Issuu on Google+

δημόσιου χώρου χρήστες αναζητούνται

εθνικό μετσόβιο πολυτεχνείο τμήμα αρχιτεκτόνων Μάρτιος 2012

Επιβλέποντες Βοζάνη Αριάδνη Κούρκουλας Ανδρέας

Φοιτήτρια Μπίστη Μαριάνα

5

Ευχαριστώ τους Ανδρέα και Αριάδνη, που χάρη στο μάθημα τους, γεννήθηκαν τα ερωτηματικά και οι προβληματισμοί γύρω από τον δημόσιο χώρο, τους Γιώργο, Μάνο, Πάνο και τη μητέρα μου για την πολύτιμη βοήθειά τους, τον αδερφό μου, τον Λευτέρη, την Μύριαμ και τη Σοφία για τη συμπαράσταση και την κατανόησή τους και τέλος, την Ειρήνη, τον Στέλιο και τον Γιάννη για τις συμβουλές τους.

αφορμή – μεθοδολογία

08

1. εισαγωγή Ο δημόσιος χώρος: πώς ορίζεται και ποιός ο ρόλος του Η πλατεία: πώς ορίζεται και ποιός ο ρόλος της Εξέλιξη και μετάλλαξη μέσα στο χρόνο

13 15 19

2. η σύγχρονη μετάλλαξη της πόλης: η μετανεωτερική απαξίωση του δημόσιου χώρου Metapolis και Αστική διάχυση Παγκοσμιοποίηση και κατανάλωση. Ο νέος δημόσιος χώρος Τεχνολογία και ψηφιακή επανάσταση Τα νέα μέσα Digitize me Ψηφιακός δημόσιος χώρος και νέα κοινωνική διαστρωμάτωση

37 39 43 45 47 49

3. ο ελληνικός δημόσιος χώρος Αθήνα Πολεοδομική εξέλιξη, παραγωγή δημόσιου χώρου και μετάλλαξή στο χρόνο 19 ος αιώνας | Σχεδιασμένη πόλη 20ος αιώνας | Πόλη εργοτάξιο 1950 – 2000 | Ασχεδίαστη πόλη 21ος αιώνας | Διάχυτη πόλη

53 55 58 60 64

Μετα-ολυμπιακή αποκάλυψη Χρεωκοπία

66 72

4. παρατηρήσεις – ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ Γενικά: Διεθνείς τάσεις – διεθνείς αντιδράσεις Ειδικά: Ελληνικές παθογένειες Πλατείες μαύρες τρύπες: το τέλος του δημόσιου χώρου;

77 83 86

5. η περίπτωση της πλατεία Κλαυθμώνος Αιτιολόγηση επιλογής : Γιατί η Κλαυθμώνος; Χωρική – Ιστορική ανάλυση Σύγχρονη ανάγνωση του χώρου

91 96 103

7

Επίλογος Η απάντηση της Αρχιτεκτονικής: o ρόλος του Αρχιτέκτονα στην Αθήνα της κρίσης

109

αναφορες

114

Αφορμή αυτής της ερευνητικής εργασίας στάθηκε η καθημερινή περιήγηση στο Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας, στο πλαίσιο του συνθετικού θέματος του 9ου εξαμήνου. Κεντρική παρατήρηση ήταν η ερημοποίηση κεντρικών πλατειών και η ανικανότητα αυτών να προκαλέσουν το ενδιαφέρον για κοινωνική επαφή και συμμετοχή, ως αποτέλεσμα της γενικότερης απαξίωσης του δημόσιου χώρου. Αντικείμενο της διάλεξης είναι η ερμηνεία της σημερινής εικόνας των πλατειών στο Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας και η αναζήτηση των αιτίων που τη συνδιαμορφώνουν, με πρωτογενή (φωτογραφικό υλικό, προσωπική εμπειρία) και δευτερογενή στοιχεία (βιβλιογραφικές, κινηματογραφικές αναφορές). Στο πρώτο σκέλος, με μια αναδρομή στη γένεση του δημόσιου χώρου και της πλατείας και μέσω της καταγραφής της ιστορικής εξέλιξης και των μεταλλάξεων που υπέστησαν μέσα στο χρόνο, επαναπροσδιορίζεται ο ρόλος που διαδραματίζουν στη σύγχρονη εποχή, επισημαίνοντας τους βασικούς παράγοντες που έχουν συμβάλει στην απαξίωση τους. Στο δεύτερο σκέλος, επιχειρείται η καταγραφή των αμιγώς ελληνικών παθογενειών του δημόσιου χώρου στο κέντρο της Αθήνας, που καταστρατηγούν τον ενεργό και ουσιαστικό ρόλο της πλατείας στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της πόλης. Στο τρίτο και τελευταίο σκέλος, επιλέγεται η παρουσίαση της πλατείας Κλαυθμώνος –ως χαρακτηριστικό παράδειγμα “μαύρης τρύπας” μέσα στον αστικό ιστό της πόλης– που αποτελεί παράλληλα αντικείμενο μελέτης της διπλωματικής εργασίας. Έχοντας προσδιορίσει τους παράγοντες που αναστέλλουν τη λειτουργία του δημόσιου χώρου ως κοινωνικού πυκνωτή στο Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας, η παρέμβαση στην πλατεία Κλαυθμώνος αποτελεί την ιδανική πρόκληση ενάντια στην άποψη ότι η απαξίωση είναι φαινόμενο μη αναστρέψιμο.

9

Ή μήπως είναι…;

1 11

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1. Τοσίτσα, Εξάρχεια | φωτ. Μ. Μπίστη

Ο δημόσιος χώρος Πώς ορίζεται ο δημόσιος χώρος και ποιός ο ρόλος του; δημόσιος, ο [δimósios]: 1. που ανήκει ή που αναφέρεται στο κράτος, που έχει σχέση με αυτό: Οι δημόσιες υποθέσεις. Δημόσια οικονομία*. Δημόσια οικονομικά*. Δημόσιο χρέος / συμφέρον / έγγραφο. 2α. που σχεδιάζεται και πραγματοποιείται από το κράτος, από τις κρατικές υπηρεσίες: Δημόσια δαπάνη / εκπαίδευση. 3. που έχει σχέση με το λαό, με τον πληθυσμό (μιας πόλης, περιοχής, χώρας κτλ.) ή με το κοινό: Δημόσια υγεία. Δημόσια τάξη Δημόσιος βίος. 4α. που προορίζεται για το κοινωνικό σύνολο, για το κοινό: Δημόσια βιβλιοθήκη. Δημόσια λουτρά / ουρητήρια. ~ χώρος. 4β. που γίνεται έτσι ώστε να μπορεί να παρευρεθεί, να συμμετάσχει όποιος θέλει: Δημόσια συγκέντρωση / συζήτηση / διαγωνισμός.

Στις σύγχρονες περιγραφές των λεξικών ως “δημόσιο” ορίζεται οτιδήποτε σχετίζεται με το κοινό, με το λαό, που υπάρχει για το σύνολο του λαού [συν. κοινόχρηστος] το κράτος ως νομικό πρόσωπο, οι κρατικές υπηρεσίες κλπ.1 Ως έννοια, στην κοινή συνείδηση, ο δημόσιος χώρος έχει ένα ασαφές και συνήθως υποκειμενικό περιεχόμενο το οποίο προσλαμβάνεται και ερμηνεύεται από τον καθένα διαφορετικά, ανάλογα με τα προσωπικά του βιώματα και την αντίληψη που διαθέτει για την πόλη και τη ζωή του μέσα σε αυτή. Οπωσδήποτε όμως το κοινό αίσθημα συνδέει τον δημόσιο χώρο έστω αόριστα και διαισθητικά με τα δικαιώματα του πολίτη, ενσαρκώνoντας τη δεύτερη φύση του ανθρώπου ως μέλους ενός συνόλου. Ο καταλληλότερος ίσως τρόπος αποσαφήνισης της έννοιας του δημόσιου χώρου γίνεται μέσα από τη διάκριση του δίπολου ιδιωτικό/ δημόσιο: Το ιδιόκτητο και το κοινό, το προστατευμένο και το εκτεθειμένο, την εργασία και την αναψυχή, το ατομικό και το συλλογικό, το παραδοσιακό και το πρωτοποριακό.2

1 Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ Έκδοση, Γ. Μπαμπινιώτης

13

2

Ταγκαλίδου Τζέλα, Δημόσιες Στιγμές - Ο δημόσιος χώρος ως ιδιωτικός, από http://tinyurl.com/7bm74zd

O Γερμανός κοινωνιολόγος Walter Siebel αναφέρει ότι από νομική άποψη ο δημόσιος χώρος διέπεται από το δημόσιο δίκαιο, ο ιδιωτικός από διατάξεις που προστατεύουν την ιδιοκτησία και την εστία. Από άποψη λειτουργιών, στο δημόσιο χώρο έχουν καταχωρισθεί οι λειτουργίες της αγοράς, της αναψυχής, καθώς και οι πολιτιστικές και πολιτικές δραστηριότητες, ενώ αντιθέτως στους ιδιωτικούς χώρους της επιχείρησης και της κατοικίας πραγματοποιούνται η παραγωγική και αναπαραγωγική διαδικασία. Τέλος οι διαφορές μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών χώρων είναι κοινωνικά προσδιορισμένες. Ο δημόσιος χώρος είναι ο χώρος της τελετουργικής ανωνυμίας, μιας επιτηδευμένης συμπεριφοράς που κρατά τις αποστάσεις, ενώ αντίθετα ο ιδιωτικός χώρος είναι ο χώρος της οικειότητας, της σωματικότητας και του συναισθηματισμού.3 Σε αντίθεση με τον ιδιωτικό, ο δημόσιος χώρος απευθύνεται και ανήκει σε όλους. Η Hannah Arendt στο βιβλίο “Η Ανθρώπινη Κατάσταση”, μέσα από μια πολιτική και φιλοσοφική σκοπιά υποστηρίζει ότι ο δημόσιος χώρος είναι κατεξοχήν πολιτικός χώρος και συνδέεται αμφίδρομα με την έννοια της δημόσιας ελευθερίας.4 Παρά το γεγονός ότι διέπεται από νόμους και κανόνες συμπεριφοράς, είναι χώρος ανοιχτός, δυνάμει οικειοποιήσιμος και μέσα από τη λειτουργία του, δικαιώνει το ρόλο της πόλης ως πυρήνα συνύπαρξης, επικοινωνίας και συναναστροφής. Καθώς ο δημόσιος χώρος μεταλλάσσεται σε κάθε ιστορική περίοδο, προσαρμοζόμενος στο πνεύμα της εποχής, διευρύνεται ή περιορίζεται ο ρόλος που διαδραματίζει στον αστικό χώρο. Με τα νοήματα που συμπυκνώνει, μπορεί κανείς να διεξάγει συμπεράσματα για την ιστορία του εκάστοτε τόπου στον οποίο εντάσσεται, να τον σκιαγραφήσει και να ερμηνεύσει την πορεία του στο χρόνο. Ο τρόπος που οργανώνεται και διαμορφώνεται, δημιουργεί αισθήματα ευχαρίστησης ή δυσαρέσκειας, ασφάλειας ή ανασφάλειας, κινεί το ενδιαφέρον, έλκει ή απωθεί. Ανάλογα με τη θέση του και τις σχέσεις του με τους άλλους χώρους, είναι προσβάσιμος ή όχι, συμμετέχει ή όχι στο σύστημα τόπων και σημείων που έχουν ανάγκη να θυμούνται οι άνθρωποι.5

3

Λέφας Παύλος, Αύριο οι πόλεις, Αθήνα εκδ. Πλέθρον, 2003, σελ. 87

4 Arendt Hannah, Η Ανθρώπινη Κατάσταση, μτφρ. Σ. Ροζάνης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα εκδ. Γνώση, 1986 σελ. 52 5 Κοσμάκη Τ. , Για μια στρατηγική σχεδιασμού βιώσιμων δημόσιων υπαίθριων χώρων στην πόλη, από “Πολεοδομικές επεμβάσεις στον αστικό χώρο”, Αθήνα εκδ. ΕΜΠ, 2009, σελ. 1

Η πλατεία Πώς ορίζεται και ποιός ο ρόλος της; πλατεία, η [platía]: μεγάλης έκτασης επίπεδος, ακάλυπτος και διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή (πόλης ή χωριού): H συγκέντρωση θα γίνει στην ~ Aριστοτέλους / Συντάγματος / Ομονοίας. H κόκκινη ~ της Mόσχας. H ~ του χωριού με το πλατάνι στο κέντρο.

Ο κατεξοχήν δημόσιος χώρος της πόλης, η πλατεία από τη γένεσή της και ως “πρωτογενές κενό” μέσα σε αυτή, αποτελεί χώρο ιδιαίτερα φορτισμένο και με πολλαπλά μηνύματα: κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, οικονομικά, όλα φορτισμένα συναισθηματικά. Η πορεία της συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη ιστορία των πόλεων και τους μετασχηματισμούς τους μέσα στο χρόνο γι’ αυτό και ο ρόλος της είναι πολυδιάστατος, αποτυπώνοντας κάθε φορά το πνεύμα κάθε εποχής. Στη γλωσσολογική της διαδρομή, η λέξη πλατεία πρωτοεμφανίζεται ως επίθετο που συνδέεται με τη λέξη οδό και υποδεικνύει ένα φαρδύ δρόμο, έναντι της στενωπού. Η λατινική γλώσσα ενσωματώνει τον όρο (platea) δίνοντάς του ακριβώς την ίδια σημασία.6 Στην εξέλιξή της η λέξη θα γίνει place, piazza, praça, plaza, platz, plein, plads, plaç, piatta σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες, εκτός από την αγγλική, που θα προτιμήσει πολλούς αιώνες αργότερα την λέξη square, ταυτίζοντας τη λειτουργία του χώρου αυτού με μια γεωμετρική μορφή που καθιερώθηκε μέσα από την μακραίωνη εμπειρία.7 Ως χώρος, άλλοτε διαδραματίζει το ρόλο του κέντρου ή της εισόδου-αφετηρίας (σημείο άφιξης και αναχώρησης) στην πόλη, άλλοτε τοποθετείται κατά μήκος οδικών αξόνων, άλλοτε αποτελεί κόμβο για την διευθέτηση της κυκλοφορίας σε σύνθετες διασταυρώσεις ή ακόμα εντείνει οπτικές φυγές, καδράροντας και αναδεικνύοντας σημαντικά στοιχεία-τοπόσημα του περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσεται (κτίρια, τοπία, μνημεία).

6 Μελαμπιανάκη Ευγενία, Οι πλατείες της Αθήνας 1834 – 1945. Διαδικασία διαμόρφωσης, λειτουργία, πολεοδομική σημασία, Αθήνα ΔΠΜΧ 23/5/07, σελ 7.

15

7 Πλατείες της Ευρώπης, Πλατείες για την Ευρώπη, Πολυτεχνική σχολή & διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών αρχιτεκτονικής τοπίου, Θεσσαλονίκη εκδ. Ζητη, 2009, σελ. 19

2. Ημέρα νίκης, Μάης 1945, Κόκκινη πλατεία, Μόσχα

Ως τόπος δημιουργήθηκε για να λειτουργεί ως πεδίο δραστηριοποίησης των ανθρώπων· πεδίο συνεύρεσης, λατρείας, συναλλαγής, συναναστροφής. Ακολουθώντας την εξελικτική πορεία της πόλης, η πλατεία εμπλουτίστηκε με λειτουργίες, γεγονότα και αξίες, που της απέδωσαν ένα ιδιαίτερο νόημα, έναν χαρακτήρα και μία ταυτότητα. Ως εκ τούτου, έχει υπάρξει τόπος λόγου, πράξης, παραγωγής, άσκησης πολιτιστικής, πολιτικής και κοινωνικής δραστηριότητας, πεδίο δράσης, αγώνων, ανάπτυξης και διακίνησης ιδεών, στοιχεία δηλαδή άμεσα συνδεδεμένα με την κοινωνική υπόσταση του ατόμου. Σε κάθε περίπτωση, κύριος στόχος είναι η οικειοποίησή της από τους χρήστες, όχι απλά ως “στέγη” της κοινής ζωής τους αλλά ως ιδιαίτερη βιωματική εμπειρία.

17

Ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται ο χώρος, η κοινωνικοποίηση που επιτυγχάνεται μέσω της οικειοποίησης του, καθιστούν μια πλατεία λειτουργική ή μη και παράλληλα οι δραστηριότητες μέσα ή γύρω από αυτή, εξαρτώνται -αν όχι καθορίζονται- σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις χρήσεις και τους χρήστες στους οποίους απευθύνεται.

3. Αθήνα: Αρχαία αγορά (περίπου 150 μ.Χ.)

Εξέλιξη και μετάλλαξη μέσα στο χρόνο Η γένεση της πλατείας ταυτίζεται με την εμφάνιση της πόλης, κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Ο Ισπανός φιλόσοφος Jose Ortega y Gasset αναφέρει τα εξής: “Στις πρωτόγονες κοινωνίες, όταν δεν υπήρχαν ούτε πόλεις ούτε χωριά, οι άνθρωποι μετέφεραν τα πενιχρά τους προϊόντα σε ορισμένους τόπους όπου τα αντάλλασσαν μεταξύ τους. Αυτοί οι χώροι σιγά – σιγά περιφράχτηκαν και αργότερα άρχισαν ορισμένοι να εγκαθίστανται μόνιμα γύρω τους. Έτσι ξεκίνησαν να φτιάχνονται οι πόλεις γύρω από τον κεντρικό ελεύθερο χώρο της ανταλλαγής ή της αγοράς. Ως εκ τούτου, πόλη δίχως κεντρική πλατεία ή αγορά δεν είναι πόλη”.8 Σταθμό στην ιστορική εξέλιξη της πόλης και της πλατείας αποτελεί το αθηναϊκό άστυ του 5 ου αιώνα π.Χ. , οπότε πρωτοεμφανίζεται ο αστικός ελεύθερος χώρος σαν πόλος δράσης της πρώτης κοινωνίας πολιτών. Η μικρή κλίμακα της πόλης, ο περιορισμός μέσα στο σταθερό πλαίσιο των τειχών και οι κλιματικές συνθήκες επιτρέπουν στον κάτοικο να αναπτύξει έντονη κοινωνικότητα και προσωπικότητα και παράλληλα τον εκθέτουν στον άμεσο έλεγχο και την κριτική από το κοινωνικό σύνολο. Η Αθηναϊκή Αγορά αποτελεί αναγκαίο χώρο για θρησκευτικές τελετές και εμπορικές δραστηριότητες. Παράλληλα αποτελεί σύμβολο ελεύθερης έκφρασης, αντιπαράθεσης αλλά και σύνθεσης με στόχο τη λήψη κοινών αποφάσεων με δημοκρατικές διαδικασίες. Όλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται στον υπαίθριο αυτό χώρο. 9Χωρίς σαφείς χαράξεις μέχρι τότε, η Αγορά αποκτά κανονικό σχήμα στην ελληνιστική και αργότερα στη ρωμαϊκή πόλη, με γεωμετρική μορφή σύμφωνα με τις αρχές του Ιπποδάμειου συστήματος, ελεύθερη στο κέντρο και με στεγασμένη κιονοστοιχία περιμετρικά.

