Issuu on Google+

   

2   

Η Αναγέννηση των Ηρώων ‐ ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος  

3

4

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

Νεκτάριος Μπουτεράκος

Η Αναγέννηση των Ηρώων

ΥΔΩΡ Βιβλίο 1ο

5

ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Η Αναγέννηση των Ηρώων – ΥΔΩΡ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Νεκτάριος Μπουτεράκος ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Νεκτάριος Μπουτεράκος © 2011

6

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Πρόλογος:

Η φωτιά στα έγκατα μιας σπηλιάς

σελ.9

2. Κεφάλαιο 1:

Ο Δαίμονας Ζμέου

σελ.19

3. Κεφάλαιο 2:

Χρήστος

σελ.25

4. Κεφάλαιο 3:

Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων

σελ.36

5. Κεφάλαιο 4:

Ζωή

σελ.47

6. Κεφάλαιο 5:

Η γη των Θεών

σελ.59

7. Κεφάλαιο 6:

Φανή

σελ.71

8. Κεφάλαιο 7:

Στο βωμό των Θεών

σελ.83

9. Κεφάλαιο 8:

Αλέξανδρος

σελ.96

10.Κεφάλαιο 9.

Ο Θεός Έρωτας

σελ.110

11.Κεφάλαιο 10:

Αρχαιοελληνιστές

σελ.121

12.Κεφάλαιο 11:

Δωδεκάθεο

σελ.132

13.Κεφάλαιο 12:

Θεοί της Ανατολής

σελ.145

14.Κεφάλαιο 13:

Θεοί και Δαίμονες

σελ.157

15.Κεφάλαιο 14

Μια περίεργη οικογένεια

σελ.167

16.Κεφάλαιο 15:

Η αναγέννηση των ηρώων

σελ.180

17.Επίλογος:

Το τέλος είναι πάντα μια αρχή

σελ.194

7

Στους γονείς και τους δασκάλους μου.

8

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

Κεφάλαιο 1 Ο Δαίμονας Ζμέου Ναύπλιο 2010. Το παράθυρο έτριζε από τον αέρα που φυσούσε έξω, η κουρτίνα άρχισε να κινείται, σαν να θέλει να προειδοποιήσει για το κακό που έρχεται, το κακό που άφησαν να μπει. Το κερί στο τραπέζι τρεμούλιασε από το φύσημα του ανέμου και έσβησε, σαν ψυχή που χάνεται στα άδυτα του κάτω κόσμου. Όλοι ταράχτηκαν με το ημίφως που απλώθηκε στο καθιστικό. Ένα ημίφως που μύριζε θάνατο και παγωνιά. Η Ζωή από τον φόβο της χώθηκε στην αγκαλιά του Αλέξανδρου. Με το πόδι της κούνησε το τραπεζάκι και το ποτήρι που βρισκόταν πάνω, έπεσε με έναν δυνατό γδούπο στο ξύλινο πάτωμα και κατρακύλησε φτάνοντας στον καναπέ. Ήταν αρκετό αυτό το μικρό γεγονός ώστε να προκαλέσει έναν τεράστιο πανικό και στους τέσσερις. Η Φανή ούρλιαξε και ο Χρήστος κουλουριάστηκε, χώνοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια του. «Τι κάναμε;». Ψιθύρισε και πηγαινοερχόταν μπρος – πίσω σαν εκκρεμές. «Δεν έπρεπε…», συνέχισε η Ζωή που είχε διπλωθεί σαν μωρό στην αγκαλιά του Αλέξανδρου. Η Φανή σηκώθηκε, πήρε την περγαμηνή που κείτονταν στο πάτωμα και την πέταξε στο τζάκι, που τώρα έμοιαζε να φουντώνει και να παίρνει την μορφή δαίμονα. «Τι κάνεις εκεί;», φώναξε ο Χρήστος και έτρεξε προς το τζάκι. Έβαλε το χέρι του στην φωτιά και άρπαξε το μισοκιτρινισμένο χαρτί, που με τόση δυσκολία είχε ανακαλύψει. Στην προσπάθειά του να σώσει την πολυπόθητη περγαμηνή, το χέρι του ακούμπησε τις φλόγες και το δωμάτιο μύρισε αμέσως τρίχα καμένη. Ευτυχώς το πρόλαβε και δεν κάηκε, πέρα από την κάτω δεξιά άκρη, όπου ήταν ζωγραφισμένο ένα σύμβολο ερπετού. Κοιτάζοντας το έγγραφο, παρατήρησε ότι το σημείο εκείνο είχε καεί λίγο και το ερπετό είχε πλέον μείνει μισό. Η περγαμηνή, πέρα από το κείμενο επίκλησης κάποιου δαίμονα, που ήταν γραμμένο στα Λατινικά, είχε ακόμα ένα, μισοσβησμένο από τα χρόνια. Σύμφωνα με τα λόγια ενός γλωσσολόγου που το είδε, ήταν γραμμένο στην παλιά Κυριλλική Ρουμάνικη γραφή. «Γιατί δεν το άφησες να καεί το καταραμένο; Τόσο κακό μας έκανε και συνεχίζει ακόμα», είπε κλαίγοντας η Φανή. 9

«Είναι κληρονομιά του πατέρα μας ηλίθια, το μόνο που έχει μείνει από εκείνον και το βρήκα με μεγάλη δυσκολία, δεν θα αφήσω να καταστραφούν όλα αυτά μέσα σε δευτερόλεπτα». «Μα..». Ψέλισε εκείνη. «Σκάσε!», φώναξε ο Χρήστος και διπλώθηκε στα δύο, αγκαλιάζοντας τον πολύτιμο θησαυρό του, σαν να φοβόταν πως θα τον χάσει. Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε, αφήνοντας μόνη την Ζωή, έκλεισε το μισάνοιχτο παράθυρο και άναψε το φως δαπέδου. Όλα πήραν πάλι το κανονικό τους σχήμα. Η φωτιά από το τζάκι έπαψε να μοιάζει με δαίμονα και η κουρτίνα χύθηκε στο πάτωμα. Σήκωσε το ποτήρι και το ακούμπησε πάνω στο τραπεζάκι, όπου και βρισκόταν ο πίνακας Ουίτζα με τα επίχρυσα γράμματα να λαμπιρίζουν από την φωτιά που έκαιγε. «Δεν είναι τυχαίο που όλα αυτά έγιναν φτάνοντας στο γράμμα Ζ», είπε ο Αλέξανδρος χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλά του το επίχρυσο Ζ του πίνακα. «Τι εννοείς;», ρώτησε ο Χρήστος με το βλέμμα του καρφωμένο στην φωτιά. Ο Αλέξανδρος πήρε στα χέρια του ένα φύλλο χαρτί, που βρισκόταν στην βιβλιοθήκη δίπλα του, και ένα μολύβι και άρχισε να γράφει. Μόλις τελείωσε ακούμπησε το χαρτί στο τραπεζάκι. «Δείτε», είπε. Μαζεύτηκαν όλοι πάνω από το χαρτί και διάβασαν τις σημειώσεις του Αλέξανδρου. Ζ = Ζεύξις δυνάμεων Η = ήλιος Τ = τύπτω Α = αρχή Η σύζευξης δυνάμεων του ηλίου (είναι)η πλήττουσα αρχή. Ο Αλέξανδρος Γεωργίου, Κύπριος στην καταγωγή, είχε σπουδάσει ιστορικός – αρχαιολόγος και είχε μια αδυναμία στην γλωσσολογία. Η ετυμολογία των λέξεων ήταν το χόμπι του. Ώρες αμέτρητες σπαταλούσε, αναλύοντας λέξεις και γράμματα, χαμένος στον δικό του παράδεισο, που ήταν σπαρμένος με σύμβολα και αριθμούς. Η ανάλυση που έκανε συγκλόνισε τα παιδιά. Το αίμα από το πρόσωπο του Χρήστου στραγγίχτηκε.

10

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

«Το Ζ, όπως όλοι ξέρουμε, είναι το έκτο γράμμα του Ελληνικού Αλφάβητου και ο ήχος που βγάζει, όταν το προφέρουμε, είναι ο αντίστοιχος της δραστηριότητας», είπε ο Αλέξανδρος. «Η δραστηριότητα του Ηλίου… η πλήττουσα αρχή», ψιθύρισε η Φανή, καθώς το μυαλό της άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Οι σπουδές της στην Φυσική ήταν οι απαιτούμενες για να λύσει τον γρίφο που απλωνόταν μπροστά της. Ο Αλέξανδρος συνέχισε τον συλλογισμό του. «Επίσης το έξι μας παραπέμπει και στην έκτη μέρα της δημιουργίας, όπου και ο Θεός δημιούργησε το τελειότερο από όλα του τα πλάσματα...». «Τον άνθρωπο…», τελείωσε την φράση του η Ζωή. «Η έκτη μέρα είναι η μέρα της… Ζωής», είπε ο Αλέξανδρος και καρφώθηκε στην κοπέλα. Δεν κατάλαβε αν ο συνειρμός που έκανε την αφορούσε κατά κάποιον τρόπο, όμως η επίμονη ματιά του την ανατρίχιασε. Τα πράσινα της μάτια γύρισαν προς την φωτιά και έμειναν εκεί παγωμένα να παρατηρούν τις φλόγες. «Πρέπει να βρούμε τα ονόματα των δαιμόνων που ξεκινούν με το γράμμα Ζ», είπε ο Χρήστος και πήγε στην βιβλιοθήκη. Κατέβασε ένα χοντρό βιβλίο με μαύρο σκληρό εξώφυλλο,

όπου

ήταν

χαραγμένος

με

πορφυρά

γράμματα

ο

τίτλος

ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΑ. Άνοιξε το βιβλίο και χάθηκε στις σελίδες του. «Ζαγκάν, Ζενό, Ζμέου...».Στο άκουσμα του ονόματος Ζμέου, το κερί στο τραπεζάκι αυτόματα άναψε. Το χοντρό βιβλίο έπεσε από τα χέρια του Χρήστου στο πάτωμα. Για μερικές στιγμές, που φάνηκαν αιώνες, πάγωσαν όλα, καμία κίνηση, σαν να έβαλε ο χρόνος τελεία. Την σιωπή έσπασε η Ζωή. «Αυτός είναι ο δαίμονας που καλέσαμε...». «Πρέπει να μάθουμε τα πάντα γι’ αυτόν», συμπλήρωσε η Φανή. Ο Χρήστος σήκωσε αργά το βιβλίο, σαν να φοβόταν ότι αν έκανε μια απότομη κίνηση, όλος ο κόσμος θα κατέρρεε στα πόδια του. Άρχισε να ψάχνει για τον δαίμονα. «Είναι ένα φανταστικό πλάσμα, που προέρχεται από την Ρουμάνικη λαογραφία και μυθολογία. Έναντι άλλων φανταστικών πλασμάτων έχει συνήθως σαφή ανθρωπόμορφα γνωρίσματα και έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί και να χρησιμοποιήσει αντικείμενα, όπως όπλα. Σε μερικές ιστορίες, ο Ζμέου εμφανίζεται στον ουρανό μέσα από φωτιά, σαν μαύρος καπνός. Σε άλλες ιστορίες, έχει έναν μαγικό πολύτιμο λίθο στο κεφάλι του, που λάμπει όπως ο ήλιος…». Η Φανή συνοφρυώθηκε. Πήρε στα χέρια της την περγαμηνή του πατέρα τους και κοίταξε το, μισό πλέον, σύμβολο του ερπετού, που,

11

ευτυχώς, είχε μείνει ανέπαφο το μέρος του κεφαλιού. Εκεί υπήρχε ένα πετράδι, όπου γύρω του, ακτινωτά, έφευγαν γραμμές και σταυρωτά, γύρω από το ερπετό, τέσσερα άγνωστα σύμβολα. «...έχει έναν μαγικό πολύτιμο λίθο στο κεφάλι του που λάμπει όπως τον ήλιο», επανέλαβε τα λόγια του αδελφού της κοιτάζοντας το εύθραυστο χαρτί. Ο Χρήστος συνέχισε να διαβάζει από το βιβλίο. «Συμπαθεί τα όμορφα νέα κορίτσια, τα οποία σκοπός του είναι να απαγάγει. Σχεδόν πάντα νικιέται από έναν πρίγκιπα ή έναν περιπλανώμενο ιππότη. Η φυσική μορφή του είναι αυτή του δράκου…». «Δεν είναι ένα οποιοδήποτε ερπετό», είπε η Φανή, «είναι κεφάλι δράκου». Όλοι την κοίταξαν. Τα χέρια της έτρεμαν τόσο, ώστε η περγαμηνή που κρατούσε ήταν έτοιμη να διαλυθεί. «Αυτός είναι ο δαίμονας, είμαι πλέον σίγουρη», φώναξε η Φανή, ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. «Εξαιτίας αυτού του δαίμονα χάσαμε τον πατέρα μας και τώρα είναι εδώ για να εξαφανίσει κι εμάς. Και το χειρότερο είναι ότι εμείς οι ίδιοι τον καλέσαμε. Σκάψαμε το λάκκο μας και εμείς τώρα ρίχνουμε και το χώμα πάνω μας». «Ηρέμησε Φανή μου, θα βρούμε την λύση στο υπόσχομαι». Προσπάθησε να καθησυχάσει ο Χρήστος την αδελφή του αλλά μέσα του ένιωθε ανήμπορος και ανίκανος να βρει την όποια λύση, όπως ακριβώς ένοιωθε και την μέρα που ανακοινώθηκε και η εξαφάνιση του πατέρα του. Η ανάμνηση ήταν κολλημένη στο μυαλό του, όπως η βδέλλα κολλάει στο δέρμα και ρουφάει το αίμα του ανθρώπου. Εκείνο το χτύπημα του κουδουνιού της πόρτας στο πατρικό τους σπίτι στο Ναύπλιο, την μητέρα του να τρέχει αλαφιασμένη να δει ποιος είναι ξημερώματα, την στολή του αστυνομικού που έφερε το μήνυμα, το σπαραχτικό κλάμα της μάνας του μόλις άκουσε για την εξαφάνιση και εκείνον τον μαρτυρικό χρόνο, μέχρι να ξεψυχήσει η δύσμοιρη από την στενοχώρια της. Αδύναμη η καρδιά της και δεν άντεξε. Κι αυτός ορφανός πλέον, με μόνη του παρηγοριά την μεγάλη του αδελφή, που έγινε και η νέα του μάνα. Όλη του η παιδική ηλικία είχε χαθεί σε μια στιγμή, πίσω από τα κάγκελα μιας σκάλας, ζώντας, σαν ταινία δραματική, την εξαφάνιση του πατέρα του. Αδύναμος και μετέωρος, έπρεπε να πορευθεί σε ένα αβέβαιο μέλλον.

12

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

«Συνέχισε σε παρακαλώ να διαβάζεις», είπε με επιτακτικό τόνο ο Αλέξανδρος επαναφέροντάς τον στην πραγματικότητα. «Κατά την Ρουμάνικη παράδοση ο δαίμονας Ζμέου θέλει να κλέψει τον ήλιο και το φεγγάρι από τον ουρανό, με αυτόν τον τρόπο εγκλωβίζεται όλη η ανθρωπότητα στο σκοτάδι». «Αλέξανδρε, αυτό δεν έχει σχέση με την ετυμολογία του γράμματος Ζ που μας ανέλυσες πριν»; ρώτησε η Ζωή, παίρνοντας μετά από ώρα τα μάτια της από τις φλόγες που χόρευαν στο τζάκι. Ο Αλέξανδρος έγνεψε καταφατικά και έκανε νόημα στον Χρήστο να συνεχίσει. «Συνήθως, ο δαίμονας κατοικεί στον ‘άλλο κόσμο’ και πολλές φορές φεύγει από την γη, για να κατεβεί στο σκοτεινό βασίλειό του, υπονοώντας έτσι ότι ο Ζμέου ζει υπόγεια». «Και εκεί πρέπει να τον στείλουμε, μια για πάντα», αναφώνησε οργισμένη η Φανή, χτυπώντας την γροθιά της στον πέτρινο τοίχο. Το χέρι της βρήκε πάνω σε ένα καρφί με αποτέλεσμα να σκιστεί η επιδερμίδα και να ματώσει. Μια σταγόνα αίμα κύλισε και έπεσε πάνω στην περγαμηνή, που ήταν όμως ξεθωριασμένη και δεν μπορούσαν να βγάλουν νόημα. Ή μάλλον έτσι νόμιζαν. Μια στάλα αίμα χρειάστηκε, για να εμφανιστεί πεντακάθαρα το κείμενο. Το κιτρινωπό, διάφανο πλέον, χαρτί γέμισε με έντονα κόκκινα γράμματα, σε μια γραφή όμως που δεν γνώριζε κανείς τους. «Πως έγινε αυτό;», αναρωτήθηκε η Φανή. «Με το αίμα σου», απάντησε γεμάτος απορία ο Χρήστος. Μαζεύτηκαν όλοι πάνω από το παλιό έγγραφο και κοιτούσαν το, ασύλληπτο για αυτούς, κείμενο. «Αύριο το πρωί θα το πάω στον γλωσσολόγο στην Αθήνα. Ίσως αυτό είναι η απάντηση στο πρόβλημά μας», πήρε τον λόγο ο Αλέξανδρος, σπάζοντας την περίεργη αυτή σιωπή. «Ή θα μας βάλει σε μεγαλύτερα προβλήματα», συνέχισε η Ζωή. «Πως κατάντησε έτσι η ζωή μας; Να κυνηγάμε μαύρους δαίμονες χωρίς να ξέρουμε τον τρόπο να τους πολεμήσουμε», είπε κλείνοντας το πρόσωπό της στα χέρια της η Φανή. Ο Χρήστος, φανερά κουρασμένος και προβληματισμένος πήρε την λαβίδα και άρχισε να σκαλίζει αφηρημένα την φωτιά στο τζάκι. Με το φως από τις φλόγες να παίζει στο λευκό του πρόσωπο και στα ξανθά του μαλλιά, έμοιαζε με άγγελο

13

ζωγραφισμένο από χρυσοκίτρινη μπογιά. Στα μάτια των άλλων έδειχνε τόσο δυνατός και ικανός να πολεμήσει το κακό, που ένιωσαν μια μικρή ανακούφιση στα τόσα δεινά που τους είχαν βρει, έτσι ξαφνικά. Δεν μπορούσαν όμως να ξέρουν πως πίσω από τη αγγελική αυτή μορφή υπήρχε ένας δειλός και αδύναμος άνθρωπος. Ή μάλλον κάποιος, που αυτό πίστευε για τον εαυτόν του. «Δαπανηρή ιδέα η ζωή. Ναυλώνεις έναν κόσμο για να κάνεις το γύρω μιας βάρκας», είπε και χαμογέλασε αφηρημένα κάνοντας την εικόνα του ακόμα πιο όμορφη.

