο.

46

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

SHOWCASE

47

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΝΑ ΠΑΣ

ΤΟ ΚΡΕΑΣ ▧

ΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ cloelikos@gmail.com

Με νέα µέτρα στο προσκήνιο, κανείς δε σκέφτεται πια τη δυνατότητα να φάει εκτός σπιτιού. Ωστόσο, αν έχετε κοµπόδεµα και όρεξη για κρεατοφαγία, υπάρχουν οι κατωτέρω value for money προτάσεις, που δε θα σας απογοητεύσουν! Κατά την κρατούσα γνώµη, το καλύτερο, και όχι τόσο ακριβό, µαγαζί για κρέας, βρίσκεται δυτικά. Λέγεται Base grill και βρίσκεται στο Περιστέρι, Κων/πόλεως 46. Οι ιδιοκτήτες πραγµατικά τιµούν την πρωτεΐνη, καθώς κάθε κοµµάτι κρέατος αντιµετωπίζεται διαφορετικά, µε σεβασµό και κατάνυξη. Αξίζει τον κόπο, από κάθε άποψη! Αν και τσιµπηµένες τιµές, δε θα το µετανιώσετε.

Αν πάλι είστε πιο παραδοσιακοί, τύποι της ταβέρνας, τρέξτε στα Ιλίσια [Αιγινήτου 32], στα «Σκαλάκια». Τι στο καλό κάνουν αυτοί οι άνθρωποι και ψήνουν τόσο ωραίες µπριζόλες, δεν µπορώ να καταλάβω. Το ντεκόρ µπορεί να είναι αδιάφορο, αλλά το φαγητό καθόλου, εξ ου και ο χαµός που γίνεται από κόσµο όλων των ηλικιών.

48

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΝΑ ΠΑΣ

Αν και στα ανατολικά προάστια ελλείπουν αξιοπρεπείς επιλογές εξόδου, ο Κρητικός, στην Παλλήνη, είναι µια ευχάριστη έκπληξη. Οι µερίδες είναι τεράστιες, το κρέας αξιοπρεπέστατο και οι µεζέδες πεντανόστιµοι. Τέλος, υπάρχει η αξεπέραστη επιλογή στο Θησείο [Επταχάλκου 5 το χειµερινό, Θεσσαλονίκης 7 το εαρινό], το Στέκι του Ηλία. Αν αγαπάτε συκωταριές, γλυκάδια και λοιπά υπερπαχυντικά µεζεδάκια, απορώ πώς δεν το έχετε επισκεφθεί ακόµη. Πρόκειται για µια αυθεντικότατη ταβέρνα, που ενδείκνυται για επίσκεψη αργά την Κυριακή, µετά από ξενύχτι, ποτό και µεσηµεριανό καφέ. Κι αν ακόµα σιχαίνεστε το συκώτι, αξίζει να το δοκιµάσετε! ◈

Εικονογράφηση: Ντίνος Καψάλας Dinerror86@gmail.com 49

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΦΩΝΟΡΑΣΗ

ΦΩΝΟΡΑΣΗ www.lykosmagazine.tumblr.com

ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ elenqmdt@gmail.com

www.lykosmagazine.tumblr.com

ΔΕΥΤΕΡΑ 22/10

www.lykosmagazine.tumblr.com

ΤΡΙΤΗ 23/10

ΤΕΤΑΡΤΗ 24/10

papadaki.stav@gmail.com ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

papadaki.stav@gmail.com ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

papadaki.stav@gmail.com ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

18:00 // SKAI Μαγειρική Εκπομπή: Chef στον Αέρα www.lykosmagazine.tumblr.com

18:00 // SKAI Μαγειρική Εκπομπή: Chef στον Αέρα www.lykosmagazine.tumblr.com 23:00 // ET3 Δραµατική: Μια Γυναίκα Κατηγορείται

18:00 // SKAI Μαγειρική Εκπομπή: Chef στον Αέρα www.lykosmagazine.tumblr.com 21:00 // ALPHA Κωµωδία: Η Κόμισσα της Κέρκυρας

Layout

Layout

Layout

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ papadaki.stav@gmail.com

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ papadaki.stav@gmail.com

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ papadaki.stav@gmail.com

10:00 // Love Radio 97.5 Ελληνικό & Ξένο Ρεπερτόριο: Κική Μηλίδου

10:00 // Love Radio 97.5 Ελληνικό & Ξένο Ρεπερτόριο: Κική Μηλίδου

10:00 // Love Radio 97.5 Ελληνικό & Ξένο Ρεπερτόριο: Κική Μηλίδου

18:00 // ΔΙΕΣΗ 101.3 Ελληνικό & Ξένο Layout Ρεπερτόριο: Παναγιώτης Μιχαλαριάς

18:00 // ΔΙΕΣΗ 101.3 Ελληνικό & Ξένο Layout Ρεπερτόριο: Παναγιώτης Μιχαλαριάς

18:00 // ΔΙΕΣΗ 101.3 Ελληνικό & Ξένο Layout Ρεπερτόριο: Παναγιώτης Μιχαλαριάς 20:00 // Bleep-Radio.gr Electonica-Post Rock-Trip hop: Σπύρος Λημναίος

Εικονογράφηση Στέργιος Ρουμελιώτης // KURO - kurotrash@gmail.com 50

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

ΦΩΝΟΡΑΣΗ

www.lykosmagazine.tumblr.com

ΠΕΜΠΤΗ 25/10

www.lykosmagazine.tumblr.com

www.lykosmagazine.tumblr.com

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 26/10

ΣΑΒΒΑΤΟ 27/10

ΚΥΡΙΑΚΗ 28/10

papadaki.stav@gmail.com ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

papadaki.stav@gmail.com ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

papadaki.stav@gmail.com ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

18:00 // SKAI Μαγειρική Εκπομπή: Chef στον Αέρα www.lykosmagazine.tumblr.com 22:00 // STAR Πολεµικό Δράµα: Εναντίωση

18:00 // SKAI Μαγειρική Εκπομπή: Chef στον Αέρα www.lykosmagazine.tumblr.com

21:00 // ANT1 Πολεµικό Δράµα: Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράϊαν

Layout

Layout

Layout

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ papadaki.stav@gmail.com

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ papadaki.stav@gmail.com

10:00 // Love Radio 97.5 Ελληνικό & Ξένο Ρεπερτόριο: Κική Μηλίδου

10:00 // Love Radio 97.5 Ελληνικό & Ξένο Ρεπερτόριο: Κική Μηλίδου

18:00 // ΔΙΕΣΗ 101.3 Ελληνικό & Ξένο Layout Ρεπερτόριο: Παναγιώτης Μιχαλαριάς

18:00 // ΔΙΕΣΗ 101.3 Ελληνικό & Ξένο Layout Ρεπερτόριο: Παναγιώτης Μιχαλαριάς

22:00 // AMAGI RADIO Εκποµπή Λόγου: Τι μου Λέτε;

51

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

52

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

▧ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΚΑΨΑΛΑ Dinerror86@gmail.com

53

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

54

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

55

ΛΥΚΟS 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012

56 lykosmagazine.tumblr.com


LYKOS_13