8

Ortega y Gasset, Jose, The Revolt of The Masses, Κεφάλαιο 6, Ηλεκτρονική Έκδοση 1996.

19

9 Οι αποκλεισμοί του δημόσιου χώρου της εποχής αφορούν στις γυναίκες αλλά στους άνδρες που δεν έχουν Αθηναίους και τους δυο γονείς.

4. Ρώμη: Νοτιοανατολική άποψη του ρωμαϊκού forum

21

Η Ρωμαϊκή Αγορά -το forum- παρ’ όλο που αποτελεί συνέχεια της αθηναϊκής “πλατείας”, διαφοροποιείται από αυτή, στο βαθμό που η Ρώμη προσθέτει δίπλα στην έννοια της συμμετοχής στα κοινά, τις έννοιες του μεγαλείου και της μνημειακότητας του ρωμαϊκού πολιτισμού καθώς και αυτές της δόξας και της εξουσίας. Η πλατεία ορίζεται από την αρχιτεκτονική παρουσία της ρωμαϊκής αψίδας, του ναού, του αμφιθεάτρου, των λουτρών, διαμορφώνοντας ένα πραγματικό κόμβο όλης της δημόσιας ζωής, ένα μοναδικό πολυλειτουργικό σύνολο, όπου διεξάγονται δικαστικές και διοικητικές δραστηριότητες αλλά και εμπορικές, πολιτικές, κοινωνικές.

5. Σιένα: Piazza del Campo

Αντίθετα, η πλατεία στον Μεσαίωνα είναι χώρος σαφώς μονολειτουργικός και οργανικά δεμένος με την πόλη. Πέρα από την κεντρική, δημιουργούνται πλατείες –άλλοτε σχεδιασμένες και άλλοτε όχι- όπου η αγορά, η εκκλησία, η συνέλευση, αποτελούν κύρια δραστηριότητα. Πέραν των θρησκευτικών και πολιτικών τελετών, πραγματοποιούνται γιορτές, οι γνωστές εκτελέσεις δια αποκεφαλισμού αλλά και οι καθημερινές ανεπίσημες συναντήσεις των κατοίκων. Η κεντρική πλατεία στην περίκλειστη από τείχη μεσαιωνική πόλη, χρησιμοποιείται ως πεδίο έκφρασης της δύναμης και της επιρροής της αναδυόμενης αστικής τάξης, των εμπόρων και των αριστοκρατών που ασκούν την εξουσία, αποκλείοντας τα κατώτερα στρώματα (βιοτέχνες, αγρότες κλπ). Θα περάσουν δεκαετίες έως ότου οι συντεχνίες οργανωθούν και διεκδικήσουν το ρόλο τους στα κοινά. Η αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου ανατρέπεται εντελώς στην Αναγέννηση, την εποχή της στροφής προς τον Άνθρωπο, τα δικαιώματα και τις δυνατότητες

6. Κορυφαίο αναγεννησιακό παράδειγμα η πλατεία του Καπιτωλίου στη Ρώμη, όπου ο Μιχαήλ Άγγελος σκηνογραφεί μια “αυλή” με τραπεζοειδή κάτοψη μετρίων διαστάσεων αλλά εξαιρετικά μνημειακή, το σχήμα της οποίας εντείνει την προοπτική. Η θεατρική διάταξη των περιμετρικών κτηρίων, συνδέει αρμονικά το παρελθόν (Ρωμαϊκή Αγορά) με το σήμερα (σύγχρονη πόλη).

του ατόμου, την ελεύθερη σκέψη. Το “κάλλος” αναγορεύεται σε μέγιστη αρχή που καθορίζεται από μαθηματικούς νόμους, αναλογίες και κανόνες οι οποίοι θεωρείται ότι είναι σε θέση να επιλύσουν από μόνοι τους ζητήματα λειτουργικότητας και συγκεκριμένων αναγκών.

23

Έτσι, η αναγεννησιακή πλατεία ανάγεται σε κεντρικό αστικό χώρο, γίνεται αντικείμενο μελέτης για τον καθορισμό διαστάσεων, ιδανικών αναλογιών και συμμετριών. Με το νέο εργαλείο της προοπτικής, οι αρχιτέκτονες μελετούν το δημόσιο χώρο όχι για την κάλυψη πρακτικών αναγκών αλλά για τη διαμόρφωση ιδανικών θεωρητικών προτύπων, όπου το “ωραίο” είναι αποτέλεσμα της ορθολογικής

7. Ρώμη: Πλατεία Αγίου Πέτρου

αρμονίας και μαθηματικών κανόνων: ο δημόσιος χώρος σκηνογραφείται, η πλατεία είναι το “πάλκο”, η σκηνή του θεάτρου όπου εξελίσσεται το έργο και αναδεικνύεται η σημασία του τόπου. Στο μέτρο, τον ορθολογισμό, τη λογική και την αρμονία της Αναγέννησης, οι αρχιτέκτονες του Μπαρόκ, αντιπαραθέτουν την ανάγκη για περισσότερο συναίσθημα. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην ενίσχυση της απεραντοσύνης, της τάξης και του δέους.10 Στον χώρο, η τάση αυτή εκφράζεται με άξονες συμμετρίας, πομπώδες ύφος και μεγαλοπρέπεια. Ξεχωρίζει επίσης η τάση για την τεχνική και την υπέρβαση της ανθρώπινης κλίμακας στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Οι πλατείες, λόγω της αλλαγής στην αντίληψη για το ρόλο των δημόσιων κτιρίων, σχεδιάζονται είτε μπροστά από σημαντικά μνημεία με στόχο την ανάδειξή τους (Αγ. Πέτρος, Ρώμη) είτε σε σημεία που η ανέγερση τους είναι εφικτή (θέατρα, μέγαρα, ναοί), σύμφωνα με τη θεατρικότητα και τη μεγαλοπρέπεια που επιτάσσει το στυλ. Αυτή η εικόνα των κτηρίων μαζί με τους δημόσιους χώρους που τα περιβάλλουν, αποπνέει την αίσθηση του εξωπραγματικού, πέρα από τις ανθρώπινες διαστάσεις και κατ’ επέκταση την παντοδυναμία του θεϊκού αλλά και της εκκλησιαστικής εξουσίας.

25

10 Λάββας Γεώργιος Π., Επίτομη Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002, σελ.169

Η εποχή του Δυτικού Κλασικισμού και αργότερα του Νεοκλασικισμού, παρουσιάζει δυο τάσεις: η μια στρέφεται προς τα πίσω, δανειζόμενη μορφές από το παρελθόν, σε μια απόπειρα εξωραϊσμού του δημόσιου χώρου, η άλλη στρέφεται προς τα εμπρός, προς το νέο, προς τον πειραματισμό. Ενώ στο 18ο αιώνα οι πόλεις με τις πλατείες, τα βουλεβάρτα και τις λεωφόρους, είναι διαμορφωμένες με τρόπο που επιτρέπεται η συναναστροφή μεταξύ αγνώστων, με το πέρασμα στον 19ο αιώνα ανατρέπεται η κοινωνική συγκρότηση του χώρου και ο τρόπος που αυτός βιώνεται, αλλάζουν οι άνθρωποι που κινούνται σε αυτόν, αλλάζουν οι δραστηριότητές τους, οι λειτουργίες, οι τύποι των κτιρίων [...] ο αριθμός και η σχέση των ανθρώπων, τα μέσα με τα οποία κινούνται.11 Η ανάγκη για κίνηση και ταχύτητα οδηγούν στην αντιμετώπιση της πόλης σαν ένα μεγάλο δίκτυο του οποίου τα νήματα είναι οι δρόμοι. Με βάση τις αρχές της Κλασσικής πολεοδομίας που χρησιμοποιεί τον δημόσιο χώρο ως αφετηρία, οι πόλεις επεκτείνονται, αποκτώντας ασαφή όρια, οι πλατείες και οι δρόμοι υπάγονται σε συστήματα αξόνων και διαμορφώνονται με γεωμετρικά σχήματα. Ο τόπος αποκτά νέο νόημα, αυτό του αχανούς αστικού χώρου, η αναφορά στον άνθρωπο καταργείται και ο σχεδιασμός γίνεται με βάση ένα αφηρημένο μέγεθος που οδηγεί σε μια νέα αντίληψη για την κλίμακα του δημόσιου χώρου. Ο Camillo Sitte, ήδη το 1889, γράφει ότι ο δημόσιος βίος αποσύρεται σταθερά ��δώ και αιώνες από τις δημόσιες πλατείες, αφού αυτές έχουν χάσει την ιστορική τους λειτουργία και σημασία12, ενώ, περίπου 90 χρόνια μετά, ο Richard Sennett -στο βιβλίο “Η Τυραννία της Οικειότητας”, αναφέρει ότι ο δημόσιος αστικός χώρος κατά τον 19ο αιώνα είναι ένα περιβάλλον ξένων όπου πολλοί άνθρωποι όλο και περισσότερο μοιάζουν μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίζονται.13

11 Τουρνικιώτης Παναγιώτης, Η αρχιτεκτονική του δημόσιου χώρου στις Ευρωπαϊκές πόλεις ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, Αρχιτεκτονικά Θέματα 37/2003, σελ. 59 12 Sitte Camillo, Η πολεοδομία σύμφωνα με τις καλλιτεχνικές της αρχές, μτφρ. Κ. Σερράος, Αθήνα εκδ. ΕΜΠ, 1992 13 Τουρνικιώτης Παναγιώτης, (ο.π.) σελ. 59

Η μεγάλη τομή στην ιστορική εξέλιξη της πόλης γίνεται στη μετάβαση από τον 19ο στον 20ο αιώνα. Η κυριαρχία του Μοντέρνου κινήματος καταργεί τις αλληγορίες και το συμβολικό νόημα του σχεδιασμού της Αναγέννησης, επιδιώκοντας μια σαφή ρήξη με το παρελθόν. Το κίνημα, μέσα από την ανάγκη αντιμετώπισης των προβλημάτων της σύγχρονης πόλης, προβλημάτων συνυφασμένων με τον νέο τρόπο παραγωγής, την αστυφιλία, την εσωτερική μετανάστευση, την κρίση της κατοικίας, ενσωματώνει στον αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό σχεδιασμό τον κοινωνικό προβληματισμό και εισάγει την έννοια του zoning. Ο φονξιοναλισμός με τη διάκριση των λειτουργιών στο χώρο και την προτεραιότητα στην επίλυση των προσβάσεων ανατρέπoυν ριζικά την μέχρι τότε αντίληψη του αστικού δημόσιου χώρου. Η πλατεία μετασχηματίζεται σε κυκλοφοριακό κόμβο και σχεδόν εξαφανίζεται, οι δρόμοι κατακλύζονται από γρήγορα αυτοκίνητα, ο δημόσιος χώρος διακρίνεται σε ζώνες πρασίνου, παιδότοπων, αθλητικών εγκαταστάσεων. Η μονολειτουργικότητα, παρόλο που εφαρμόζεται με τις καλύτερες προθέσεις στην οργάνωση της πόλης, οδηγεί σε μια τυποποίηση και μια ομοιομορφία που έχει ως αποτέλεσμα την κατάλυση των καθημερινών σχέσεων γειτονιάς και ζωής στην πόλη. Η “καινοτομία” και το “διεθνές στυλ” απογυμνώνουν τον δημόσιο χώρο, πλήττοντας την έννοια της αστικότητας14 και της συλλογικής μνήμης. Η αύξηση της ορατότητας, η αδυναμία ταύτισης με τον χώρο και η απουσία αναφορών, συμβολισμών και νοημάτων, οδηγούν στη μείωση της συμμετοχής και της κοινωνικότητας, στον κοινωνικό διαχωρισμό και την αποξένωση, προμηνύοντας την εφιαλτική εικόνα του “Γενναίου Νέου Κόσμου”15, του Άλντους Χάξλεϋ.

14 H αστικότητα είναι μια από τις έννοιες, που καθιστούν εφικτή την άρθρωση μεταξύ της υλικής και της πολιτισμικής διάστασης του αστικού χώρου. Πρόκειται για την πρώτη και κυρίως ποιοτική έννοια του δημόσιου αστικού χώρου, την έννοια - αναφορά των πρώτων συζητήσεων γύρω από την αμφισβήτηση της μοντέρνας πολεοδομίας). Ο κατάλογος της έκθεσης της Biennale του Παρισιού όριζε την αστικότητα, ως εκείνη την πλευρά ενός τόπου, που σχηματίζει την ταυτότητά του, την μνήμη, τις συγκρούσεις και τις αλλαγές, ενώ εκφράζει και στηρίζει τους τρόπους ζωής και τις προσδοκίες των κατοίκων του.

27

15 Καρύδης Δημήτρης Ν., Τα επτά βιβλία της Πολεοδομίας, Παπασωτηρίου, Αθήνα, 2008, σελ 225

8. [Αριστερά] Plan Voisin: Το νέο επιχειρηματικό κέντρο του Παρισιού, σε σχέδια του Le Corbusier(1922)

29

9. [Κάτω] Ο δημόσιος χώρος στη σύγχρονη πόλη του Le Corbusier (1925)

Η κατεδάφιση του Pruitt-Igoe στο St Louis, το1972, αποκτά συμβολική σημασία καθώς σύμφωνα με τους κήρυκες του μεταμοντερνισμού σηματοδοτεί το θάνατο του Μοντέρνου κινήματος. Είναι τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ‘70, που ο Μεταμοντερνισμός έρχεται να αμφισβητήσει τον ντετερμινιστικό σχεδιασμό του Μοντερνισμού και τις αρχές της Χάρτας των Αθηνών, μέσα από μια κριτική και νοσταλγική διάθεση απέναντι στη χαμένη αστικότητα. Η αμφισβήτηση του κινήματος έχει ξεκινήσει ήδη από το 1953, όταν η γενιά του CIAM IX αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις φονξιοναλιστικές αρχές και τον “φιλελεύθερο ιδεαλισμό” του Le Corbusier. Στο τελικό κείμενο του συνεδρίου, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε: Ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να ταυτίσει τον εαυτό του με την εστία του, δύσκολα όμως και με την πόλη, μέσα στην οποία βρίσκεται η εστία αυτή. Το “να ανήκεις” είναι μια βασική συναισθηματική ανάγκη που οι συνειρμοί της είναι της απλούστερης τάξης. Από το “να ανήκεις” –ταυτότητα- προκύπτει το πλούσιο συναίσθημα της φιλικής συμπεριφοράς των γειτόνων. Το μικρό στενό δρομάκι της φτωχογειτονιάς πετυχαίνει εκεί που τα ευρύχωρα αναπτυξιακά προγράμματα αποτυγχάνουν.16

10. Kατεδάφιση του Pruitt-Igoe 16 Frampton Kenneth, Μοντέρνα Αρχιτεκτονική – Ιστορία και κριτική, Αθήνα εκδ. Θεμέλιο, 1999, σελ.243

Καθώς γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτό ότι ο αστικός χώρος που παρήχθη το προηγούμενο διάστημα είχε συμβάλλει στην αφυδάτωση της καθημερινής ζωής, στην απονέκρωση της συλλογικότητας, σε όφελος μιας επικίνδυνης εξατομίκευσης,17 οι μεταμοντερνιστές στρέφουν το ενδιαφέρον τους στα θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τη σχέση συλλογικότητας και ατομικότητας, θέτοντας σε προτεραιότητα την ανάδειξη του συλλογικού χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής πρακτικής. Έννοιες όπως η θέση του χρήστη και το δικαίωμά του για συμμετοχή και συναπόφαση στη δημιουργία του κτισμένου περιβάλλοντος, αποκτούν επικαιρότητα και σημασία, τονίζοντας την κοινωνική αποστολή του αρχιτέκτονα. Η μνημειακότητα έξω από τα κλασικά μοτίβα, ο συμβολισμός, ο πλουραλισμός ξαναμπαίνουν στο προσκήνιο. Οι σύγχρονες μελέτες αναδεικνύουν την πλατεία ως ουσιαστικό συντελεστή της αστικής μορφής, δομικό στοιχείο του αστικού σχεδιασμού και της ζωής στην πόλη. Η μεταμοντέρνα αντίληψη αντιμετωπίζει τον δημόσιο χώρο ως τη σκηνή που φιλοξενεί ποικίλες λειτουργίες, ως μια πλατφόρμα δράσεων, επιδιώκοντας μια “προμπαμπιλιστική” σχέση μεταξύ χώρου και λειτουργίας. 11. Τα folies του Tscumi στη Villette του Παρισιού (1982-1998) φέρουν όλη την ουσία της μεταμοντέρνας αντίληψης για τον δημόσιο χώρο. Μέσα από μια έκρηξη τρέλλας, με αναφορές στο “Σημείο, γραμμή επίπεδο” του Kandinsky και αποδομώντας την ενότητα των τριών αυτών κατηγοριών, ο Tschumi σχεδιάζει το χώρο οργανώνοντας ένα σύστημα που...καταργεί το χώρο! Το μανιφέστο του, προτάσσει την έννοια της κινηματικής αρχιτεκτονικής μέσα από μια διαδοχή κινήσεων, στάσεων και διαδοχικών διαδρομών σχεδιάζοντας καταστάσεις με εξαιρετική επιτυχία. Μέσα σε ένα καθόλα καπιταλιστικό χώρο, ο Tschumi προτείνει ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα.