14

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

Κεφάλαιο 2 Χρήστος Ξημέρωσε και το Ναύπλιο έστεκε μουντό και άχρωμο. Μαυρισμένα σύννεφα πλαισίωναν τον ουρανό, Το Παλαμήδι, ακλόνητος φρουρός αιώνων, ήταν πλέον γκρίζο και μελαγχολικό, όπως ακριβώς και η διάθεση των παιδιών. Το πρωί βρήκε την Φανή στο φροντιστήριό της στο Άργος και την Ζωή στη σχολή χορού για κάποιες καθημερινές εκκρεμότητες. Τα αγόρια ετοιμάζονταν για το ταξίδι τους στην Αθήνα. Θα πήγαιναν την περγαμηνή στον γλωσσολόγο. Ο Χρήστος οδηγούσε με την μηχανή του στην Ασκληπιού και ένιωθε τον αέρα δροσερό να διαπερνά τις ξεφτισμένες τρύπες του τζην του. Έδειχνε μικρότερος από τα είκοσι οκτώ του χρόνια, αλλά αισθανόταν εξαντλημένος κι αυτό φαινόταν στην μορφή του. Οι μικροί μαύροι κύκλοι κάτω από τα γκριζογάλανα μάτια του, ήταν η απόδειξη της ψυχικής του κατάστασης. Ο αέρας αυτός, που τον χάιδευε, καθώς έτρεχε, ήταν πράγματι αναζωογονητικός. Ο Αλέξανδρος ήδη τον περίμενε στο αυτοκίνητό του. Ήπιε μια γουλιά από τον σκέτο καφέ του και έψαξε κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό για να ακούσει τον καιρό. Καταιγίδα έπληττε από το πρωί την πρωτεύουσα και οι συγκοινωνίες διεξάγονταν με ιδιαίτερη προσοχή. Ήταν σίγουρο ότι θα καθυστερούσαν λόγω κακοκαιρίας και συννέφιασε το πρόσωπό του. Παρότι ο Αλέξανδρος ήταν όμορφος άντρας, πάντα ζήλευε το ευθυτενές και καλοσχηματισμένο σώμα του φίλου του, που μόλις πάρκαρε την μηχανή του. Είχε μια αρμονία και μια τελειότητα, που δεν θύμιζαν θνητό άνθρωπο, αλλά ημίθεο. Του χαμογέλασε, καθώς είδε να βγάζει το κράνος του και του έκανε νόημα να βάλει τα πράγματά του στο πορτ-μπαγκάζ. Παρέμενε όμορφος ακόμα και με τους μαύρους κύκλους να τον βαραίνουν κάτω από τα βλέφαρά του. Με το που μπήκε στο αυτοκίνητο άρχισε να τον πειράζει με το καυστικό του χιούμορ, για να τον αποτραβήξει από το πηγάδι των σκέψεων και των προβληματισμών που είχε πέσει. Στο ύψος των Μυκηνών χτύπησε το κινητό του Αλέξανδρου. Ήταν η Ζωή. Η συνομιλία τους κατέληξε σε τσακωμό. Ο Χρήστος από διακριτικότητα δεν μπήκε στην διαδικασία να το συζητήσει. Το έκανε, όμως, ο Αλέξανδρος.

15

«Με έχει κουράσει αυτή η ανάκριση. Γι’ αυτό δεν μπορώ τις δεσμεύσεις. Με πνίγουν. Ζηλεύει χωρίς λόγο». Τα φουσκωμένα σύννεφα του ουρανού κατέβηκαν και ενώθηκαν με τα μάτια του. «Χωρίς λόγο; Σε μένα μιλάς. Ξέρω πόσο παίζει το μάτι σου και το χέρι σου. Δεν είναι υποχρεωμένη να ανέχεται τις απιστίες σου. Θα έρθει η στιγμή που θα τα βροντήξει όλα και θα μείνεις μόνος». Ο Αλέξανδρος ξεφύσησε. Είχε μάθει με την μοναξιά του τόσα χρόνια. Τον κυνηγούσε ανελέητα σαν σαρκοβόρο. Ήξερε καλά την αιτία του άστατου χαρακτήρα του. Ήταν χαραγμένη βαθιά μέσα στην καταπατημένη ψυχή του. Κάθε φορά που βουτούσε στα μολυσμένα νερά της, έβγαινε άρρωστος, περισσότερο μόνος. «Πες μου πως βρήκες την περγαμηνή...». Προσπάθησε μάταια να αλλάξει την συζήτηση. Η ματιά του Χρήστου, όμως, ήταν κατακεραυνωτική. «Εντάξει, έχεις δίκιο και δεν έχω λόγο να αντικρούσω αυτά που μου λες. Έχω το γνώθι σ’ αυτόν και θέλω και οι άλλοι να με δέχονται όπως είμαι». «Η Ζωή είναι καλός άνθρωπος. Σε αγκάλιασε με την αγάπη της. Πληγώνεται εύκολα, όμως, γιατί είναι ευαίσθητη. Δεν αξίζει την περιφρόνησή σου». Κάθε φορά που μιλούσαν για τις ανοησίες που διέπραττε συνεχόμενα στον συναισθηματικό του τομέα, παρατηρούσε ο Χρήστος μια θλίψη να διαφαίνεται στο πρόσωπο του φίλου του. Μια θλίψη που σίγουρα προερχόταν από κάτι το σκοτεινό, το ακανθώδες. Δεν είχε δικαίωμα να τον πιέσει για να του το αποκαλύψει. Ο χρόνος θα το φανέρωνε μονάχος του. «Έχεις απόλυτο δίκιο. Δεν φταίει η Ζωή. Εγώ φταίω. Το σίγουρο είναι πως δεν θέλω να την χάσω. Δεν θέλω να μιλάω, όμως άλλο για αυτό. Πες μου, σε παρακαλώ, για την περγαμηνή». Ο Χρήστος κατέβασε το βλέμμα, έκλεισε τα μάτια και άπειρες εικόνες γέμισαν το μυαλό του. Μετά την εξαφάνιση του πατέρα του, τον κυρίευσε η άρνηση και η μελαγχολία. Για πολλά χρόνια ήταν αντιδραστικός απέναντι στην μητέρα του, μέχρι που την έχασε. Ήταν μόλις εφτά ετών όταν έμαθε για την εξαφάνιση. Είχε τον πατέρα του σαν πρότυπο στα παιδικά του μάτια και ο χαμός του αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα γι’ αυτόν. Όταν άκουγε στο σχολείο να λένε πως ήταν ορφανός από πατέρα και να τον αποκαλούν «κακόμοιρο», αισθανόταν ευνουχισμένος. Ήθελε να φύγει, να εξαφανιστεί. Και η κλειστή κοινωνία μιας επαρχίας δεν ήταν και η καλύτερη λύτρωση. Χιλιάδες ευρηματολογίες άκουσε, από κουτσομπολιά, για τον χαμό του πατέρα του. Πολλοί 16

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

έλεγαν πως ήταν αλλοπαρμένος κι έψαχνε ανύπαρκτα όντα και πως, ό,τι ιστορίες διηγούταν, ήταν μυθοπλασίες. Όλα αυτά έγιναν αγκάθια στην ψυχή του. Τα μάζευε μέσα του και δεν είχε το θάρρος να αντιδράσει και να ξεσπάσει. Έχασε την μητέρα του σε ηλικία δεκαπέντε ετών και έμεινε υπό την φροντίδα της αδελφής του, η οποία μόλις είχε πατήσει τα δεκαεννέα. Το πέρασμά του στην εφηβεία τον έκανε εσωστρεφή και κλειστό άνθρωπο. Δεν είχε παρέες. Μόνη του ευχαρίστηση το διάβασμα βιβλίων και η συλλογή παλιών αντικειμένων, μεγάλης ή μη αξίας. Το δωμάτιο του είχε γίνει αποθήκη κάθε λογής αντίκας. Μόνιμος καυγάς με την αδελφή του ήταν να πετάξει αυτές τις παλιατζούρες. Κάποια φορά είχε καταφέρει η Φανή να μπει στο δωμάτιο του και να ξεφορτωθεί κάποια μικροπράγματα. Έκανε να της μιλήσει δύο εβδομάδες, παρόλο που τα βρήκε, ψάχνοντας ώρες στα σκουπίδια. Όταν ενηλικιώθηκε και τελείωσε το σχολείο, έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που ένιωσε ελεύθερος. Όχι ότι δεν αγαπούσε την αδελφή του, αλλά ήθελε να ξεφύγει από την φυλακή της επαρχίας, που τον κρατούσε πίσω και του στερούσε την εξέλιξη και την ελευθερία του. Εξάλλου και η Φανή θα είχε την δυνατότητα να ολοκληρώσει τις σπουδές της πάνω στην Φυσική, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου και είχε περάσει. Δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα μαθήματα μέχρι τότε, γιατί φρόντιζε τον αδελφό της. Η Αθήνα για τον Χρήστο δεν αποτελούσε χρυσό κλουβί, όπως το Ναύπλιο. Δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν και έκανε ό,τι ήθελε. Είχε περάσει συντηρητής έργων τέχνης και για λίγο καιρό αναγκάστηκε να φιλοξενείται από κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Σύντομα όμως έπιασε δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο και έτσι κατάφερε να νοικιάσει μια φθηνή γκαρσονιέρα στο Παγκράτι. Είχε έρωτα με την δουλειά του στο βιβλιοπωλείο. Πολλές ήταν οι φορές που έπαιρνε κάποιο βιβλίο, ανέβαινε στον Λυ��αβηττό και διάβαζε με τις ώρες. Η αίσθηση του αέρα για τον Χρήστο ήταν ζωή. Η έλλειψή του ήταν βέβαιος θάνατος. Συχνά ανέβαινε στο πεζούλι στον Προφήτη Ηλία του Λυκαβηττού, με τον γκρεμό να απλώνεται επικίνδυνα στα πόδια του, μόνο και μόνο για να νιώθει τον αέρα να τον διαπερνάει. Μεταμορφωνόταν σε πουλί έτοιμο να πετάξει και να σκίσει τα σύννεφα στην μέση. Κάποιες φορές μάλιστα κινδύνεψε να γκρεμοτσακιστεί. Τον τελευταίο χρόνο των σπουδών του ήρθε ένα γράμμα για αυτόν στο βιβλιοπωλείο, από άγνωστο αποστολέα. ‘Προς Χρήστο Εμπέογλου’ έγραφε ο φάκελος. Έβγαλε το σημείωμα και διάβασε το περιεχόμενο. Έλεγε πως ο πατέρας του, είχε αφήσει κάτι για αυτόν. Πολύ σύντομα θα μάθαινε τον προορισμό, που θα ακολουθούσε,

17

για να το βρει. Κάτω δεξιά του σημειώματος υπήρχε ένα ερπετό, με ακτίνες κυκλικά του κεφαλιού του, και τέσσερα σύμβολα γύρω από αυτό. Του κόπηκαν τα πόδια. Άρχισε να τρέμει και ζήτησε από τον ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου να του δώσει άδεια, γιατί ένιωθε άρρωστος. Φτάνοντας στο σπίτι του, χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματά του. «Γιατί να είμαι τόσο δειλός;», αναρωτιόταν και καταριόταν τον άνανδρο χαρακτήρα του. Δεν είχε ούτε την δύναμη, αλλά ούτε την θέληση να ακολουθήσει τις οδηγίες που θα έστελναν. Πέρασε περίπου ενάμιση χρόνος μέχρι να εμφανιστεί το δεύτερο σημείωμα. Στρατευμένος σε ένα μικρό χωριό έξω από το Διδυμότειχο. Σε ένα στρατόπεδο ξεχασμένο στην πινέζα του χάρτη, όπως λένε όσοι έχουν περάσει από το στρατό. Ο γραφέας του πρώτου γραφείου της μονάδας του, τον κάλεσε για να του δώσει ένα γράμμα. Ο φάκελος έγραφε μόνο το όνομα του. Ο Χρήστος πανικοβλήθηκε. Τα χέρια του έτρεμαν, καθώς τον άνοιγε. Ένα ακόμα σημείωμα με την ίδια σφραγίδα του ερπετού. Στο συγκεκριμένο του έδιναν οδηγίες, για να πάει σε μια τοποθεσία στα Ιωάννινα. Η συγκεκριμένη στιγμή απαιτούσε υπομονή. Η θητεία του τελείωνε σε δύο μήνες και κάτι μέρες. Όσο χρειαζόταν για να αποφασίσει εάν θα πήγαινε τελικά ή όχι. Βασικά αν είχε το θάρρος να πάει. Το θάρρος το βρήκε και έφτασε στα Ιωάννινα. Είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο πάνω στην οδό Σούτσου, τον κεντρικό δρόμο της πόλης των Ιωαννίνων, λίγο πριν το κάστρο. Όλο το βράδυ κοίταζε το σημείωμα. Υπήρχε ένας χάρτης ζωγραφισμένος με το χέρι, δείχνοντας ένα σημείο, λίγο πριν το Μεγάλο Πάπιγκο, το μεγαλύτερο χωριό από τα Ζαγοροχώρια. Ξεκούρασε τα μάτια του, το πολύ για μια ώρα, πριν ξημερώσει. Πήρε το σακίδιό του εξοπλισμένο με έναν χάρτη της περιοχής και ναύλωσε ένα αυτοκίνητο. Ξεκίνησε, λοιπόν, για το Μεγάλο Πάπιγκο. Η ανοιξιάτικη φύση οργίαζε γύρω του καταπράσινη. Δεν είχε όμως ούτε τον χρόνο, ούτε την διάθεση να ασχοληθεί με τις ομορφιές της. Το μόνο λυτρωτικό γι’ αυτόν ήταν ο καθαρός αέρας, που έμπαινε από το ανοικτό παράθυρο του αυτοκινήτου. Ο δρόμος για το χωριό δεν ήταν και ο καλύτερος και τα μαθήματα οδήγησης, που είχε κάνει, ελάχιστα. Το δίπλωμα το είχε πάρει με την πρώτη μεν, αλλά η εμπειρία του στην οδήγηση... ανύπαρκτη. Με τα χίλια ζόρια έφτασε σε έναν φιδογυριστό δρόμο πριν το χωριό. Σταμάτησε σε ένα άπλωμα, κοντά στο σημείο που έδειχνε ο χάρτης. Βγήκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να περπατάει προς την σχεδιασμένη περιοχή. Καμιά δεκαριά άλογα υπήρχαν ελεύθερα γύρω του. Πανέμορφα ζώα, γεμάτα περηφάνια και θάρρος. Άκρως αντίθετα με τον χαρακτήρα του Χρήστου. Έτρεμε ολόκληρος, όχι από το κρύο, δεν είχε κρύο, 18