31

17 Καρύδης Δημήτρης Ν. , Τα επτά βιβλία της Πολεοδομίας, Παπασωτηρίου, Αθήνα, 2008, σελ 384

Τη δεκαετία του ’80 οι πόλεις έχουν επανέλθει στο επίκεντρο του αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος. Έχει ολοκληρωθεί η εσωτερική μετανάστευση, τα τραύματα του Β’ Παγκόσμιου πολέμου έχουν επουλωθεί, οι ρυθμοί της ανοικοδόμησης έχουν πια μειωθεί και η τελευταία δεν αποτελεί προτεραιότητα για τις ευρωπαϊκές πόλεις. Η οικονομική ανάπτυξη αφήνει τώρα περιθώρια για ενασχόληση με τους δημόσιους χώρους, που παρουσιάζουν στοιχεία εγκατάλειψης και παρακμής. Τα προγράμματα αναβάθμισης ως επί το πλείστον συνδυάζονται ή παίρνουν ως αφορμή τη διοργάνωση διεθνών γεγονότων οικονομικών, αθλητικών (ολυμπιακοί αγώνες), πολιτιστικών (Expo, Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης) ή και ιστορικών, για να αποδεσμεύσουν κονδύλια σε όφελος της ξεχασμένης ποιότητας των δημόσιων χώρων – κυρίως πλατειών, πάρκων, πεζόδρομων στα Ιστορικά Κέντρα. Τα παραδείγματα της Λυών (200 έργα σε διάστημα 15 χρόνων) [1989] καθώς και της Βαρκελώνης [1992], αξίζει να σημειωθούν σαν εμπειρίες επιτυχούς σε γενικές γραμμές συντονισμού αρχιτεκτόνων και τοπικών αρχών χωρίς ασφαλώς να λείψουν οι συνέπειες της εξυγίανσης απέναντι στους ασθενέστερους οικονομικά κατοίκους. Στις παρεμβάσεις αυτές, η μελέτη στοχεύει στην εμπλοκή του επισκέπτη σε ένα είδος συμμετοχικού παιχνιδιού το οποίο ρυθμίζει ο ίδιος, σύμφωνα με τις διαθέσεις του. Το συνέδριο για τη Νέα Πολεοδομία [1992] και η Χάρτα της Νέας Πολεοδομίας [1998] συμπυκνώνουν ορισμένες θέσεις για το χώρο σχετικά με την πολυλειτουργικότητα του αστικού ιστού σε όλες του τις κλίμακες και τον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου χώρου.18 Η δεκαετία του 2000 είναι σίγουρα μια παραγωγική περίοδος για τη διεθνή αρχιτεκτονική η οποία όμως έχει ξεφύγει από το στόχο της. Σημαντικά κεφάλαια επενδύονται στην αρχιτεκτονική γοήτρου με στόχο τον εντυπωσιασμό. Η φορμαλιστική υπερβολή, η κατασκευαστική καινοτομία με κάθε κόστος -κυριολεκτικά και μεταφορικά- ιεραρχούνται σε βάρος της ενασχόλησης με τα προβλήματα της πόλης. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, το αρχιτεκτονικό star system έχει ουσιαστικά τεθεί στην υπηρεσία των απολυταρχικών ή ολιγαρχικών καθεστώτων της Κίνας και του Αραβικού κόσμου.19

18 Καρύδης Δημήτρης Ν. , (ο.π.) σελ 384 19 Δραγώνας Πάνος, In Greeklish” 2/8: Η ιδεολογική σύγχυση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, [panosdragonas.net]

33

12. Starchitects: Zaha Hadid, Rem Koolhaas, Jean Nouvel, Tadao Ando, Richard Meier, Kazuyo Sejima, Renzo Piano κ.α.

2 35

Η ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ

13. Sprawl: Τhe Sao Paulo experiment

Metapolis + αστική διάχυση Στον 21ο αιώνα περνάμε πλέον σε μια νέα κατάσταση που επιχειρεί να κυριαρχήσει σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου το τεχνητό, το ηλεκτρονικό και το άυλο τείνουν να αντικαταστήσουν το φυσικό και το υλικό.

14. Δίκτυο τύπου Christaller με ιεραρχική δομή των πόλεων (πάνω) και «μεταπολιτικό» δίκτυο με επίκεντρα και ακτίνες (κάτω). (F.Ascher 1995)

Με την πληθυσμιακή συσσώρευση, οι μητροπόλεις (παλιές και νέες) εξαπ��ώνονται ασταμάτητα, καταλαμβάνοντας έκταση που ποτέ έως τώρα δεν ήταν δυνατόν να καταλαμβάνουν. Η παραδοσιακή μορφή της πόλης δεν υπάρχει πια καθώς διασκορπίζεται σε πολλαπλά διάχυτα και ομοιογενή αστικά αποσπάσματα. Η πληροφορική έκρηξη, η έννοια της κινητικότητας, οι μεταφορές υψηλής ταχύτητας και τα δίκτυά τους, αποτελούν ζωτικά στοιχεία της αποσπασματικής πόλης, μέσα στην οποία εκμηδενίζονται οι αποστάσεις και εξαφανίζονται οι ενδιάμεσοι τόποι. Ο κοινωνιολόγος François Ascher χρησιμοποιεί τον όρο «μετάπολη» για να περιγράψει αυτή τη νέα μορφή χαλαρής αστικής συγκέντρωσης με κέντρο τη μητρόπολη για τη διαμόρφωση μιας δεξαμενής εργασίας, κατοίκησης και δραστηριοτήτων. Ένα νέο καθεστώς «τεχνητής εγγύτητας» αντικαθιστά τη «χωρική» εγγύτητα που ιστορικά αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση ανάπτυξης της πόλης και του τόπου.1 Ο δημόσιος χώρος της διάχυτης πόλης μεταλλάσσεται χάνοντας την έννοια της κεντρικότητας, ενίοτε παραμένει ασχεδίαστος και άλλοτε παραμελημένος, το φυσικό τοπίο άλλοτε αξιοποιείται και άλλοτε καταστρέφεται, η πολεοδομία είναι ανύπαρκτη σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, η αρχιτεκτονική μεταβάλλεται διαρκώς και ρευστοποιείται. Η σύγχρονη πόλη γίνεται όλο και περισσότερο ο χώρος του αποξενωμένου ανθρώπου, ο χώρος της λειτουργικής διεκπεραίωσης. 2

1 Αίσωπος Γιάννης, Η διάχυτη πόλη, στο “Γοσποδίνη Άσπα, Τα νέα αστικά τοπία και η ελληνική πόλη, Αθήνα, εκδ. Κριτική, 2006”, σελ. 107.

37

2 Χαρακτηριστικό παράδειγμα διάχυτης πόλης αποτελεί η ελληνική πόλη, με τον διάχυτο και απρογραμμάτιστο χαρακτήρα της, την απουσία συνέχειας, την ομοιογένεια της συστηματικής επανάληψης των μορφών της πολυκατοικίας, την καταστροφή του φυσικού τοπίου και την υπολειμματική αντίληψη του δημόσιου χώρου.

15. “Ψωνίζω άρα υπάρχω”. Διάσημο έργο της αμερικανίδας Barbara Kruger, που συνοψίζει με τον πιο εύγλωτο τρόπο την “ουσία” του Δυτικού κόσμου. (1980)

Παγκοσμιοποίηση και κατανάλωση Ο νέος δημόσιος χώρος … κάθε επιθυμία, σχέδιο, ανάγκη, κάθε πάθος και σχέση συνοψίζεται ή υλοποιείται ως σημείο και ως αντικείμενο ώστε να αγορασθεί και να καταναλωθεί… Jean Baudrillard

39

Και ενώ το μεταμοντέρνο κίνημα, στο ξεκίνημα του, ορίζει το δικαίωμα στην πόλη ως έναν από τους βασικούς του στόχους , η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική ανάπτυξη, με την τριτογενοποίηση της παραγωγής ανάγει την κατανάλωση από μέσο για την εξυπηρέτηση βασικών ανθρώπινων αναγκών , σε απόλυτο πια τρόπο ζωής. Η συμμετοχική αντίληψη για την πόλη και το δημόσιο χώρο, υπό την επίδραση της νέας οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, αλλάζει δραματικά. Το shopping, ως κυρίαρχη δραστηριότητα, επιβάλει του δικούς του όρους σε ζητήματα που άπτονται της οργάνωσης και δομής του αστικού χώρου και των επιμέρους στοιχείων του. Οι ελεύθεροι χώροι ιδιωτικοποιούνται, αποκτούν υπερβολική οικονομική–ανταλλακτική αξία, παράγονται με άλλα λόγια από το ιδιωτικό και για το ιδιωτικό, ώστε να καταναλωθούν στη συνέχεια από αυτό. Στο πέρασμα από τον 20ο στον 21ο αιώνα και ενώ τα θεματικά πάρκα της Αμερικής έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους, στην Ευρώπη εμφανίζονται τα νέα αστικά κέντρα αναψυχής, λειτουργώντας ως υποκατάστατα του παραδοσιακού δημόσιου χώρου και κατακλύζοντας τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ως κατεξοχήν δημιούργημα της κοινωνίας της κατανάλωσης. Αυτοί οι κλειστοί ιδιωτικοί επιχειρηματικοί χώροι, γνωστοί ως ναοί της κατανάλωσης και ως παράδεισοι του σύγχρονου αστού (mall), επαναπροσδιορίζουν την έννοια του δημόσιου χώρου και συμπυκνώνουν μια νέα “ασφαλή” και επιτηρούμενη πόλη μέσα στην πόλη.

And then there was shopping, Rem Koolhaas

Η μετατόπιση αυτή της έννοιας του δημόσιου υποκαθιστά την κίνηση μέσα στο αστικό περιβάλλον και κατ’ επέκταση μεταβάλλει την αντίληψη της αστικής εμπειρίας. Το δικαίωμα του πολίτη στο δημόσιο χώρο αντικαθίσταται από το δικαίωμα του πελάτη, γεγονός που λειτουργεί καταχρηστικά έως και κατασταλτικά στη λειτουργία του κοινόχρηστου χώρου ως δημόσιου αγαθού.3 Στη φάση αυτή, οι πολεοδομικές αναπλάσεις υπηρετούν καθαρά ένα παιχνίδι κερδοφορίας, στόχος του οποίου είναι η αύξηση της εμπορικότητας της προς ανάπλαση περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της Potsdamer Platz στο Βερολίνο. Την δεκαετία του ’90, εκεί που, προπολεμικά, μια πλατεία αποτελούσε σημείο αναφοράς για τους κατοίκους, λειτουργώντας ως κόμβος συγκέντρωσης δραστηριοτήτων και διασποράς λειτουργιών, κατασκευάζεται ένα θεματικό πάρκο, η “νέα καρδιά της Ευρώπης” -όπως διαφημίστηκε- η οποία, αν και γεμάτη από πλήθος καταναλωτών, παραμένει απελπιστικά απομονωμένη και αποκομμένη από το ευρύτερο περιβάλλον. Σε αντίθεση με τις μητροπολιτικές πλατείες, ο χώρος, εσωστρεφής και αποσπασματικός, δεν αποτελεί ούτε πέρασμα ούτε σημείο συνάντησης και συνύπαρξης διαφορετικών κοινωνικών ομάδων παρά μονάχα πεδίο μάχης ενός πολέμου επιχειρήσεων.4 Ήδη λοιπόν, από τις αρχές του 21ου αιώνα, η απαξίωση του δημόσιου χώρου ως κοινωνικό αγαθό και η ανάδειξή του ως ένα πεδίο κατανάλωσης έχει συντελεστεί και καταγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο, στον ίδιο βαθμό που το shopping γίνεται συνώνυμο της ψυχαγωγίας. Ο δημόσιος χώρος προσλαμβάνεται πλέον ως καταναλωτικό αγαθό και το ωράριο λειτουργίας του και πρόσβασης σε αυτόν συγχρονίζεται με το ωράριο της κατανάλωσης. “Ο δημόσιος χώρος είναι το αρχιτεκτονικό σκηνικό στο καθημερινό θέαμα του δημόσιου βίου, στο οποίο τώρα συμμετέχει εντυπωσιακά η φαντασμαγορία

του εμπορεύματος.” 5

3

Καπετάνιος Αντώνης, Σιωπηλές Πλατείες-Σκέψεις για την ελληνική πλατεία (Β μέρος), greekarxhitects.gr

4

Jon Jerde, Revitalised City, Tate -The Art magazine, 21/2001

5

Τουρνικιώτης Παναγιώτης, (ο.π.) 37/2003, σελ. 58

41

16. Θεματικό (καταναλωτικο) πάρκο. Potsdamer Platz.

17. Γκράφιτι σε τοίχο

Tεχνολογία ΚΑΙ ψηφιακή επανάσταση

43

Αν η κοινωνία της κατανάλωσης και στη συνέχεια της αφθονίας καθορίζουν τον δημόσιο χώρο από τον 20ο αιώνα και ύστερα, σήμερα αναμφισβήτητα, τον κεντρικό ρόλο στον μετασχηματισμό και την απαξίωση της ζωής σε αυτόν κατέχει η τεχνολογία. Οι τηλεπικοινωνίες, η τηλεόραση, τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πιο πρόσφατα το διαδίκτυο, καθώς και τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα απεικόνισης, επηρεάζουν τον τρόπο που ο άνθρωπος επικοινωνεί, που κοινωνικοποιείται, τον τρόπο που συγκροτεί την ταυτότητά του και τις κοινότητες στις οποίες ανήκει. Αλλάζει ο τρόπος που συμπεριφέρεται στο κοινωνικό του περιβάλλον, ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το χώρο και το χρόνο, αλλάζει ο τρόπος που ο ίδιος υπάρχει. Οι νέες αυτές συνθήκες επαναπροσδιορίζουν την κοινωνική πραγματικότητα, συνθέτοντας τα στοιχεία εκείνα που αμφισβητούν τον παραδοσιακό ρόλο του αστικού δημόσιου χώρου και της πλατείας και εμφανίζοντας τις πόλεις ανίκανες να προκαλέσουν τον ενδιαφέρον για άμεση και αδιαμεσολάβητη κοινωνική επαφή και συμμετοχή.

18. Η κοινωνία του θεάματος (G. Derobrd )

τα νέα μέσα Τα ειδησεογραφικά δελτία, τα τηλεοπτικά προγράμματα ακόμα και ο κινηματογράφος, κορυφαίοι κατασκευαστές της πραγματικότητας στις σύγχρονες κοινωνίες, μετασχηματίζονται με τη σειρά τους μέσα από τις τεχνολογικές τομές. Ακολουθώντας τις επιταγές του καταναλωτισμού και της συντηρητικής στροφής στην ιδιωτικότητα, διαμορφώνουν διαρκώς μια εικόνα για τον δημόσιο χώρο που χαρακτηρίζεται από έντονη επικινδυνότητα, βία, εγκληματικότητα και άλλα απρόβλεπτα περιστατικά. Η τρομολαγνεία αντιμάχεται τους δρόμους, τις πλατείες και τα πάρκα και με το πρόσχημα της ασφάλειας δημοσιοποιούνται χάρτες με τις επικίνδυνες ζώνες της πόλης όπου “το έγκλημα, το παρεμπόριο, η πορνεία” οργιάζουν, πριμοδοτώντας τη σταθερή και ακίνδυνη ροή των ασφαλών παραδείσων της κατανάλωσης και της απόλαυσης.