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

αλλά από τον φόβο. «Ποιός στέλνει αυτά τα σημειώματα; Γιατί δεν εμφανίζεται; Γιατί πρέπει ο ίδιος να βρω αυτό που μου άφησε ο πατέρας μου και γιατί απλά δεν μου το στέλνουν; Τι σκοπό έχουν; Πρόκειται να με σκοτώσουν;». Όλα αυτά τα ερωτήματα τον βασάνιζαν όση ώρα έψαχνε. Και μήπως ήξερε τι ήταν αυτό που ζητούσε; Όπως περπατούσε είδε έναν λευκό, διάφανο σχεδόν, καπνό μπροστά του. Με το που ανοιγόκλεισε τα μάτια του εξαφανίστηκε. Κούνησε το κεφάλι του και έπεισε τον εαυτόν του ότι ήταν απλά ένα αποκύημα της φαντασίας του. Περπάτησε προς το σημείο που είδε την λευκή αυτή σκιά. Η περιοχή μύριζε μυρτιά. Κοίταξε τριγύρω να βρει από που προερχόταν, αλλά μάταια. Μόνο χορτάρι, πέτρες και ακαθαρσίες αλόγων υπήρχαν. Το μάτι του τότε έπεσε πάνω σε ένα μικρό λόφο από πέτρες, στοιβαγμένες μαζί, τοποθετημένες από ανθρώπινο χέρι. Έτρεξε εκεί και άρχισε να πετάει τις πέτρες μακριά. Σηκώνοντας μια από τις τελευταίες πέτρες, είδε κάτι να κινείται και άκουσε έναν περίεργο θόρυβο. Ήταν ένα τεράστιο φίδι. Με το που τον αντιλήφτηκε το ερπετό όρμησε κι επιτέθηκε. Ο Χρήστος με μια απότομη κίνηση απέφυγε το δάγκωμά του, αλλά έπεσε στο πλάι και χτύπησε άσχημα τον ώμο του. Αψηφώντας τον πόνο, σηκώθηκε και άρπαξε μια πέτρα. Με δύναμη την έριξε πάνω στο φίδι και το άφησε άψυχο, κάτω από τον πέτρινο φονιά του. «Ψόφα...», είπε αναπνέοντας βαριά και πήγε να ελέγξει την φωλιά του φιδιού. Εκεί υπήρχε ένα πορφυρένιο, βελούδινο ύφασμα διπλωμένο πάνω σε ξερά κλαδιά. Το πήρε στα χέρια του και το ξεδίπλωσε. Προς μεγάλη του απογοήτευση βρήκε έναν ακόμα φάκελο. Και κάτι ακόμα όμως. Ένα μικρό κλειδί. Το σημείωμα έγραφε πως με το κλειδί αυτό θα ανοίξει μια θυρίδα της Εθνικής τράπεζας Ιωαννίνων στο όνομα του. Έβαλε το κλειδί στην τσέπη και πιάνοντας τον πονεμένο του ώμο κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο. Ήταν ήδη μεσημέρι και ήξερε πως δεν θα προλάβαινε την τράπεζα ανοικτή, γι’ αυτό και ηρέμησε, κατά κάποιον τρόπον, με το ταξίδι του γυρισμού. Το βράδυ της ίδιας μέρας, αφού είχε περιποιηθεί λίγο τον ώμο του, αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην όμορφη πόλη. Κατέβηκε στην λίμνη της κυρά Φρωσύνης και περπάτησε δίπλα στο νερό, απολαμβάνοντας το βραδινό αεράκι. Μπήκε σε ένα κοντινό μπαράκι, για να πιεί μια μπύρα. Δεν ήταν λάτρης του αλκοόλ, αλλά κάποια ανώτερη δύναμη τον οδήγησε εκεί. Κάθισε στο μπαρ και αφέθηκε στον ήχο της μουσικής. Προσπάθησε να αδειάσει το κεφάλι του από όλα όσα τον προβλημάτιζαν. Δεν είχε πολύ κόσμο και ο μπάρμαν ήταν ευγενικός και πρόθυμος για συζήτηση. Με τα ανέκδοτα και την καλή διάθεση του τύπου πέρασε η ώρα ευχάριστα. Κάποια στιγμή μπήκε μέσα μια

19

παρέα, συνοδευόμενη από μια πολύ όμορφη κοπέλα με λευκό φόρεμα, πάνω στο οποίο υπήρχαν κεντημένα χρυσά στάχια. Φορούσε ένα χτενάκι στα μαλλιά της, στολισμένο με άνθη μυρτιάς. Η αντίθεση που έκανε το άσπρο φόρεμα με το μελαμψό της δέρμα και τα μαύρα πλούσια μαλλιά της, ήταν ονειρική. Σαν άγγελος έδειχνε. Τα μάτια του Χρήστου έπεσαν αμέσως πάνω της και αυτή ανταπέδωσε στο βλέμμα του με ένα χαμόγελο. Ήρθε κοντά του και συστηθήκανε. Σε λίγη ώρα γελούσαν λες και γνωρίζονταν χρόνια. Τόσο οικεία ένιωθε μαζί της. Φύγανε παρέα και έφτασαν στο ξενοδοχείο του. Με το που έκλεισαν την πόρτα του δωματίου, ένιωσε τα χείλη της πάνω στα δικά του κι έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Σε δευτερόλεπτα είχαν γδυθεί και το ένα κορμί συμπλήρωνε το άλλο κάτω από τα σκεπάσματα. Ο έρωτάς τους δεν ήταν κάτι το γνώριμο, αλλά το εξωπραγματικό. Όχι μια φθηνή ένωση σωμάτων, αλλά μια ανταλλαγή συμπαντικής αέρινης σκόνης. Μια σύνδεση με τον Δημιουργό. Ξέπνοος από το πρωτόγνωρο παραλήρημα που έζησε και καταπονημένος από την δύσκολη μέρα, ένιωσε ότι βρισκόταν στα πρώιμα στάδια του ύπνου. Κάπου ενδιάμεσα σε ύπνο και σε ξύπνιο είδε την κοπέλα να τον φιλάει, με μια φωτεινή αύρα γύρω της και να του ψιθυρίζει, «Έχεις την δύναμη να καταφέρεις τα πάντα και η ζωή θα σου το αποδείξει σύντομα αυτό». Αποκοιμήθηκε αμέσως. Την άλλη μέρα ξύπνησε μόνος του. Το δωμάτιο μύριζε μυρτιά, το ίδιο άρωμα που είχε σκορπίσει εκείνη η λευκή σκιά στα Ζαγοροχώρια. Έψαξε στο χώρο για κάποιο ίχνος ξεχασμένο από την γυναικεία εκείνη οπτασία της προηγούμενης βραδιάς, αλλά μάταια. Μόνο τα ρούχα του κείτονταν στο πάτωμα πεταμένα. Καμιά ένδειξη ότι η αγγελική αυτή κοπέλα ήταν αληθινή κι όχι κάποιο παιχνίδι της φαντασίας του. Μπήκε στο μπάνιο εκνευρισμένος με τον εαυτόν του, που δεν κράτησε έστω το τηλέφωνό της. Μετά από ένα γρήγορο ντους, ντύθηκε, πήρε το κλειδί και έφυγε για την τράπεζα. Κατέβηκε στον κεντρικό δρόμο, πήρε έναν καφέ και άρχισε να ψάχνει την διεύθυνση. Αφού τον κατατόπισαν πως θα φτάσει στην τράπεζα, ξεκίνησε να περπατάει έχοντας στο μυαλό του την όμορφη κοπέλα. Ούτε το όνομα της δεν είχε ρωτήσει. Το κτήριο της Εθνικής βρισκόταν απέναντι. Διασχίζοντας τον δρόμο, είδε ένα μαύρο αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου συνειδητοποίησε ότι έτρεχε κατά πάνω του. Τελευταία στιγμή όρμησε στην νησίδα του δρόμου, γλιτώνοντας από έναν βέβαιο θάνατο. Το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε από το οπτικό του πεδίο. Ο Χρήστος κατάλαβε πως έχει γίνει στόχος κάποιων άγνωστων και επικίνδυνων ανθρώπων και ο φόβος του έγινε ασφυκτικός. Η καρδιά του βροντούσε

20

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

στο στήθος του. Σκέφτηκε τα λόγια της κοπέλας και πήρε θάρρος. Ναι, μπορούσε να καταφέρει τα πάντα. Μπήκε στην τράπεζα. Ρώτησε στις πληροφορίες για να ανοίξει μια θυρίδα που υπήρχε εκεί στο όνομα του. «Περιμένετε θα φωνάξω τον υπεύθυνο», του είπε η κοπέλα με ένα ναζιάρικο ύφος στα μάτια. Αφού ταυτοποίησαν τα στοιχεία του, του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Μπήκαν σε ένα δωμάτιο με πολλά ντουλαπάκια. Του έδειξαν την θυρίδα του και τον άφησαν μόνο. Με ταχυπαλμία και τρεμάμενα χέρια άνοιξε την θυρίδα. ��έσα υπήρχε ένα μεταλλικό κουτί κλειδωμένο με ένα λουκέτο και ένα μικρό δερμάτινο πουγκί. Ο Χρήστος πήρε και τα δύο αυτά αντικείμενα και τα ακούμπησε στο μεγάλο τραπέζι, που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. Άνοιξε πρώτα το πουγκί και εκεί βρήκε το κλειδί για το μεταλλικό κουτί. Το ξεκλείδωσε και μέσα υπήρχε μια περγαμηνή διπλωμένη σε ρολό, κιτρινισμένη από τον χρόνο. «Όμορφη η κοπέλα του μπαρ, έ;». Ο Αλέξανδρος εντυπωσιασμένος από την ιστορία του φίλου του, στάθηκε στο δικό του ζητούμενο. Κοίταξε τον Χρήστο στα μάτια και κατάλαβε πως πειράχτηκε λίγο από το σχόλιο. Είχε δίκιο. Μέσα από όλη αυτή την απίστευτη εξιστόρηση κράτησε μόνο την ομορφιά της κοπέλας. Ήταν απαράδεκτος. «Έτσι όπως μου το αφηγήθηκες ακούστηκε το πιο σημαντικό. Την ξαναείδες από τότε; Έψαξες να την βρεις;». «Ναι, το βράδυ της μέρας που πήγα στην τράπεζα, επισκέφτηκα ξανά το ίδιο μπαρ που την γνώρισα. Δεν ήρθε, όμως. Πάλι με τον μπάρμαν τα ήπιαμε». Αυτή η γυναίκα ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια, που τον έκανε να νιώσει τόσο όμορφα. Η σκέψη της και μόνο τον τάραζε. Δεν έπρεπε να την αφήσει να φύγει έτσι. Μια βαθιά απογοήτευση τον τύλιγε κάθε φορά που την σκεφτόταν. Ο Αλέξανδρος το παρατήρησε στις αδέξιες κινήσεις του, όταν μιλούσε για αυτήν. Ήταν η ώρα να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα λίγο. «Να φανταστώ ότι ο μπάρμαν δεν ήταν το ίδιο καλός στο κρεβάτι...». Το γέλιο του Χρήστου αντήχησε μέσα στο τούνελ, που περνούσαν, κι έγινε μια μεταξένια κλωστή από αέρα που διαλύθηκε στα μελανά σύννεφα του ουρανού. «Να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα που μου άφησε πολλά ερωτηματικά; Το μαύρο αυτοκίνητο το πέτυχες ξανά από τότε;». «Όχι ποτέ. Παρότι μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι με παρακολουθούν». Ο Αλέξανδρος συνοφρυώθηκε με την απάντηση που πήρε. Πολλές ήταν οι στιγμές που

21

είχε ακριβώς την ίδια αίσθηση. Κοίταξε ασυναίσθητα από τον καθρέφτη τα αυτοκίνητα που έτρεχαν πίσω τους. Τίποτα το ύποπτο. Βρισκόντουσαν κοντά στην Κινέττα, λίγο πριν την Κακιά Σκάλα. Ο καιρός είχε αγριέψει για τα καλά. Ο ουρανός ήταν τόσο μαυρισμένος, σαν νύχτα χωρίς φεγγάρι. Ο Αλέξανδρος, που φημιζόταν για την αστραπιαία οδήγησή του, πήγαινε αρκετά αργά. Το ραντεβού τους με τον γλωσσολόγο είχε κλειστεί για εκείνη την ημέρα στις δώδεκα το μεσημέρι και η ώρα είχε πάει ήδη έντεκα και τέταρτο. Ο Χρήστος κάλεσε με το κινητό του τον καθηγητή να τον ενημερώσει, πως λόγω κακοκαιρίας θα καθυστερήσουν. Δυστυχώς δεν μπορούσε να τους δει πιο αργά και κανόνισαν συνάντηση εκ νέου για την επόμενη μέρα το πρωί. Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε πονηρά. Η νύχτα θα ήταν ελεύθερη για ξεσάλωμα. Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκονταν στην Αθήνα και να μιζέριαζαν στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Ο Χρήστος αντιπρότεινε κινηματογράφο ή θέατρο, αλλά από την γκριμάτσα του Αλέξανδρου κατάλαβε πως το βράδυ του θα το περνούσε όρθιος και στριμωγμένος, με ένα ποτό στο χέρι. Το ξενοδοχείο τους βρισκόταν κάπου κοντά στην λεωφόρο Αλεξάνδρας. Αφού ξεκουράστηκαν και έκαναν το μπάνιο τους, άρχισαν τις ετοιμασίες για την βραδινή τους έξοδο. Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ ψηλός άντρας και αρκετά γυμνασμένος. Πρόσεχε πολύ την εξωτερική του εμφάνιση και δεν περνούσε απαρατήρητος στις γυναίκες. Φωτιά της κόλασης, τον αποκαλούσαν. Προτιμούσε το ακριβό και καλό ντύσιμο και όχι το κλασσικό, πάντα, όμως, με μια πινελιά μοντέρνου πάνω του. Την διαφορά την έκανε το κούρεμά του. Αρκετά νεανικό, στις τάσεις της εποχής και φτιαγμένο με τόνους τζελ. Ο Χρήστος προτιμούσε τα απλά, σπορ ρούχα. Όμως ότι και να φόραγε, αυτό που τραβούσε την προσοχή ήταν το βλέμμα του. Ήταν καθηλωτικό. «Αν είχες λίγο καλύτερο γούστο στο ντύσιμο, κανείς δεν θα μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω σου. Θα μου κάνεις την χάρη και θα με αφήσεις να επιμεληθώ εγώ την εμφάνισή σου σήμερα». Η αρνητική αντίδρασή του ήταν άμεση, αλλά και ο Αλέξανδρος είχε μέσα του το πείσμα της φωτιάς. Θα περνούσε το δικό του. Κι αυτό έγινε. Σε λίγα λεπτά είχε καταφέρει να μεταμορφώσει την Χρήστο, με άξονα πάντα το προσωπικό του στυλ. Η αλήθεια είναι πως μόλις αντίκρισε το είδωλό του στον 22

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

καθρέφτη εντυπωσιάστηκε. Ο ναρκισσισμός του χτυπούσε την πόρτα, αλλά ήταν αρκετά ώριμος για να του ανοίξει. Τον γέμισε και άρωμα από την συλλογή του και ο ίδιος, κυριολεκτικά άδειασε το μισό από το αγαπημένο του μπουκαλάκι. Ήταν πλέον έτοιμοι. Βγήκαν στην Αλεξάνδρας και σταμάτησαν το πρώτο ταξί που πέρασε. Θα ξεκινούσαν από το Θησείο για καφέ. Εξάλλου ήταν νωρίς για να πάνε για ποτό. Ο Χρήστος αντιλήφθηκε ότι η νύχτα θα ήταν μεγάλη και αναστέναξε. Κατέβηκαν στην Ερμού, στον σταθμό του ηλεκτρικού. Ανηφόρισαν τον πεζόδρομο, όπου έσφυζε από κόσμο. Όμορφα αγόρια και κορίτσια, καλοπροσεγμένα για την νυχτερινή τους έξοδο, ζευγάρια ερωτευμένα που περπατούσαν χέρι χέρι, μοναχικοί τύποι, που με κατεβασμένο κεφάλι ένιωθαν συνοδοιπόροι της μιζέριας τους, μικροπωλητές με πάγκους που εκθείαζαν το μεγάλο ή ανύπαρκτο ταλέντο τους. Κάθε λογής άνθρωποι βρίσκονταν στους πρόποδες της θεάς Ακρόπολης, που επί αιώνες παρατηρεί αμίλητη τα τεκταινόμενα των πολιτών της. Φωτισμένη και αγέρωχη στεκόταν περήφανα στον θρόνο της, ακλόνητη από τα βάσανα και τους προβληματισμούς των ανθρώπων που την περιτριγυρίζουν. Οι καφετέριες του Θησείου ήταν κατάμεστες από κόσμο. Επέλεξαν μια που διέθετε εσωτερική αυλή. Πολύ γραφική, ταιριάζοντας απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία και την αισθητική του Χρήστου. Το μάτι του έπεσε σε κάτι παλιές αντίκες, που στόλιζαν τον χώρο. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα ότι ήταν προς πώληση. Θα μπορούσε να αγοράσει κάποιες από αυτές για την αντικερί που διατηρούσε στην παλιά πόλη του Ναυπλίου. «Δεν στολιστήκαμε για επαγγελματικό ραντεβού», τον προσγείωσε ο Αλέξανδρος. Προτίμησε να του μιλήσει για την Ζωή και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν, αν και συχνά το βλέμμα του το τραβούσαν αιθέριες υπάρξεις που περνούσαν από μπροστά του. Η ματιά του Χρήστου έπεσε σε μια παρέα αντρών που έδειχναν ότι μιλούσαν σε ένα πιο μακρινό τραπέζι. Ψυχρά πρόσωπα, κατάλευκα με τα μαύρα, σαν αφέγγαρη νύχτα, μαλλιά να κάνουν την αντίθεση. Έμοιαζαν όλοι μεταξύ τους. Κοινά χαρακτηριστικά, κοινή και η παγωνιά που ανέδυαν. Το πιο αξιοσημείωτο ήταν πως όλοι φορούσαν μαύρα γυαλιά ηλίου. Αταίριαστα για την ώρα και την εποχή. Αισθανόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τα βλέμματά τους να τον καρφώνουν. Παρότι τα μάτια τους ήταν κρύμμένα πίσω από τους σκουρόχρωμους φακούς, τα ένιωθε σαν κεραυνούς να τον σημαδεύουν. Η συζήτηση με τον φίλο του