45

Παράλληλα, η ήδη φορτισμένη από την κατανάλωση ιδιωτικότητα, το κλείσιμο στο σπίτι-παράδεισο, η περιορισμένη κυκλοφορία στο δρόμο και η εκτόνωση πρωτίστως σε προστατευόμενα κέντρα αναψυχής συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδύεται μια νέα σχέση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, με όρια στεγανοποιημένα και καλά προστατευμένα από την οθόνη του υπολογιστή ή της τηλεόρασης. Το υποκείμενο της κοινωνίας του θεάματος αρκείται στην παρακολούθηση ως συμμετοχή στο δημόσιο χώρο και λόγο και την αποδέχεται το ίδιο στωικά ως συνθήκη της ύπαρξης του, την αποζητά ως λύτρωση που το διασώζει από την έκθεση στην πραγματικότητα και τους καλά σκηνοθετημένους κινδύνους της. Ο ψηφιακός χώρος, ακίνδυνος για το σώμα και εφοδιασμένος με μια γκάμα εργαλείων (ψευδό)επιλογών (τηλεκοντρόλ, ποντίκι, σχολιασμός) που τροφοδοτούν το πνεύμα, προσδίδει στο άτομο μια αίσθηση ασφάλειας που το αποκόπτει από την ανάγκη να εκτεθεί και να εκθέσει την ιδιωτικότητα του στο φυσικό δημόσιο χώρο. Έτσι η ασφάλεια προκύπτει ως συνθήκη ύπαρξης του. Όπως περιγράφει ο Mike Davis στο βιβλίο του “City of Quartz”, καθώς το ζήτημα της ασφάλειας αποκτά πρωτεύουσα σημασία, η τοποθέτηση καμερών στους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους προκύπτει ως κάτι αυτονόητο, καταστρατηγώντας τις ελευθερίες των πολιτών, μετατρέποντας την πόλη σε “πόλη-φρούριο” και συγκροτώντας μια νέα “οικολογία του φόβου”.

digitize me Μέσα στο πλαίσιο της νέας αυτής ιδιωτικότητας, η ψηφιακή ”υπόσταση” του ατόμου αλλοιώνει τη σχέση του με τον πραγματικό χώρο. Αντικείμενα, χώροι, κτίρια και ιδρύματα κατασκευάζονται, πλοηγούνται, βιώνονται πάντα διαμεσολαβημένα από την οθόνη του υπολογιστή, καταργώντας την ανάγκη για φυσική εγγύτητα οικονομικών μονάδων και πόλης, κατοικίας και εργασίας, συναλλασσόμενων υποκειμένων.6 Υπό την πίεση των νέων δεδομένων οι παλιές χρήσεις του αστικού χώρου καταργούνται, οι επιχειρήσεις μεταφέρονται σε τεχνοπόλεις και επιχειρηματικά πάρκα εκτός της αστικής ζώνης, οι παραστάσεις του φυσικού χώρου γίνονται ολοένα και λιγότερες, οι έννοιες των ορίων και του τόπου γίνονται αφηρημένες και ρευστές. Οι δραστηριότητες με κατ’ εξοχήν δημόσιο χαρακτήρα εισβάλουν στο ψηφιακό σύμπαν μέσω των προσωπικών υπολογιστών. Τα πάντα πραγματοποιούνται πλέον εξ αποστάσεως. Εξ’ αποστάσεως οικονομικές συναλλαγές και εμπόριο, εξ’ αποστάσεως ψυχαγωγία, θέαμα και παιχνίδι για όλες τις ηλικίες, εξ’ αποστάσεως σχεδιασμός, εξ’ αποστάσεως ομαδική ψυχοθεραπεία, εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση, εξ’ αποστάσεως τηλεδιασκέψεις, εξ’ αποστάσεως περιήγηση σε μουσεία, τοπία, πόλεις.7

6 Τσουκαλά Κυριακή, Δανιήλ Μαρία , Από τον τόπο στον μη-τόπο Η νέα συγκρότηση του δημόσιου χώρου στην ελληνική πόλη, πρακτικά συνεδρίου “Μετασχηματισμοί της Ελληνικής πόλης”, σελ. 72 7 Πολυχρονόπουλος Δημήτρης, “Εικονικός χώρος”. Ένας νέος δημόσιος χώρος; πρακτικά Συνεδρίου “Μετασχηματισμοί της ελληνικής πόλης” σελ. 155

47

19. Ψηφιακός δαρβισνισμός

ψηφιακός δημοσιος χώρος Και νέα κοινωνική διαστρωματωση Στο συνεχώς μεταλλασσόμενο αυτό τοπίο, ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίζει την πιο κρίσιμη μεταβολή του. Οι νέες τεχνολογίες ανατρέπουν την κοινωνική συνοχή και τους παραδοσιακούς τρόπους επικοινωνίας μέσα στην πόλη και ο ρόλος του ανοιχτού δημόσιου χώρου ως κέντρου της κοινωνικής ζωής εξασθενεί μπροστά στις νέες μορφές επικοινωνίας. Τα ψηφιακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποϋλοποιούν τα δεδομένα της πόλης δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός πολιτισμού χωρίς αυτές: Οι αστικές πλατείες μετατρέπονται σε εικονικές πλατείες, forum και chatrooms, η εξ επαφής επικοινωνία ασυνείδητα καταργείται και όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Γ. Τζιρτζιλάκης, όλοι μοιάζει να μπορούν να έρθουν σε επαφή με όλους σε έναν απεριόριστο δυνητικό χώρο που αλλάζει τα δεδομένα της ατομικής και της συλλογικής ζωής. Η σωματική συνύπαρξη, η απτική πλευρά και ο διάλογος πρόσωπο με πρόσωπο ανάμεσα σε ανθρώπους που συζητούν, μειώνονται δίνοντας προβάδισμα στην ασώματη επικοινωνία και την οικιακή ακινησία. Η κοινωνικότητα κλονίζεται και διεκπεραιώνεται στις οθόνες των υπολογιστών, παρακάμπτοντας τη συνάντηση. 8

8 Τζιρτζιλάκης Γιώργος, Ο χώρος των σχέσεων και η μεταβιομηχανική πόλη, Αρχιτεκτονικά Θέματα “Η αρχιτεκτονική του δημόσιου χώρου στην Ευρώπη”, 37/2003, Σελ. 68

49

Αυτή η κρισιμη αλλοίωση και μεταβολή της κοινωνικότητας έχει σημαντικές διαφοροποιήσεις στα κοινωνικά στρώματα καθώς τα επηρεάζει ανάλογα με τη δυνατότητα τους να έχουν πρόσβαση στην τεχνολογία και στην ειδική γνώση που απαιτείται για τη χρήση της. Για παράδειγμα, οι ψηφιακά αναλφάβητοι είναι αυτόματα αποκλεισμένοι από το νέο (ψηφιακό) δημόσιο χώρο, γίνονται οι παρίες της μεταμοντέρνας κοινωνικότητας και περιορίζονται στην παθητική κατανάλωση περιεχομένου που σερβίρεται από την τηλεόραση. Αντίθετα, οι γνώστες της ψηφιακής γλώσσας, αλλά κυρίως οι έχοντες τη δυνατότητα απόκτησης των νέων εργαλείων επικοινωνίας (κινητές συσκευές, υπολογιστές, gadgets) μεταβάλλονται σε υπερκοινωνικά όντα κατανάλωσης και παραγωγής περιεχομένου, που κατακλύζει το νέο ψηφιακό δημόσιο χώρο. Είναι όμως ο νέος αυτός δημόσιος χώρος αληθινά κοινός ή διαστρωματώνεται τελικά από την δυνατότητα στην πρόσβαση, που με τη σειρά της εξαρτάται από τη δυνατότητα να αποκτήσει κανείς τα εργαλεία του ως καταναλωτής; Όπως και ο υλικός δημόσιος χώρος, έτσι και ο ψηφιακός δημιουργεί αποκλεισμούς και τελικά αφορά σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, την νέα καταναλωτική και γνωστική ελίτ.

3 51

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ

Αθήνα Μέσα στο παραπάνω διεθνές πλαίσιο, η ελληνική περίπτωση και ιδιαίτερα της Αθήνας, πόλης-αρχέτυπο της χώρας, σφραγίζεται με επιπλέον διαχρονικές παθογένειες αλλά και ιστορικές συγκυρίες που επιτείνουν την σημερινή απαξιωμένη εικόνα του δημόσιου χώρου.

53

20. Κασμηράδικα Αιόλου |

φωτ. Μ. Μπίστη

Η αδυναμία εφαρμογής κεντρικού σχεδιασμού από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι τη διαμόρφωση της πόλης, η κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας και ο κατ’ εξακολούθηση βιασμός της πόλης που συντελείται με την αυθαίρετη δόμηση και την αντιπαροχή, αποτελούν μερικές από τις παραμέτρους που καθορίζουν την εξέλιξη της πόλης και τη φυσιογνωμία του δημόσιου χώρου, μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα. Όλα αυτά σε συνδυασμό με ιστορικά γεγονότα όπως η Μικρασιατική καταστροφή, η Κατοχή, ο Εμφύλιος και η Δικτατορία, η οποία έρχεται να ολοκληρώσει την ισοπέδωση της ιστορικής συνέχειας και μνήμης του χώρου. Με το γύρισμα στον 21ο αιώνα και μετά από μία περίοδο επίπλαστης οικονομικής ανάπτυξης με θετικές και αρνητικές συνέπειες στο δημόσιο χώρο, το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης που κορυφώνεται με την προσφυγή στο ΔΝΤ, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές εκρήξεις του Δεκέμβρη του ’08 και των Αγανακτισμένων του Συντάγματος του ‘11, οδηγούν στη σημερινή εικόνα μιας Αθήνας-βομβαρδισμένης πόλης που χαρακτηρίζεται από εγκατάλειψη, ερημοποίηση, εξαθλίωση, παρακμή.

Θα πρέπει εδώ να ειπωθεί, ότι αν αυτή είναι η εικόνα στο Ιστορικό κέντρο, τα χαρακτηριστικά της φθίνουν όσο απομακρυνόμαστε από αυτό. Οι πλατείες σε αρκετές γειτονιές του κέντρου και ιδιαίτερα των προαστίων, διατηρούν λιγότερο ή περισσότερο τα βασικά χαρακτηριστικά τους (ζωντάνια, κοινωνικότητα, διαδραστικότητα, οικειότητα) καθώς αλλάζει η κοινωνική συγκρότηση του χώρου.

Πολεοδομική εξέλιξη, παραγωγή δημόσιου χώρου και μετάλλαξή στο χρόνο 19 ος αιώνας | Σχεδιασμένη πόλη Με τη σύσταση του ελληνικού κράτους, στις αρχές του 19 ου αιώνα, κατά την περίοδο του Καποδίστρια (1828-1832) και του Όθωνα (1832-1843), επιστρατεύονται Έλληνες και Γάλλοι στρατιωτικοί μηχανικοί και Βαυαροί αρχιτέκτονες, στους οποίους ανατίθενται τα νέα Ρυμοτομικά Σχέδια διαφόρων ελληνικών πόλεων -μεταξύ των οποίων και της Αθήνας- εφαρμόζοντας στο υπάρχον ακανόνιστο πολεοδομικό σύστημα τις αρχές του Νεοκλασικισμού.

55

21. Εγκεκριμένο σχέδιο Κλεάνθη & Schaoubert (1833)

Την περίοδο αυτή εξελίσσεται στην ερειπωμένη, από τον απελευθερωτικό αγώνα πόλη, μια ευρείας κλίμακας κερδοσκοπία κατά την οποία οι αποχωρούντες Τούρκοι πωλούν εκτάσεις σε ευκατάστατους Έλληνες εμπόρους, τραπεζίτες κλπ, που επιστρέφουν από το εξωτερικό, με τη βάσιμη προσδοκία ανακήρυξης της Αθήνας σε πρωτεύουσα.1 Σε 5 μόλις μήνες, πουλιέται το σύνολο σχεδόν της Αττικής σε ιδιώτες χωρίς κανένα έλεγχο από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης. Το γεγονός αυτό οδηγεί στην ανυπαρξία δημόσιας γης, που προδιαγράφει την πορεία της Αθήνας σε κάθε προσπάθεια διάθεσής της για δημόσιους κοινόχρηστους χώρους και κοινωφελείς χρήσεις. Η πρόταση του 1833 των Κλεάνθη και Schaubert, στο σχέδιο των οποίων των 1/5 της συνολικής έκτασης καλύπτεται από πλατείες και πάρκα-κήπους απορρίπτεται και ο σχεδιασμός, ένα χρόνο μετά, ανατίθεται στον Klenze ο οποίος μειώνει σημαντικά τους κοινόχρηστους χώρους (στενεύοντας δρόμους ή και καταργώντας τους, υποβιβάζοντας πλατείες και βουλεβάρτα), ώστε να ελαχιστοποιηθεί το

1 Μελαμπιανάκη Ευγενία, Οι πλατείες της Αθήνας 1834 – 1945. Διαδικασία διαμόρφωσης, λειτουργία, πολεοδομική σημασία, Αθήνα ΔΠΜΧ 23/5/07, σελ 55

22. [Πάνω] Εθνικός Κήπος, 1891 23. [Κάτω] Σύνταγμα, 1865

κόστος των αποζημιώσεων και να κατευνασθεί το έντονο κλίμα αντιδράσεων των κατοίκων. Η αδυναμία θεσμοθέτησης ή εφαρμογής των σχεδίων οδηγεί σε αποσπασματική και μεμονωμένη εφαρμογή ρυμοτομικών ρυθμίσεων. Μέχρι το 1850 η Ελλάδα διανύει μια περίοδο βραδείας ανασυγκρότησης, κατά την οποία η Αθήνα αναπτύσσεται με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς. Η δεύτερη μεγάλη αναθεώρηση του σχεδίου -μετά του Klenze- που εγκρίνεται μεταξύ 1862-1865, απλώς νομιμοποιεί τις μέχρι τότε μεμονωμένες ρυθμίσεις και παγιώνει την υφιστάμενη κατάσταση. Σε αυτό το διάστημα και μέχρι την οικονομική κατάρρευση και πτώχευση του 1897 επί Τρικούπη, η ανάπτυξη στρέφεται προς την επαρχία. Με την ίδρυση των τραπεζών το 1871 και την είσοδο του ξένου κεφαλαίου το 1879, δρομολογούνται μεγάλα δημόσια έργα και κατασκευάζονται σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα, αναπτύσσονται η ακτοπλοΐα και η ναυπηγική βιομηχανία - κυρίως στην επαρχία, λιγότερο σε Αθήνα-Πειραιά, κατασκευάζεται η διώρυγα της Κορίνθου και αξιοποιείται ο ορυκτός πλούτος της χώρας. Σε όλη αυτή την περίοδο που χαρακτηρίζεται από μεμονωμένες μικρές διορθωτικές επεμβάσεις, διαμορφώνονται βάσει σχεδίων οι κύριοι δημόσιοι χώροι του κέντρου (πλατείες, κήποι-άλση, οδικοί άξονες) που στην πλειοψηφία τους λειτουργούν σε συνάρτηση με αξιόλογα κτίρια (Κοτζιά, Ζάππειο, Σύνταγμα, Ομόνοια). Οι πλατείες, οι κήποι, το Ζάππειο ως κέντρο υπαίθριων θεαμάτων, σφύζουν από ζωή, εντάσσονται πλήρως στην καθημερινότητα της πόλης και απευθύνονται ακόμα στο σύνολο των κατοίκων χωρίς κοινωνικούς διαχωρισμούς.2

57

2

Μελαμπιανάκη Ευγενία, σελ 55

20 ος αιώνας | πόλη εργοτάξιο Στις αρχές του 20ου αιώνα , η Αθήνα, αφήνει πίσω τον παρασιτικό χαρακτήρα της3 και περνά στην παραγωγική της φάση, φέροντας μερικά από τα γνωρίσματα μιας σύγχρονης πόλης. Δρομολογούνται έργα κοινής ωφέλειας όπως ύδρευση, ηλεκτροδότηση και μεταφορές. Με τη Μικρασιατική καταστροφή, οι διαδικασίες παραγωγής χώρου που ενεργοποιούνται για τη στέγαση των προσφύγων μεταβάλουν ριζικά σε μικρό διάστημα το αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό τοπίο. Την ίδια περίοδο θεσμοθετείται το νομικό πλαίσιο για την εμπορευματοποίηση της κατοικίας με τον νόμο περί οριζοντίου ιδιοκτησίας (Ν3749/29) καθώς και ο ΓΟΚ του 1929 με τον οποίο αυξάνονται οι συντελεστές δόμησης.4 Το αποτέλεσμα είναι η πολυκατοικιοποίηση του κέντρου της Αθήνας και η απαρχή της κατεδάφισης: η πολυκατοικία υψώνεται στη θέση του παλιού σπιτιού, της μονοκατοικίας, ενώ μία στις δύο χτίζεται με αντιπαροχή.5 Το 1935, επί δικτατορίας Μεταξά, ιδρύεται ο Οργανισμός Διοίκησης Πρωτευούσης με πρόταση του γερμανού πολεοδόμου Martin Wagner. Εκπονείται νέο “Σχέδιο Πρωτευούσης”, το οποίο περιλαμβάνει προτάσεις που αφορούν πρακτικά μόνο κυκλοφοριακές ρυθμίσεις και διανοίξεις δρόμων στο κέντρο χωρίς ειδική μέριμνα για τους δημόσιους χώρους. Ενώ επισημαίνονται σημαντικές ελλείψεις κοινόχρηστων χώρων, ο Οργανισμός δεν τις περιλαμβάνει στις προτάσεις του και , εν τέλει, διαλύεται το 1941 χωρίς να επιτελέσει κάποιο αξιόλογο έργο. Η κτηριοδομική και πολεοδομική πολυμορφία του 1940, θα ισοπεδωθεί λίγα χρονιά αργότερα, αφαιρώντας τα ίχνη από τον πλούτο του κτισμένου χώρου.6

3 Μέχρι το 1880, η Αθήνα, που συγκεντρώνει ακόµα ένα µικρό ποσοστό των κατοίκων της Ελλάδας, δεν είναι παραγωγική πόλη (όπως η Πάτρα, η Ερμούπολη και άλλες πόλεις του νεοσύστατου κράτους της Ελλάδας) αλλά μονάχα καταναλωτική. 4

Καρύδης Δημήτρης Ν., σελ. 252

5 Μεταξύ 1930-1940 ανεγείρονται 450 πολυκατοικίες στις περιοχές του κέντρου (Σταδίου, Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, Πατήσια (Σαρηγιάννης Μ. Γεώργιος, Αθήνα 1830-2000 Εξέλιξη – Πολεοδομία- Μεταφορές, Αθήνα εκδ. Συμμετρία, 2000, σελ 99). 6

Καρύδης Δημήτρης Ν., σελ 269

59

24. Χάρτης Αθηνών, 1908

1950 – 2000 | Ασχεδίαστη πόλη Το μοντέλο αστικής ανάπτυξης κατά τη μεταπολεμική περίοδο θέτει τις βάσεις για την υποβάθμιση του δημόσιου χώρου: η ξέφρενη ανοικοδόμηση οδηγεί στη δραματική αύξηση των πυκνοτήτων δόμησης και ακολούθως στη μείωση των ελεύθερων χώρων. Ο εκχυδαϊσμός του μοντερνισμού που παγιώνεται με τη μορφή της αστικής πολυκατοικίας, σε συνδυασμό με την αντιπαροχή και την αυθαίρετη δόμηση, οδηγούν στη ρήξη της αρχιτεκτονικής με το ιστορικό παρελθόν της και στη διαμόρφωση μιας πόλης άτακτης, άναρχης και αισθητικά αδιάφορης. Απουσιάζει μια σαφής πολεοδομική δομή, αποδιαρθρώνεται η γειτονιά (ως πολεοδομική και κοινωνική οντότητα) υποβαθμίζεται σταδιακά ο δημόσιος χώρος και εγκαινιάζεται ο ασφυκτικός ιδιωτικός υπαίθριος χώρος, με τα στενά μπαλκόνια στις προσόψεις των κτιρίων, με άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των κατοίκων του κέντρου.7 Ενώ σε όλο το έντονο μεταπολεμικό οικοδομικό αναβρασμό του ’60 δεν πραγματοποιείται η συζήτηση για τον αστικό δημόσιο χώρο, το πέρασμα στη μεταπολίτευση σηματοδοτεί μια σταδιακή αλλαγή στον τρόπο θεσμικής αντιμετώπισης των μέχρι τότε πολεοδομικών προβλημάτων της. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80, επί Τρίτση, επιχειρείται

7 Στην ταινία «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου» του Ν. Κατσουρίδη (1972), ο Θ. Βέγγος στη θέα της τσιμεντένιας μεγαλούπολης από ψηλά θα αναρωτηθεί: “Για πες μου, τώρα που βλέπεις όλο το πράγμα από ψηλά, θυμάσαι τίποτα; λέγε θυμάσαι;” Η πόλη της νοσταλγίας, η ειδυλλιακή πόλη, έχει εξαφανιστεί ολοκληρωτικά.