23

έγινε τελικά πιο ενδιαφέρουσα με αποτέλεσμα να αποσπαστεί η προσοχή του από πάνω τους και μετά από λίγη ώρα να τους ξεχάσει τελείως. Αργότερα πήγαν στου Ψειρή, στο Κουμπανίτα, ένα κλαμπ, που είχαν επισκεφτεί παλιότερα με την Ζωή, με εξωτικές χορεύτριες σάλσα. Όμορφο μαγαζί, μικρό και γεμάτο κόσμο. Η μυρωδιά δυόσμου από τα μοχίτος κατέκλυζε τον χώρο. Βραζιλιάνικα κορμιά λικνιζόταν σε λάτιν ρυθμούς. Ο Αλέξανδρος αμέσως άρπαξε μια μαύρη καλλονή και αφέθηκαν στην νιρβάνα της σάλσα. Η Ζωή είχε κάνει καλή δουλειά. Η μαύρη θεά ενθουσιάστηκε με την δεξιοτεχνία του. Ο Χρήστος παρήγγειλε δυο μοχίτος γιατί η βραδιά επέβαλλε και σε αυτόν να πιεί. Μια καλλίγραμμη γυναίκα τον πλησίασε και του άπλωσε το χέρι. «Έλα μαζί μου...», του έκανε νόημα δείχνοντάς του την πίστα. Αρνήθηκε χαμογελώντας, αλλά η επιμονή της τον έκανε να ανέβει διστακτικά μαζί της. Μέσα σε λίγα λεπτά βρήκε τον ρυθμό και ακολουθούσε την παραζάλη των βημάτων της. Η σαγήνη και η καλή διάθεση, που εξέπεμπε στην πίστα, ήταν η αιτία, ώστε όλα τα βλέμματα να πέσουν πάνω του. Σαν αέρας στροβιλιζόταν στην πίστα. Τα πόδια του είχαν φτερά, σαν τον γοργοπόδαρο Ερμή. Είχε πολύ καιρό να διασκεδάσει έτσι. Κατά την διάρκεια της βραδιάς ο Χρήστος, πολλές φορές συγκράτησε τον Αλέξανδρο να μην κάνει καμιά ανοησία, τύπου απιστίας, που θα μετάνιωνε μετά. Ο κόσμος άρχισε να μειώνεται κι έτσι αποφάσισαν να φύγουν. Ήταν αρκετά αργά και οι δρόμοι είχαν ερημώσει. Αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα στα στενά του Ψειρή για να καπνίσει ο Αλέξανδρος ένα τελευταίο τσιγάρο, ώστε να του φύγει η υπερένταση. Περπατώντας και αερολογώντας δεν πήραν είδηση μια ομάδα από τέσσερις άντρες με μαύρα γυαλιά και λευκή επιδερμίδα, που τους ακολουθούσε. Ο Αλέξανδρος θέλησε να αδειάσει την κύστη του. Με τόσα μοχίτος ήταν αναμενόμενο. Τότε τους περικύκλωσε η ομάδα των αντρών. Ο Χρήστος πανικοβλήθηκε. Οι φυσιογνωμίες τους ήταν γνώριμες. Ήταν οι τύποι που είχε εντοπίσει νωρίτερα. «Φυλάξου...», φώναξε ο Χρήστος στον φίλο του που δεν τους είχε δει. Ο Αλέξανδρος δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει την ανακούφισή του, όταν τους όρμησαν κι άρχισαν να τους γρονθοκοπούν. Ευτυχώς ήταν γνώστης πολεμικών τεχνών και μπόρεσε να αντισταθεί. Υπερείχαν όμως σε αριθμό. Ο Χρήστος προσπαθούσε να αντικρούσει τα χτυπήματά τους με κάθε τρόπο. Κάποια στιγμή, σκίζοντας το μανίκι κάποιου από τους αντίπαλους πρόλαβε και είδε ένα τατουάζ στο μπράτσο του, με το γνωστό ερπετό. Στην θέα του γυμνωμένου κατάλευκου μπράτσου και του τατουάζ, η ομάδα τράπηκε σε φυγή. 24

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Αλέξανδρος, του οποίου η μύτη έτρεχε αίμα. «Ποιοί ήταν αυτοί;». Με την μέσα μεριά του χεριού του ��κούπισε τα αίματα που έσταζαν και ταυτόχρονα σκάναρε με τα μάτια του τον χώρο, για να εντοπίσει κάποιο ίχνος τους. «Δεν έχω ιδέα. Παρατήρησες το τατουάζ του τύπου στο μπράτσο του; Το ερπετό στην περγαμηνή, καθώς και στα σημειώματα που μου έστελναν». «Τι να σημαίνει αυτό;», απόρησε ο Αλέξανδρος, καθώς κούμπωνε το ακόμα ανοιχτό παντελόνι του. «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Ελπίζω να μας βοηθήσει αύριο ο καθηγητής, ώστε να βρούμε μιαν άκρη». Ο Χρήστος έδειχνε φανερά φοβισμένος. Το αίσθημα δειλίας έκανε μια ακόμα φορά την εμφάνισή του και τον έπνιξε. Το ξεκίνημα μιας όμορφης βραδιάς είχε καταλήξει άσχημα. Ο Χρήστος ένιωθε πιο μόνος από ποτέ. Πιο ανήμπορος από ποτέ. Ένα ερωτηματικό είχε γίνει κόμπος στον λαιμό του και δεν μπορούσε να βγει. Γιατί να χάσει τον πατέρα του; Γιατί να μπλεχτεί σε κάτι τόσο δύσκολο και άγνωστο; Γιατί να είναι τόσο δειλός; Γιατί; Πνιγόταν στα ερωτήματα, στην ανασφάλεια και στον φόβο του. Ήθελε να γυρίσει έναν διακόπτη κι όλα να γίνουν αλλιώς. Η νύχτα να γίνει μέρα, η λύπη χαρά, η απουσία θαλπωρή, ο φόβος δύναμη. Και τι δεν θα έδινε για να βρει έναν τέτοιο διακόπτη!

25

Κεφάλαιο 3 Τα χρυσά μήλα των εσπερίδων Το κορμί του πονούσε πολύ από τον χτεσινό ξυλοδαρμό. Άνοιξε το ένα μάτι του και είδε πως ο Αλέξανδρος δεν βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι του δωματίου. «Θα κατέβηκε για τσιγάρα», σκέφτηκε ο Χρήστος, καθώς σηκωνόταν με αργό ρυθμό. Γδύθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Το ζεστό νερό ήταν βάλσαμο για τις πληγές και τους μώλωπές του. Έβαλε μια πετσέτα στην μέση και βγήκε στο δωμάτιο. Ο Αλέξανδρος δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Κάλεσε στο κινητό του. Ανύπαρκτο σήμα, νεκρό το κινητό. Φόρεσε τα ρούχα του γρήγορα. Ένιωθε ότι κάτι κακό συνέβαινε. Κατέβηκε κάτω και πήγε στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Ρώτησε για τυχόν μηνύματα, λαμβάνοντας αρνητική απάντηση. Το κινητό παρέμενε βουβό. Πανικοβλήθηκε. Ζήτησε να κάνει μια κλήση από το τηλέφωνο του ξενοδοχείου. Σχημάτισε τον αριθμό του Αλέξανδρου και βγήκε μήνυμα, πως το τηλέφωνο που καλούσε δεν υπάρχει. Αμέσως πήρε την Φανή. Το ίδιο. Κάλεσε τον αριθμό του φροντιστηρίου και δεν απαντούσε κανείς. Επανέλαβε τις ίδιες κλήσεις και στην Ζωή, κινητό και δουλειά. Τα ίδια. Μα που είχαν εξαφανιστεί όλοι; Το μόνο που του απόμενε, ήταν να επισκεφτεί μόνος του τον γλωσσολόγο. Ευτυχώς θυμόταν από τα λόγια του Αλέξανδρου την περιοχή και τον αριθμό του γλωσσολόγου. Πήρε ένα ταξί και υπέδειξε στον οδηγό την διεύθυνση. Ο καθηγητής λεγόταν Δημοσθένης Αντύπας και το γραφείο του ήταν στο Δάσος Χαϊδαρίου. Βρίσκονταν στην Ιερά οδό ενώ τα πάντα άρχισαν να φωτίζονται πολύ έντονα, σαν να είχε διπλασιαστεί σε μέγεθος ο Ήλιος κι έκαιγε τα πάντα στην πορεία του. Στο ραδιόφωνο σταμάτησε η μουσική που έπαιζε και ακούστηκε το σήμα για έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Ο παρουσιαστής, ανήσυχος άρχισε να λέει, πως κατόπιν ανακοινώσεων της Ν.Α.Σ.Α, ηλιακή καταιγίδα πλήττει τον πλανήτη γη. Πρότρεπε όλους να κατευθυνθούν σε καταφύγια. Ο Χρήστος εμβρόντητος αναρωτήθηκε πότε έγιναν όλα αυτά. Ο ταξιτζής τον ενημέρωσε πως από το πρωί, κανάλια και ραδιόφωνα, αναγγέλλουν το τέλος του κόσμου. Είχαν φτάσει στον προορισμό τους. Ο Χρήστος πλήρωσε το ταξί και, μπερδεμένος από τα επικείμενα γεγονότα, άρχισε να ψάχνει την διεύθυνση του γλωσσολόγου. Βρήκε το σωστό νούμερο, τσέκαρε τον όροφο και μπήκε στο ασανσέρ. Η πόρτα του γραφείου ήταν ανοιχτή, οπότε μπήκε μέσα. Υπήρχε ένας χώρος αναμονής με ένα σαλόνι στο 26

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

χρώμα της άμμου, ένα τραπεζάκι με αρκετά περιοδικά και πίνακες στους τοίχους με θέματα από αρχαίους πολιτισμούς. Κατευθύνθηκε στην κλειστή πόρτα, που βρισκόταν αριστερά του, και χτύπησε. «Είστε μέσα;», ρώτησε και μια φωνή του ζήτησε να περάσει. Ένας γκριζομάλλης ψηλός άντρας βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο, γυρισμένος πλάτη και απορροφημένος στην μελέτη ενός τεράστιου βιβλίου, που κρατούσε στα χέρια του. Ο άντρας έκλεισε με δύναμη το βιβλίο κάνοντας τον Χρήστο να αναπηδήσει από τον φόβο του. Αργά γύρισε προς το μέρος του. Μόλις ο Χρήστος τον είδε, έμεινε άναυδος. «Μπαμπά;». Η φωνή του έτρεμε κι ένιωθε τα γόνατά του να λυγίζουν. «Γεια σου Χρήστο». Ένα χαμόγελο άστραψε στο πρόσωπό του. «Μα εσύ... εσύ δεν είσαι νεκρός;». Ψέλλισε ο Χρήστος, παγωμένος στην θέση του. Τα πόδια του αρνήθηκαν να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. «Γιατί δεν έψαξες να μας βρεις;». Τα λόγια του έγιναν βροχή απελπισίας και έκπληξης. «Χρήστο εσύ είσαι ο επίλεκτος, εσύ θα μας σώσεις. Μόνο εσύ μπορείς και είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις, σου έχω εμπιστοσύνη». Εκείνη την στιγμή ακούστηκαν κραυγές από έξω. Άνθρωποι από παντού φώναζαν με υστερία. Αφόρητη ζέστη έπιασε και οι τοίχοι έλιωναν, σαν να ήταν καμωμένοι από κερί. Ο Χρήστος είδε τον πατέρα του να παραμορφώνεται, όπως μια κέρινη κούκλα που λιώνει αργά. Τα χαρακτηριστικά του αλλοιώθηκαν τελείως κι έγινε μια άμορφη μάζα. Μια μαύρη σκιά βγήκε μέσα από την μάζα αυτή και άρχισε να μεταμορφώνεται σε δράκο. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Ο Χρήστος έκανε να φύγει, αλλά τα πόδια του είχαν χωθεί μέσα στο πάτωμα που έλιωνε κι αυτό. Όσο περισσότερο προσπαθούσε, τόσο πιο πολύ βυθιζόταν. Η σκιά πλέον είχε πάρει ολοκληρωτικά την μορφή δράκου. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε με δύναμη προς τον Χρήστο ανοίγοντας το στόμα του... «Χρήστο, Χρήστο ξύπνα...». Ο Αλέξανδρος στεκόταν πάνω από το κεφάλι του φίλου του. «Έβλεπες εφιάλτη και φώναζες. Έλα σήκω, έχω παραγγείλει πρωινό και πεινάω σαν λύκος». «Θεέ μου, ήταν τόσο ζωντανό...». Μονολόγησε ο Χρήστος, καθώς προσπαθούσε να συγκροτήσει τα λογικά του. Κάτι έκρυβε το όνειρο που είδε κι έπρεπε να το αποκρυπτογραφήσει. Άλλο ένα κύμα φόβου τον κατέκλυσε. Ο Αλέξανδρος είχε παραγγείλει δυο τεράστιες ομελέτες γεμιστές με τυρί και μπέικον, φυσικό χυμό πορτοκαλιού και κέικ σοκολάτας. Μετά την χτεσινή κραιπάλη

27

και το ξυλοφόρτωμα, ένα τέτοιο πρωινό ήταν αυτό που χρειαζόντουσαν. Ο Χρήστος αφηγήθηκε το όνειρο που είδε το βράδυ. Ο Αλέξανδρος απόρησε με την αληθοφάνειά του. Αφού τελείωσαν το πρωινό τους και γέμισαν μπαταρίες, ανέβηκαν στο δωμάτιο, πήραν τα πράγματα που χρειάζονταν και έφυγαν για τον γλωσσολόγο. Ο Χρήστος, φανερά επηρεασμένος από το όνειρο, κοιτούσε τον ουρανό μήπως δει κάτι το περίεργο. Τελικά έφτασαν στον καθηγητή. Ήταν ένας κοντός άντρας με τεράστια γυαλιά. Τα ελάχιστα μαλλιά στο κεφάλι του, η μεγάλη μύτη και τα μεγάλα του μάτια, τον έκαναν να δείχνει σαν κωμικός ήρωας κινούμενων σχεδίων. «Καλημέρα σας κύριε Αντύπα». Ο Αλέξανδρος εισέβαλε σχεδόν στο γραφείο του καθηγητή και με προτεταμένο χέρι κι ένα τεράστιο χαμόγελο τον χαιρέτησε. «Καλώς τα παιδιά. Σας περίμενα. Μα τι βλέπω; Είχατε κάποιο ατύχημα;». Ο καθηγητής χάζευε πίσω από τα παραμορφωτικά γιαλιά του τα σημάδια στα πρόσωπα των δύο νεαρών. «Μια κακή στιγμή, μην δίνεται σημασία», βιάστηκε να μιλήσει ο Αλέξανδρος για να μην αφήσει τον Χρήστο να πει κάτι που δεν έπρεπε. «Μου φέρατε την περγαμηνή;». Ο Χρήστος έβγαλε από το σακίδιό του την περγαμηνή και την έδωσε στον γλωσσολόγο. Αυτός, με ιδιαίτερο θαυμασμό και λάμψη στα μάτια, έπιασε το χαρτί λες και κρατούσε κάποιον πολύτιμο, ανεκτίμητο θησαυρό. Με πολύ απαλές κινήσεις ξεδίπλωσε το ευαίσθητο χαρτί και το εξέτασε ενθουσιασμένος απ’ όλες τις πλευρές. Η μορφή του συννέφιασε όταν διάβασε το Λατινικό κείμενο. Εξήγησε στα παιδιά, πως το περιεχόμενό της ήταν μια επίκληση σε έναν αρχαίο δαίμονα και δεν θα έπρεπε να διαβαστεί δυνατά. Συμφώνησαν, κρύβοντας την αλήθεια από τον καθηγητή. Το μόνο που ρώτησαν ήταν, αν γνώριζε σε ποιόν δαίμονα αναφερόταν. Ο καθηγητής τότε τους επιβεβαίωσε αυτά που ήδη είχαν βρει για τον δαίμονα Ζμέου. Ο Χρήστος ρώτησε για την σφραγίδα που βρισκόταν στο κάτω δεξί μέρος του χαρτιού. Ο γλωσσολόγος έβγαλε από το συρτάρι του έναν τεράστιο μεγεθυντικό φακό κι άρχισε να εξετάζει τη μισοκαμμένη σφραγίδα του ερπετού. «Δεν έχω κάποια ολοκληρωμένη άποψη ακόμα, γιατί δεν είναι ευδιάκριτο όλο το σύμβολο. Με περισσότερη μελέτη, όμως, θα βρεθεί η λύση». Η συζήτηση έφτασε στο υπόλοιπο κείμενο, αυτό με τα έντονα πορφυρά γράμματα. Τα παιδιά ενημέρωσαν τον καθηγητή για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίστηκαν μπροστά τους τα μισοσβησμένα γράμματα, μετά την επαφή τους με το αίμα της Φανής. Εμβρόντητος ο Δημοσθένης 28