25. Στάδια ανάπτυης της Αθήνας.

ουσιαστικά η πρώτη συστηματική μεταρρύθμιση στις διαδικασίες σχεδιασμού και παραγωγής του αστικού χώρου.8 Η επιχείρηση Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης (ΕΠΑ), το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών (ΡΣΑ) του 1985 και οι εξειδικεύσεις τους μέσω Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΓΠΣ), επικεντρώνονται στην “επούλωση” των πληγών που προκάλεσε η ανεξέλεγκτη μεταπολεμική ανάπτυξη θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο την απογιγάντωση της Αθήνας με την αποκέντρωση οικονομικών και διοικητικών λειτουργιών, τη βελτίωση και ανάδειξη του δημόσιου χώρου, τον εξορθολογισμό της λειτουργίας της πόλης, την κάλυψη των αναγκών σε κοινωνικές υποδομές και την περιβαλλοντική προστασία. Οι δημόσιες συζητήσεις στρέφονται γύρω από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις γειτονιές αμιγούς κατοικίας και μεικτών χρήσεων του κέντρου με πεζοδρομήσεις, αναπλάσεις και μείωση του συντελεστή δόμησης, την ανάδειξη του ιστορικού του χαρακτήρα, την προστασία της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του (χαρακτηρισμός διατηρητέων) και την ανακούφιση του κυκλοφοριακού προβλήματος (δίκτυα πεζόδρομων). Ωστόσο, τόσο οι προβλέψεις για το κέντρο, όσο και οι στρατηγικές επιλογές για την πόλη παραμένουν πρακτικά ανεφάρμοστες. Παρά τις κατευθύνσεις αποκέντρωσης και μετριασμένης ανάπτυξης του Ρυθμιστικού του ’85, στα τέλη της δεκαετίας αρχίζει να διαφαίνεται μια τάση απαξίωσης των πολεοδομικών κατευθύνσεων προς όφελος του αρχιτεκτονήματος και του δημόσιου χώρου προς όφελος του ιδιωτικού,9 με νέα φαινόμενα γιγαντισμού και περαιτέρω επέκτασης. Από το ’80 και μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα, η μαζική είσοδος της τηλεόρασης και του έντονα καταναλωτικού τρόπου ζωής στην καθημερινότητα των κατοίκων, οδηγούν στην απομόνωση τους και στη νέα απαξίωση του δημόσιου χώρου. Ο νεοπλουτισμός της νεοελληνικής κοινωνίας οδηγεί στον άκρατο καταναλωτισμό και τα shopping malls των προαστίων, που αποτελούν τους καινούριους τόπους συνάθροισης. Τα πολυκέντρα ψυχαγωγίας που εμφανίζονται μερικά χρόνια αργότερα, παρουσιάζουν αυξημένη δημόσια δραστηριότητα και ανανεώνουν την εμπορική κίνηση στα Αθηναϊκά προάστια, υποκαθιστώντας τις πλατείες και την αγορά του κέντρου.

8 Γκούντρα Άννα-Ανθή, Χρήσεις γης στο εμπορικό τρίγωνο της Αθήνας, ΕΜΠ – ΔΠΜΣ – Πολεοδομία Χωροταξία – Προσεγγίσεις του σχεδιασμού στην Ελλάδα, 2007/08

61

9

Πετροπούλου Κρίστη, Αθήνα, (Μητροπολιτική περιοχή), Εκδόσεις Γ.Αξιωτέλλης & Σια ΕΠΕ, 2005, σελ. 48

Τα μεταναστευτικά ρεύματα του ’91 και ’97 (50.000 Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Κούρδοι)10 σε συνδυασμό με την έλευση Ιρανών προσφύγων το ’98, προκαλούν κοινωνικό σοκ και μεταβάλουν την ταυτότητα της πόλης, κατακερματίζοντάς την. Τα πρώτα φαινόμενα τριτοκοσμικών συνθηκών διαβίωσης κάνουν την εμφάνιση τους. Ο Στάυρος Σταυρίδης χαρακτηρίζει την Αθήνα ως τον κατεξοχήν τόπο υποδοχής, ως καταφύγιο. Από τη μεγάλη εισροή των μεταναστών της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης στους Βαλκανικούς πολέμους, της Μικράς Ασίας και ολόκληρης της Ελλάδας στη διάρκεια του εμφυλίου μέχρι και της εν λόγω δεκαετίας, η πόλη προσπαθεί, κάποιες φορές με επιτυχία, να ενσωματώσει και να αφομοιώσει τεράστιους αριθμούς πληθυσμών. Οι διάφορες εθνικότητες αλληλοδιαπλέκονται μεν, χωρίς κανένα κοινό σημείο δε, μπροστά στην απουσία κοινωνικής πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι η ξενοφοβία και οι ρατσιστικές τάσεις διατηρούνται σε ελεγχόμενα ακόμα επίπεδα, καθώς η τοπική κοινωνία ζει ακόμα σε συνθήκες ευμάρειας, η παρουσία των μεταναστών απομακρύνει πολλούς χρήστες των δημόσιων χώρων του Ιστορικού και ευρύτερου κέντρου, οδηγώντας τους σε ένα εσωστρεφή και απομονωμένο τρόπο ζωής. Η ανομοιογένεια των κατοίκων του δημόσιου χώρου στις σύγχρονες πόλεις και κατά κάποιον τρόπο η συχνότητα και η ένταση της επαφής με το ‘ξένο’ μας ανάγει σε ενεργητικό μέρος του. Όταν το ‘ ξένο’ κατακλύζει τον χώρο , όταν καταλαμβάνει περιοχές’ που εγκαταλείψαμε, τότε οι ρόλοι αντιστρέφονται. Είμαστε εμείς οι “ξένοι”. Το κέντρο της Αθήνας σήμερα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.11

Η Αθήνα παύει να ανήκει στον κάτοικο και η συμβολή του στη ζωή της πόλης είναι μηδενική έως αρνητική.12 Το φαινόμενο της εγκατάλειψης του κέντρου ενισχύεται από το γεγονός ότι οι πολυεθνικές εταιρίες μεταφέρουν τις έδρες τους εκτός κέντρου, στο πλαίσιο της αποκέντρωσης της Αθήνας, επιλέγοντας τους εύκολα προσβάσιμους άξονες Βορρά-Νότου, με επίκεντρο τη Λεωφόρο Κηφισίας, παρασύροντας μαζί τους τα υψηλά επαγγελματικά στρώματα, που επιλέγουν ως τόπο κατοικίας κυρίως τα Βόρεια Προάστια.

10 Δεληθανάση Μαρία, Τα είκοσι χρόνια που άλλαξαν τη χώρα, Καθημερινη, 30/01/11 11 Βοζάνη Αριάδνη, Δημόσιες ‘τελετουργίες’ και Θέατρο: Η νοηματοδότηση και ο σχεδιασμός του χώρου μέσα από την εξέλιξη της θεωρίας και ιστορίας των Δημόσιων χώρων και του Θεάτρου, 2010, αδημοσίευτο 12 Μουτσόπουλος Θανάσης, Το ανεξέλεγκτο κατοικείν, Ιστορία + Θεωρία 6, εκδ. ΕΜΠ., σελ. 91

Την ίδια δεκαετία, που η χώρα αφήνεται από τους “εταίρους” της να σηκώσει μόνη της το βάρος ενός διεθνούς ζητήματος σαν το μεταναστευτικό, η Αθήνα μπαίνει σε μια διαδικασία επιταχυνόμενων αλλαγών, με την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων. Το κράτος, εκμεταλλευόμενο την παρουσία των μεταναστών, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις νέες θέσεις εργασίας των ολυμπιακών έργων, με την πρόφαση ότι δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την κοινωνική ένταξη τους. Μπροστά στην ανυπαρξία μεταναστευτικής πολιτικής, η ζήτηση φτηνού εργατικού δυναμικού, αποτελεί προσωρινή λύση στο μεταναστευτικό αδιέξοδο.

63

26. Μετανάστες στην περιοχή του Γερανίου, 2008

21ος αιώνας | διάχυτη πόλη Με την είσοδο στη νέα χιλιε��ία και στο ευρώ, μεγάλο μέρος των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί για τα ολυμπιακά έργα, κατευθύνονται στην εκμετάλλευση της γης, πριμοδοτώντας την επεκτατική πολιτική και τις κατ’ ευφημισμόν σημειακές αναπλάσεις. Οι ανασχεδιασμοί των δημόσιων χώρων γίνονται ανεξαιρέτως σε όφελος ιδιωτικών συμφερόντων και εις βάρος του δημοσίου, με παράκαμψη νόμων και με τα τεχνικά έργα να εκτελούνται στο πλαίσιο της βελτίωσης του διεθνούς ρόλου και του γοήτρου της Αθήνας ως Μητρόπολης, ως τόπου διεθνούς τουριστικού προορισμού και επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, χωρίς όραμα για την πόλη και χωρίς καμία πρόθεση να δοθεί απάντηση στη συσσωρευμένα προβλήματα της. Με ελάχιστες εξαιρέσεις (Calatrava, Tschumi) απουσιάζουν τα μεγάλα ονόματα και οι εντυπωσιακές αρχιτεκτονικές μελέτες ενώ τα έργα αίγλης δίνουν στην Αθήνα, σε κάποιες περιπτώσεις, μια πιο “ελκυστική” εικόνα, η οποία ξεθωριάζει αμέσως μετά τους αγώνες και η πόλη αποκομίζει μια φτωχή κληρονομιά και ένα τεράστιο χρέος. Οι παρεμβάσεις στο κέντρο δεν καταφέρνουν να αποδώσουν μια σύγχρονη ταυτότητα στην πόλη και δεν βοηθούν στην ανασύσταση του δημόσιου χώρου, διαπίστωση μάλλον αναμενόμενη καθώς πέραν της απουσίας ενός κεντρικού στρατηγικού σχεδιασμού, επικρατεί - ως γνωστόν- η καθιερωμένη λογική της “αρχιτεκτονικής χωρίς αρχιτέκτονες”. Τα έργα υλοποιούνται με διαδικασίεςεξπρές, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μελέτες των αρχιτεκτόνων, οι οποίες “αποψιλώνονται” ή και παρακάμπτονται εξ ολοκλήρου, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων. Οι αναπλάσεις των πλατειών στην πλειοψηφία τους (Ομόνοια, Σύνταγμα, Αβησσυνίας, Κουμουνδούρου) εκτελούνται διεκπεραιωτικά ενώ η σε γενικές γραμμές επιτυχημένη ανάπλαση της πλατείας Μοναστηρακίου παραδίδεται στο κοινό με καθυστέρηση 4 χρόνων, με επίσης αλλοιωμένη την αρχική μελέτη όπως στην περίπτωση της Ομόνοιας αλλά και στο περίφημο πρόγραμμα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων. Παρ’ όλα αυτά, η αισιοδοξία και η εφορία για την επιτυχία των αγώνων είναι διάχυτη.

27. Η Αθήνα από ψηλά, 2009 | φωτ. Δ. Γερονικος

65

Μετα-ολυμπιακή αποκάλυψη Από το 2004 και έπειτα, η Ελλάδα διανύει μια περίοδο ραγδαίων μεταβολών. Το οικονομικό κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων προκύπτει τετραπλάσιο από το προβλεπόµενο (άνω των 2,2 δις. ευρώ) πράγµα που οδηγεί τελικά τη χώρα σε νέα δάνεια από το εξωτερικό που συμβάλουν στη μετέπειτα οικονοµική και πολιτική κρίση13, η οποία σταδιακά αντανακλάται στην πόλη και το δημόσιο χώρο. Η Ελένη Πορτάλιου σημειώνει ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες διέρρηξαν την όποια παράδοση σχεδιασμού είχαν δημιουργήσει το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας (ΡΣΑ) και η πρώτη εποχή της Επιχείρησης Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης (ΕΠΑ), υπερέβησαν νόμους και θεσμούς και εγκαθίδρυσαν ένα σύγχρονο laisser faire στο χώρο, σπαταλώντας δημόσια γη ανυπολόγιστης αξίας και δημόσιο χρήμα δισεκατομμυρίων ευρώ.14 Τρία χρόνια αργότερα, το 2007, ο κυρίαρχος λόγος για την ευεργετικές συνέπειες των Αγώνων για την πόλη και ειδικά για τις κεντρικές συνοικίες έχει μεταλλαχθεί καθώς η φούσκα των ολυμπιακών αγώνων έχει σκάσει. Η πόλη παρουσιάζει έντονα δείγματα παρακμής. Ο Δεκέμβρης του 2008 αποτελεί μια στιγμή βίαιης αφύπνισης. Η ελληνική κοινωνία υπνωτισμένη από τον ευδαιμονισμό των τελευταίων χρόνων συγκλονίζεται από το αιφνιδιαστικό ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και των κοινωνικών ταραχών που προκαλεί η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.15 Παράλληλα, το δεύτερο μεγάλο προσφυγικό ρεύμα που έχει εμφανιστεί ήδη από το 2007 (μέχρι και το 2010) Ιρακινών, Αφγανών, Σομαλών και Ιρανών, την ώρα που η χώρα οδηγείται σταθερά προς την οικονομική κατάρρευση, έρχεται να επιτείνει το χάος. Η Αθήνα που πριν 4 χρόνια αυτοδοξαζόταν, βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Η πόλη μεταμορφώνεται σε κάτι εντελώς ξένο για τους κατοίκους του κέντρου, παύει να είναι δική τους, με αποτέλεσμα την κυριαρχία του φόβου και της ανασφάλειας ενώ τα φαινόμενα της ξενοφοβίας και της ρατσιστικής βίας παίρνουν σάρκα και

13 Τότσικας Π. , Kείµενο εκτιµήσεων “καµπάνιας αντι-2004”, στο “Η άλλη όψη της ολυμπιάδας” εκδ. ΚΨΜ, 2005 14 Πορτάλιου Ελένη, Αστικός ανασχεδιασμός στην Αθήνα και την ευρύτερη περιφέρεια της Αττικής, 30/4/2007 15 Δραγώνας Πάνος, In greeklish. Στοιχεία καταγωγής της νεώτερης αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, Θέματα χώρου + τεχνών, 42/2011

οστά. Σε όλο αυτό το διάστημα που μεσολαβεί από τους Αγώνες, η παρουσία της πολιτείας και του δήμου απέναντι στην κρίση του αθηναϊκού κέντρου είναι από περιορισμένη και ανύπαρκτη έως αρνητική ή προκλητική.16 Χαριστική βολή για τη γενικευμένη υποβάθμιση της Αθήνας, αποτελεί η μετεγκατάσταση στην περιφέρεια των δημόσιων υπηρεσιών που στεγάζονταν στο κέντρο. Μέχρι το 2009, απομακρύνονται 8 υπουργεία και μεγάλες κεντρικές υπηρεσίες. Μαζί με τη μεταφορά των λειτουργιών φεύγουν περίπου 4.000 – 5.000 εργαζόμενοι, οι οποίοι, όσο εργάζονται στο κέντρο, διαμένουν σε μεγάλο ποσοστό σε αυτό και αποτελούν συγχρόνως μέρος του καταναλωτικού κοινού των κεντρικών εμπορικών καταστημάτων.17 Η τάση αποκέντρωσης αφήνει τα κτίρια κενά και δημιουργεί νέα καθώς πολλά μικροκαταστήματα και επιχειρήσεις που έως τότε λειτουργούσαν σε συνάρτηση με τις δημόσιες υπηρεσίες, οδηγούνται σε λουκέτο. Παράλληλα, η ανεξέλεγκτη δημιουργία πολυκαταστημάτων και εμπορικών κέντρων σε άλλες περιοχές της πόλης, καθ’ όλη τη δεκαετία, πλήττει τα εμπορικά καταστήματα που είναι χωροθετημένα στο ιστορικό κέντρο. Το 2009, έχει κλείσει το 18% των μαγαζιών στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Οι δρόμοι που δεν περιβάλλονται πλέον από εμπορικές λειτουργίες, μαραζώνουν και παραδίδονται στην παραβατικότητα ενώ οι πλατείες είτε λειτουργούν ως πέρασμα είτε αδρανοποιούνται. Εξαίρεση αποτελούν τα σημεία στα οποία τα κενά των ισογείων πληρούνται με λειτουργίες διασκέδασης. Τα μπαρ, τα café, τα ταχυφαγεία είναι εκείνα που με τη λειτουργία τους, κρατούν έστω και σημειακά το κέντρο ζωντανό σε 24ωρη βάση. Οι πλατείες Καρύτση, Αγ. Ειρήνης, λιγότερο η Κοτζιά, οι οδοί Κολοκοτρώνη και Πραξιτέλους παρουσιάζουν έντονη κινητικότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δημόσιους χώρους του ιστορικού κέντρου, με την κινητικότητα αυτή να πολλαπλασιάζεται τα Σαββατοκύριακα.

16 Ανάμεσα σε άλλες πιο επικίνδυνες -και μάλλον πιο άξιες αναφοράς- πρακτικές, αξίζει να σημειωθεί ότι η παρέμβαση του δήμου, επί Κακλαμάνη, μπροστά σε μια Αθήνα που κυριολεκτικά καταρρέει, περιορίζεται στην προκήρυξη διαγωνισμού για το παγκάκι του μέλλοντος της πόλης και στην κατεδάφιση ενός ακινήτου “για τη δημιουργία ελεύθερων χώρων”.