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

Αντύπας από τα λεγόμενα των παιδιών, ανακάθισε στην πολυθρόνα του. Η αναφορά του αίματος πάνω στο χαρτί και η εμφάνιση του κειμένου με τον συγκεκριμένο τρόπο, έδωσε άλλη διάσταση στα πράγματα και αυτό φάνηκε καθαρά στα μάτια του. Ύστερα από αυτό αδιαφόρησε για την ύπαρξη των παιδιών στον χώρο. Έκανε σαν να μην υπήρχαν. Ο τοίχος απέναντι από το γραφείο του είχε μια τεράστια εντοιχισμένη βιβλιοθήκη, υπερφορτωμένη από βιβλία. Πήγε, λοιπόν, εκεί και κατέβασε έναν τεράστιο τόμο και τρία, τέσσερα ακόμα βιβλία, πιο μικρά, και τα τοποθέτησε στο γραφείο του, δίπλα στην περγαμηνή. Άναψε μια ειδική λάμπα, περίπου σαν αυτές που χρησιμοποιούν οι δερματολόγοι, για να εξετάζουν το δέρμα ή το τριχωτό της κεφαλής, και την κατέβασε κοντά στο αιωνόβιο χαρτί. Αριστερά του είχε ανοίξει όλα τα βιβλία και δεξιά του βρισκόταν η περγαμηνή. Το κεφάλι του, ανά δευτερόλεπτα, γύριζε δεξ��ά και αριστερά, κάνοντας συγκρίσεις αυτών που έβλεπε. Ήταν αναμφίβολο ότι η γραφή του αιματοβαμμένου κειμένου ήταν η Κυριλλική. Μια γλώσσα που δύσκολα μεταφραζόταν, ακόμα και από τον πιο έμπειρο γλωσσολόγο. Ο Αντύπας, βέβαια, αναγνωριζόταν ως ο καλύτερος του είδους. Παρόλη την εμπειρία του, δυσκολευόταν αρκετά. Χρειάστηκε πάνω από μια ώρα για να μεταφράσει ένα κείμενο επτά σειρών. Τα αγόρια κάθονταν υπομονετικά και περίμεναν το πόρισμά του. «Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας τις οδηγίες για την επίκληση ενός δαίμονα, του οποίου το όνομα είναι Ζμέου. Ο δαίμονας αυτός έχει να κάνει με την Ρουμάνικη μυθολογία. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως έχει την δυνατότητα να σχηματίζει κάθε είδους όπλο, ώστε να μπορεί εύκολα να βγάλει από την μέση τον αντίπαλό του. Η μορφή μοιάζει με αυτή του δράκου...». Τα λεγόμενα του καθηγητή μέχρι στιγμής ταίριαζαν απόλυτα σε όσα είχαν ανακαλύψει και μόνοι τους. Πέρα από την μορφή του δράκου που ανέφερε στο τέλος. «Δράκος ε;». Πετάχτηκε ο Χρήστος από την θέση του. «Ναι, αλλά μπορεί να παίρνει και διάφορες άλλες μορφές. Συγκεκριμένα, σε κάποιο σημείο της μυθολογίας των Ρουμάνων, αναφέρει πως μεταμορφώθηκε σε πουλί, για να κλέψει τα “χρυσά μήλα” από τον κήπο ενός Βασιλιά. Σας θυμίζει κάτι αυτό;». Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο Αντύπας και ο Αλέξανδρος πετάχτηκε σαν ελατήριο. «Τον Ηρακλή και τα “χρυσά μήλα” από τον Κήπο των Εσπερίδων». Είχε αδυναμία στην Ελληνική μυθολογία.

29

«Σωστά. Ας τα πάρουμε όμως λίγο από την αρχή. Κατά τον Φερεκύδη, στον γάμο του Δία και της Ήρας, η Γη έφερε ως γαμήλιο δώρο, μηλιές που οι καρποί τους ήταν χρυσοί. Η Ήρα, ενθουσιασμένη από το δώρο αυτό, φύτεψε τις μηλιές στον κήπο των Θεών, ο οποίος προσανατολίζεται κάπου στην χώρα του Άτλαντα. Ο Άτλαντας, ως γνωστόν, ήταν τιμωρημένος από τον Δία και σήκωνε, αιωνίως, στους ώμους του, το βάρος του Ουρανού. Οι κόρες του Άτλαντα, μαγεμένες από τους χρυσούς καρπούς, έκλεβαν τα μήλα από τον κήπο, γεγονός που ανακάλυψε σύντομα η Ήρα, γι’ αυτό και ανέθεσε την φύλαξη τους στις νύμφες Εσπερίδες και στον γιο του Τυφώνα και της Έχιδνας, τον Λάδωνα, ο οποίος ήταν δράκος...». «Όλο αυτό έχει να κάνει με τον δικό μας δράκο;». Ρώτησε ανυπόμονα ο Χρήστος. «Μη με διακόπτεις νεαρέ. Θα καταλάβεις στην πορεία... Ένας από τους άθλους του Ηρακλή, ήταν να πάρει τους χρυσούς αυτούς καρπούς και να τους προσκομίσει στον Ευρυσθέα. Κατά την διάρκεια, λοιπόν, του ταξιδιού του για τον Κήπο των Θεών, ο Ηρακλής αντιμετώπισε διάφορες δυσκολίες και εμπόδια. Ένα από αυτά ήταν και η απελευθέρωση του Προμηθέα από τα δεσμά του, στον βράχο που ήταν δεμένος. Κατάφερε, βέβαια, να σκοτώσει και τον αετό που του έτρωγε τα σωθικά. Θυμάστε γιατί είχαν δέσει τον Προμηθέα εκεί;». Ήξερε καλά ο καθηγητής ποιός θα απαντούσε στην ερώτηση, αγκομαχώντας να προλάβει. «Γιατί έκλεψε την φωτιά από τους Θεούς και την παρέδωσε στους ανθρώπους». Η απάντηση του Αλέξανδρου ήταν άμεση, σαν να ήθελε να εμποδίσει οποιαδήποτε άλλη παρεμβολή στην επίδειξη των γνώσεών του. «Ακριβώς. Μία, λοιπόν, από τις εκδοχές του μύθου λέει, πως ο Ηρακλής, αφού έσωσε τον Προμηθέα και έφτασε στον Κήπο των Εσπερίδων, φόνευσε τον Λάδωνα και πήρε τα μήλα, για να τα πάει στον Ευρυσθέα στις Μυκήνες». «Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι το τι σχέση έχει αυτός ο μύθος με τον δαίμονα που αναγράφεται στην περγαμηνή». Ο Αλέξανδρος είχε κουραστεί να ακούει πράγματα που ήδη γνώριζε και αδημονούσε να μάθει την σύνδεση που είχε ο μύθος με το πρόβλημά τους. «Αγαπητέ και ανυπόμονε φίλε Αλέξανδρε, σύμφωνα με κάποιες εκδοχές της Ρουμάνικης Μυθολογίας ο Δαίμονας Ζμέου έχει διπλή υπόσταση. Είναι ο δράκος Λάδωνας, καθώς, και ο ίδιος ο αετός που κατασπάραζε τα σπλάχνα του Προμηθέα. Οι μηλιές που έκανε δώρο η Γη στην Ήρα ανήκαν στον Θεό Ήλιο, γι’ αυτό και οι καρποί τους ήταν χρυσοί. Ο Προμηθέας κατατρωγόταν από έναν αετό, ένα πουλί, που όπως ανέφερα και πριν, ήταν μια από τις μορφές του Ζμέου. Το ίδιο και ο Λάδωνας, 30

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

ο δράκος, που πάλι την μορφή αυτή είχε ο Δαίμονας. Λέγεται, λοιπόν, πως ο θεός Ήλιος, θυμωμένος για την αρπαγή των μήλων και το θάνατο του δράκου, μεταμόρφωσε την ψυχή του Λάδωνα σε Δαίμονα, όπου θα ερχόταν η στιγμή να πάρει την εκδίκησή του από τους ανθρώπους». «Με ποιόν τρόπο;». Ρώτησε ο Χρήστος. «Αυτό ακριβώς λέει και η μετάφραση του κειμένου. Με την επίκληση αυτή της περγαμηνής, μπαίνει σε έναρξη ένας μηχανισμός με τον οποίο ο θεός Ήλιος ενεργοποιείται, ανοίγει μια πύλη και περνάει στην γη, οπότε και καίει τα πάντα στο πέρασμά του». Τα λόγια του Δημοσθένη Αντύπα έγιναν καρφιά στο μυαλό του Χρήστου. «Το όνειρο...». ψιθύρισε ο Χρήστος. «Θέλετε να πείτε, πως εμείς, με την επίκληση που κάναμε, κινήσαμε έναν τέτοιο μηχανισμό, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν αυτή τη στιγμή τα πάντα;». Ο Αλέξανδρος έκανε την ερώτηση κοιτώντας τον καθηγητή επίμονα μέσα στα μάτια. «Μα δεν μου είπατε πως κάνατε τη επίκληση! Διαβάσατε δηλαδή δυνατά το κείμενο που είναι γραμμένο στα Λατινικά;». Από τις αντιδράσεις τους και την αμηχανία τους κατάλαβε πως του είχαν αποκρύψει εξαρχής την αλήθεια. Το χαμόγελό του ήταν λυτρωτικό για την αγωνία τους. «Είναι απλά ένας μύθος, αγαπητοί μου. Είναι αστείο να ανησυχείτε για κάτι τέτοιο. Αλήθεια, πως έφτασε αυτή η περγαμηνή στα χέρια σας;». «Μου την άφησε ο πατέρας μου», είπε ο Χρήστος σχεδόν αφηρημένα, γιατί είχε στο μυαλό του ακόμα το ζωντανό όνειρο, που τον τάραξε το προηγούμενο βράδυ. «Κωνσταντίνος Εμπέογλου, έτσι είναι... ήταν το όνομά του». Ο καθηγητής δεν φάνηκε να δίνει σημασία στην ταραχή και τα τελευταία λόγια του Χρήστου. Μόνο το όνομα συγκράτησε. «Εμπέογλου...

Κάτι

μου

λέει

αυτό

το

όνομα.

Με

καταγωγή

από

Κωνσταντινούπολη υποθέτω ε;». Η ερώτησή του μάλλον ρητορική ήταν, αλλά επιβεβαιώθηκε από την θετικό νεύμα του νεαρού. «Και που βρίσκεται ο πατέρας σου αυτή τη στιγμή νεαρέ μου φίλε; Πως και δεν συνέδραμε στην λύση του προβλήματός σας;». «Έχει εξαφανιστεί εδώ και είκοσι ένα χρόνια, σε μια έρευνα που έκανε στην Ρουμανία». Ο Χρήστος κατέβασε το πρόσωπό του τόσο χαμηλά, που φάνηκε να εξαφανίζεται μέσα στο στήθος του.

31

«Λυπάμαι αγόρι μου. Ώστε εξαφανισμένος;». Η φωνή του γλωσσολόγου ακούστηκε ψυθιριστή, γεμάτη συμπόνια. «Ναι. Και μετά από τόσα χρόνια τον θεωρούμε νεκρό». Ο Χρήστος εστίασε στο δυνατό φως της λάμπας που έκαιγε στο γραφείο. Η λάμψη της καθρεφτίστηκε στα μάτια του και μέσα από αυτήν είδε να αχνοφαίνεται η μορφή του πατέρα του, που σαν θολή σέπια φωτογραφία υπήρχε πλέον στο μυαλό του. Ένα δάκρυ γυάλισε, έτοιμο να χαθεί τόσο απότομα, όσο είχε εξαφανιστεί και ο πατέρας του. Ο Αλέξανδρος αντιλαμβανόμενος την δύσκολη θέση του φίλου του, σηκώθηκε, ευχαρίστησε τον Δημοσθένη Αντύπα και έφυγαν. Όσο οδηγούσε ο Αλέξανδρος περιεργαζόταν την υπόθεση. Όλα συνδυάζονταν μεταξύ τους κατά ένα περίεργο τρόπο. Ο δαίμονας ή δράκος ή αετός, ο Ήλιος με τα μήλα και την φωτιά, το γράμμα «Ζ» και η ετοιμολογία του, που αφορούσε την «πλήττουσα αρχή της σύζευξης των δυνάμεων του Ηλίου», το όνειρο που είδε ο Χρήστος. Τελικά, δεν ήταν απλά μια κατάσταση βγαλμένη από μύθο, αλλά κάτι περισσότερο, κάτι αρκετά επικίνδυνο. Και αυτή η εμπειρία που είχαν το προχτεσινό βράδυ στο Ναύπλιο, με όλα τα υπερφυσικά που έζησαν μετά την επίκληση του δαίμονα, μέσω του πίνακα Ουίτζα και σε συνδυασμό με την περγαμηνή, σίγουρα αυτά δεν ήταν ένας μύθος, αλλά μια πραγματικότητα που βίωσαν, έντονα μάλιστα. Θα παρέμεναν στην Αθήνα και θα επέστρεφαν στο Ναύπλιο την επομένη το πρωί, γιατί ο Αλέξανδρος είχε ένα επαγγελματικό ραντεβού. Νωρίς το απόγευμα είχαν πάει για καφέ κάπου στον Κεραμικό. Το κινητό του Αλέξανδρου χτύπησε. Ήταν ο γλωσσολόγος. «Ελάτε σας παρακαλώ στο γραφείο μου το συντομότερο δυνατό, γιατί προέκυψε κάτι σημαντικό που σας αφορά», τους εφιστούσε την προσοχή. Ακουγόταν ταραγμένος και ανυπόμονος από το τηλέφωνο. Πλήρωσαν τον καφέ τους και κίνησαν και πάλι για το Δάσος Χαϊδαρίου. Ο καιρός είχε για μια ακόμα φορά χαλάσει και προμηνυόταν μπόρα. Μέχρι να φτάσουν, είχε ξεκινήσει. Λες κι ο Θεός είχε ανοίξει τις βρύσες του Ουρανού και έτρεχαν ασταμάτητα. Μέχρι να μπουν στην είσοδο της πολυκατοικίας, όπου βρισκόταν το γραφείο του καθηγητή, είχαν γίνει μούσκεμα. Ανέβηκαν στον δεύτερο όροφο και είδαν την πόρτα του διαμερίσματος ολάνοιχτη. Ο Χρήστος ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχε ένα κακό προαίσθημα. Η πόρτα του γραφείου ήταν κλειστή. Ο Αλέξανδρος χτύπησε, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν με τον Χρήστο κι ο ένας ένιωσε τον τρόμο του άλλου. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και αποφάσισαν να 32

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

μπουν. Με το που άνοιξαν, το θέαμα που αντίκρισαν θα τους συντρόφευε στο υπόλοιπο του βίου τους. Ο καθηγητής Δημοσθένης Αντύπας βρισκόταν καρφωμένος απέναντι, πάνω από το γραφείο του, σε σχήμα “Χ”. Είχαν στερεώσει με πρόκα το κεφάλι του στον τοίχο και γύρω του είχαν ζωγραφίσει με το αίμα του ακτίνες. Τα χέρια του και τα πόδια του, τα είχαν διαπεράσει με τεράστια καρφιά. Στον λαιμό του έχασκε ένα άνοιγμα από μαχαίρι και μια λίμνη αίματος βρισκόταν ακριβώς κάτω από το άψυχο σώμα. Ο Χρήστος άδειασε το στομάχι του σε μια γωνία και ο Αλέξανδρος είχε μείνει παγωμένος από το θέαμα. «Πρέπει ��α καλέσουμε την αστυνομία». Ο Χρήστος ένιωθε πάλι αναγούλα, αλλά κρατήθηκε. Ο Αλέξανδρος δεν φάνηκε να συμφωνεί μαζί του. «Νομίζω ότι πρέπει πρώτα να ψάξουμε τα χαρτιά του, για να ανακαλύψουμε τον λόγο που μας κάλεσε». Με τρεμάμενα χέρια άρχισε να ψάχνει μέσα στον ωκεανό των εγγράφων που βάραιναν το γραφείο. «Ποιοί να τον σκότωσαν άραγε και γιατί;». Η απορία του ήρθε σαν εμετός στο στόμα. «Οι ζωγραφισμένες ακτίνες με αίμα γύρω από το κεφάλι του δεν σου θυμίζουν τίποτα; Πρέπει να ήταν αυτοί που μας κυνήγησαν χτες το βράδυ. Είμαστε τυχεροί που δεν καταλήξαμε κι εμείς, ένα άρρωστο έκθεμα, σαν τον δύστυχο τον καθηγητή». Ο Αλέξανδρος δεν φαινόταν ότι άκουγε τα λόγια του φίλου του. Ήταν χαμένος στην παραζάλη του και την ατελείωτη έρευνά του. «Πριν πάρουμε την αστυνομία πρέπει να καλέσουμε τα κορίτσια. Να τους πούμε να κλειστούν σπίτι μαζί και να προσέχουν». Με τα λόγια αυτά του Χρήστου έδειξε ότι άρχισε να εναρμονίζεται με το περιβάλλον και τον χρόνο και συμφώνησε μαζί του. Προσπάθησαν να είναι όσο το δυνατόν πιο ήσυχοι και ήρεμοι την ώρα που τους μιλούσαν, αλλά ήταν λογικό οι κοπέλες να ανησυχήσουν. Δεν τους είπαν τίποτα για την δολοφονία του καθηγητή και το αποκρουστικό θέαμα που αντίκρισαν.