67

17 Χατζημιχάλης Κ. , Το δημόσιο έλλειμμα σχεδιασμού για την πόλη, Η Εποχή, 19/12/2011

28. Εξάρχεια, 7 Δεκέμβρη 2008

| φωτ. Μ. Μπίστη

69

29. Εξάρχεια, 7 Δεκέμβρη 2008

| φωτ. Μ. Μπίστη

71

Χρεωκοπία Από το 2010, με την προσφυγή της χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Αθήνα μετατρέπεται σε αβίωτη πόλη και αγγίζει τα όρια της ερημοποίησης. Μπροστά στην προοπτική της ψήφισης του πρώτου μνημονίου, το καλοκαίρι του 2011 δημιουργείται ένα τεράστιο κύμα αντιδράσεων, που επιδρά διττά στο κέντρο της πόλης (όπως συνέβη και με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου). Από τη μια η οργή του κόσμου εκδηλώνεται βίαια και εκτονώνεται στην ίδια την πόλη , η οποία καίγεται, βανδαλίζεται, λεηλατείται (άλλοτε αυθόρμητα άλλοτε υποκινημένα). Από την άλλη επανανοηματοδοτείται ο δημόσιος χώρος. Ήδη, μετά το ξέσπασμα του Δεκέμβρη του 2008, πρωτοβουλίες κατοίκων και κινήματα πολιτών προασπίζονται τα δικαιώματά τους στην πόλη και τον δημόσιο χώρο. Δεκάδες κάτοικοι, μέσα από συλλογικές δράσεις απέτρεψαν την οικοπεδοποίηση των σημερινών πάρκων Ναυαρίνου και Κύπρου, δείχνοντας το δρόμο για την ανάκτηση του δημόσιου χώρου, το δρόμο δηλαδή της συμμετοχής, της συλλογικότητας και της διεκδίκησης. Η ολοήμερη χρήση τους από ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα κατοίκων, η φροντίδα και η διατήρησή τους αποδεικνύουν ότι η ανάγκη για συνεύρεση στο δημόσιο χώρο δεν έχει πεθάνει. Η διαπίστωση αυτή διευρύνεται με το κίνημα των Αγανακτισμένων, κίνημα μέσα από το οποίο οι πολίτες ύστερα από χρόνια αρθρώνουν πολιτικό λόγο σε δημόσιο χώρο. Με αφετηρία την πλατεία Συντάγματος, ενεργοποιούνται, η μια μετά την άλλη, οι μεγάλες πλατείες της επαρχίας και οι πολίτες ξαναγίνονται ενεργοί. Όμως, η Αθήνα παραμένει αβίωτη πόλη. Οι αθηναίοι που εγκαταλείπουν το βανδαλισμένο κέντρο αυξάνονται καθημερινά, καθώς η πόλη έχει παραδοθεί σε εξαθλιωμένους άστεγους, ημιθανείς τοξικομανείς και σκυθρωπούς περαστικούς.

73

30. Πανεπιστημίου, Νοέμβρης 2011 | φωτ. Μ.Μπίστη

4 75

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ

Γενικά: Διεθνείς τάσεις – διεθνείς αντιδράσεις 1. Ο δημόσιος χώρος είναι κατεξοχήν πολιτικός. Η χρήση του καθορίζεται κυρίως από εκείνον που τον ελέγχει. Με αυτή την έννοια, ο δημόσιος χώρος που στο παρελθόν υπήρξε πεδίο ανωνυμίας, ελευθερίας, μνήμης και αναφοράς, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις στρατηγικές της κατανάλωσης, υπονομεύεται. Ο πολίτης ωθείται –μέσα από τα ΜΜΕ, το lifestyle, τη διαφήμιση- σε νέους χώρους υβριδικούς, υποκατάστατα της δημόσιας συνεύρεσης, ελεγχόμενους, περίκλειστους, καταγραφόμενους, ανελεύθερους. 2. Ο νεοφιλελευθερισμός που σταδιακά κατέκτησε όλη την Ευρώπη, προκάλεσε ένα δίχως προηγούμενο κύμα ιδιωτικοποιήσεων των δημόσιων υπηρεσιών, ακόμα και του δημόσιου χώρου. Ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίζεται επίσης σαν προϊόν για κατανάλωση. Οι όποιες επιτυχημένες αναπλάσεις στα ιστορικά μητροπολιτικά κέντρα, αντιμετωπίζονται σαν θεματικά πάρκα ιστορικού περιεχομένου και απευθύνονται κυρίως στα καραβάνια των τουριστών και όχι στους κατοίκους που σε μεγάλο βαθμό εξακολουθούν να απέχουν. Βαρκελώνη, Άμστερνταμ, Ρότερνταμ το επιβεβαιώνουν. 3. Η υποκατάσταση των πραγματικών συλλογικών στιγμών από τη συνάντηση χιλιάδων ανθρώπων στην εικονική πλατεία μοιάζει να είναι ένα φαινόμενο μη αναστρέψιμο με αρνητικές αλλά και θετικές επιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση το διαδίκτυο καλύπτει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη για επικοινωνία, διάλογο, ανταλλαγή απόψεων, ενημέρωση, συλλογικότητα, μετατρέπεται σε ένα νέο διαφορετικό κομμάτι δημόσιου χώρου όπου, ακόμα (βλ. SOPA, PIPA) η ελευθερία της έκφρασης, η δημοκρατική αντιπαράθεση ακόμα και σε συγκεκριμένες στιγμές η λήψη αποφάσεων παραπέμπει στο θεσμό της αρχαίας Αγοράς, στην κλασική αθηναϊκή εκδοχή της.

77

Όσοι θα ήθελαν, η χρήση του διαδικτύου να οδηγήσει στην ένταση του ατομισμού και της απομόνωσης στο πλαίσιο της οικιακής ακινησίας, έχουν σίγουρα παραβλέψει ότι η τελευταία εμπεριέχει το αντίθετό της. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκ των πραγμάτων, δεν αποτελούν αποκλειστικά απειλή για την καθημερινή ανθρώπινη επαφή. Σε περιόδους κρίσης και έντονης καταστολής οι

κοινωνίες επαναενεργοποιούνται. Οι εξεγέρσεις της Τυνησίας και της Αιγύπτου, οι δυναμικές κινητοποιήσεις στις ελληνικές πόλεις τον Δεκέμβρη του 2008 και του Συντάγματος του 2011, προέκυψαν από την επαφή και την ενεργοποίηση χιλιάδων ατομικοτήτων, οι οποίες, σχηματίζοντας άυλες συλλογικότητες στο facebook, στο twitter και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οδήγησαν τους ενεργούς ψηφιακούς πολίτες από τις ψηφιακές πλατείες στις φυσικές πλατείες, μετατρέποντάς τες από κενό, σε πλήρες, παλλόμενο, συλλογικό. Πρόκειται για μια μορφή ανάκτησης του δημόσιου χώρου που διαψεύδει τις προφητείες για τον θάνατό του και την υποκατάστασή του από το ιδιωτικό. 4. Όσο περισσότερο κάποιοι υπογράφουν το τέλος του δημόσιου χώρου, τόσο ενισχύονται οι φωνές που ζητούν τον επαναπροσδιορισμό του. Όλο και περισσότερο επανέρχεται το ενδιαφέρον -κυρίως των αρχιτεκτόνων αλλά και των τοπικών κοινωνιών- για τις διαδικασίες που μπορούν να αναστρέψουν την πορεία της απαξίωσης του. Συνέδρια, ημερίδες, ιστότοποι και διεθνή forum, κρατούν ζωντανή τη συζήτηση σε διεθνές αλλά και εθνικό επίπεδο. Άλλοτε με τη συμμετοχή του διεθνούς star system (Festarch 2011, Περούτζια-Ασίζη), άλλοτε με τη συγκρότηση φορέων με ευρύτερη εμβέλεια και δραστηριότητα (Biennale Dello Spazio Pubblico, Ρώμη) άλλοτε με προβοκατόρικο χαρακτήρα με στόχο την ευαισθητοποίηση των πολιτών (Glocal District, Ρότερνταμ). Αντίστοιχα, στη χώρα μας με τα “Δημόσιος χώρος αναζητείται” , “Αθήνα σε κρίση”, “Αστικές στρατηγικές για το δημόσιο χώρο” και άλλες διοργανώσεις, επιβεβαιώνεται το ενδιαφέρον γύρω από το θέμα. Είναι όμως πρόωρο να προδιαγράψει κανείς πού οδηγούν αυτές οι συζητήσεις, δεδομένου ότι η κυρίαρχη άποψη μάλλον δεν είναι σε θέση -δεν θέλει; δεν μπορεί; - να προχωρήσει σε τολμηρά μέτρα παρέμβασης στο κέντρο της Αθήνας, που βουλιάζει μέρα με τη μέρα στο πιο ανυπόφορο τέλμα, στην ολοκληρωτική εγκατάλειψη. 5. Κοινή συνισταμένη των παρεμβάσεων αυτών πρέπει να αποτελεί η πεποίθηση πως η ανάκτηση του δημόσιου χώρου, δεν μπορεί παρά να συμπορευτεί με τα κοινωνικά κινήματα για την προστασία και τη διεύρυνση των δημοκρατικών αξιών και ελευθεριών, που στη σημερινή Ευρώπη δοκιμάζονται όλο και περισσότερο.

79

31. Πλατεία Ταχρίρ, Ιούνιος 2011 | φωτ. Ahmed Abd El-Fatah

32. Πλατεία Συντάγματος, Ιούνιος 15 Ιουνίου 2011 | φωτ. Μ. Μπίστη

81

Υπήρξαν φορές που πίστευα ότι η Αθήνα αποτελούσε μια άρνηση της Ελλάδας, κυριολεκτικά μια επικάλυψη αυτής της μνήμης αίματος, των προσώπων που ατενίζουν μέσα από πέτρινα τοπία. Καθώς η πόλη μεγάλωνε θα κατέτρωγε την πικρή ιστορία που υπήρχε τριγύρω της μέχρι που δεν θα έμενε τίποτα παρά μόνο γκρίζοι δρόμοι και εξαώροφα κτίρια με τις μπουγάδες να ανεμίζουν στις ταράτσες. Μόλις συνειδητοποίησα ότι η ίδια η πόλη ήταν μια εφεύρεση ανθρώπων από χαμένους τόπους, ανθρώπων που είχαν με τη βία μετεγκατασταθεί, διωγμένοι από πολέμους και μακελειά, διωγμένοι ο ένας από τον άλλο, πεινασμένοι, ψάχνοντας δουλειά. Τους είχαν εξορίσει στο σπίτι τους, στην Αθήνα, η οποία απλωνόταν προς τη θάλασσα και πάνω από τους λόφους πέρα στο αττικό λεκανοπέδιο, ψάχνοντας κατεύθυνση, Μια πυξίδα μνήμης. Don DeLillo, Τα ονόματα, 1982

Ειδικά: Ελληνικές παθογένειες Αν σήμερα ο δημόσιος χώρος ξεψυχά, αν η κατάρρευση του συλλογικού μύθου της “ισχυρής Ελλάδας” αποκαλύπτει παραπέρα τη γύμνια της πολιτείας σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό του δημόσιου χώρου και την αντιμετώπιση του χάους στο κέντρο της Αθήνας, οι ρίζες του προβλήματος πρέπει να αναζητηθούν στις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Παθογένειες που ορίζονται από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ελληνικού κράτους, ήδη από την ίδρυσή του, τη φτώχεια και την εξάρτησή του από τους ξένους, τον παρασιτικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, τη μεταπρατική φύση του ελληνικού κεφαλαίου, τη μόνιμη έλλειψη δημόσιων δαπανών, πόσο μάλλον δαπανών για τον δημόσιο χώρο. Και ακόμα, την υποκατάσταση των πολεοδομικών εργαλείων από εκείνα της “παρα-πολεοδομίας” (Φιλιππίδης) ή της “ιδιωτικής πολεοδομίας” (Αίσωπος) με την αποθέωση της αυθαιρεσίας στη δόμηση και την κατ΄ εξακολούθηση καταπάτηση της δημόσιας γης. Η εκ των υστέρων πολεοδομική παρέμβαση έχει όλα τα χαρακτηριστικά της άφεσης αμαρτιών και εν τέλει της συνενοχής, όταν δεν είναι άμεσα προϊόν διαπλοκής. Η Αθήνα κτίζεται από τους κατοίκους της -και τους εργολάβους- χωρίς σχέδιο, χωρίς αρχιτέκτονες και πολεοδόμους. Καμία προτεραιότητα δεν δίνεται στον σχεδιασμό του αστικού δημόσιου χώρου που προκύπτει μονάχα σαν υπόλοιπο, σαν περίσσευμα του ιδιωτικού. Και όταν στην καλύτερη περίπτωση αυτός σχεδιάζεται -αναρίθμητες μελέτες έχουν εκπονηθεί τις τελευταίες δεκαετίες- οι προτάσεις εγκρίνονται και στη συνέχεια αρχειοθετούνται (διαγωνισμοί του συρταριού) ή στην τελική εκδοχή αλλοιώνονται με βάση τα εκάστοτε διαπλεκόμενα συμφέροντα στη φάση της εφαρμογής. Εκατό παρά μία μελέτες για τον δημόσιο χώρο που διακρίθηκαν σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς τα τελευταία 33 χρόνια, μείον 90 και κάτι βραβευμένες μελέτες που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, τι μας μένει; Κάτι “ελάχιστες εξαιρέσεις” που επιβεβαιώνουν ότι “στην ελληνική πόλη δεν υπάρχουν σχεδιασμένοι δημόσιοι χώροι.1 Αυτή η ανυπαρξία ήθους που χαρακτηρίζει το ελληνικό δημόσιο και που το οδηγεί στην απόλυτη ανυποληψία στα μάτια του πολίτη, είναι αυτή που αντιστρέφει του όρους, που αναπαράγει την ανηθικότητα -από τη μεριά του πολίτη αυτή τη φορά- και που ανάγει τη διαπλοκή σε κινητήρια δύναμη της ελληνικής κοινωνίας.

83

1

Mυρτσιώτη Γιώτα, Η ζωή ανατρέπει ή εδραιώνει την αρχιτεκτονική στον δημόσιο χώρο, 25-10-2011

Και τώρα; Τώρα που οι μύθοι κατέρρευσαν, τώρα που οι ψευδαισθήσεις συγκρούονται με την πραγματικότητα της κρίσης, τώρα που τα χρήματα είναι λιγότερα από ποτέ, πώς εμπλέκεται το πρόβλημα της ανάκτησης του δημόσιου χώρου στην καθημερινότητά μας; Το θέμα δεν μπορεί να τίθεται σε όλες τις περιπτώσεις με τη μορφή “Δημόσιος χώρος αναζητείται”. Δημόσιος χώρος στο Ιστορικό κέντρο της Αθήνας υπάρχει αρκετός. Περισσότερος απ’ ό,τι νομίζουμε. Είναι οι χρήστες του που αναζητούνται και το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί. Γιατί οι Αθηναίοι στην πλειοψηφία τους προτιμούν να ζουν απομονωμένοι στην ιδιωτική τους κάψουλα μετατρέποντας το facebook σε πλατεία και το twitter σε καφενείο; Αν το φαινόμενο είναι παγκόσμιο, αν η σύγχρονη πόλη, ο σύγχρονος τρόπος ζωής ωθεί τους πολίτες στον άκρατο ατομισμό και εν κατακλείδι στον οικιακό ιδρυματισμό και από την άλλη, αν το διαδίκτυο καλύπτει σε ένα βαθμό - εδώ και παντού - την ανάγκη επικοινωνίας, ο αθηναίος έχει ένα επιπλέον λόγο να αποστρέφει το πρόσωπό του από το δημόσιο χώρο. Έναν χώρο σε διαρκή εκκρεμότητα όπως άλλωστε και όλοι οι υπόλοιποι. “Η Αθήνα είναι η έδρα του ημιτελούς, αυτού που αρχίζει και μένει στη μέση”, διαπιστώνει με έμφαση ο Βασίλης Καραποστόλης. “Η αισθητική που πληγώνει μετατρέπεται σε ηθική που παραιτείται”.2 Τα δημόσια έργα που χρονίζουν, οι “αναμονές” των stall στις ταράτσες των οικοδομών, οι σκελετοί που χάσκουν μέχρι να υπάρξουν τα χρήματα για την τοιχοποιία και που στο μεταξύ έχουν κατοχυρώσει το προηγούμενο ευνοϊκό καθεστώς των όρων δόμησης, μέχρι –ακραία έκφραση- οι σκαλωσιές του Παρθενώνα που θα έλεγε κανείς ότι η αναστήλωση δεν τελειώνει ποτέ, αυτός ο θρίαμβος του ημιτελούς και του χαοτικού, από τη μια προκαλεί συνθηκολόγηση και εθισμό στην προχειρότητα και από την άλλη προκαλεί αποστροφή, τάσεις φυγής και κλεισίματος στους τέσσερις τοίχους της ιδιωτικής κατοικίας.

2 Καραποστόλης Βασίλης, Αθήνα: Απόλυτος ρεαλισμός ή ήττα της Αρχιτεκτονικής; , στο “Αθήνα 2002: Απόλυτος ρεαλισμός”, σελ. 128

85

33. Αναμονές [expectations...] | φωτ. Μ. Μπίστη

Σαν να είναι όλα προσχεδιασμένα από τη βιομηχανία του marketing, ο έγκλειστος υφίσταται την πλύση εγκεφάλου από τα ΜΜΕ, τη διαφήμιση, τα lifestyle περιοδικά, που τον εξωθούν να διαμορφώσει τον προσωπικό του περίκλειστο παράδεισο με ό,τι επιβάλει η μόδα και οι ψεύτικες αναγκαιότητες που απορρέουν από τα καταναλωτικά πρότυπα της στιγμής. Αν ο ευρωπαίος είναι ευάλωτος σε όλα αυτά, ο έλληνας της περιόδου του ευδαιμονισμού, με όλα τα σύνδρομα στέρησης και τα απωθημένα που κουβαλάει, είναι το τέλειο θύμα για τις ανάγκες του συστήματος: οι συλλογικές ουτοπίες των δύσκολων χρόνων, σταδιακά, μέσα στη φούσκα της ευμάρειας, εξελίσσονται σε εξατομικευμένες φαντασιώσεις.

Πλατείες μαύρες τρύπες: το τέλος του δημόσιου χώρου; Μέσα σε αυτό το τοπίο αναδύεται μια Αθήνα που διώχνει τον πολίτη από τους δημόσιους χώρους και ιδιαίτερα τις πλατείες της. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι αθηναϊκές πλατείες εδώ και χρόνια αποτελούν χώρους που είναι σχεδόν αδύνατον να συγκρατήσει κανείς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η Σανταρόζα, η Κάνιγγος, η Ομόνοια, η Αυδή, έχουν μετατραπεί σε μη- τόπους, όπου κανείς βρίσκεται, απλά για να βρεθεί κάπου αλλού. Πρόκειται για κάποιες πλατείες που φέρουν τα συμπτώματα των πιο βεβαρημένων περιοχών του Ιστορικού κέντρου, επομένως η λύση του προβλήματος αφορά πρωταρχικά στην πολιτική εξουσία, που ενώ μοιαζει να αδρανει, στην πραγματικότητα μάλλον εξυπηρετεί συμφέροντα οικοπεδοφάγων, αφήνοντας ανεξέλεγκτη την υποβάθμιση τους. Ή πρόκειται για άλλες, που αποτελούν εδώ και χρόνια, κυριολεκτικά, ‘’μαύρες τρύπες’’, που ιστορικά έχουν διαμορφωθεί σε καθεστώς α-τοπίας, που δεν διασχίζονται καν, απλά παρακάμπτονται για να συνεχίσει κανείς τον δρόμο του. Η Κλαυθμώνος είναι μια από αυτές.

87

34. Πανεπιστημίου, Νοέμβρης 2011 | φωτ. Μ.Μπίστη

5 89

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΚΛΑΥΘΜΩΝΟΣ

Αιτιολόγηση επιλογής : Γιατί η Κλαυθμώνος; Η πλατεία Κλαυθμώνος αποτελεί ζωντανό παράδειγμα δημόσιου χώρου που λειτουργεί ως “μαύρη τρύπα” στο κέντρο της Αθήνας. Ο ρόλος της μέσα στην πόλη, στις διάφορες ιστορικές της φάσεις μοιάζει να μένει αμετάβλητος έως σήμερα, χωρίς να σημειώνεται κατά την περιοδολόγηση κάποιο χρονικό διάστημα με ιδιαίτερα αυξημένες ή μειωμένες εντάσεις, ως προς την παρουσία του κόσμου, την οικειοποίηση της και τη ζωή εν γένει μέσα σε αυτή. Εκείνο που τη χαρακτηρίζει διαχρονικά είναι η περιστασιακή λειτουργία της, που ευνοείται από τη θέση και το μέγεθός της. Εκδηλώσεις, κυρίως πολιτιστικές (Παζάρι Βιβλίου, Ευρωπαϊκη Γιορτή της Μουσικής, Μουσικές του Κόσμου), πολιτικές (καλέσματα συλλαλητηρίων, διαμαρτυρίες, προεκλογικά περίπτερα), κοινωνικές-ακτιβιστικές (συλλογικέςαλληλέγγυες κουζίνες, Φεστιβαλ Διαφορετικότητας/Athens Gay Pride), δείχνουν οτι κατ΄εξαίρεση ενεργοποιείται και ότι άρα αποτελεί μέρος του λανθάνοντος δυναμικού του αθηναϊκού δημόσιου χώρου.

91

Αυτά τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά της πλατείας, αποτελούν τους λόγους για τους οποίους επιλέγεται ως περιοχή ανάλυσης και παρατήρησης, με στόχο να εντοπιστούν τα στοιχεία εκείνα που καθορίζουν την εικόνα της, την περιστασιακή λειτουργία της, τη μη ενεργό συμμετοχή της στην καθημερινή ζωή της πόλης.

35. Πλατεία Κλαυθμώνος (ή αλλιώς πλατεία Εθν. Συμφιλίωσης) | φωτ. Μ. Μπίστη

93

36. Φεστιβάλ υπερηφάνειας (Athens Pride), 5 Ιουνίου 2011 | φωτ. Μ. Μπίστη

95

Χωρική – Ιστορική ανάλυση Παρά την ιδιαίτερη θέση της στον χάρτη, στον άξονα της Σταδίου, μεταξύ Συντάγματος και Ομόνοιας, η πλατεία Κλαυθμώνος χαρακτηρίζεται από μια αντίφαση. Ενώ η θέση της είναι κεντροβαρική ως προς την οργάνωση του Ιστορικού Κέντρου, στην πραγματικότητα ο ρόλος της και η συμμετοχή της στις λειτουργίες της πόλης είναι από περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Από μόνη της αυτή η διαπίστωση γεννά σοβαρά ερωτηματικά ως προς τον κεντρικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Πράγματι η πλατεία σχεδιάστηκε από τους Κλεάνθη και Schaubert to 1833, ως τμήμα ενός δικτύου πλατειών και βουλεβάρτων, που εξασφάλιζαν μια συνεχή ροη και εναλλαγή παραστάσεων στο κεντρικό τμήμα της πόλης. Η αποσπασματική εφαρμογή από τον Klenze, ενός μόνο τμήματος του αρχικού σχεδιασμού, χωρίς συνολική αναθεώρηση του πνεύματος της μελέτης στο συγκεκριμένο σημείο, καταδικάζει από την αρχή την πλατεία σε καθεστώς ασφυξίας. Με την κατάργηση του βουλεβάρτου που την συνδέει, στα σχέδια, με την δίδυμη πλατεία Κουμουνδούρου, ανατρέπεται ο ρόλος της ως σημείου ροής και αμφίδρομης μετάβασης, αφού δεν οδηγεί από κάπου, κάπου αλλού.

37. Η πλατεία στο σχέδιο Κλεάνθη και Schaoubert και στο σχέδιο Klenze

Αρχικά, ο χώρος της πλατείας ορίζεται από σημαντικά νεοκλασικά που αναπτύσσονται στις τρείς πλευρές της , ενώ στο Β-Α της τμήμα, κατασκευάζεται το κτήριο του Υπουργείου Οικονομικών (Νομισματοκοπείο), με κύρια όψη στην οδό Σταδίου. Με την προσωρινή εγκατάσταση του βασιλικού ζεύγους στα αρχοντικά των Βούρου, Αφθονίδη, Μαστρονικόλα και την μετατροπή της πλατείας σε κήπο των Ανακτόρων, που περιφράσσεται με ξύλινο φράκτη, ο χώρος αποκτά περίκλειστο και εσωστρεφή χαρακτήρα, που εντείνει την απομόνωσή του από την κοινωνική ζωή της περιοχής. Παρά την καθαίρεση ωστόσο της περίφραξης με την μετεγκατάσταση του Όθωνα στα νέα Ανάκτορα και στη συνέχεια το πέρασμα του κήπου – πλατεία στην ιδιοκτησία του Δήμου (1865), τα υλικά όρια μετατρέπονται σε άυλα, διατηρώντας την αίσθηση απαγόρευσης στο συλλογικό θυμικό. Η σταδιακή μετατροπή της σε χώρο άμεσα συνδεδεμένο με την διοίκηση και την εξουσία, (Υπουργείο Οικονομικών, Εσωτερικών, Ναυτικών, Αγγλική Πρεσβεία, Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών), σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε υποστηρικτικής χρήσης για την ενεργοποίηση του δημόσιου χώρου (κατοικία, αναψυχή, εμπόριο), την καθιστά σε μεγάλο βαθμό αδρανή για τα επόμενα χρόνια.

97

38. Το κτήριο του Νομισματοκοπείου, επί της Σταδίου (1890).

Στις αρχές του 20ου αιώνα η πλατεία αλλάζει όψη με σχέδια του Εμ. Λαζαρίδη (1927). Αποκτά συμμετρική κάτοψη με ακτινοειδείς προσβάσεις και οκταγωνικό κεντρικό πλάτωμα στο οποίο τοποθετείται σιντριβάνι -κρήνη και επαρκής εξοπλισμός γύρω από αυτό. Ο ρόλος της στην πόλη αλλάζει επίσης, καθώς οι περιμετρικοί δρόμοι χρησιμοποιούνται για στάση και στάθμευση αυτοκινήτων και το 1930 εγκαθίστανται οι πρώτες αφετηρίες Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Στην περιφέρεια εγκαθίστανται νέες χρήσεις, όπως τράπεζες, κεντρικά γραφεία εφημερίδων (Ακρόπολις, Πρόοδος), η πρώτη ταβέρνα της περιοχής και ένα καφενείο που εξελίσσεται σε λογοτεχνικό στέκι -συχνός θαμώνας του και ο Καρυωτάκης (Μελαμπιανάκη) που βγάζει τα πρώτα τραπεζάκια έξω, κάτω από τα δέντρα του κήπου. Η συγκέντρωση λειτουργιών υπερτοπικής σημασίας (διοικητικών, οικονομικών, πολιτιστικών), καθιστούν την πλατεία σημείο αναφοράς με συνεχή κίνηση γύρω από αυτήν. 39. Διαμόρφωση του 1927, σε σχέδια του Εμ. Λαζαρίδη.

Και ενώ η μελέτη του 1927 εντάσσει τον χώρο πιο ενεργά στον αστικό ιστό, το πρόγραμμα εξυγίανσης του κέντρου αποδομεί ξανά τη λειτουργία της πλατείας με την κατεδάφιση του υπουργείου Εσωτερικών (1939), στο πλαίσιο σεναρίου ενοποίησης της οδού Κοραή με το Μοναστηράκι και με πειστικότερη εξήγηση το γεγονός ότι το κόστος συντήρησης του κτηρίου θα ήταν ιδιαίτερα δαπανηρό. Το σενάριο της ενοποίησης παραμένει σενάριο ως συνήθως, η πλατεία αποκαλύπτεται στην πόλη και εκτίθεται στον θόρυβο και τους ρυθμούς της οδού Σταδίου.

Για μεγάλο διάστημα το κενό που προκύπτει από την κατεδάφιση ενσωματώνεται στο οδικό δίκτυο του κέντρου, σαν παράδρομος της Σταδίου και χώρος στάθμευσης. Η νέα αυτή “διαμόρφωση” τίθεται στην υπηρεσία του ιδιωτικού αυτοκινήτου, που μετά την απελευθέρωση τείνει να καταλάβει την πόλη, ενώ η πλατεία αποσύρεται στο βάθος. Παράλληλα, το νεοκλασικό περιβάλλον ισοπεδώνεται από την ξέφρενη ανοικοδόμηση και την πολυκατοικιοποίηση της Αθήνας και η πλατεία εκτίθεται τώρα στη χειρότερη θέα καθώς τα νέα κτίρια που την περιβάλλουν είναι σχεδόν άθλια, όπως σημειώνει ο Άρης Κωνσταντινίδης.1 Ο περιμετρικός περιορισμός των ροών, που ενισχύεται σε όλο αυτό το διάστημα, οριστικοποιείται το 1972 με την δημοπράτηση του υπόγειου parking και την ανάπλαση της πλατείας που περιλαμβάνει την ενοποίηση της με τον υφιστάμενο υπαίθριο χώρο στάθμευσης. Η πλατεία αποκτά ξαφνικά σκληρά όρια, τόσο με τις

40. Χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων που “διαμορφώνεται” μετά την κατεδάφιση του Υπ. Οικονομικών.

99

1 Ο Άρης Κωνσταντινίδης στο βιβλίο του Για την Αρχιτεκτονική, Άγρα 1987, αναφέρεται βέβαια στην εικόνα των νεοκλασικών κτιρίων -πριν την κατεδάφισή τους- που δεν του είναι ιδιαίτερα “συμπαθής”.

41. Το “σκληρό” όριο του υπόγειου parking, επί της Δραγατσανίου | φωτ. Μ. Μπίστη

εισόδους-πληγές του parking στις δυο παράλληλες πλευρές (οδοί Δραγατσανίου & Παπαρρηγοπούλου) όσο και με τον σχεδιασμό. Η κακή διαχείριση της τομής του εδάφους έχει σαν αποτέλεσμα τον αποκλεισμό και της τρίτης πλευράς, στο κάτω τμήμα της πλατείας (οδός Π.Π. Γερμανού), με την υψομετρική διαφορά που αποκόπτει το εσωτερικό από τον δρόμο. Επιπλέον, ο σχεδιασμός των παρτεριών κατά μήκος των τριών πλευρών (πλην της Σταδίου) εγκλωβίζει κυριολεκτικά την πλατεία, περιορίζοντας στο έπακρο τις προσβάσεις. Η κακή διαχείριση της κάτοψης επεκτείνεται και έξω από τα όρια της πλατείας: o σχεδιασμός περιλαμβάνει δυο εισόδους με κυλιόμενες σκάλες που βρίσκονται στα απέναντι πεζοδρόμια και οι οποίες θα έπρεπε να οδηγούν στο parking. Οι σκάλες αυτές όχι μόνο δεν θα λειτουργήσουν ποτέ αλλά θα παραμορφώσουν και τα υπάρχοντα όρια της πλατείας.

101

Το 1989, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής, η πλατεία μετονομάζεται σε πλατεία Εθνικής Συμφιλίωσης και προκηρύσσεται αρχιτεκτονικός και καλλιτεχνικός διαγωνισμός για την ένταξη γλυπτού μνημείου στο χώρο. Η λύση που προκρίνεται χαρακτηρίζεται από έντονη μνημειακότητα. Η στοίχιση του γλυπτού πάνω στον άξονα της οδού Κοραή, η τοποθέτησή του στο κέντρο του χώρου που είχε προσαρτηθεί στην προηγούμενη ανάπλαση και η αδικαιολόγητη περίφραξή του σε ένα εκτός κλίμακας παρτέρι, καθιστούν την κίνηση στο εσωτερικό της πλατείας ακόμα πιο προβληματική.

42. Ο “κήπος”, στην κάτω ζώνη της πλατείας. Δεξιά, η προτομή του Βλάση Γαβριηλίδη. | φωτ. Μ. Μπίστη

Σύγχρονη ανάγνωση του χώρου Αυτή η δυσλειτουργική κάτοψη της πλατείας, που διατηρείται έως σήμερα, έχει δημιουργήσει δυο σχεδόν ανεξάρτητες ζώνες, με διαφορετικά χαρακτηριστικά η καθεμιά. Η επάνω ζώνη, με πιο δημόσιο και εξώστρεφο χαρακτήρα, συνδιαλέγεται με το περιβάλλον, διατηρεί οπτική επαφή με τον πεζόδρομο της Κοραή και την Τριλογία, οι ήχοι της Σταδίου είναι και δικοί της ήχοι. Η εμπειρία στην κάτω ζώνη είναι σαφώς διαφορετική. Λιγότερο εκτεθειμένη στην κοινή θέα αλλά και στους θορύβους της πόλης, με την πυκνή βλάστηση και τις διαμορφωμένες γωνιές συναναστροφής, ωθεί σε ένα χαλαρό περίπατο, σε στάση και περισυλλογή. Η ζώνη αυτή διαθέτει τις απαραίτητες ποιότητες που αποτελούν προϋπόθεση για την οικειοποίηση του χώρου αλλά τελικά δεν καταφέρνει να προσελκύσει το ενδιαφέρον, ούσα περιχαρακωμένη από τα σκληρά όρια που αναφέρθηκαν παραπάνω. θα περίμενε κανείς η επάνω ζώνη, να λειτουργεί ως “μεσολαβητής”, ως χώρος μετάβασης από τον δρόμο στην καρδιά της πλατείας. Όμως η απουσία ταυτότητας, νοήματος και συμβολισμών που χαρακτηρίζει το χώρο, αποθαρρύνει τον περαστικό να στρέψει το βλέμμα του στο εσωτερικό της.

103

Αν το βλέμμα είναι το βασικό εργαλείο για την ανάγνωση του χώρου, η πλατεία Κλαυθμώνος μοιάζει καταδικασμένη. Αν το βλέμμα αποστρέφεται, τότε δεν υπάρχει κίνηση, δεν υπάρχει συνάντηση, δεν υπάρχει επαφή, με λίγα λόγια δεν υπάρχουν τα υπόλοιπα εργαλεία με βάση τα οποία ο χώρος γίνεται αντιληπτός. Η απουσία αυτής της αναγκαίας συνθήκης, δικαιολογεί απόλυτα την κατάληψη του εσώστρεφου τμήματος από εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που επιδιώκουν την αποφυγή των βλεμμάτων.

43. Γιώργος. Ο τελευταίος άστεγος της πλατείας | φωτ. Μ. Μπίστη

105

Στο διάστημα 2008 – 2011 ο “κήπος “ καταλαμβάνεται από ευπαθείς κοινωνικές ομάδες – χρήστες ναρκωτικών, άστεγους (μετανάστες και έλληνες) και αφήνεται στην τύχη του. Η απουσία του Δήμου είναι χαρακτηριστική μέχρι τα Χριστούγεννα του 2011, όταν λόγω των γιορτών, ο Δήμαρχος αποφασίζει να ξαναπάρει την πλατεία στην κατοχή του, ξηλώνοντας τα παγκάκια με το πρόσχημα ότι χρήζουν “εξωραϊσμού”. Η κίνηση αυτή, που γίνεται στο όνομα των “πολλών”, δέχεται έντονη κριτική και ο Δήμαρχος κατηγορείται, μάλλον δικαιολογημένα, για “κουτοπόνηρη διάθεση”2 , καθώς δεν προβλέπει λύση για το πρόβλημα των “ολίγων”. Οι αντιδράσεις και η δημοσιότητα που προκαλούνται οδηγούν σε μια μίνι “ανάπλαση” της κάτω πλατείας με καθαριότητα, κλαδέματα, καινούρια παγκάκια και επαναλειτουργία του κλειστού αναψυκτηρίου. Όμως: Η επιθυμία της επιστροφής σε έναν χώρο σχετίζεται άμεσα με την ποιότητα της εμπειρίας που έχει καταγράφει τόσο σε συλλογικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, μέσω της διαδικασίας της μνήμης. Όσο περισσότερο οικειοποιούμαστε έναν χώρο, τόσο περισσότερο αυτός εγγράφεται στην συνείδηση μας, τόσο ισχυροποιείται η σημασία του στη ζωή μας.3

Μπορούν, καλλωπιστικές παρεμβάσεις σαν τις παραπάνω να ενεργοποιήσουν την επιθυμία της επιστροφής σε μια πλατεία που χαρακτηρίζεται από την ανυπαρξία μνήμης; Η Κλαυθμώνος παραμένει ένας χώρος μη προσλήψιμος, αποστασιποιημένος από το αστικό περιβάλλον και τον χρήστη. Οι παθογένειες που μελετήθηκαν παραπάνω, όπως ο κακός σχεδιασμός, οι ημιτελείς και αποσπασματικές παρα-πολεοδομικές παρεμβάσεις, η προχειρότητα, η απουσία κοινωνικής πολιτικής έχουν σφραγίσει την ιστορία της και τους δυνάμει χρήστες της.