Ο

Χρήστος συμβούλεψε την Φανή να μην αφήσει ούτε λεπτό από την προσοχή της την ανιψιά του την Αγνή και να κλειδωθούν στο σπίτι. Αντίστοιχα, ο Αλέξανδρος προσπάθησε να ηρεμήσει την Ζωή, που άρχισε να κλαίει, και της συνέστησε να ακυρώσει τα μαθήματα της και να πάει στο σπίτι της Φανής. Αφού τελείωσαν με τα τηλέφωνα στις κοπέλες, άρχισαν να ψάχνουν τον χώρο. Χιλιάδες σημειώσεις και σχέδια του καθηγητή βρέθηκαν πάνω στο γραφείο του, αλλά τίποτα που να τους δείχνει τι ήταν αυτό το τόσο σημαντικό, για το οποίο τους είχε καλέσει εκεί. Μέσα σε όλα αυτά τα χαρτιά υπήρχε και ένα σημειωματάριο, από το

33

οποίο είχε σκιστεί το πρώτο φύλλο. Ο Αλέξανδρος τότε πήρε ένα μολύβι και κρατώντας το διαγώνια, άρχισε να μουτζουρώνει ελαφρά το πρώτο χαρτί από το σημειωματάριο. Εμφανίστηκε ένα νούμερο, τηλεφώνου μάλλον. Σίγουρα δεν ήταν στην Ελλάδα. Ο Χρήστος κάλεσε το νούμερο από το κινητό του και ακούστηκε μια αντρική φωνή να μιλάει στα Τούρκικα. Από την Τουρκία, λοιπόν, ήταν ο κωδικός. Ο Χρήστος απάντησε στα αγγλικά, παρότι ήξερε κάποια τούρκικα λόγω καταγωγής. Η φωνή ζήτησε να μάθει το όνομά του. Ο Χρήστος στην αρχή δίστασε, αλλά τελικά του είπε το ονοματεπώνυμό του. Αμέσως η γραμμή έκλεισε. Έμεινε να κοιτάει με απορία την συσκευή. Κάλεσε ξανά το ίδιο νούμερο, αλλά δεν το σήκωσε κανείς. Την επόμενη φορά που πήρε, βγήκε μήνυμα στην Τούρκικη γλώσσα. Κατάλαβε πως είχε απενεργοποιηθεί το κινητό του αγνώστου. Δίπλωσε το χαρτάκι με το νούμερο και το έβαλε στην τσέπη του παντελονιού του. Αμέσως μετά κάλεσαν την αστυνομία. Σε δέκα λεπτά είχαν κατακλύσει την γειτονιά περιπολικά, ασθενοφόρα, ανακριτές, ιατροδικαστές και ό,τι είχαν δει σε αστυνομικές ταινίες, παρόμοιων περιπτώσεων. Ένας αστυνομικός μιλούσε με τα αγόρια και κάποιοι άλλοι με τους γείτονες της περιοχής. Εντωμεταξύ, κατακλυσμός έξω. Είχαν ανοίξει πραγματικά οι ουρανοί. Ο αστυνομικός φάνηκε να υποπτεύεται τον Χρήστο και τον Αλέξανδρο και δεν τους άφηνε να φύγουν. Μετά από κάποιες ώρες, και ενώ είχε νυχτώσει για τα καλά, τους άφησαν ελεύθερους. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος τους πάνω στο πτώμα, μόνο στα αντικείμενα του χώρου. Από το καρνέ του καθηγητή όμως ανακάλυψαν πως είχαν ραντεβού το πρωί, οπότε ήταν λογικό να υπάρχουν αποτυπώματά τους στο γραφείο του. Επίσης, ήταν δικαιολογημένη η παρουσία τους εκεί, από την κλήση που είχε κάνει ο αποθανόντας στα δύο παιδιά λίγο πριν πεθάνει. Το άλλοθί τους ήταν ισχυρό. Η Ιερά οδός είχε πλημμυρήσει από την νεροποντή και, μέχρι να φτάσουν στο ξενοδοχείο τους, πέρασε σχεδόν μια ώρα. Στο αυτοκίνητο συνυπήρχαν απλά αμίλητοι. Οι δυνατές στάλες της βροχής μιλούσαν μόνο με τον τρόπο τους. Μέσα σε τόσο μικρό διάστημα έγιναν τόσα πολλά, που δεν τα χωρούσε ο νους τους. Ο Χρήστος κοιτούσε τα ρυάκια που αυλάκωναν το τζάμι του αυτοκινήτου. Κάθε ρυάκι και μια ακόμα αναπάντητη ερώτηση. Ποιός ήταν αυτός που με το άκουσμα του ονόματός του έκλεισε το τηλέφωνο; Κάποιοι γνωρίζουν γι’ αυτόν; Ξέρουν για την ανάμιξή του στην υπόθεση του δαίμονα και της περγαμηνής; Μήπως ο γλωσσολόγος

34

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

είχε ανοίξει το στόμα του; Έψαχνε τις απαντήσεις θωρώντας τα μαύρα, απειλητικά σύννεφα του Αττικού ουρανού. Ούτε αυτός είχε την διάθεση να του εξηγήσει. Ο Αλέξανδρος από την άλλη σκεφτόταν τον τρόπο με τον οποίο είχαν σκοτώσει τον καθηγητή. Θεωρούσε ότι ήταν ένα είδους μήνυμα. Μάλλον απειλητικό. «Αλέξανδρε, νομίζω πως πρέπει να τα παρατήσουμε, κινδυνεύουμε». Γνώριζε καλά πως στο σημείο που είχαν φτάσει δεν υπήρχε γυρισμός. Και να τα παρατούσαν οι ίδιοι, δεν θα γλίτωναν από τον κίνδυνο που καραδοκούσε εκεί έξω. «Φοβάμαι πως έχουμε θέσει σε κίνδυνο και την ζωή αθώων ανθρώπων». «Μιλάς για τον καθηγητή;». Ρώτησε ο Αλέξανδρος, αγνοώντας το ένστικτό του που του φώναζε πως δεν αναφερόταν σε αυτόν, αλλά σε οικεία τους πρόσωπα. «Δυστυχώς για αυτόν πλέον δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Για την Φανή και την Ζωή όμως... Για χάρη τους πρέπει να σταματήσουμε εδώ. Και το σημαντικότερο... η Αγνή. Ένα αθώο πλάσμα δεν πρέπει να κινδυνέψει για την δική μας την περιέργεια». Ο φόβος του επιβεβαιώθηκε από τα λόγια του Χρήστου. «Δεν είναι μια απλή περιέργεια Χρήστο και το ξέρεις. Είναι κάτι παραπάνω. Κάτι πάνω από μας. Αν δεν το λύσουμε, νομίζω ότι θα πάρει μεγαλύτερες εκτάσεις. Πρέπει, όμως, να το μελετήσω πρώτα για να σου πω τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου. Θέλω λίγο χρόνο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολλά πράγματα εξαρτώνται πλέον από εμάς και τους χειρισμούς μας». Για άλλη μια φορά ο Χρήστος ένιωσε έρμαιο των καταστάσεων. Είχε φτάσει σε ένα αδιέξοδο, όπου η μοίρα τον προκαλούσε να αντιδράσει. Ενώ, αυτός το μόνο που ήθελε ήταν μια ήρεμη ζωή. Μια φυσιολογική ζωή. Και δεν την είχε. Έφτασαν στο ξενοδοχείο και ανέβηκαν στο δωμάτιο τους. Το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να βεβαιωθούν πως τα αγαπημένα τους πρόσωπα στο Ναύπλιο ήταν καλά. Εξασφαλίζοντας, λοιπόν, με κάποιο τρόπο, την ηρεμία τους, έκαναν μπάνιο, τσίμπησαν κάτι πρόχειρο και ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους. Ο Αλέξανδρος αφοσιώθηκε στο διαδίκτυο με τον φορητό υπολογιστή του. Άρχισε να ψάχνει πράγματα που αφορούσαν την όλη κατάσταση, μήπως βρει κάποια άκρη. Ο Χρήστος έπεσε στο κρεβάτι, διπλωμένος σε εμβρυακή στάση, σαν μωρό που αναζητά θαλπωρή και προστασία. Δεν μπορούσε να αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα. Ο νους του έτρεχε στα γεγονότα που διαδραματίζονταν με αστραπιαίους ρυθμούς τον τελευταίο καιρό. Περνούσαν σαν ταινία μέσα στο μυαλό του. Ταινία τρόμου. Για μια ακόμα

35

φορά θυμήθηκε την φωνή από το τηλέφωνο στην Τουρκία. Ίσως αυτός να ήταν η λύση. Θα έπρεπε να ανακαλύψουν ποιός είναι. Λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος σκέφτηκε την κοπέλα από τα Ιωάννινα. Με την θύμησή της κοιμήθηκε.

36

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

Κεφάλαιο 4 Ζωή Η καταιγίδα το πρωί είχε κοπάσει. Σκόρπια μαύρα σύννεφα, σαν μουτζούρες σε παιδικό τετράδιο, γέμιζαν τον ουρανό. Έτσι, απλά, για να θυμίσουν ότι οι μπόρες θα ξανάρθουν. Ο ήλιος εμφανιζόταν δειλά φωτίζοντας, διάσπαρτα, περιοχές τις Αθήνας. Μια αχτίδα έπεσε πάνω στο πρόσωπο του Χρήστου και τον ανάγκασε να ανοίξει τα μάτια του. Ο Αλέξανδρος για μια ακόμα φορά είχε ξυπνήσει πρώτος και, ήδη, είχε κάνει και το πρωινό του ντους. Νομίζοντας ότι ο Χρήστος κοιμάται είχε βγει από το μπάνιο γυμνός. «Τελικά έχουν κάποιο λόγο και σε κυνηγάνε οι γυναίκες», είπε χαμογελώντας κοιτάζοντας την γύμνια του Αλέξανδρου. «Είσαι ξύπνιος; Το ξέρα ότι κατά βάθος με γουστάρεις. Παρίστανες την κοιμισμένη βασιλοπούλα, για να με δεις γυμνό; Μπορούσες απλά να μου το ζητήσεις και θα περνάγαμε ένα υπέροχο βράδυ τα δυό μας». Η ατάκα του έκανε τον Χρήστο να ξεκαρδιστεί από τα γέλια. «Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτόν σου. Εξάλλου εγώ προτιμώ τους ξανθούς». Ο Αλέξανδρος βούτηξε ένα μαξιλάρι και του το πέταξε στο κεφάλι. Ο Χρήστος ανταπόδωσε. Είχαν ανάγκη από λίγη ελαφρότητα, ύστερα από το φορτίο της ευθύνης, που κουβαλούσαν από το προηγούμενο βράδυ. Μάζεψαν τα πράγματά τους, πήραν πρωινό, και ξεκίνησαν για το Ναύπλιο. Το ταξίδι τους ήταν γρήγορο. Τόσο γρήγορο που ο Χρήστος νόμισε κάποια στιγμή, ότι ήταν σε πτήση κι όχι σε αυτοκίνητο. Περνώντας από τον δρόμο των Μυκηνών, σκέφτηκε όσα τους είχε πει ο συγχωρεμένος ο καθηγητής. Έπρεπε να τα βάλει σε μια σειρά στο μυαλό του. Παρέμεναν όλα ακατάστατα. Ένας γόρδιος δεσμός. Το σπίτι του Χρήστου βρισκόταν στους πρόποδες του Παλαμηδίου. Είχε θέα όλο τον κόλπο, που ήταν χτισμένο το Ναύπλιο. Όχι άδικα, το θεωρούν πόλη για τους ερωτευμένους. Μόνο να περπατά κάποιος στα σοκάκια της, νιώθει ερωτευμένος με την ίδια την ζωή, αν όχι με άλλον άνθρωπο. Η εικόνα της παλιάς πόλης από κει ψηλά μπορούσε να ταξιδέψει τον παρατηρητή της σε παλιές, ρομαντικές εποχές, όπου όμορφες πριγκιποπούλες έστεκαν στο παραθύρι μελαγχολικές, προσμένοντας τον 37

ιππότη με το άσπρο άλογο. Όμως και σε αυτές τις πιο αγνές, ερωτεύσιμες εποχές, υπήρχαν δράκοι που καιροφυλακτούσαν, για να αρπάξουν την ομορφιά και τον έρωτα και να τα μετατρέψουν σε πόνο και οδυρμό. Στο σπίτι τους περίμεναν η Φανή με την μικρή Αγνή και η Ζωή. Δεν είχαν ξεμυτίσει μετά το χτεσινό τηλεφώνημα τους. Με το που μπήκαν έτρεξαν να τους χαιρετήσουν. Η Ζωή έπεσε στην αγκαλιά του Αλέξανδρου και ξέσπασε σε κλάματα. Η Φανή διατηρώντας την ψυχραιμία της, απλά περίμενε εξηγήσεις. «Για πείτε μας τώρα, για ποιό λόγο μας έχετε κλείσει εδώ μέσα;». Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην Αθήνα φαινόταν στα μάτια τους και την αμήχανη συμπεριφορά τους. Όλα αυτά προκάλεσαν τρόμο στην Φανή. «Ήταν πολύ περίεργο το χτεσινό σας τηλεφώνημα, καθώς και η απαίτησή σας να κλειδαμπαρωθούμε στο σπίτι, χωρίς να ξέρουμε τον λόγο. «Αυτόν τον λόγο ακριβώς θα συζητήσουμε τώρα Φανή», είπε ο Αλέξανδρος ξεκολλώντας από πάνω του την Ζωή που έκλαιγε πλέον με λυγμούς. Ο τρόμος της είχε θολώσει τα μάτια, αλλά η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή και ο Αλέξανδρος τόσο αγχωμένος που δεν άντεχε το βάρος της πάνω του. Την ένιωθε τόσο βαριά και φορτική, που ασφυκτιούσε. Από την εφηβική του ηλικία δεν άντεχε βάρος ανθρώπου να πιέζει το κορμί του... «Καταλαβαίνω ότι φοβάσαι, αλλά κι εμείς κορίτσι μου έχουμε τρομάξει. Πρέπει να οργανώσουμε ένα σχέδιο». Ο Αλέξανδρος τους έδειξε το σαλόνι, προτρέποντάς τους να πάνε εκεί για να συζητήσουν. Βολεύτηκαν στους καναπέδες. Η Ζωή κόλλησε πάλι πάνω στον Αλέξανδρο, ο οποίος ένιωσε ενοχλημένος από την επιμονή της. Ο Χρήστος έκανε νόημα στην Φανή να απομακρύνει την Αγνή από το δωμάτιο. Δεν ήθελε να ακούσει αυτά που θα έλεγαν. Τα λόγια τους και οι αποκαλύψεις τους, δηλητηριώδη βέλη που έψαχναν τον στόχο τους. Ότι ξεχνούσε ο ένας, συμπλήρωνε ο άλλος. Για τον ξυλοδαρμό τους, το όνειρο του Χρήστου, την ιστορία του γλωσσολόγου, αλλά και την δολοφονία του. Η Φανή παρέμενε ψύχραιμη, ενώ η Ζωή είχε παγώσει και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Το μυαλό της είχε θολώσει. Ενώ άκουγε τους υπόλοιπους να καταστρώσουν σχέδιο δράσης, αυτή ένιωθε ασφυκτικά. Χρειαζόταν επειγόντως αέρα. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκε από τον καναπέ κι άρχισε να τρέχει προς την έξοδο του σπιτιού, σαν αγρίμι που αποζητά την ελευθερία του. Δεν άκουσε τις φωνές των παιδιών. Τα αυτιά της και το μυαλό της είχαν σφραγίσει. Όρμησε έξω από το σπίτι, μπήκε στο αυτοκίνητό της και χάθηκε.

38

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

Η Ζωή ήταν μια αρκετά καταπιεσμένη κοπέλα, που στα είκοσι έξι της χρόνια κουβαλούσε τραύματα και ανασφάλειες από την παιδική της ηλικία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Γύθειο Λακωνίας, μια παραθαλάσσια κωμόπολη σαράντα πέντε περίπου χιλιόμετρα νότια της Σπάρτης. Οι γονείς της, γέννημα θρέμμα Μανιάτες, ήταν σκληροί με οπισθοδρομικές αντιλήψεις και απόψεις. Ο πατέρας της στρατιωτικός, λιγομίλητος άνθρωπος και υπερβολικά ισχυρογνώμον. Η μητέρα της φρόντιζε και όριζε εξολοκλήρου το σπίτι και την οικογένεια Βορέα. Στην ουσία ήταν μια μητριαρχική οικογένεια. Η Ζωή, μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, απέκτησε πολλά κόμπλεξ και ανασφάλειες, οι οποίες ενσαρκώθηκαν σε ερινύες, που την κυνηγούσαν στην υπόλοιπή της ζωή. Μέχρι τα δεκαεννέα της, που έφυγε από το Γύθειο, δεν ήξερε τι σημαίνει καφές με φιλενάδες της. Ο αδελφός της ο Οδυσσέας, έξι χρόνια μεγαλύτερος της, το είχε σκάσει σε ηλικία δεκαέξι ετών. Δεν άντεξε την καταπίεση κι έκανε την επανάστασή του. «Θα φύγω μακρία...», είπε ένα πρωί στην αδελφή του και με μια βαλίτσα στο χέρι εξαφανίστηκε, χωρίς να τον καταλάβει κανείς. Εκείνη τη στιγμή ζούσε στην Θεσσαλονίκη και ήταν πατέρας δύο πανέμορφων κοριτσιών. Κράτησε επαφές με την Ζωή, αλλά με τον πατέρα τους δεν μιλάνε εδώ και χρόνια. Η Ζωή για να φύγει από το Γύθειο διάβαζε νυχθημερόν και κατάφερε να περάσει στην ΑΣΟΕ Αθηνών. Εννοείται, πως οι δικοί της δεν ήθελαν να φύγει για σπουδές. Της έλεγαν πως θα την παντρέψουν με τον Νικήτα Πολυμενάκο, έναν τριανταπεντάρη, εργάτη σε λιοτριβείο, από τον Αγ. Νικόλα, ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Γύθειο. Στην ιδέα και μόνο του γάμου της με έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε, που δεν είχε ερωτευτεί, η Ζωή έπαθε νευρικό κλονισμό. Συγκεκριμένα επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Η Ζωή από μικρή είχε αδυναμία στη θάλασσα. Ο υδάτινος κόσμος ήταν γι’ αυτήν ο παράδεισός της. Καταλαβαίνοντας, λοιπόν, πως με έναν γάμο, απλά θα μεταφερθεί από την μια φυλακή στην άλλη, έπεσε στην θάλασσα να πνιγεί. Τουλάχιστον, έτσι θα ήταν ελεύθερη. Από θαύμα την έσωσε κάποιος περαστικός. Προκειμένου, λοιπόν, να την χάσουν, αποφάσισαν οι γονείς της να την αφήσουν να σπουδάσει στην Αθήνα. Με την προϋπόθεση, βέβαια, πως μια φορά τον μήνα θα ανέβαινε η μάνα της για την φροντίζει. Κατά την διάρκεια των σπουδών της, η Ζωή ανακάλυψε το πόσο αντικοινωνική και ανασφαλής είναι. Έδωσε μεγάλο αγώνα, κυρίως εσωτερικό, για να ενταχθεί στην πολυπληθή και σκληρή κοινωνία της πρωτεύουσας. Πέρασαν περίπου δύο χρόνια από όταν εγκαταστάθηκε εκεί και ανακάλυψε πως αυτό που σπούδαζε, δεν της ταίριαζε

39

καθόλου. Οι κλίσεις της ήταν καλλιτεχνικές, όπως εξάλλου συμβαίνει με όλους σχεδόν τους εσωστρεφείς ανθρώπους. Έψαξε και βρήκε πως μια καλή μέθοδος έκφρασης και εξωτερίκευσης συναισθημάτων ήταν ο χορός. Στην αρχή ασχολήθηκε με τους Ελληνικούς, λαϊκούς και παραδοσιακούς. Σύντομα όμως γνώρισε την μαγεία των κοινωνικών χορών. Όλη η μοναξιά και η απομόνωση των παιδικών της χρόνων μεταλλάχθηκε σε κοινωνικότητα και αγάπη για επικοινωνία. Η Ζωή μεταμορφώθηκε. Βγήκε από το ασφυκτικό κουκούλι της και πέταξε με τα πολύχρωμα φτερά της. Για να πληρώνει τα δίδακτρά της στην σχολή χορού και να αποκτήσει το πολυπόθητο δίπλωμα χορού, δούλευε σε δύο δουλειές. Το πρωί ως τηλεφωνήτρια σε εταιρία δημοσκοπήσεων και το βράδυ σερβιτόρα σε καφέ. Τις ώρες που είχε κενές τις αφιέρωνε στον χορό. Όσο μπορούσε διάβαζε και για την σχολή της. Έπρεπε να πάρει το πτυχίο από την ΑΣΟΕ. Δεν τολμούσε να αποκαλύψει στους γονείς της για την μεγάλη της αγάπη, τον χορό. Θα την ανάγκαζαν να επιστρέψει στο Γύθειο και θα την πάντρευαν με τον Νικήτα, ο οποίος ακόμα περίμενε. Οπότε ο χορός και οι διπλές εργασίες της ήταν επτασφράγιστα μυστικά από την οικογένεια Βορέα. Όταν βρισκόταν η μάνα της στην Αθήνα, που ευτυχώς οι επισκέψεις είχαν αραιώσει με τα χρόνια, η Ζωή προφασιζόταν πως διάβαζε με μια φίλη της για την σχολή ή πως τους είχαν βάλει και απογευματινά μαθήματα, για να δικαιολογεί τις πολύωρες απουσίες της. Στον χορό διέπρεπε και με την ολοκλήρωση του επαγγελματικού της, προσλήφθηκε από την ίδια την σχολή που φοιτούσε. Τα λεφτά ήταν καλά, και σύντομα σταμάτησε από τις άλλες δύο δουλειές. Είχε πλέον χρόνο για τον εαυτόν της. Αλλά και αυτόν τον αφιέρωσε στον χορό, παρακολουθώντας σεμινάρια και επιδείξεις. Στα είκοσι πέντε της μπήκε στην ζωή της ο Αλέξανδρος, τον οποίον ερωτεύτηκε παράφορα. Το μόνο εμπόδιο πλέον στην ευτυχία της, ήταν η δουλειά του. Δούλευε στο Ναύπλιο και δεν μπορούσε να τον βλέπει κάθε μέρα, παρά μόνο τα Σαββατοκύριακα. Πήρε, λοιπόν, την μεγάλη απόφαση να ανοίξει δική της σχολή εκεί, όπου βρισκόταν και ο αγαπημένος της. Το Ναύπλιο το λάτρεψε. Εξάλλου ήταν δίπλα σε θάλασσα, πως να μην της αρέσει. Είχε έρθει η ώρα να φανερώσει το μεγάλο της μυστικό στην οικογένεια της. Στην αρχή οι γονείς της φάνηκαν ανένδοτοι. Μάλιστα την απείλησαν για μια ακόμα φορά με έναν γάμο με τον Νικήτα, που ακόμα περίμενε την Ζωή στα σαράντα ένα του. Για πρώτη φορά στην άκρως πειθαρχημένη οικογένειά της αντέδρασε και ύψωσε, μάλιστα, τον τόνο της φωνής της. «Θα χάσετε και το δεύτερο παιδί σας με τα καμώματά σας», τους πρόβαλε σαν απειλή. Η μάχη και ο πόλεμος κερδήθηκαν. Μέσα σε δύο μήνες η Ζωή ήταν ιδιοκτήτριας σχολής στο Ναύπλιο Αργολίδας και μάλιστα με την οικονομική 40

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

βοήθεια της οικογένειάς της. Το σημαντικότερο όμως για αυτήν ήταν πως βρισκόταν δίπλα στον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Με τα μάτια της γεμάτα δάκρια και την καρδιά της να χτυπάει στους ρυθμούς του κοντέρ, έτρεχε με το αυτοκίνητό της με κατεύθυνση την παραλία της Καραθώνας, λίγο πιο έξω από το Ναύπλιο. Το κινητό της να χτυπούσε ακατάπαυστα μέσα στην τσάντα της, αλλά αυτή συνέχισε ακάθεκτη την πορεία της. Πάρκαρε στον χωματόδρομο, που βγάζει στην θάλασσα, και άρχισε να περπατάει στην άμμο. Το μυαλό της ήταν θολωμένο. Έβλεπε τα όνειρά της να χάνονται. Η δουλειά της, ο άντρας που λάτρευε, όλη της η ζωή γκρεμιζόταν, από τι; Από μια ανοησία, από μια περιέργεια, από έναν μύθο. Ευχήθηκε να γύριζε ο χρόνος πίσω. Θα έδινε τα πάντα για να μπορέσει να γυρίσει τους δείκτες του ρολογιού κάποιες στροφές προς το παρελθόν. Αυτό όμως ήταν μια ουτοπία, όπως το όνομα της ταμπέλας του μαγαζιού που άφηνε στα χνάρια της. Συνέχισε να περπατάει στην αμμουδιά, μέχρι που έφτασε στον περιφερειακό χωματόδρομο της Αρβανιτιάς. Ο αέρας ήταν δροσερός και μύριζε βρεγμένο χώμα, από την καταιγίδα της προηγούμενης μέρας. Το περπάτημα της έκανε καλό, στην προσπάθειά της να καθαρίσει το μυαλό της και να απαλύνει τους φόβους της. Η θάλασσα την ηρεμούσε αρκετά. Έβρεξε τα χέρια της στο δροσερό νερό, ξεπλένοντας κάθε φόβο και αγωνία. Αρκούσε η επαφή με το υγρό στοιχείο για να την κάνει άλλον άνθρωπο. Σύντομα σταμάτησε για να θαυμάσει την υπέροχη αντίθεση που απλωνότανε στα μάτια της. Ένας κάθετος βράχος και πάνω του θρονιασμένο το κάστρο. Ένιωσε να χαλαρώνει λίγο και να αφήνεται σε ένα τέτοιο φυσικό ηρεμιστικό, που μόνο στην αρμονία του περιβάλλοντος μπορούσε να βρει. Το τοπίο με τα μαύρα και λευκά σύννεφα του ουρανού, ήταν σαν ένας πίνακας ζωγραφικής, που έχει δημιουργήσει χέρι φυσιολάτρη καλλιτέχνη. Έναν τέτοιο πίνακα μόνο ο Θεός θα μπορούσε να συνθέσει. Κατέληξε σε μια μικρή παραλία ακριβώς κάτω από τον κάθετο βράχο του Παλαμηδίου. Σε κάποιο σημείο του βράχου έχασκε μια σπηλιά, σαν ορθάνοικτο στόμα. Η Ζωή κάθισε στα βότσαλα, χαζεύοντας την θάλασσα. Ένα δυνατό και απρόσμενο χτυποκάρδι ενώθηκε με το φτερούγισμα ενός μαύρου κορακιού, που ξεκόλησε από έναν βράχο. «Κακός οιωνός», σκέφτηκε. Χαμένη στους ειρμούς του μυαλού της δεν αντιλήφθηκε την παρουσία μιας νεφελώδους μαύρης σκιάς, που έβγαινε από την

41

σπηλιά, σαν καπνός από τσιγάρο, και κατευθυνόταν προς τα πάνω της, γλιστρώντας τον κάθετο βράχο. Την περικύκλωσε σαν φίδι πλασμένο από μαύρο αχνό και αφού συρρικνώθηκε μπροστά της, εισχώρησε μέσα στα ρουθούνια της, χωρίς να προλάβει η Ζωή να προβάλλει καμία αντίσταση. Όλα θόλωσαν και μαύρισαν. Έχασε κάθε έλεγχο. Το σώμα της έγινε μια μαριονέτα υποκινούμενη από μια δαιμονική σκιά, παγιδευμένη σε ένα σάρκινο κλουβί. Αντιλαμβανόταν τα πάντα, ανέπνεε, ανοιγόκλεινε τα μάτια της, οι κινήσεις ήταν φυσιολογικές, αλλά όχι με την θέλησή της. Έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να ουρλιάξει, να ζητήσει βοήθεια, να τρέξει, αλλά μάταια. Τα ηνία του εγκέφαλού της τα κρατούσε πλέον άλλος. Ένας δαίμονας. Αισθάνθηκε το σώμα της να σηκώνεται από την παραλία και να ανεβαίνει προς τον δρόμο. Βρέθηκε ακριβώς κάτω από το άνοιγμα της σπηλιάς. Ξαφνικά, με κινήσεις αιλουροειδούς, σκαρφάλωσε τον βράχο μέσα σε δευτερόλεπτα και βρέθηκε στο χείλος της. Μπήκε μέσα και εξαφανίστηκε. Ο Χρήστος, ο Αλέξανδρος και η Φανή είδαν την Ζωή να εξαφανίζετε από το σπίτι, εν ριπή οφθαλμού. Ο Αλέξανδρος έτρεξε να προλάβει να την σταματήσει, αλλά είχε γίνει άφαντη με το αυτοκίνητό της. «Δεν την πρόλαβες;», ρώτησε η Φανή ταραγμένη. Ο Αλέξανδρος από τον θυμό του βρόντηξε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Ο Χρήστος πήρε το κινητό κι έκανε κλήση στην Ζωή. Καμία απάντηση. «Είναι επιπόλαιη! Όχι, απλά είναι ηλίθια!». Είχε χάσει πλέον τον έλεγχο του ο Αλέξανδρος. Έβρισε, φώναζε και κατηγορούσε την κοπέλα, βγάζοντας έτσι από μέσα του τον θυμό του, αλλά και την ένταση των ημερών που είχε συσσωρευτεί. «Ολόκληρη συζήτηση κάναμε για τους κινδύνους που μας απειλούν και αυτή δεν κατάλαβε τίποτα; Δεν σηκώνει καν το τηλέφωνό της!», ούρλιαξε. Μια δολοφονία βάραινε το κεφάλι τους σαν αιωρούμενος βράχος, έτοιμος να πέσει και να τους πλακώσει, όμως η Ζωή δεν είχε συναίσθηση της επικινδυνότητας. Την φορτισμένη αυτή κατάσταση διέκοψε απότομα η κραυγή της Αγνής. Και οι τρεις έτρεξαν στον πρώτο όροφο. Την βρήκαν να κλαίει. Η Φανή την αγκάλιασε. «Τι σου συνέβει καρδιά μου;», ρώτησε ο Χρήστος. Μέσα από τους λυγμούς της κατάλαβαν πως κάποιος την παρακολουθούσε σκαρφαλωμένος στο δέντρο, που υπήρχε στην πίσω αυλή. Η Φανή προσπάθησε να μάθει αν ήταν άνθρωπος ή κάποιο ζώο, γιατί συχνά ανέβαιναν γάτες στο δέντρο. Η μικρή δεν απαντούσε με σιγουριά, μόνο έκλαιγε. Ο Αλέξανδρος πήγε στο παράθυρο για να ελέγξει την κατάσταση. Μια 42

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

μαύρη γάτα νιαούριζε μόνο κάτω από το δέντρο. Περίμενε για κάνα μεζέ. Το παιδί έδειχνε πραγματικά φοβισμένο και η Φανή προσπαθούσε να το καθησυχάσει. Έκανε νόημα στα αγόρια να φύγουν από το δωμάτιο, μήπως και την ηρεμήσει. Κατέβηκαν πάλι στο σαλόνι. Ο Αλέξανδρος άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε στον καναπέ. Ο Χρήστος βολεύτηκε απέναντί του και τον παρακολουθούσε αφηρημένος. «Άλεξ, πιστεύεις ότι ήταν κάποιος στο δέντρο;». Δεν τον καθησύχασε η άρνηση του φίλου του, ούτε η διαβεβαίωσή του πως απλά ήταν μια γάτα στην αυλή που τριβόταν στα σκαλιά. «Νομίζω ότι είμαστε εκτεθειμένοι και πρέπει να προστατευτούμε. Ιδίως τις γυναίκες και το μικρό. Το κακό είναι πως δεν γνωρίζουμε τίποτα για το θέμα του δαίμονα, ούτε καν για όλους αυτούς που μας κυνηγούν, πέρα από κάτι μικρολεπτομέρειες. Σίγουρα με κάποιον τρόπο συνδέονται μεταξύ τους». Η Φανή κατεβαίνοντας την σκάλα τους έκανε νόημα να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, γιατί έβαλε την Αγνή να κοιμηθεί. Ήταν αρκετά αναστατωμένη. Το απόγευμα ο Χρήστος βρισκόταν στην σχολή της Ζωής. Λογικά θα εμφανιζόταν για τα μαθήματά της. Εκεί ήταν ήδη ο Άλιεβ, ο ρώσος δάσκαλος χορού, που είχε προσλάβει η Ζωή πριν κάποιους μήνες. Ένας ψηλός, καλογυμνασμένος άντρας, με το μαλλί πιασμένο κοτσίδα. Πολύ καλός χορευτής και καταπληκτικό παιδί. Είχε βοηθήσει την Ζωή με τον καλύτερο τρόπο στην πορεία της σχολής. Οι γνώσεις του για τον χορό ήταν άρτιες και το επίπεδό του υψηλό. Δεν υπήρχε ούτε ένας μαθητής που να είχε παράπονο για τον Άλιεβ. Βλέποντας τον Χρήστο, έτρεξε και τον χαιρέτησε. «Καλωσόρισες! Δυστυχώς η Ζωή δεν έχει έρθει ακόμα. Να σου προσφέρω καφέ;». Ο Χρήστος αρνήθηκε και του εξήγησε πως περιμένει την Ζωή. Ο Ρώσος ζήτησε συγνώμη που θα τον άφηνε μόνο να περιμένει, αλλά έπρεπε να επιστρέψει στο μάθημά του. Δεν άργησε η Ζωή να κάνει την εμφάνισή της στην σχολή. Εντυπωσιακά ντυμένη και βαμμένη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Με το που είδε τον Χρήστο, του χαμογέλασε, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο γραφείο της. Έκλεισε την πόρτα, κάθισε στην καρέκλα της και τον κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. Σαν να του φάνηκε πως είδε μια σκιά να παλεύει μέσα στην πράσινη λίμνη του ματιού της, μια σκιά που ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια. «Με κοιτάζεις λίγο περίεργα ή μου φαίνεται;». Ρώτησε η Ζωή με μια ειρωνεία στο βλέμμα. «Σε διαβεβαιώνω πως είμαι μια χαρά, τέλεια όπως βλέπεις. Σ’ αρέσει το

43

καινούργιο μου φόρεμα; Σήμερα το αγόρασα. Είναι λίγο τολμηρό, αλλά για την δουλειά που κάνω είναι ότι πρέπει». Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει την συζήτηση. Φαινόταν ολοκάθαρα η αντίδρασή της. Κάτι όμως στο όλο σκηνικό δεν είχε λογική. Οι αντιδράσεις της Ζωής ήταν ξένες προς τον χαρακτήρα της. «Που πήγες το πρωί; Σε παίρναμε στο κινητό, αλλά δεν το σήκωνες. Δεν έχεις καταλάβει ακόμα πως κινδυνεύουμε;». Προσπαθούσε με την αγωνία στο βλέμμα του να την συνεφέρει, αλλά μάταια. «Μη λες βλακείες», του πέταξε στα μούτρα. «Κάθισα και σκέφτηκα όλα όσα έγιναν και κατέληξα πως αντιδράσαμε υπερβολικά. Δεν πιστεύω τώρα να πιστεύεις σε δαίμονες και φρικιά; Παραμύθια! Απλά ήμασταν επηρεασμένοι τόσο καιρό από τις ανοησίες που κάναμε στο σπίτι σου προχτές βράδυ και όλα φαίνονταν από άλλη διάσταση πλέον. Είμαι σίγουρη πως και στην Αθήνα, ο Αλέξανδρος θα πείραξε κάποια μικρή και η παρέα της σας έβαλε στο μάτι. Έπρεπε να φάει περισσότερες μήπως και βάλει μυαλό». Ο Χρήστος της θύμισε την δολοφονία του Αντύπα για να την οδηγήσει σε αδιέξοδο. Το δαιμονικό όμως πλέον μυαλό της Ζωής δούλευε ασταμάτητα. «Σύμπτωση. Μπορεί να χρωστούσε κάπου λεφτά ή να είχε μπλεχτεί σε περίεργες καταστάσεις. Τόσα ακούμε κάθε μέρα. Αυτό δεν θα πρέπει να μας κάνει να κρυβόμαστε. Μάλλον διαβάζεις πολλά μυθιστορήματα φαντασίας τελευταία». Ο Χρήστος την άκουγε αποσβολωμένος. «Τι σου συνέβη; Δεν είσαι η Ζωή που γνωρίζω τόσο καιρό». Ακόμα και ο Χρήστος που φημιζόταν για την αυτοκυριαρχία και την αυτοσυγκράτησή του, είχε πλέον χάσει την ψυχραιμία του με όσα άκουσε. «Μάλλον δεν με ξέρεις όσο καλά νομίζεις. Τελοσπάντων. Χρήστο νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγεις. Πρέπει να ετοιμαστώ για τα μαθήματά μου. Αρκετό χρόνο σπατάλησα με φαντασιοπληξίες! Α, στο σπίτι δεν θα έρθω το βράδυ. Κανόνισα να βγω για ποτό. Μη με περιμένετε». Είδε την αποστροφή στα μάτια του Χρήστου, αλλά δεν πτοήθηκε. «Όσο για τον φιλαράκο σου τον Αλέξανδρο, δεν πρόκειται να του δώσω λογαριασμό για το που θα πάω και με ποιόν. Αποφάσισα να ζήσω την ζωή μου με τον καλύτερο τρόπο και δεν θα αφήσω κανέναν να μπει εμπόδιο σε αυτό». Ο Χρήστος βγήκε από το γραφείο έκπληκτος από την συμπεριφορά της φίλης του. Τι συνέβη στο ευαίσθητο κορίτσι που γνώρισε πριν έναν χρόνο περίπου; Η Ζωή δεν είχε μιλήσει ποτέ άσχημα μέχρι τώρα και με κανέναν τρόπο δεν θα φερόταν στον ίδιο με τόση αγένεια. Πάντα θαύμαζε τον χαρακτήρα της. Την ευγένεια, το ήθος και την απλότητά της. Σήμερα είχε ντυθεί και είχε βαφτεί σαν πόρνη και ο τρόπος της ήταν 44

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

άξεστος. Χαιρέτησε τον Άλιεβ και βγήκε από την σχολή. Πήγε σε σημείο που δεν τον έβλεπαν και παρακολούθησε για λίγο τις αντιδράσεις της φίλης του. Την είδε να κάνει νευρικές, σπασμωδικές σχεδόν κινήσεις. Να μιλάει στο τηλέφωνο και να δείχνει έξαλλη. Με το μάθημά της φαινόταν αδιάφορη και αδρανής. Όντως κάτι της είχε συμβεί. Πως να ήξερε ότι νωρίτερα η φίλη του είχε καταληφθεί από τον δαίμονα; Η Ζωή σπάραζε από μέσα της. Δεν μπορούσε να πάρει τον έλεγχο του εαυτού της. Όλη της η προσωπικότητα υποκινούταν από μια σκιά. Με τα νύχια της ψυχής της έγδερνε το σαρκίο της, για να απελευθερωθεί. Όμως μια ψυχή είναι αδύναμη, ή μάλλον δεν γνωρίζει ακόμα τον τρόπο να είναι δυνατή. Έφτασε σε σημείο να τσακωθεί με όλους στη σχολή. Με συνεργάτες, μαθητές, με όσους έβλεπε μπροστά της. Από μέσα της ούρλιαζε, αλλά δεν την άκουγε κανείς. Αφού τελείωσαν τα μαθήματα, φώναξε τον Άλιεβ στο γραφείο της. «Η Ευτυχία μου έκανε παράπονα σήμερα Άλιεβ, πως κατά την διάρκεια του μαθήματός σ��ς μιλούσες στο κινητό». Ο τόνος της ήταν ψυχρός και το βλέμμα της θανατηφόρο. Δεν τον άφησε καν να μιλήσει, να εξηγήσει. «Μην προσπαθείς να μου δικαιολογηθείς. Είσαι απαράδεκτος κι αν συνεχίσεις έτσι σε βλέπω εργάτη σε οικοδομές, όπως δουλεύουν και οι περισσότεροι από την πατρίδα σου». Το τελευταίο της σχόλιο έγινε κεντρί θανατηφόρο για τον φιλήσυχο Ρώσο. «Ο τρόπος σου δηλώνει πως θέλεις να με διώξεις από την σχολή, Ζωή. Προσπαθείς να μου το πεις με πλάγιο τρόπο;». Η φωνή του έτρεμε από την αδικία που αντιμετώπιζε. Η Ζωή μέχρι εκείνη την στιγμή του είχε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο. Δεν την αναγνώριζε. «Όχι, τουλάχιστον όχι ακόμα. Και κάτι τελευταίο. Από σήμερα δεν θα με αποκαλείς Ζωή. Κυρία Βορέα θα με λες. Πρέπει να καταλάβουν όλοι, ποιά είναι η ιδιοκτήτρια και η διευθύντρια εδώ μέσα». Τα μάτια της Ζωής άστραφταν και τα χαρακτηριστικά της είχαν σχεδόν παραμορφωθεί. Ευτυχώς το έντονο μακιγιάζ, που κάλυπτε το πρόσωπό της, δεν το έκανε εμφανές. Αφού έφυγε ο Άλιεβ, έκλεισε τα φώτα, κάθισε στην πολυθρόνα της και άναψε ένα τσιγάρο. Δεν είχε καπνίσει ποτέ μέχρι τότε. Την άλλη μέρα το πρωί χτύπησε το ξυπνητήρι την συνηθισμένη ώρα, στις οκτώ και μισή. Η Ζωή πετάχτηκε από το κρεβάτι της. Έτρεξε πανικόβλητη στο μπάνιο και άρχισε να ξερνάει. Πήγε στο νιπτήρα κι έριξε νερό στο πρόσωπό της. Κοιτάχτηκε

45

στον καθρέφτη και με το θέαμα ανατρίχιασε. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα. Δεν είχε αφαιρέσει το μακιγιάζ της προηγούμενης βραδιάς και είχε απλώσει σε όλο το πρόσωπο της. Φαινόταν σαν μια αλκοολική πουτάνα. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε τον έλεγχο του σώματός της και του μυαλού της. «Είμαι ελεύθερη! Έφυγε!». Έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα της. Άδεια μπουκάλια από ποτό ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Ρούχα ριγμένα παντού, ανάμεσά τους και ένα εσώρουχο αντρικό. Θυμήθηκε τις ακολασίες της προηγούμενης βραδιάς. Ατελείωτη μπαρότσαρκα με φίλες. Την είχαν κεράσει άπειρα σφηνάκια, άφθονη κατανάλωση ποτού, φλερτ με όλα σχεδόν τα αρσενικά του Ναυπλίου. Αυτή όμως διάλεξε ένα, το πιο ωραίο, και πέρασε μαζί του μια νύχτα ακολασίας. Πέρασαν από το μυαλό της σκηνές από το άκρως ερωτικό βράδυ, που προηγήθηκε, και ξέσπασε σε κλάματα. Κοίταξε το κινητό της. Είκοσι τέσσερις κλήσεις από τον Αλέξανδρο. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήξερε τι να του πει και πως να τον αντιμετωπίσει. Θα του έλεγε την αλήθεια ή θα κρατούσε κρυφή την απιστία της; Μα δεν είχε τον έλεγχο στα χέρια της. Πως θα του έδινε να καταλάβει όμως το τι είχε συμβεί; Θα την πίστευε όμως ή θα την παρατούσε; Δεν θα το άντεχε. Αποφάσισε να μην του πει τίποτα. Θα ανέφερε μόνο την αδυναμία της που την ώθησε να εξαφανιστεί την προηγούμενη μέρα. Ναι, αυτό θα έλεγε. Κάλεσε τον Αλέξανδρο και του ζήτησε να πάει να την πάρει. Θα του τα εξηγούσε όλα από κοντά. Μάζεψε γρήγορα τον χώρο και έκανε ένα μπάνιο, για να βγάλει από πάνω της όλα τα απομεινάρια της χτεσινής βραδιάς. Ντύθηκε και περίμενε τον Αλέξανδρο. Δεν άργησε. Άκουσε τον γνωστό ήχο του αυτοκινήτου του να σταματάει έξω από το διαμέρισμά της. Πόσο ήθελε να κλειστεί στην αγκαλιά του και να σταματήσει ο χρόνος εκεί. Σηκώθηκε να του ανοίξει και ένιωσε μια ζαλάδα. Όλα μαύρισαν. Η σκιά ξύπνησε και αναλάμβανε δράση. «Όχι τώρα!», ούρλιαξε βουβά. Καταράστηκε την ατυχία της. Δεν πρόλαβε καν να του μιλήσει. Ένιωθε αβοήθητη. Άνοιξε την πόρτα. Ο Αλέξανδρος έδειχνε θυμωμένος. Μπήκε μέσα χωρίς να της δώσει σημασία και περίμενε να κλείσει την πόρτα. Η Ζωή πήγε κοντά του, του χαμογέλασε με λάγνο ύφος, τον άρπαξε από το μαλλί και έχωσε την γλώσσα της στο στόμα του. Με τα χέρια της άρχισε να χαϊδεύει κάθε σημείο του σώματός του. Δεν άργησε να νιώσει τον ερεθισμό του. Σχεδόν του έσκισε το πουκάμισο και τον πέταξε στον καναπέ. Μια κίνηση χρειάστηκε μόνο για να αφαιρέσει το φόρεμά της και να μείνει τελείως γυμνή. Με ένα πήδημα όρμησε πάνω του και τον καθήλωσε στον καναπέ. Άρχισε να του γλύφει τον λαιμό και να τον δαγκώνει ελαφρά. Ο Αλέξανδρος ανίκανος να αντιδράσει από την ερωτική αυτή κάψα, αφέθηκε στα χέρια της. Όλος ο θυμός του έγινε πάθος. 46

Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ   Νεκτάριος Μπουτεράκος

Ο έρωτάς τους ήταν άγριος και ατελείωτος. Τα κορμιά τους είχαν ιδρώσει από την έξαψη και τον πόθο. Έμειναν ξέπνοοι στο πάτωμα με την Ζωή να χαμογελάει πονηρά και τον Αλέξανδρο ανήμπορο να κινηθεί, ανίκανο να σκεφτεί. «Τι ήταν όλο αυτό; Σίγουρα δεν ήταν ο λόγος, για τον οποίο ήρθα». Ο Αλέξανδρος μέσα από την παραζάλη του απρόσμενου πάθους που του χάρισε, προσπαθούσε να οργανώσει τις σκέψεις του. Να καταλάβει αυτή την απίστευτη αλλαγή της. «Το ξέρω, αλλά σκέφτηκα να σε ηρεμήσω πρώτα λίγο. Δεν έχω διάθεση για φωνές και επιπλήξεις». Παρατήρησε το οργισμένο ύφος που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Ήταν έτοιμος για μια ακόμα φορά να εκραγεί. Όχι από ηδονή, όπως πριν λίγα λεπτά, αλλά από θυμό. Δεν τον άφησε να μιλήσει. «Τι θέλεις Αλέξανδρε; Άντε, ότι είναι να πεις, πες το να τελειώνουμε. Ή μάλλον καλύτερα μην πεις απολύτως τίποτα. Δίνε του τώρα». Για άλλη μια φορά η Ζωή είχε παραμορφωθεί. Όμως, ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να το δει γιατί ο χώρος ήταν σκοτεινός. Ένιωσε το αίμα να βράζει στις φλέβες του. Τον είχε φτάσει στα όριά του. Φωτιά έκαιγε μέσα του. Σηκώθηκε από το πάτωμα και την έπιασε από το μαλλί. Η Ζωή με μια απρόσμενη κίνηση του ξέφυγε και πήδησε απέναντι γελώντας και βρίζοντας χυδαία. Αυτός αγανακτισμένος την χτύπησε στο πρόσωπο. Τότε

είδε την

παραμόρφωση που είχε υποστεί. Είχε αρχίσει να βγάζει αφρούς και τα χαρακτηριστικά της είχαν τραβηχτεί με αποτέλεσμα να μοιάζει με εξωπραγματικό ον. Λύγισε πάνω στα πόδια της και με ένα απόκοσμο ουρλιαχτό χίμηξε στον Αλέξανδρο. Έχωσε τα νύχια της στο δέρμα του και τον δάγκωσε στο μπράτσο. Ένιωσε φρικτό πόνο και με όλη του την δύναμη την πέταξε απέναντι με αποτέλεσμα να καταρρεύσει μαζί με το σύνθετο. Κορνίζες, βάζα, ποτήρια και αναμνηστικά βρέθηκαν σπασμένα στο πάτωμα. Η Ζωή πετάχτηκε και με ένα πήδημα όρμησε στον Αλέξανδρο ρίχνοντάς τον στο πάτωμα. Με τα χέρια της έπιασε το κεφάλι του και το χτυπούσε με ορμή στο δάπεδο. Αφού τον άφησε αναίσθητο, σηκώθηκε, πλύθηκε, ντύθηκε και έφυγε. Οι ρόδες του αυτοκινήτου της, όπως και τα μάτια της, έβγαζαν σπίθες. Δεν είχε την δύναμη να παλέψει για να γλιτώσει από τον κατακτητή της. Του άνηκε και παραδινόταν σε αυτόν αμαχητί. Εξάλλου δεν είχε λόγο να προσπαθεί. Ένα φύλλο ελιάς έπεσε πάνω στο τζάμι και γλίστρησε στο πλάι χαμένο στον αέρα, σαν την ζωή της που χάθηκε κι αυτή σε μια στιγμή. Ο Αλέξανδρος δεν θα την συγχωρούσε ποτέ, οι φίλοι της θα έπαιρναν το μέρος του και οι συνεργάτες της, ήταν όλοι έξαλλοι μαζί της. Πως θα τα διόρθωνε όλα αυτά; Καλύτερα να πέθαινε. Να έσβηνε σιγά σιγά μέσα

47

σε ένα σώμα, που πλέον δεν της άνηκε. Έκλεισε τα μάτια της ψυχής της και αφέθηκε στον δαίμονα να της κουρελιάζει το σώμα. Ήταν δική του.

ΟΛΟΚΛΗΡΟΜΕΝΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ ΜΟΝΟ ΜΕ 2,16€ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ: http://www.lulu.com/spotlight/niceguy0973 MY BLOG: http://nektarios73.wordpress.com E-MAILS: niceguy0973@hotmail.com akadimiaxorou@yahoo.gr FACEBOOK: phoenix073@hotmail.com (Nektarios Bouterakos) TWITTER: (BouterakosN) ΚΙΝΗΤΟ: 6942629520

48


Η Αναγέννηση των Ηρώων - ΥΔΩΡ