2

Ρηγόπουλος Δημήτρης, Οι άστεγοι της πλατείας Κλαυθμώνος, Καθημερινή, 3-12-2011

3 Βοζάνη Αριάδνη, Δημόσιες ‘τελετουργίες’ και Θέατρο: Η νοηματοδότηση και ο σχεδιασμός του χώρου μέσα από την εξέλιξη της θεωρίας και ιστορίας των Δημόσιων χώρων και του Θεάτρου, 2010, αδημοσίευτο

107

44. Στάση λεωφορείου, επί της Σταδίου

| φωτ. Μ. Μπίστη

Μήπως όμως σήμερα το DNA του χρήστη έχει μεταλλαχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην απαιτεί τέτοιου είδους χώρους;

Επίλογος Προφανώς, η απάντηση στο προηγούμενο, προβοκατορικό ερώτημα δεν ειναι αυτονόητη. Μπροστά μας διαγράφονται δύο σενάρια, το απαισιόδοξο και το αισιόδοξο. Η αλήθεια βρίσκεται μάλλον στη μέση. Το πρώτο, που είναι εκείνο της παραίτησης, της αποδοχής των σημερινών δεδομένων, οδηγεί νομοτελιακά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του δημόσιου χώρου, στη μοναδικότητα της αποϋλοποιημένης εκδοχής του, στην άνευ όρων παράδοση, στην κατά Koolhaas τρομοκρατική προοπτική της πόλης του μέλλοντος, όπου η διάχυση θα ειναι ολοκληρωτική, η κοινωνία θα αδιαφορεί για χώρους με ταυτότητα, τα κτήρια θα ειναι σταθμοί διέλευσης ανθρώπινου δυναμικού. Ποιά πλατεία; Ποιός δημόσιος χώρος;

109

Το δεύτερο, το αισιόδοξο, προϋποθέτει την αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας. Για την επανανοηματοδότηση του δημόσιου χώρου θα πρέπει μάλλον να επανανοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας, τις στρατηγικές μας επιλογές. Ίσως αυτό το σενάριο να ακούγεται ουτοπικό. Η κρίση όμως που βιώνουμε σήμερα θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα. Όπως υποστηρίζει και ο Paul Virilio “εκεί όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος κίνδυνος, εκεί βρίσκεται και η σωτηρία. Η σωτηρία είναι στην άκρη του γκρεμού και κάθε φορά που πλησιάζουμε σε έναν κίνδυνο πλησιάζουμε στη σωτηρία. Είναι το παράδοξο της σύγχρονης κοινωνίας.” H έστω και καθηστερημένη αφύπνιση των πολιτών, αφήνει χαραμάδες ελπίδας. Ο δημόσιος χώρος αποτελεί εξ ορισμού αντικείμενο διεκδίκησης. Ο αθηναϊκός δημόσιος χώρος, μέχρι πρόσφατα αντικείμενο διεκδίκησης από το real estate, τη βιομηχανία της διασκέδασης, τα κερδοσκοπικά κυκλώματα, σήμερα αποκτά νέους διεκδικητές: τις πρωτοβουλίες κατοίκων για την διάσωση ή αναβάθμιση των αστικών κενών, τους άστεγους, τους μετανάστες με τον ακροδεξιό αντίλογο.

Υπάρχει χώρος για μια νέα αρχιτεκτονική μέσα σε αυτό το τοπίο; Μπορεί σε αυτό το πλαίσιο η αρχιτεκτονική να ξαναβρεί το κεφαλαίο “Α”, να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, να επαναδιεκδικήσει τον κοινωνικό της ρόλο, να δράσει πρωταγωνιστικά στην κοινή προσπάθεια για τη δημιουργία ενος εναλλακτικού δημόσιου χώρου; Η απάντηση μπορεί να είναι “ναι”, αρκεί η ίδια να υπερβεί τις δικές της παθογένειες, που είναι σύμφυτες με τις παθογένειες της παγκόσμιας αλλά και της ελληνικής κοινωνίας. “Ναι”, αν στον συμβιβασμό, την υποταγή στις πελατειακές σχέσεις, τον εθισμό στα τεχνάσματα για την παράκαμψη και την καταστρατήγηση κάθε έννοιας προστασίας του δομημένου -και μη- περιβάλλοντος, αντιπαραθέσει την αντιστροφή των προτεραιοτήτων του κέρδους. Αν, αντί για την γκρίνια, τις εύκολες -χωρίς ανάληψη ευθύνης- διαμαρτυρίες, την αναβολή της όποιας λύσης αναμένοντας μια δίκαιη κοινωνία, οι αρχιτέκτονες γίνουμε όχι απλά μέρος της λύσης, αλλά πρωταγωνιστές ως ειδικοί στη διεκδίκηση του εναλλακτικού δημόσιου χώρου. Μαζί με τον πολίτη και όχι σαν ελίτ. Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα επιχειρήσουμε να αντιμετωπίσουμε, στο πλαίσιο της διπλωματικής εργασίας, την πρόκληση της πλατείας Κλαυθμώνος.

111

“A”

113

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Αίσωπος Γιάννης Η έκλειψη του δημόσιου χώρου, Αθήνα εκδ. Futura, 1998/99 Arendt Hannah Η Ανθρώπινη Κατάσταση, μτφρ. Σ. Ροζάνης + Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα εκδ. Γνώση, 1986 debord guy η κοινωνια του θεαματοσ, αθηνα εκδ. ελευθεροσ τυποσ, 1986 Frampton Kenneth Μοντέρνα Αρχιτεκτονική – Ιστορία και κριτική, μτφρ. Θ. Ανδρουλιδάκης + Μ. Παγκάλου, Αθήνα εκδ. Θεμέλιο, 1999 Καρύδης Δημήτρης Ν. Τα επτά βιβλία της Πολεοδομίας, Αθήνα εκδ. Παπασωτηρίου, 2008 κοτιωνησ ζησησ η τρελλα του τοπου, αθηνα εκδ. εκκρεμεσ, 2004 Krier Rob Urban Space, London, Academy Editions, 1979 Κωνσταντινίδης Άρης Για την αρχιτεκτονική, Αθήνα εκδ. Άγρα, 1987 Λάββας Γεώργιος Επίτομη Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, Θεσσαλονίκη εκδ. University Studio Press, 2002 Lefebvre Henri Δικαίωμα στην πόλη – Χώρος και Πολιτική, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης + Κ. Λωράν, Αθήνα εκδ. Κουκίδα, 2007 Μπίρης Κώστας Η. Αι Αθήναι. Από τον 19 εις τον 20ον αιώνα, Αθήνα, 5η έκδοση, Μέλισσα, 2005 Pinol Jean-Luc, Walter F. Η σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη: 1. έως τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, μτφρ. Μ. Κουμπουρά, Αθήνα εκδ. Πλέθρον, 2007

Rossi Aldo Η Αρχιτεκτονική της πόλης, μτφρ. Β. Πετρίδου, Θεσσαλονίκη εκδ. University Studio Press, 1985 Σαρήγιαννης Μ. Γεώργιος Αθήνα 1830-2000 Εξέλιξη – Πολεοδομία- Μεταφορές, Αθήνα εκδ. Συμμετρία, 2000 Sennett Richard Η τυραννια της οικειότητας – Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μτφρ. Γ. Μέρτικας, Αθήνα εκδ. Νεφέλη, 1999 Sitte Camillo Η πολεοδομία σύμφωνα με τις καλλιτεχνικές της αρχές, μτφρ. Κ. Σερράος, Αθήνα εκδ. ΕΜΠ, 1992 Συμεών Ν. Ανδρέας Ο δημόσιος χώρος της πόλης, Αθήνα εκδ. Ελληνική Εταιρία, 2010 Τουρνικιώτης Παναγιώτης Η αρχιτεκτονική στη σύγχρονη εποχή, Αθήνα εκδ. Futura, 2006 Scoffier Richard, Koubis Takis Εκλάμψεις της πόλης, μτφρ. Κ. Κορέσση, Αθήνα εκδ. Futura, 2007 venturi robert Complexity and Contradiction in Architecture, NEw york, Museum of modern art, 1977 συλλογικο Αθήνα 2002: Απόλυτος ρεαλισµός, Αθήνα, εκδ. Futura, 2002 συλλογικο Μετασχηματισμοί της Ελληνικής πόλης, ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, 2003 συλλογικο Η μετάβαση της Αθήνας, Αθήνα εκδ. Futura, 2005

115

συλλογικο Πλατείες της Ευρώπης, Πλατείες για την Ευρώπη, Πολυτεχνική σχολή & διατµηµατικό πρόγραµµα µεταπτυχιακών σπουδών αρχιτεκτονικής τοπίου, Θεσσαλονίκη εκδ. Ζητη, 2009,

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ Αίσωπος Ι., Σημαιοφορίδης Γ. Από τη μητρόπολη στη μετάπολη, Το Βήμα, 7/12/1997 Βοζάνη Αριάδνη ∆ηµόσιες ‘τελετουργίες’ και Θέατρο: Η νοηµατοδότηση και ο σχεδιασµός του χώρου µέσα από την εξέλιξη της θεωρίας και ιστορίας των ∆ηµόσιων χώρων και του Θεάτρου, 2010, αδηµοσίευτο γιαννουδησ σωκρατησ Κατασκευάζοντας τον δημόσιο χώρο στο ψηφιακό παράδειγμα, [http://tinyurl.com/72wxvax] Γκουντρα Αννα- Ανθη Χρήσεις γης στο εμπορικό τρίγωνο της αθήνας, [http://tinyurl.com/75gyvnv] ∆εληθανάση Μαρία Τα είκοσι χρόνια που άλλαξαν τη χώρα, Καθηµερινη, 30/01/11 ∆ραγώνας Πάνος In Greeklish” 2/8: Η ιδεολογική σύγχυση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, [panosdragonas.net] ∆ραγώνας Πάνος Από τη φαντασίωση στη διεκδίκηση. Στοιχεία ταυτότητας του αθηναϊκού δηµόσιου χώρου, 2004-’11, Κείµενο εισήγησης στο συνέδριο “∆ηµόσιος Χώρος … Αναζητείται”, Θεσσαλονίκη 21 Οκτωβρίου 2011, [http://tinyurl.com/72mj3hc] Ζέγγελης Ηλίας Ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να δημιουργείται για μια γενιά, [http://tinyurl.com/7laaw2w] Καζέρος Νίκος Το ιδιωτικό και το δικό του, “Αρχιτέκτονες”, 34/2002 Καλαντζοπούλου Μαρία, Κουτρολίκου Πέννυ, Πολυχρονιάδη Κατερίνα O κυρίαρχος λόγος για το κέντρο της Αθήνασ, [http://encounterathens.wordpress.com] Καπετάνιος Αντώνης Σιωπηλές Πλατείες-Σκέψεις για την ελληνική πλατεία (Β µέρος), [greekarxhitects.gr] Mυρτσιώτη Γιώτα Η ζωή ανατρέπει ή εδραιώνει την αρχιτεκτονική στον δηµόσιο χώρο, 25-10-2011

Πορτάλιου Ελένη, Αστικός ανασχεδιασµός στην Αθήνα και την ευρύτερη περιφέρεια της Αττικής, 30/4/2007, [http://tinyurl.com/7quzyvy] Ρηγόπουλος ∆ηµήτρης Οι άστεγοι της πλατείας Κλαυθµώνος, Καθηµερινή, 3-12-2011 Ταγκαλίδου Τζέλα ∆ηµόσιες Στιγµές - Ο δηµόσιος χώρος ως ιδιωτικός, [http://tinyurl.com/7bm74zd] Τουρνικιώτης Παναγιώτης Η αρχιτεκτονική του δηµόσιου χώρου στις Ευρωπαϊκές πόλεις ως τον ∆εύτερο Παγκόσµιο πόλεµο, Αρχιτεκτονικά Θέµατα 37/2003 Τριποδάκης Αλέξανδρος Το ανοίκειο του Δημόσιου χώρου στην ελληνική πόλη και η ευθύνη των αρχιτεκτόνων, [http://tinyurl.com/6szlssh] Φιλλιπίδης Δημήτρης Η πολεοδομία στην Ελλάδα, [http://tinyurl.com/6p63lg5]

117

Χατζηµιχάλης Κ. Το δηµόσιο έλλειµµα σχεδιασµού για την πόλη, Η Εποχή, 19/12/2011

ΔΙΑΤΡΙΒΕΣ - ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΓΑΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ: ΜΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ, δπμσ, εμπ, 2009 δεμερτζησ νικοσ παγκοσμιοποιηση, κοινοτητα και δημοσιοσ χωρος, [http://tinyurl.com/825w46p] harvey david the right to the city, [http://tinyurl.com/7w52tta] κρικου κωνσταντινα Αστικη πλατεια: τοποσ και τοπιο στην πολη, διαλεξη 2007 mark chidister public spaces, private lives: plazas and the broader public, [http://tinyurl.com/8xlkq7w] Μελαμπιανάκη Ευγενία Οι πλατείες της Αθήνας 1834 – 1945. Διαδικασία διαμόρφωσης, λειτουργία, πολεοδομική σημασία, Αθήνα ΔΠΜΧ 23/5/07, Thompson W. Catharine Urban open Space in the 21st century, Landscape and Urban Planning, 2002 Τσαδαρη Σοφία Πρελούδιο στην “παγκόσμια πόλη”. Πλαίσιο μιας θεωρητικής συζήτησης για τις μεγάλες πόλεις του 21ου αιώνα, δπμσ, ΕΜΠ, Αθήνα 2007

φιλμογραφια αθηνα: αναζητωντασ τη χαμενη πολη Μαρκ Γκαστίν, Σούλα Δρακοπούλου man with the movie camera dziga vertov un homme qui dort george perec

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

119

www.archisearch.gr www.archive.gr www.avgi.gr www.buildnet.gr www.cityofathens.gr www.eie.gr www.enet.gr www.greekarchitects.gr www.kathimerini.gr www.konteiner.gr www2.media.uoa.gr www.philosophynow.org www.reconstruction.gr www.scribd.com www.tovima.gr www.zeon.gr http://dimosiosxoros.wordpress.com http://el.wikipedia.org http://en.wikipedia.org http://encounterathens.wordpress.com http://ilesxi.wordpress.com http://murplejane.tumblr.com http://nomadikiarxitektoniki.net http://perivallonkaipolitiki.wordpress.com http://panosdragonas.net http://parallhlografos.wordpress.com

πηγεσ φωτογραφιων 01. http://murplejane.tumblr.com/ 02. http://tinyurl.com/6mkkugw 03. http://bit.ly/AfgDRB 04. http://bit.ly/ycZ4KJ 05. http://www.bing.com/maps 06. http://tinyurl.com/7yowxsm 07. http://bit.ly/AtSkV1 08. http://bit.ly/AnS4Sy 09. αρχιτεκτονικά Θέματα, 37/2003, σελ. 61 10. http://bit.ly/qxp7cw 11. http://bit.ly/yBDBXU 12. http://bit.ly/AoCA63 13. http://bit.ly/qKRxid 14. http://bit.ly/ynca8Y 15. http://bit.ly/wfGNXF 16. http://www.bing.com/maps 17. http://bit.ly/AsvM4F 18. http://bit.ly/AfL9ky 19. http://tinyurl.com/6t89ftzς 21. Κώστας Η. Μπίρης, Αι Αθήναι. Από τον 19 εις τον 20ον αιώνα, Αθήνα, 5η έκδοση, Μέλισσα, 2005, σελ. 27 22. http://tinyurl.com/7cj5r57 23. http://tinyurl.com/7cj5r57 24. Κώστας Η. Μπίρης, Αι Αθήναι. Από τον 19 εις τον 20ον αιώνα, Αθήνα, 5η έκδοση, Μέλισσα, 2005, σελ. 258 25. http://bit.ly/wfGNXF 26. http://tinyurl.com/7wmtpfg 31. http://tinyurl.com/6wapx54 32. Μελαµπιανάκη Ευγενία, Οι πλατείες της Αθήνας 1834 – 1945. ∆ιαδικασία διαµόρφωσης, λειτουργία, πολεοδοµική σηµασία, Αθήνα ∆ΠΜΧ 23/5/07, σελ . 107 37. Μελαµπιανάκη Ευγενία, Οι πλατείες της Αθήνας 1834 – 1945. ∆ιαδικασία διαµόρφωσης, λειτουργία, πολεοδοµική σηµασία, Αθήνα ∆ΠΜΧ 23/5/07, σελ . 116 38. http://tinyurl.com/74bncl4 39. Μελαµπιανάκη Ευγενία, Οι πλατείες της Αθήνας 1834 – 1945. ∆ιαδικασία διαµόρφωσης, λειτουργία, πολεοδοµική σηµασία, Αθήνα ∆ΠΜΧ 23/5/07, σελ . 116 40. http://tinyurl.com/74bncl4

121


ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ ΧΡΗΣΤΕΣ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝΤΑΙ